Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

ΣτΕ 656/2016 (Ολομ.): Συνταγματική η κατάργηση οργανικών θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων



Φύση Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης. Νομοθετική εξουσιοδότηση. Υπεξουσιοδότηση. Κατάργηση οργανικών θέσεων. Διαθεσιμότητα υπαλλήλων. Πλήρης αυτοδιοίκηση Πανεπιστημίων. Έλεγχος κανονιστικών πράξεων της Διοικησης.
 
Σκέψεις 1 - 21 της υπ' αριθμ. 656/2016 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας:

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31), ζητείται, καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου, η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 135211/Β2/23.9.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών (α) Παιδείας και Θρησκευμάτων, και (β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) οργανικών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167)» (ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013), κατά το μέρος που με την πράξη αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 150539/Β2/15.10.2013 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013), καταργούνται τριακόσιες ενενήντα εννέα (399) θέσεις, μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Ζητείται, επίσης, η ακύρωση της από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), της οποίας γίνεται μνεία στο προοίμιο της ανωτέρω προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως.
2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 17.10.2013 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
3. Επειδή, η ως άνω προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση εξεδόθη κατ’ επίκληση του άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 («Φορολογία Εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις», Α΄ 167/23.7.2013). Το εν λόγω άρθρο 90, με τίτλο «Διαθεσιμότητα», το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Δ΄ του ανωτέρω νόμου («Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης»), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως 135211/Β2/23.9.2013 και της τροποποιητικής αυτής ως άνω 150539/Β2/15.10.2013 ομοίας (24.9.2013 και 15.10.2013, αντιστοίχως), όριζε στην παράγραφο 1 εδαφ. α΄ τα εξής: «Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Προέβλεπε δε περαιτέρω η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 και τα ακόλουθα: «Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού».
4. Επειδή, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης αποτελεί συλλογικό κυβερνητικό όργανο, συγκροτούμενο από τον Πρωθυπουργό, ως Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και Επικρατείας, καθώς και τους εκάστοτε αρμοδίους υπουργούς, το οποίο έχει ως αποστολή τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών και την χάραξη της πολιτικής επί των θεμάτων που σχετίζονται με την βελτίωση της οργανώσεως, της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας της Δημοσίας Διοικήσεως, καθώς και με την αξιολόγηση των φορέων και των υπηρεσιών της. Ως εκ της φύσεως και της αποστολής του, αλλά και εν όψει του ότι με τις πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου περί της συγκροτήσεως και λειτουργίας του (Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 4/10.2.2012, ΦΕΚ τεύχος ΥΟΔΔ 64, εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ/τος 63/2005 για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, Α΄ 98, και εν συνεχεία τροποποιηθείσα με τις 27/10.8.2012, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 386, και 14/16.7.2013, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 347, όμοιες), δεν παρέχεται στο εν λόγω συλλογικό κυβερνητικό όργανο ειδική και συγκεκριμένη εξουσιοδότηση προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων ούτε χορηγείται αρμοδιότητα προς έκδοση ατομικών πράξεων, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης δεν ασκεί ενεργό Διοίκηση και, συνεπώς, δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα οι κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 «αποφάσεις» του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1015/1972). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξεις κανονιστικού χαρακτήρος συνιστούν μόνον οι προβλεπόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις περί καταργήσεως (ή συστάσεως, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων. Κατά συνέπεια, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση η από 20.9.2013 «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), ενώ με έννομο συμφέρον και παραδεκτώς κατ’ αρχήν, κατά τα λοιπά, ζητείται η ακύρωση της άλλης προσβαλλομένης, 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως, περί της καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Κατά την ρητή διατύπωση και την σαφή έννοια του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, για την κατάργηση (και σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων απαιτείται σχετική «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης (ΚΥ.ΣΥ.Μ.), «σε εκτέλεση» της οποίας εκδίδεται εν συνεχεία κοινή υπουργική απόφαση. Η προσβαλλομένη από 20.9.2013 απόφαση του ΚΥ.ΣΥ.Μ. έχει εκτελεστό χαρακτήρα, και εφ’ όσον έχει ως περιεχόμενο την κατάργηση θέσεων, είναι κανονιστική πράξη που χρήζει δημοσίευσης, η οποία εν προκειμένω παραλείφθηκε, με αποτέλεσμα το ανυπόστατο της εν λόγω αποφάσεως και την παρανομία των επομένων προσβαλλομένων πράξεων. Η δε νεότερη τροποποιητική διάταξη του άρθρου 29 του ν. 4210/2013, την οποία επικαλέσθηκε το Δημόσιο (κατωτέρω σκέψη 7), ως μη πράγματι ερμηνευτική, δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση.
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. …» και στο άρθρο 103 ότι «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. … 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή … και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ., 2934/1993), δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συμπτύσσει την βαθμολογική κλίμακα, εφ’ όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 466/1984, Ολομ. 1003/1977). Επί απολύσεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξ άλλου ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013, 3226, 2587/2011, 2747/2010, 4237/2005). Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του, πρέπει, όμως, οι σχετικές ρυθμίσεις αφ’ ενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφ’ ετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (ΣτΕ Ολομ. 3354/2013).
7. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψεις 3 και 4), η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, κατ' επίκληση της οποίας εξεδόθη η παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, προβλέπει την κατάργηση (και την σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων με κοινές υπουργικές αποφάσεις, σε εκτέλεση (και, εν συνεχεία, όπως αντικαταστάθηκε η ανωτέρω διάταξη με το άρθρο 29 ν. 4210/2013 [Α΄ 254/21.11.2013], «σε υλοποίηση») σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, «μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, «η [κοινή υπουργική] απόφαση [περί καταργήσεως θέσεων] περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις ορθολογικότητας και αξιοκρατίας, καθώς εκδίδεται με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων αξιολόγησης των οργανικών μονάδων των φορέων και τα σχέδια στελέχωσής τους. Και εκτός αυτής της άρτιας τεχνικής της τεκμηρίωσης, η οποία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των υπαλλήλων από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και κακόβουλες σκοπιμότητες, η απόφαση νομιμοποιείται και ως πράξη εφαρμογής των πολιτικών που διαμορφώνονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί στην ουσία μια πράξη συλλογικής επιλογής και ευθύνης της Κυβέρνησης, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ορθολογικά καταστρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση». Εξ άλλου, το μόνιμο αλλά και το απασχολούμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των δημοσίων φορέων, του οποίου οι θέσεις καταργούνται, τίθεται σε διαθεσιμότητα (άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ, υποπαράγραφος Ζ.2 του ν. 4093/2012, Α΄ 222, βλ. και τις γενικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007, Α΄ 26, άρθρο 101 παρ. 1, καθώς και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ν. 3584/2007, Α΄ 143, άρθρο 105 παρ. 1), στην περίπτωση δε της καταργήσεως ορισμένων μόνο θέσεων του ίδιου κλάδου ή ειδικότητας, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, προβλέπεται, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα, με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου και την ειδικότητας, στην οποία ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα. Με την ίδια διάταξη (άρθρο 90 παρ. 2 ν. 4172/2013) προσδιορίζονται επίσης τα κριτήρια, βάσει των οποίων διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων (βασική και επαγγελματική εκπαίδευση, εργασιακή και διοικητική εμπειρία, «ειδικά καθήκοντα», τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο φορέα), προβλέπεται δε περαιτέρω ότι η αποτίμηση των προσόντων «γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης» και ότι «η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα», η κατάρτιση του οποίου καθώς και η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ανατίθεται από τον νόμο σε ειδικώς συνιστώμενο όργανο («τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο», αποτελούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του οικείου φορέα). Την ρύθμιση του νόμου συμπληρώνει η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότησή του, απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/33/οικ. 27653/11.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2560/11.10.2013), φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» και έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, την «ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία αποτίμησης των προσόντων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης, δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και ε) τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων».
8. Επειδή, κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του νόμου στην προηγούμενη σκέψη), είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ' όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την ανωτέρω ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών, παραλλήλως δε και η θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Την κατάργηση θέσεων που κατέχονται από δημοσίους υπαλλήλους δεν απαγορεύει, άλλωστε, ο συνταγματικός θεσμός της μονιμότητας (άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος), η οποία, όπως παγίως γίνεται δεκτό, αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως και η εμβέλεια της προστασίας, που παρέχει, δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε κωλύεται, εξ άλλου, κατ' αρχήν ο κοινός νομοθέτης από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί – προϋπόθεση την οποία πληροί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 – κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.).
9. Επειδή, με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφ’ όσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικοτέρων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να περιλαμβάνονται τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (βλ. ΣτΕ 1210/2010 Ολομ.).
10. Επειδή, η μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 είναι σύμφωνη και με το ανωτέρω άρθρο 43 παρ. 2 εδάφια α΄ και β΄ του Συντάγματος, κατά το μέρος που παρέχει εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων (ήτοι για την θέσπιση κανονιστικού χαρακτήρος ρυθμίσεων) με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Και τούτο, το μεν διότι πρόκειται για ειδική και ορισμένη νομοθετική εξουσιοδότηση καθ' όσον περιέχει συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ήτοι την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών. Το δε, διότι με την διάταξη αυτή εξουσιοδοτούνται οι εκάστοτε συναρμόδιοι υπουργοί για τον καθορισμό των θέσεων προσωπικού που κάθε φορά καταργούνται, δηλαδή για την ρύθμιση «ειδικοτέρου», κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, θέματος σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στον νόμο, ήτοι την θεσπιζομένη με το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 δυνατότητα καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, στην συνέχεια σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011 («Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία κ.λπ.» Α΄ 226), κατά την οποία «[Η] διαδικασία αξιολόγησης [των οργανικών μονάδων και του προσωπικού των φορέων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα] διενεργείται με αξιοκρατικά – επιστημονικά κριτήρια με τη συνδρομή και εξωτερικών συμβούλων …» (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1817/1983).
11. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 5 εδαφ. α΄ και β΄ του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους». Με τις ως άνω διατάξεις παρεσχέθη στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) «πλήρης αυτοδιοίκηση», η οποία συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους, με δικά τους όργανα, της κρατικής εποπτείας περιοριζομένης μόνο στην άσκηση ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των οργάνων των Α.Ε.Ι. Στην κατά τα ανωτέρω «πλήρη αυτοδιοίκηση» περιλαμβάνεται και η εξουσία επιλογής – και απολύσεως – του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. με πράξεις των οργάνων τους, εντός όμως των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία των ιδρυμάτων αυτών. Η θέσπιση, εξ άλλου, των εν λόγω γενικών κανόνων ανήκει στην περιοχή του νόμου ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, στην οποία ανήκει άλλωστε και η οργάνωση όλων των δημοσίων υπηρεσιών, είτε κρατικών είτε αυτοδιοικουμένων, εφ’ όσον με τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις δεν καθιερώνεται δικαίωμα των Α.Ε.Ι. προς αποκλειστική ρύθμιση των κατά τα ανωτέρω νομοθετικού περιεχομένου θεμάτων (οργάνωσης και λειτουργίας αυτών). Και τούτο, διότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος προϋποθέτει όχι αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία, ήτοι ικανότητα θεσπίσεως κανόνων χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, την οποία δεν παρέχει το Σύνταγμα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Είναι δε πρόδηλο ότι στην θέσπιση γενικών κανόνων αφορώντων την οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ανάγεται και ο καθορισμός των κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων, καθώς και του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των εν λόγω ιδρυμάτων, το υπηρεσιακό καθεστώς του οποίου ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και του λοιπού διοικητικού προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο καθορισμός του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου και εντός των ορίων αυτής, κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 96/2013, Ολομ. 1812, 1813, 1817/1983). Όριο, πάντως, της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη αποτελεί η υποχρέωση του Κράτους όπως, εντός των πλαισίων των δημοσιονομικών του δυνατοτήτων, εξασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και διασφαλίζει τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση από τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. της διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητάς τους (ΣτΕ 4113/2000).
12. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, αντίκειται αφ’ ενός στις συνταγματικές διατάξεις και αρχές που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία της δημοσίας διοικήσεως και αφ’ ετέρου στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος λόγος ακυρώσεως ότι κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών παρέχεται με την ανωτέρω νομοθετική διάταξη εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων – ήτοι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, για τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών – με κοινές υπουργικές αποφάσεις και όχι με προεδρικά διατάγματα, διότι εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 2 εδαφ. β΄ άρθρου 43 του Συντάγματος, πρόκειται δηλαδή για την μερικότερη περίπτωση θέματος που ρυθμίζεται ήδη σε ορισμένο πλαίσιο, έστω και γενικό, από τον τυπικό νόμο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1210/2010, 2815/2004). Εξ άλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, είναι απορριπτέα και τα προβαλλόμενα ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, καταργούνται θέσεις και τίθεται σε διαθεσιμότητα διοικητικό προσωπικό του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου με διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 90 παρ. 1 ν. 4172/2013) και την εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής και ήδη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και όχι με πράξεις των οργάνων του αιτούντος Α.Ε.Ι. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Με το άρθρο 103 του Συντάγματος τίθενται συνταγματικοί περιορισμοί, οι οποίοι δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη αφ' ενός μεν ως προς την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, αφ' ετέρου δε ως προς την νομική θέση των υπαλλήλων αυτής. Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται κατ' αρχήν επί της οργανικής θέσεως ως ελαχίστου μορίου αυτής, η έννοια δε της οργανικής θέσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αντίστοιχη διοικητική αρμοδιότητα πληρούσα διαρκή ανάγκη του Κράτους. Εν προκειμένω, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4046/2012) από την Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της χώρας για την μείωση της μισθολογικής δαπάνης του δημοσίου, δηλαδή σκοπός των επιδίκων ρυθμίσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε εκ των προτέρων και χωρίς προηγουμένως να γίνει ανακαθορισμός των λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης και διοικητική αναδιοργάνωση του Κράτους κατ' εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, την αθρόα κατάργηση μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων (μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 150.000 θέσεις την περίοδο 2011-15 και κατά 15.000 θέσεις κατά το τέλος του 2012, σύμφωνα με το ανωτέρω Μνημόνιο). Επομένως, οι επίδικες ρυθμίσεις δεν συνδέονται με τις πραγματικές οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης αλλά υπαγορεύονται από δημοσιονομικούς σκοπούς και δεν είναι οργανωτικές αλλά ψευδοοργανωτικές (πρβλ. ΣτΕ 2152/1993 Ολομ.) και με αυτές δεν διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους δικαίου (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.). Περαιτέρω και οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο τομέα και η κατάρτιση πίνακα υπαλλήλων κατά φθίνουσα σειρά μορίων από ειδικώς συνιστώμενο όργανο (τριμελές ειδικό συμβούλιο), αντίκειται στον θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και στο κράτος δικαίου. Τούτο δε διότι με τις επίδικες ρυθμίσεις εισάγεται αυθαίρετη, συμπτωματική και αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των υπαλλήλων που δεν διορίστηκαν με παρέμβαση του ΑΣΕΠ. Η δυσμενής, όμως, αξιολόγηση της κατηγορίας εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν με νόμιμες διαδικασίες σε χρόνο ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και όλες οι επίδικες διαδικασίες υπέκειντο σε κανονική κρίση από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα όργανα και υπό τον έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων και του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 1889, 4572/1986 κ.ά.). αντίκεινται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Εξ άλλου, και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε τριμελές ειδικό συμβούλιο ευκαιριακά συγκροτημένο για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και όχι στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με πάγια συγκρότηση και ορισμένη θητεία, αντίκειται στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Αντίκειται, περαιτέρω, το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 και στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά το μέρος που δεν προβλέπει την ανάθεση της εκτίμησης των οργανωτικών αναγκών των Α.Ε.Ι. σε όργανα των εν λόγω ιδρυμάτων. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
13. Επειδή, οι εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 αποφάσεις περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, ως κανονιστικές πράξεις, δεν ελέγχονται από απόψεως αιτιολογίας αλλά μόνον από της απόψεως της συνδρομής των όρων της εξουσιοδοτήσεως, με βάση την οποία εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπερβάσεως των ορίων της. Εξ άλλου, η αξιολόγηση από την Διοίκηση των κριτηρίων ασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητος που θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη (ή που συνάγονται από αυτήν, βλ. ΣτΕ 4170/2011), η οποία δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στην ίδια την κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές πράξεις ή από άλλα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., 1437/2013), ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως, η οποία εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου (βλ. ΣτΕ 456/2010, 3188/2004) και ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπίσθηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως (ΣτΕ 1437/2013).
14. Επειδή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων προέβλεψε, μεταξύ άλλων (Κεφάλαιο Β΄), την κατάργηση τριακοσίων ενενήντα εννέα (399) θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος. Περιλαμβάνει η ένδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το αιτούν, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Ειδικότερα, αρχικώς (ΚΥΑ 135211/Β2/23.9.2013, ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013) αποφασίσθηκε η «κατάργηση [του] συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» για «1. Είκοσι έξι (26) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Προσωπικού Η/Υ. 2. Ενενήντα εννέα (99) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΔΕ κλάδου Υπαλλήλων Γραφείου [και] 3. Τριάντα έξι (36) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Φυλάκων - Νυχτοφυλάκων». Αποφασίσθηκε, περαιτέρω, και η κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» για «1.Οκτώ (8) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου Βιβλιοθηκονόμων. 2. Τέσσερις (4) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Δακτυλογράφων - Στενογράφων. 3. Πενήντα εννέα (59) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου Διοικητικού Οικονομικού. 4. Δεκατέσσερις (14) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΤΕ κλάδου Διοικητικού Λογιστικού. 5. Εκατόν δέκα τέσσερις (114) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Διοικητικού Λογιστικού. 6. Επτά (7) θέσεις μόνιμου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Επιμελητών. 7. Δώδεκα (12) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΥΕ κλάδου κλητήρων. 8. Πέντε (5) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΠΕ κλάδου Μεταφραστών - Διερμηνέων. 9. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Τεχνικού». Ακολούθως, με την τροποποιητική απόφαση (ΚΥΑ 150539/Β2/15.10.2013, ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός τους (399, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα) ορίσθηκαν οι καταργούμενες θέσεις διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου ως εξής: «α. Κατάργηση συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο: 1. Είκοσι πέντε (25) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Προσωπικού Η/Υ. 2. Ενενήντα έξι (96) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Υπαλλήλων Γραφείου και Υπάλληλος Γραφείου. 3. Τριάντα πέντε (35) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Φυλάκων − Νυχτοφυλάκων, Νυχτοφυλάκων, Φυλάκων και Φυλάκων Νυχτοφυλάκων. 4. Δώδεκα (12) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Κλητήρων και Κλητήρων − Επιμελητών. β. Κατάργηση θέσεων με αποτίμηση προσόντων: 1. Οκτώ (8) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Βιβλιοθηκονόμων και Βιβλιοθηκονομίας. 2. Τέσσερις (4) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Δακτυλογράφων − Στενογράφων και Δακτυλογράφων. 3. Πενήντα εννέα (59) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού Οικονομικού, Διοικητικού − Οικονομικού και Διοικητικών − Οικονομικών. 4. Δεκατέσσερις (14) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού − Λογιστικού και Διοικητικού Λογιστικού. 5. Εκατόν δεκαεννέα (119) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού Λογιστικού και Διοικητικού − Λογιστικού. 6. Επτά (7) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Επιμελητών. 7. Πέντε (5) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Μεταφραστών − Διερμηνέων, Διερμηνέων − Μεταφραστών και Μεταφραστών. 8. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Τεχνικών και Τεχνικού».
15. Επειδή, εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το έγγραφο 113287/ΙΒ/14.8.2013 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων («Μεταρρυθμιστικές Δράσεις ΥΠΑΙΘ – ΑΕΙ») εκλήθησαν, μεταξύ άλλων, τα ανώτατα και τα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα να προβούν από τις 19 Αυγούστου έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, α) στην «αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών τους, με προτεραιότητα τις διοικητικές και οικονομικές οργανικές μονάδες τους», β) στη σύνταξη νέων οργανογραμμάτων ανά υπηρεσιακή μονάδα με κατάργηση ή συγχώνευση υπηρεσιακών μονάδων με περιορισμένο αντικείμενο ή λειτουργικότητα, και γ) στην κατάργηση των οργανικών θέσεων που πλεονάζουν και τη θέση του πλεονάζοντος προσωπικού σε διαθεσιμότητα για χρονικό διάστημα έως και οκτώ μηνών με αντίστοιχη μείωση απολαβών κατά 25%, καθώς επίσης και στη μετάταξη – μεταφορά του προσωπικού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Υπουργείου ή σε άλλους φορείς του Δημοσίου. Στο ανωτέρω έγγραφο επισημαίνονται επίσης στους αποδέκτες του τα ακόλουθα: «Με στόχο την επίσπευση των διαδικασιών σας, από τον έλεγχο των στοιχείων που διαθέτουμε στις οικείες υπηρεσίες μας, καθώς και τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την αξιολόγηση των δομών των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ προκύπτουν τυχόν πλεονάζουσες θέσεις στο διοικητικό προσωπικό με σχέση ΙΔΑΧ [ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου], μόνιμο προσωπικό κατηγορίας ΔΕ [Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης] όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, περισσότερες των 1700, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση τυχόν εξαιρέσεων όπως πολύτεκνοι κ.λπ.». Το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο επεσήμανε στο Υπουργείο ότι είχε ήδη από το έτος 2011 προτείνει την τροποποίηση του Οργανισμού του και την αύξηση των θέσεων του διοικητικού προσωπικού του (Απόφαση 4ης/23.8.2013 Συνεδρίασης της Συγκλήτου, θέμα 33.3 «Σχετικά με το θέμα της Διαθεσιμότητας των Διοικητικών Υπαλλήλων», που διαβιβάσθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με το υπ’ αριθμ. 21771/27.8.2013 έγγραφο του Πρυτάνεως του Ιδρύματος). Ακολούθως, με το έγγραφο 120526/Η/2.9.2013 (και από 10.9.2013 ορθή επανάληψη) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων «προτάθηκε» στα ανωτέρω εκπαιδευτικά ιδρύματα η διαδικασία και «οι δείκτες με επιλογή των ποσοτικών παραμέτρων» κάθε ιδρύματος (απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών, ανά μέλη ΔΕΠ), για τον υπολογισμό των κενών και των πλεονασμάτων ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα διοικητικού προσωπικού που θα προκύψουν μετά την αξιολόγηση των δομών. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ενέμεινε, όμως, στις ήδη διατυπωθείσες αντιρρήσεις του ως προς την μείωση του αριθμού του διοικητικού προσωπικού του (υπ’ αριθμ. 22394/10.9.2013 και 22422/19.9.2013 έγγραφα του Πρυτάνεως). Εν συνεχεία, η συσταθείσα με την απόφαση 131095/17.9.2013/Η του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Ομάδα Διοίκησης Έργου, η οποία αποτελείται από τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ελλιπή τα υποβληθέντα από το αιτούν στοιχεία και προέβη στον υπολογισμό του διοικητικού προσωπικού των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., το οποίο δύναται κατ’ αρχήν να τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων («παραμέτρων») με διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας (35%, 40% και 20% αντιστοίχως), όπως οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των τμημάτων (30 διοικητικοί υπάλληλοι ανά τμήμα προκειμένου για τα πολυτεχνεία), οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους του εξυπηρετουμένου φοιτητικού πληθυσμού (4,5 διοικητικοί υπάλληλοι ανά 100 φοιτητές προκειμένου για τα πολυτεχνεία) και οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των μελών ΔΕΠ κάθε ιδρύματος (1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ). Ελήφθη επίσης υπ’ όψιν, με τον καθορισμό ειδικού συντελεστού, και η γεωγραφική διασπορά των ιδρυμάτων, προέκυψε δε από την εφαρμογή του εν λόγω «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών» ο συνολικός αριθμός πλεοναζουσών (χίλιες εξακόσιες πενήντα έξι, 1656) και κενών (χίλιες εκατόν ενενήντα μία, 1191) θέσεων διοικητικού προσωπικού στα Α.Ε.Ι. και τα Τ.Ε.Ι. (και ειδικώς όσον αφορά το αιτούν, προέκυψε αριθμός πεντακοσίων δέκα - 510 - πλεοναζουσών θέσεων), ο οποίος ακολούθως αναπροσαρμόσθηκε με την εφαρμογή ενός ενιαίου «βασικού σεναρίου αναδιοργάνωσης», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην από 19.9.2013 «Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης – Εισήγηση … για την αναδιοργάνωση των δομών των ΑΕΙ» της ανωτέρω Ομάδας Διοίκησης Έργου, την κατάργηση οργανικών θέσεων (από την ανάθεση δραστηριοτήτων όπως η καθαριότητα και η φύλαξη στον ιδιωτικό τομέα ή από τη συγχώνευση οργανικών μονάδων κ.λπ.), την μείωση του μεγέθους ή και την κατάργηση οργανικών μονάδων, την σύσταση οργανικών θέσεων και την «εκπαίδευση και ανάπτυξη προσωπικού ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες». Τελικώς προτάθηκε η κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) και η «σύσταση διά μετατάξεως από σε διαθεσιμότητα υπαλλήλους ιδρυμάτων» εξακοσίων σαράντα έξι (646) θέσεων διοικητικών υπαλλήλων και, όσον αφορά ειδικώς το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, προτάθηκε η κατάργηση τριακοσίων ενενήντα εννέα (399) θέσεων σε σύνολο οκτακοσίων ογδόντα τριών (883) υπαλλήλων. Η σχετική εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και τα «σχέδια στελέχωσης» των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εγκρίθηκαν με την από 20.9.2013, απαραδέκτως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προσβαλλόμενη αυτοτελώς «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, εξεδόθη δε ακολούθως η επίμαχη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, η οποία εν συνεχεία τροποποιήθηκε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα συναφώς στην προηγούμενη σκέψη, με την νεώτερη 150539/Β2/15.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός των καταργουμένων θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.
16. Επειδή, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την εκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, οι λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, τεκμηριώνονται επί τη βάσει ενός «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, μεταξύ άλλων, τους υπολογισμούς της Αρχής ως προς τις απαιτήσεις των ΑΕΙ σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών και ανά μέλη ΔΕΠ. Τεκμηριώνονται δηλαδή οι κατά τα ανωτέρω λόγοι κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων που δεν παρίστανται ως προδήλως απρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών του νόμου, ήτοι την ορθολογική οργάνωση της Δημοσίας Διοικήσεως και τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, ενώ, κατά τα λοιπά, απαραδέκτως πλήττεται, ως ουσιαστική κρίση, η επιλογή των επί μέρους αριθμητικών δεικτών και των συντελεστών βαρύτητος εκάστου κριτηρίου από τον κανονιστικό νομοθέτη. Ούτε είχε, εξ άλλου, κατά την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόκλισή της από τις προτάσεις του αιτούντος Ιδρύματος ως προς τον αριθμό των διοικητικών του υπαλλήλων, όπως αβασίμως προβάλλεται, ενώ, τέλος, απορριπτέος, ως αναπόδεικτος, είναι και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, με την επερχομένη, με την προσβαλλόμενη πράξη, μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος, καθίσταται αδύνατη η λειτουργία του και η άσκηση του έργου του. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση δεν στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013. Εν πρώτοις, δεν προκύπτει ότι οι επιλεγέντες από τη Διοίκηση δείκτες (15 διοικητικοί υπάλληλοι ανά Τμήμα, 1,5 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 φοιτητές και 1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ) αποτελούν προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης στηριζόμενης στις αρχές της διοικητικής επιστήμης (βλ. ΠΕ 44/2000, 528/1999, ΣτΕ 1016/2000 επτ.). Περαιτέρω, τα «σχέδια στελέχωσης» δεν εκπονήθηκαν κατόπιν εξειδικευμένης μελέτης των οργανικών μονάδων του εκάστοτε αξιολογούμενου ιδρύματος, αλλά αποτελούν εφαρμογή γενικών και αφηρημένων κριτηρίων μη συνδεομένων με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες κάθε πανεπιστημίου. Η Ομάδα Διοίκησης Έργου (ΟΔΕ) συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Παιδείας από τους τέσσερις γενικούς γραμματείς του Υπουργείου, κανένα όμως από τα μέλη της ΟΔΕ δεν ήταν ειδικός σε θέματα οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης αλλά συμμετείχαν στο όργανο αυτό ex officio και επομένως η ΟΔΕ δεν ήταν όργανο πρόσφορο (πρβλ. ΣτΕ 1011/2013 Ολομ.) για την επεξεργασία και αξιολόγηση των εκθέσεων αξιολόγησης δομών και των σχεδίων στελέχωσης των ΑΕΙ που τα ίδια υπέβαλαν, με σκοπό τη σύνταξη Ειδικής Έκθεσης Τεκμηρίωσης – Εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας για την αναδιοργάνωση των δομών αυτών. Τέλος, η ΟΔΕ φέρεται να ολοκλήρωσε τις εργασίες της και να υπέβαλε στον Υπουργό Παιδείας την πρότασή της εντός τριών ημερών (συγκρότηση της ΟΔΕ με την υπ’ αριθμ. 131095/17.9.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, υποβολή από τον Υπουργό Παιδείας της εκθέσεως – εισηγήσεώς του στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης στις 20.9.2013), δηλαδή σε χρόνο που δεν επαρκεί, κατά κοινή πείρα, για τεκμηριωμένη αξιολόγηση των δομών και της στελέχωσης των ΑΕΙ.
17. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 14), η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει, κατά το μέρος που αφορά το αιτούν, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Εν σχέσει δε με την κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» προέβλεψε η ένδικη απόφαση, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, τα εξής: «Η φύση (οργανική ή προσωποπαγής) καθώς και η σχέση εργασίας (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των καταργούμενων ως άνω θέσεων θα προκύψει ύστερα από την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) που υπηρετούν στους ανωτέρω κλάδους/ειδικότητες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 90 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ 1914 Β΄) υπουργική απόφαση, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει». Με την διάταξη αυτή της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως δεν ανατίθεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013 τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 7) κανονιστική αρμοδιότητα καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, όπως αβασίμως προβάλλεται. Έχει η ως άνω διάταξη την έννοια ότι στις περιπτώσεις που με την προσβαλλόμενη πράξη καταργούνται ορισμένες (και όχι όλες οι) θέσεις κλάδου ή και ειδικότητας χωρίς να προσδιορίζεται αν πρόκειται για οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις καθώς και αν καταλαμβάνονται από υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου ή από εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ακολουθεί η αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) του κλάδου και ειδικότητας, κατά τα προβλεπόμενα στον νόμο και την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του, προμνησθείσα υπουργική απόφαση (ανωτέρω σκέψη 7), εν τέλει δε η κατάργηση της θέσεως (οργανικής ή προσωποπαγούς, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά περίπτωση) επέρχεται στην περίπτωση αυτή αυτοδικαίως με την επιλογή του εργαζομένου, ο οποίος θα τεθεί σε διαθεσιμότητα, από το ανωτέρω τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, κατ’ ενάσκηση της, ατομικής και όχι κανονιστικής φύσεως, αρμοδιότητάς του περί αποτιμήσεως των προσόντων του προσωπικού. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας και Παν. Καρλή, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως χορηγείται στο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, αρμοδιότητα κανονιστικής και όχι ατομικής φύσεως, αφού, με την επιλογή από το συμβούλιο αυτό του υπαλλήλου που τίθεται σε διαθεσιμότητα βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στη εν λόγω διάταξη (υπό στοιχ. Α - ΣΤ), καθορίζεται η φύση της καταργούμενης θέσεως, αν δηλαδή αυτή θα είναι νομοθετημένη οργανική ή προσωποπαγής θέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Κατά τη γνώμη, άλλωστε, των ίδιων Συμβούλων, η επίμαχη διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως, όπως και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 στην οποία αυτή στηρίζεται, κινούνται εκτός του συνταγματικού πλαισίου του άρθρου 103 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή. Και τούτο διότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός πράγματι σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης, προβλέπουν την κατάργηση νομοθετημένων οργανικών θέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με βάση όχι τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της Διοικήσεως, όπως επιβάλλει η προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη, αλλά ως συνέπεια, και μάλιστα αυτοδίκαιη, της κρίσεως του ανωτέρω συμβουλίου περί των προσόντων, των ικανοτήτων και της εν γένει υπηρεσιακής αποδόσεως των διοικητικών υπαλλήλων οι οποίοι κατέχουν τις θέσεις αυτές και οι οποίοι, κατόπιν της ανωτέρω κρίσεως, τίθενται σε διαθεσιμότητα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013 και Ολομ. 3170/2014).
18. Επειδή, άνευ εννόμου συμφέροντος προβάλλονται από το αιτούν Ίδρυμα, και είναι, συνεπώς απορριπτέες, προεχόντως για τον λόγο αυτό, οι αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και την, συνεπεία αυτής, θέση σε διαθεσιμότητα υπαλλήλων του, θίγονται περιουσιακής φύσεως δικαιώματα των εν λόγω εργαζομένων κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.). Απορριπτέα είναι και τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της «συμβατικής ελευθερίας» του αιτούντος, εφ’ όσον ο κοινός νομοθέτης και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού και εντός των ορίων της, κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δεν κωλύονται να προβούν για οργανωτικούς λόγους στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που καταλαμβάνονται από εργαζομένους δυνάμει συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου.
19. Επειδή, απαραδέκτως προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως κατά της συμπροσβαλλόμενης από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, η οποία δεν έχει, κατά τα προεκτεθέντα, εκτελεστό χαρακτήρα (σκέψη 4). Κατά την γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο οποίος μειοψήφησε, η εν λόγω πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτώς προσβάλλεται με αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως. Ειδικότερα, είναι βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η πράξη αυτή (και, συνεπώς, και η εκδοθείσα σε εκτέλεσή της προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση) είναι ακυρωτέα για λόγους ασφαλείας δικαίου διότι, αν και κανονιστική, δεν δημοσιεύθηκε.
20. Επειδή, το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπέβαλε την από 31.10.2013 «αίτηση συνέχισης δίκης» κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση καταργήσεως της δίκης λόγω αντικαταστάσεως της ρητώς προσβαλλομένης 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως από την εκδοθείσα μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως τροποποιητική 150539/Β2/15.10.2013 ομοία. Προέβαλε δε συναφώς και την αιτίαση ότι η τελευταία αυτή πράξη είναι ακυρωτέα διότι εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 διαδικασία (απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης και Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης) αλλά και για τον λόγο ότι δεν τεκμηριώνονται προσηκόντως οι επελθούσες με την νεότερη αυτή πράξη τροποποιήσεις της αρχικής ρυθμίσεως. Και οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέοι διότι ήδη με την «απόφαση» της 20.9.2013 του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, στην συνέχεια της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση 135211/Β2/23.9.2013 κοινή υπουργική απόφαση, είχε γίνει δεκτό ότι «είναι πιθανό να προκύψει ανάγκη μερικής τροποποίησης των σχεδίων στελέχωσης και των σχετικών [κοινών υπουργικών αποφάσεων] κατάργησης θέσεων [και ότι, συνεπώς, δεν απαιτείται η τήρηση εκ νέου της προβλεπομένης διαδικασίας ή η ειδική τεκμηρίωση των επερχομένων τροποποιήσεων] … βάσει των επικαιροποιημένων στοιχείων που αποστέλλονται ανά διαστήματα στα Υπουργεία από το Μητρώο Μισθοδοτούμενων Ελληνικού Δημοσίου» εφ’ όσον «οι όποιες τροποποιήσεις – προσαρμογές τυχόν απαιτηθούν στην ακριβή περιγραφή των καταργούμενων θέσεων εργασίας αποτελούν απλά απαραίτητες προσαρμογές – ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της αρτιότητας και της ορθότητας της τεχνικής διαδικασίας αποτίμησης των προσόντων των υπαλλήλων, ώστε να ταυτοποιηθούν αυτοί που θα ενταχθούν στο σχήμα της διαθεσιμότητας – κινητικότητας».
21. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

ΣτΕ 656/2016 (Ολομ.): Συνταγματική η κατάργηση οργανικών θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων



Φύση Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης. Νομοθετική εξουσιοδότηση. Υπεξουσιοδότηση. Κατάργηση οργανικών θέσεων. Διαθεσιμότητα υπαλλήλων. Πλήρης αυτοδιοίκηση Πανεπιστημίων. Έλεγχος κανονιστικών πράξεων της Διοικησης.
 
Σκέψεις 1 - 21 της υπ' αριθμ. 656/2016 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας:

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31), ζητείται, καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου, η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 135211/Β2/23.9.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών (α) Παιδείας και Θρησκευμάτων, και (β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) οργανικών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167)» (ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013), κατά το μέρος που με την πράξη αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 150539/Β2/15.10.2013 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013), καταργούνται τριακόσιες ενενήντα εννέα (399) θέσεις, μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Ζητείται, επίσης, η ακύρωση της από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), της οποίας γίνεται μνεία στο προοίμιο της ανωτέρω προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως.
2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 17.10.2013 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
3. Επειδή, η ως άνω προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση εξεδόθη κατ’ επίκληση του άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 («Φορολογία Εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις», Α΄ 167/23.7.2013). Το εν λόγω άρθρο 90, με τίτλο «Διαθεσιμότητα», το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Δ΄ του ανωτέρω νόμου («Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης»), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως 135211/Β2/23.9.2013 και της τροποποιητικής αυτής ως άνω 150539/Β2/15.10.2013 ομοίας (24.9.2013 και 15.10.2013, αντιστοίχως), όριζε στην παράγραφο 1 εδαφ. α΄ τα εξής: «Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Προέβλεπε δε περαιτέρω η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 και τα ακόλουθα: «Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού».
4. Επειδή, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης αποτελεί συλλογικό κυβερνητικό όργανο, συγκροτούμενο από τον Πρωθυπουργό, ως Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και Επικρατείας, καθώς και τους εκάστοτε αρμοδίους υπουργούς, το οποίο έχει ως αποστολή τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών και την χάραξη της πολιτικής επί των θεμάτων που σχετίζονται με την βελτίωση της οργανώσεως, της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας της Δημοσίας Διοικήσεως, καθώς και με την αξιολόγηση των φορέων και των υπηρεσιών της. Ως εκ της φύσεως και της αποστολής του, αλλά και εν όψει του ότι με τις πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου περί της συγκροτήσεως και λειτουργίας του (Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 4/10.2.2012, ΦΕΚ τεύχος ΥΟΔΔ 64, εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ/τος 63/2005 για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, Α΄ 98, και εν συνεχεία τροποποιηθείσα με τις 27/10.8.2012, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 386, και 14/16.7.2013, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 347, όμοιες), δεν παρέχεται στο εν λόγω συλλογικό κυβερνητικό όργανο ειδική και συγκεκριμένη εξουσιοδότηση προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων ούτε χορηγείται αρμοδιότητα προς έκδοση ατομικών πράξεων, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης δεν ασκεί ενεργό Διοίκηση και, συνεπώς, δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα οι κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 «αποφάσεις» του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1015/1972). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξεις κανονιστικού χαρακτήρος συνιστούν μόνον οι προβλεπόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις περί καταργήσεως (ή συστάσεως, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων. Κατά συνέπεια, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση η από 20.9.2013 «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), ενώ με έννομο συμφέρον και παραδεκτώς κατ’ αρχήν, κατά τα λοιπά, ζητείται η ακύρωση της άλλης προσβαλλομένης, 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως, περί της καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Κατά την ρητή διατύπωση και την σαφή έννοια του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, για την κατάργηση (και σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων απαιτείται σχετική «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης (ΚΥ.ΣΥ.Μ.), «σε εκτέλεση» της οποίας εκδίδεται εν συνεχεία κοινή υπουργική απόφαση. Η προσβαλλομένη από 20.9.2013 απόφαση του ΚΥ.ΣΥ.Μ. έχει εκτελεστό χαρακτήρα, και εφ’ όσον έχει ως περιεχόμενο την κατάργηση θέσεων, είναι κανονιστική πράξη που χρήζει δημοσίευσης, η οποία εν προκειμένω παραλείφθηκε, με αποτέλεσμα το ανυπόστατο της εν λόγω αποφάσεως και την παρανομία των επομένων προσβαλλομένων πράξεων. Η δε νεότερη τροποποιητική διάταξη του άρθρου 29 του ν. 4210/2013, την οποία επικαλέσθηκε το Δημόσιο (κατωτέρω σκέψη 7), ως μη πράγματι ερμηνευτική, δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση.
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. …» και στο άρθρο 103 ότι «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. … 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή … και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ., 2934/1993), δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συμπτύσσει την βαθμολογική κλίμακα, εφ’ όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 466/1984, Ολομ. 1003/1977). Επί απολύσεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξ άλλου ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013, 3226, 2587/2011, 2747/2010, 4237/2005). Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του, πρέπει, όμως, οι σχετικές ρυθμίσεις αφ’ ενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφ’ ετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (ΣτΕ Ολομ. 3354/2013).
7. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψεις 3 και 4), η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, κατ' επίκληση της οποίας εξεδόθη η παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, προβλέπει την κατάργηση (και την σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων με κοινές υπουργικές αποφάσεις, σε εκτέλεση (και, εν συνεχεία, όπως αντικαταστάθηκε η ανωτέρω διάταξη με το άρθρο 29 ν. 4210/2013 [Α΄ 254/21.11.2013], «σε υλοποίηση») σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, «μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, «η [κοινή υπουργική] απόφαση [περί καταργήσεως θέσεων] περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις ορθολογικότητας και αξιοκρατίας, καθώς εκδίδεται με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων αξιολόγησης των οργανικών μονάδων των φορέων και τα σχέδια στελέχωσής τους. Και εκτός αυτής της άρτιας τεχνικής της τεκμηρίωσης, η οποία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των υπαλλήλων από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και κακόβουλες σκοπιμότητες, η απόφαση νομιμοποιείται και ως πράξη εφαρμογής των πολιτικών που διαμορφώνονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί στην ουσία μια πράξη συλλογικής επιλογής και ευθύνης της Κυβέρνησης, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ορθολογικά καταστρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση». Εξ άλλου, το μόνιμο αλλά και το απασχολούμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των δημοσίων φορέων, του οποίου οι θέσεις καταργούνται, τίθεται σε διαθεσιμότητα (άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ, υποπαράγραφος Ζ.2 του ν. 4093/2012, Α΄ 222, βλ. και τις γενικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007, Α΄ 26, άρθρο 101 παρ. 1, καθώς και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ν. 3584/2007, Α΄ 143, άρθρο 105 παρ. 1), στην περίπτωση δε της καταργήσεως ορισμένων μόνο θέσεων του ίδιου κλάδου ή ειδικότητας, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, προβλέπεται, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα, με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου και την ειδικότητας, στην οποία ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα. Με την ίδια διάταξη (άρθρο 90 παρ. 2 ν. 4172/2013) προσδιορίζονται επίσης τα κριτήρια, βάσει των οποίων διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων (βασική και επαγγελματική εκπαίδευση, εργασιακή και διοικητική εμπειρία, «ειδικά καθήκοντα», τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο φορέα), προβλέπεται δε περαιτέρω ότι η αποτίμηση των προσόντων «γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης» και ότι «η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα», η κατάρτιση του οποίου καθώς και η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ανατίθεται από τον νόμο σε ειδικώς συνιστώμενο όργανο («τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο», αποτελούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του οικείου φορέα). Την ρύθμιση του νόμου συμπληρώνει η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότησή του, απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/33/οικ. 27653/11.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2560/11.10.2013), φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» και έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, την «ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία αποτίμησης των προσόντων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης, δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και ε) τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων».
8. Επειδή, κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του νόμου στην προηγούμενη σκέψη), είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ' όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την ανωτέρω ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών, παραλλήλως δε και η θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Την κατάργηση θέσεων που κατέχονται από δημοσίους υπαλλήλους δεν απαγορεύει, άλλωστε, ο συνταγματικός θεσμός της μονιμότητας (άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος), η οποία, όπως παγίως γίνεται δεκτό, αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως και η εμβέλεια της προστασίας, που παρέχει, δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε κωλύεται, εξ άλλου, κατ' αρχήν ο κοινός νομοθέτης από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί – προϋπόθεση την οποία πληροί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 – κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.).
9. Επειδή, με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφ’ όσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικοτέρων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να περιλαμβάνονται τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (βλ. ΣτΕ 1210/2010 Ολομ.).
10. Επειδή, η μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 είναι σύμφωνη και με το ανωτέρω άρθρο 43 παρ. 2 εδάφια α΄ και β΄ του Συντάγματος, κατά το μέρος που παρέχει εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων (ήτοι για την θέσπιση κανονιστικού χαρακτήρος ρυθμίσεων) με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Και τούτο, το μεν διότι πρόκειται για ειδική και ορισμένη νομοθετική εξουσιοδότηση καθ' όσον περιέχει συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ήτοι την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών. Το δε, διότι με την διάταξη αυτή εξουσιοδοτούνται οι εκάστοτε συναρμόδιοι υπουργοί για τον καθορισμό των θέσεων προσωπικού που κάθε φορά καταργούνται, δηλαδή για την ρύθμιση «ειδικοτέρου», κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, θέματος σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στον νόμο, ήτοι την θεσπιζομένη με το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 δυνατότητα καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, στην συνέχεια σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011 («Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία κ.λπ.» Α΄ 226), κατά την οποία «[Η] διαδικασία αξιολόγησης [των οργανικών μονάδων και του προσωπικού των φορέων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα] διενεργείται με αξιοκρατικά – επιστημονικά κριτήρια με τη συνδρομή και εξωτερικών συμβούλων …» (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1817/1983).
11. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 5 εδαφ. α΄ και β΄ του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους». Με τις ως άνω διατάξεις παρεσχέθη στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) «πλήρης αυτοδιοίκηση», η οποία συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους, με δικά τους όργανα, της κρατικής εποπτείας περιοριζομένης μόνο στην άσκηση ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των οργάνων των Α.Ε.Ι. Στην κατά τα ανωτέρω «πλήρη αυτοδιοίκηση» περιλαμβάνεται και η εξουσία επιλογής – και απολύσεως – του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. με πράξεις των οργάνων τους, εντός όμως των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία των ιδρυμάτων αυτών. Η θέσπιση, εξ άλλου, των εν λόγω γενικών κανόνων ανήκει στην περιοχή του νόμου ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, στην οποία ανήκει άλλωστε και η οργάνωση όλων των δημοσίων υπηρεσιών, είτε κρατικών είτε αυτοδιοικουμένων, εφ’ όσον με τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις δεν καθιερώνεται δικαίωμα των Α.Ε.Ι. προς αποκλειστική ρύθμιση των κατά τα ανωτέρω νομοθετικού περιεχομένου θεμάτων (οργάνωσης και λειτουργίας αυτών). Και τούτο, διότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος προϋποθέτει όχι αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία, ήτοι ικανότητα θεσπίσεως κανόνων χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, την οποία δεν παρέχει το Σύνταγμα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Είναι δε πρόδηλο ότι στην θέσπιση γενικών κανόνων αφορώντων την οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ανάγεται και ο καθορισμός των κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων, καθώς και του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των εν λόγω ιδρυμάτων, το υπηρεσιακό καθεστώς του οποίου ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και του λοιπού διοικητικού προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο καθορισμός του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου και εντός των ορίων αυτής, κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 96/2013, Ολομ. 1812, 1813, 1817/1983). Όριο, πάντως, της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη αποτελεί η υποχρέωση του Κράτους όπως, εντός των πλαισίων των δημοσιονομικών του δυνατοτήτων, εξασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και διασφαλίζει τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση από τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. της διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητάς τους (ΣτΕ 4113/2000).
12. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, αντίκειται αφ’ ενός στις συνταγματικές διατάξεις και αρχές που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία της δημοσίας διοικήσεως και αφ’ ετέρου στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος λόγος ακυρώσεως ότι κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών παρέχεται με την ανωτέρω νομοθετική διάταξη εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων – ήτοι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, για τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών – με κοινές υπουργικές αποφάσεις και όχι με προεδρικά διατάγματα, διότι εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 2 εδαφ. β΄ άρθρου 43 του Συντάγματος, πρόκειται δηλαδή για την μερικότερη περίπτωση θέματος που ρυθμίζεται ήδη σε ορισμένο πλαίσιο, έστω και γενικό, από τον τυπικό νόμο (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1210/2010, 2815/2004). Εξ άλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, είναι απορριπτέα και τα προβαλλόμενα ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, καταργούνται θέσεις και τίθεται σε διαθεσιμότητα διοικητικό προσωπικό του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου με διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 90 παρ. 1 ν. 4172/2013) και την εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής και ήδη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και όχι με πράξεις των οργάνων του αιτούντος Α.Ε.Ι. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Με το άρθρο 103 του Συντάγματος τίθενται συνταγματικοί περιορισμοί, οι οποίοι δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη αφ' ενός μεν ως προς την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, αφ' ετέρου δε ως προς την νομική θέση των υπαλλήλων αυτής. Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται κατ' αρχήν επί της οργανικής θέσεως ως ελαχίστου μορίου αυτής, η έννοια δε της οργανικής θέσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αντίστοιχη διοικητική αρμοδιότητα πληρούσα διαρκή ανάγκη του Κράτους. Εν προκειμένω, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4046/2012) από την Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της χώρας για την μείωση της μισθολογικής δαπάνης του δημοσίου, δηλαδή σκοπός των επιδίκων ρυθμίσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε εκ των προτέρων και χωρίς προηγουμένως να γίνει ανακαθορισμός των λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης και διοικητική αναδιοργάνωση του Κράτους κατ' εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, την αθρόα κατάργηση μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων (μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 150.000 θέσεις την περίοδο 2011-15 και κατά 15.000 θέσεις κατά το τέλος του 2012, σύμφωνα με το ανωτέρω Μνημόνιο). Επομένως, οι επίδικες ρυθμίσεις δεν συνδέονται με τις πραγματικές οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης αλλά υπαγορεύονται από δημοσιονομικούς σκοπούς και δεν είναι οργανωτικές αλλά ψευδοοργανωτικές (πρβλ. ΣτΕ 2152/1993 Ολομ.) και με αυτές δεν διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους δικαίου (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.). Περαιτέρω και οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο τομέα και η κατάρτιση πίνακα υπαλλήλων κατά φθίνουσα σειρά μορίων από ειδικώς συνιστώμενο όργανο (τριμελές ειδικό συμβούλιο), αντίκειται στον θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και στο κράτος δικαίου. Τούτο δε διότι με τις επίδικες ρυθμίσεις εισάγεται αυθαίρετη, συμπτωματική και αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των υπαλλήλων που δεν διορίστηκαν με παρέμβαση του ΑΣΕΠ. Η δυσμενής, όμως, αξιολόγηση της κατηγορίας εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν με νόμιμες διαδικασίες σε χρόνο ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και όλες οι επίδικες διαδικασίες υπέκειντο σε κανονική κρίση από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα όργανα και υπό τον έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων και του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 1889, 4572/1986 κ.ά.). αντίκεινται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Εξ άλλου, και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε τριμελές ειδικό συμβούλιο ευκαιριακά συγκροτημένο για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και όχι στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με πάγια συγκρότηση και ορισμένη θητεία, αντίκειται στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Αντίκειται, περαιτέρω, το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 και στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά το μέρος που δεν προβλέπει την ανάθεση της εκτίμησης των οργανωτικών αναγκών των Α.Ε.Ι. σε όργανα των εν λόγω ιδρυμάτων. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
13. Επειδή, οι εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 αποφάσεις περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, ως κανονιστικές πράξεις, δεν ελέγχονται από απόψεως αιτιολογίας αλλά μόνον από της απόψεως της συνδρομής των όρων της εξουσιοδοτήσεως, με βάση την οποία εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπερβάσεως των ορίων της. Εξ άλλου, η αξιολόγηση από την Διοίκηση των κριτηρίων ασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητος που θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη (ή που συνάγονται από αυτήν, βλ. ΣτΕ 4170/2011), η οποία δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στην ίδια την κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές πράξεις ή από άλλα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., 1437/2013), ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως, η οποία εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου (βλ. ΣτΕ 456/2010, 3188/2004) και ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπίσθηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως (ΣτΕ 1437/2013).
14. Επειδή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων προέβλεψε, μεταξύ άλλων (Κεφάλαιο Β΄), την κατάργηση τριακοσίων ενενήντα εννέα (399) θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος. Περιλαμβάνει η ένδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το αιτούν, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Ειδικότερα, αρχικώς (ΚΥΑ 135211/Β2/23.9.2013, ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013) αποφασίσθηκε η «κατάργηση [του] συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» για «1. Είκοσι έξι (26) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Προσωπικού Η/Υ. 2. Ενενήντα εννέα (99) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΔΕ κλάδου Υπαλλήλων Γραφείου [και] 3. Τριάντα έξι (36) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Φυλάκων - Νυχτοφυλάκων». Αποφασίσθηκε, περαιτέρω, και η κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» για «1.Οκτώ (8) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου Βιβλιοθηκονόμων. 2. Τέσσερις (4) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Δακτυλογράφων - Στενογράφων. 3. Πενήντα εννέα (59) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου Διοικητικού Οικονομικού. 4. Δεκατέσσερις (14) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΤΕ κλάδου Διοικητικού Λογιστικού. 5. Εκατόν δέκα τέσσερις (114) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Διοικητικού Λογιστικού. 6. Επτά (7) θέσεις μόνιμου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Επιμελητών. 7. Δώδεκα (12) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΥΕ κλάδου κλητήρων. 8. Πέντε (5) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΠΕ κλάδου Μεταφραστών - Διερμηνέων. 9. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Τεχνικού». Ακολούθως, με την τροποποιητική απόφαση (ΚΥΑ 150539/Β2/15.10.2013, ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός τους (399, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα) ορίσθηκαν οι καταργούμενες θέσεις διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου ως εξής: «α. Κατάργηση συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο: 1. Είκοσι πέντε (25) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Προσωπικού Η/Υ. 2. Ενενήντα έξι (96) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Υπαλλήλων Γραφείου και Υπάλληλος Γραφείου. 3. Τριάντα πέντε (35) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Φυλάκων − Νυχτοφυλάκων, Νυχτοφυλάκων, Φυλάκων και Φυλάκων Νυχτοφυλάκων. 4. Δώδεκα (12) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Κλητήρων και Κλητήρων − Επιμελητών. β. Κατάργηση θέσεων με αποτίμηση προσόντων: 1. Οκτώ (8) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Βιβλιοθηκονόμων και Βιβλιοθηκονομίας. 2. Τέσσερις (4) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Δακτυλογράφων − Στενογράφων και Δακτυλογράφων. 3. Πενήντα εννέα (59) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού Οικονομικού, Διοικητικού − Οικονομικού και Διοικητικών − Οικονομικών. 4. Δεκατέσσερις (14) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού − Λογιστικού και Διοικητικού Λογιστικού. 5. Εκατόν δεκαεννέα (119) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού Λογιστικού και Διοικητικού − Λογιστικού. 6. Επτά (7) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Επιμελητών. 7. Πέντε (5) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Μεταφραστών − Διερμηνέων, Διερμηνέων − Μεταφραστών και Μεταφραστών. 8. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Τεχνικών και Τεχνικού».
15. Επειδή, εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το έγγραφο 113287/ΙΒ/14.8.2013 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων («Μεταρρυθμιστικές Δράσεις ΥΠΑΙΘ – ΑΕΙ») εκλήθησαν, μεταξύ άλλων, τα ανώτατα και τα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα να προβούν από τις 19 Αυγούστου έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, α) στην «αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών τους, με προτεραιότητα τις διοικητικές και οικονομικές οργανικές μονάδες τους», β) στη σύνταξη νέων οργανογραμμάτων ανά υπηρεσιακή μονάδα με κατάργηση ή συγχώνευση υπηρεσιακών μονάδων με περιορισμένο αντικείμενο ή λειτουργικότητα, και γ) στην κατάργηση των οργανικών θέσεων που πλεονάζουν και τη θέση του πλεονάζοντος προσωπικού σε διαθεσιμότητα για χρονικό διάστημα έως και οκτώ μηνών με αντίστοιχη μείωση απολαβών κατά 25%, καθώς επίσης και στη μετάταξη – μεταφορά του προσωπικού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Υπουργείου ή σε άλλους φορείς του Δημοσίου. Στο ανωτέρω έγγραφο επισημαίνονται επίσης στους αποδέκτες του τα ακόλουθα: «Με στόχο την επίσπευση των διαδικασιών σας, από τον έλεγχο των στοιχείων που διαθέτουμε στις οικείες υπηρεσίες μας, καθώς και τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την αξιολόγηση των δομών των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ προκύπτουν τυχόν πλεονάζουσες θέσεις στο διοικητικό προσωπικό με σχέση ΙΔΑΧ [ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου], μόνιμο προσωπικό κατηγορίας ΔΕ [Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης] όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, περισσότερες των 1700, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση τυχόν εξαιρέσεων όπως πολύτεκνοι κ.λπ.». Το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο επεσήμανε στο Υπουργείο ότι είχε ήδη από το έτος 2011 προτείνει την τροποποίηση του Οργανισμού του και την αύξηση των θέσεων του διοικητικού προσωπικού του (Απόφαση 4ης/23.8.2013 Συνεδρίασης της Συγκλήτου, θέμα 33.3 «Σχετικά με το θέμα της Διαθεσιμότητας των Διοικητικών Υπαλλήλων», που διαβιβάσθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με το υπ’ αριθμ. 21771/27.8.2013 έγγραφο του Πρυτάνεως του Ιδρύματος). Ακολούθως, με το έγγραφο 120526/Η/2.9.2013 (και από 10.9.2013 ορθή επανάληψη) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων «προτάθηκε» στα ανωτέρω εκπαιδευτικά ιδρύματα η διαδικασία και «οι δείκτες με επιλογή των ποσοτικών παραμέτρων» κάθε ιδρύματος (απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών, ανά μέλη ΔΕΠ), για τον υπολογισμό των κενών και των πλεονασμάτων ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα διοικητικού προσωπικού που θα προκύψουν μετά την αξιολόγηση των δομών. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ενέμεινε, όμως, στις ήδη διατυπωθείσες αντιρρήσεις του ως προς την μείωση του αριθμού του διοικητικού προσωπικού του (υπ’ αριθμ. 22394/10.9.2013 και 22422/19.9.2013 έγγραφα του Πρυτάνεως). Εν συνεχεία, η συσταθείσα με την απόφαση 131095/17.9.2013/Η του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Ομάδα Διοίκησης Έργου, η οποία αποτελείται από τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ελλιπή τα υποβληθέντα από το αιτούν στοιχεία και προέβη στον υπολογισμό του διοικητικού προσωπικού των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., το οποίο δύναται κατ’ αρχήν να τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων («παραμέτρων») με διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας (35%, 40% και 20% αντιστοίχως), όπως οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των τμημάτων (30 διοικητικοί υπάλληλοι ανά τμήμα προκειμένου για τα πολυτεχνεία), οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους του εξυπηρετουμένου φοιτητικού πληθυσμού (4,5 διοικητικοί υπάλληλοι ανά 100 φοιτητές προκειμένου για τα πολυτεχνεία) και οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των μελών ΔΕΠ κάθε ιδρύματος (1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ). Ελήφθη επίσης υπ’ όψιν, με τον καθορισμό ειδικού συντελεστού, και η γεωγραφική διασπορά των ιδρυμάτων, προέκυψε δε από την εφαρμογή του εν λόγω «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών» ο συνολικός αριθμός πλεοναζουσών (χίλιες εξακόσιες πενήντα έξι, 1656) και κενών (χίλιες εκατόν ενενήντα μία, 1191) θέσεων διοικητικού προσωπικού στα Α.Ε.Ι. και τα Τ.Ε.Ι. (και ειδικώς όσον αφορά το αιτούν, προέκυψε αριθμός πεντακοσίων δέκα - 510 - πλεοναζουσών θέσεων), ο οποίος ακολούθως αναπροσαρμόσθηκε με την εφαρμογή ενός ενιαίου «βασικού σεναρίου αναδιοργάνωσης», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην από 19.9.2013 «Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης – Εισήγηση … για την αναδιοργάνωση των δομών των ΑΕΙ» της ανωτέρω Ομάδας Διοίκησης Έργου, την κατάργηση οργανικών θέσεων (από την ανάθεση δραστηριοτήτων όπως η καθαριότητα και η φύλαξη στον ιδιωτικό τομέα ή από τη συγχώνευση οργανικών μονάδων κ.λπ.), την μείωση του μεγέθους ή και την κατάργηση οργανικών μονάδων, την σύσταση οργανικών θέσεων και την «εκπαίδευση και ανάπτυξη προσωπικού ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες». Τελικώς προτάθηκε η κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) και η «σύσταση διά μετατάξεως από σε διαθεσιμότητα υπαλλήλους ιδρυμάτων» εξακοσίων σαράντα έξι (646) θέσεων διοικητικών υπαλλήλων και, όσον αφορά ειδικώς το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, προτάθηκε η κατάργηση τριακοσίων ενενήντα εννέα (399) θέσεων σε σύνολο οκτακοσίων ογδόντα τριών (883) υπαλλήλων. Η σχετική εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και τα «σχέδια στελέχωσης» των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εγκρίθηκαν με την από 20.9.2013, απαραδέκτως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προσβαλλόμενη αυτοτελώς «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, εξεδόθη δε ακολούθως η επίμαχη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, η οποία εν συνεχεία τροποποιήθηκε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα συναφώς στην προηγούμενη σκέψη, με την νεώτερη 150539/Β2/15.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός των καταργουμένων θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.
16. Επειδή, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την εκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, οι λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, τεκμηριώνονται επί τη βάσει ενός «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, μεταξύ άλλων, τους υπολογισμούς της Αρχής ως προς τις απαιτήσεις των ΑΕΙ σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών και ανά μέλη ΔΕΠ. Τεκμηριώνονται δηλαδή οι κατά τα ανωτέρω λόγοι κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων που δεν παρίστανται ως προδήλως απρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών του νόμου, ήτοι την ορθολογική οργάνωση της Δημοσίας Διοικήσεως και τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, ενώ, κατά τα λοιπά, απαραδέκτως πλήττεται, ως ουσιαστική κρίση, η επιλογή των επί μέρους αριθμητικών δεικτών και των συντελεστών βαρύτητος εκάστου κριτηρίου από τον κανονιστικό νομοθέτη. Ούτε είχε, εξ άλλου, κατά την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόκλισή της από τις προτάσεις του αιτούντος Ιδρύματος ως προς τον αριθμό των διοικητικών του υπαλλήλων, όπως αβασίμως προβάλλεται, ενώ, τέλος, απορριπτέος, ως αναπόδεικτος, είναι και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, με την επερχομένη, με την προσβαλλόμενη πράξη, μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος, καθίσταται αδύνατη η λειτουργία του και η άσκηση του έργου του. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση δεν στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013. Εν πρώτοις, δεν προκύπτει ότι οι επιλεγέντες από τη Διοίκηση δείκτες (15 διοικητικοί υπάλληλοι ανά Τμήμα, 1,5 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 φοιτητές και 1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ) αποτελούν προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης στηριζόμενης στις αρχές της διοικητικής επιστήμης (βλ. ΠΕ 44/2000, 528/1999, ΣτΕ 1016/2000 επτ.). Περαιτέρω, τα «σχέδια στελέχωσης» δεν εκπονήθηκαν κατόπιν εξειδικευμένης μελέτης των οργανικών μονάδων του εκάστοτε αξιολογούμενου ιδρύματος, αλλά αποτελούν εφαρμογή γενικών και αφηρημένων κριτηρίων μη συνδεομένων με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες κάθε πανεπιστημίου. Η Ομάδα Διοίκησης Έργου (ΟΔΕ) συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Παιδείας από τους τέσσερις γενικούς γραμματείς του Υπουργείου, κανένα όμως από τα μέλη της ΟΔΕ δεν ήταν ειδικός σε θέματα οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης αλλά συμμετείχαν στο όργανο αυτό ex officio και επομένως η ΟΔΕ δεν ήταν όργανο πρόσφορο (πρβλ. ΣτΕ 1011/2013 Ολομ.) για την επεξεργασία και αξιολόγηση των εκθέσεων αξιολόγησης δομών και των σχεδίων στελέχωσης των ΑΕΙ που τα ίδια υπέβαλαν, με σκοπό τη σύνταξη Ειδικής Έκθεσης Τεκμηρίωσης – Εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας για την αναδιοργάνωση των δομών αυτών. Τέλος, η ΟΔΕ φέρεται να ολοκλήρωσε τις εργασίες της και να υπέβαλε στον Υπουργό Παιδείας την πρότασή της εντός τριών ημερών (συγκρότηση της ΟΔΕ με την υπ’ αριθμ. 131095/17.9.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, υποβολή από τον Υπουργό Παιδείας της εκθέσεως – εισηγήσεώς του στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης στις 20.9.2013), δηλαδή σε χρόνο που δεν επαρκεί, κατά κοινή πείρα, για τεκμηριωμένη αξιολόγηση των δομών και της στελέχωσης των ΑΕΙ.
17. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 14), η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει, κατά το μέρος που αφορά το αιτούν, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Εν σχέσει δε με την κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» προέβλεψε η ένδικη απόφαση, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, τα εξής: «Η φύση (οργανική ή προσωποπαγής) καθώς και η σχέση εργασίας (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των καταργούμενων ως άνω θέσεων θα προκύψει ύστερα από την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) που υπηρετούν στους ανωτέρω κλάδους/ειδικότητες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 90 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ 1914 Β΄) υπουργική απόφαση, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει». Με την διάταξη αυτή της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως δεν ανατίθεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013 τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 7) κανονιστική αρμοδιότητα καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, όπως αβασίμως προβάλλεται. Έχει η ως άνω διάταξη την έννοια ότι στις περιπτώσεις που με την προσβαλλόμενη πράξη καταργούνται ορισμένες (και όχι όλες οι) θέσεις κλάδου ή και ειδικότητας χωρίς να προσδιορίζεται αν πρόκειται για οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις καθώς και αν καταλαμβάνονται από υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου ή από εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ακολουθεί η αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) του κλάδου και ειδικότητας, κατά τα προβλεπόμενα στον νόμο και την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του, προμνησθείσα υπουργική απόφαση (ανωτέρω σκέψη 7), εν τέλει δε η κατάργηση της θέσεως (οργανικής ή προσωποπαγούς, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά περίπτωση) επέρχεται στην περίπτωση αυτή αυτοδικαίως με την επιλογή του εργαζομένου, ο οποίος θα τεθεί σε διαθεσιμότητα, από το ανωτέρω τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, κατ’ ενάσκηση της, ατομικής και όχι κανονιστικής φύσεως, αρμοδιότητάς του περί αποτιμήσεως των προσόντων του προσωπικού. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας και Παν. Καρλή, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως χορηγείται στο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, αρμοδιότητα κανονιστικής και όχι ατομικής φύσεως, αφού, με την επιλογή από το συμβούλιο αυτό του υπαλλήλου που τίθεται σε διαθεσιμότητα βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στη εν λόγω διάταξη (υπό στοιχ. Α - ΣΤ), καθορίζεται η φύση της καταργούμενης θέσεως, αν δηλαδή αυτή θα είναι νομοθετημένη οργανική ή προσωποπαγής θέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Κατά τη γνώμη, άλλωστε, των ίδιων Συμβούλων, η επίμαχη διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως, όπως και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 στην οποία αυτή στηρίζεται, κινούνται εκτός του συνταγματικού πλαισίου του άρθρου 103 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή. Και τούτο διότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός πράγματι σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης, προβλέπουν την κατάργηση νομοθετημένων οργανικών θέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με βάση όχι τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της Διοικήσεως, όπως επιβάλλει η προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη, αλλά ως συνέπεια, και μάλιστα αυτοδίκαιη, της κρίσεως του ανωτέρω συμβουλίου περί των προσόντων, των ικανοτήτων και της εν γένει υπηρεσιακής αποδόσεως των διοικητικών υπαλλήλων οι οποίοι κατέχουν τις θέσεις αυτές και οι οποίοι, κατόπιν της ανωτέρω κρίσεως, τίθενται σε διαθεσιμότητα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013 και Ολομ. 3170/2014).
18. Επειδή, άνευ εννόμου συμφέροντος προβάλλονται από το αιτούν Ίδρυμα, και είναι, συνεπώς απορριπτέες, προεχόντως για τον λόγο αυτό, οι αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και την, συνεπεία αυτής, θέση σε διαθεσιμότητα υπαλλήλων του, θίγονται περιουσιακής φύσεως δικαιώματα των εν λόγω εργαζομένων κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.). Απορριπτέα είναι και τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της «συμβατικής ελευθερίας» του αιτούντος, εφ’ όσον ο κοινός νομοθέτης και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού και εντός των ορίων της, κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δεν κωλύονται να προβούν για οργανωτικούς λόγους στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που καταλαμβάνονται από εργαζομένους δυνάμει συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου.
19. Επειδή, απαραδέκτως προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως κατά της συμπροσβαλλόμενης από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, η οποία δεν έχει, κατά τα προεκτεθέντα, εκτελεστό χαρακτήρα (σκέψη 4). Κατά την γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο οποίος μειοψήφησε, η εν λόγω πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτώς προσβάλλεται με αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως. Ειδικότερα, είναι βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η πράξη αυτή (και, συνεπώς, και η εκδοθείσα σε εκτέλεσή της προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση) είναι ακυρωτέα για λόγους ασφαλείας δικαίου διότι, αν και κανονιστική, δεν δημοσιεύθηκε.
20. Επειδή, το αιτούν Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπέβαλε την από 31.10.2013 «αίτηση συνέχισης δίκης» κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση καταργήσεως της δίκης λόγω αντικαταστάσεως της ρητώς προσβαλλομένης 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως από την εκδοθείσα μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως τροποποιητική 150539/Β2/15.10.2013 ομοία. Προέβαλε δε συναφώς και την αιτίαση ότι η τελευταία αυτή πράξη είναι ακυρωτέα διότι εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 διαδικασία (απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης και Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης) αλλά και για τον λόγο ότι δεν τεκμηριώνονται προσηκόντως οι επελθούσες με την νεότερη αυτή πράξη τροποποιήσεις της αρχικής ρυθμίσεως. Και οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέοι διότι ήδη με την «απόφαση» της 20.9.2013 του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, στην συνέχεια της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση 135211/Β2/23.9.2013 κοινή υπουργική απόφαση, είχε γίνει δεκτό ότι «είναι πιθανό να προκύψει ανάγκη μερικής τροποποίησης των σχεδίων στελέχωσης και των σχετικών [κοινών υπουργικών αποφάσεων] κατάργησης θέσεων [και ότι, συνεπώς, δεν απαιτείται η τήρηση εκ νέου της προβλεπομένης διαδικασίας ή η ειδική τεκμηρίωση των επερχομένων τροποποιήσεων] … βάσει των επικαιροποιημένων στοιχείων που αποστέλλονται ανά διαστήματα στα Υπουργεία από το Μητρώο Μισθοδοτούμενων Ελληνικού Δημοσίου» εφ’ όσον «οι όποιες τροποποιήσεις – προσαρμογές τυχόν απαιτηθούν στην ακριβή περιγραφή των καταργούμενων θέσεων εργασίας αποτελούν απλά απαραίτητες προσαρμογές – ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της αρτιότητας και της ορθότητας της τεχνικής διαδικασίας αποτίμησης των προσόντων των υπαλλήλων, ώστε να ταυτοποιηθούν αυτοί που θα ενταχθούν στο σχήμα της διαθεσιμότητας – κινητικότητας».
21. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.