Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

ΣτΕ 387/2016 (Ολομ.): Μέλη ΔΕΠ ΑΣΕΙ - Έννομο συμφέρον για την προσβολή της πράξεως εκλογής τρίτου προσώπου



Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Διαδικασία Εκλογής μελών Δ.Ε.Π.. Φύση ελέγχου εκ μέρους της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003. Έννομο συμφέρον για την άσκηση ενστάσεως ενώπιον του αρμοδίου οργάνου στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επιλογής για την πλήρωση δημόσιας θέσης.
 
Σκέψεις 3 - 23 της υπ' αριθμ. 387/2016 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση: α) της από 29.7.2014 αποφάσεως (πρακτικού) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003, με την οποία ακυρώθηκε η εκλογή του αιτούντος στη βαθμίδα του Καθηγητού στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και αποφασίστηκε, περαιτέρω, η επανάληψη της διαδικασίας εκλογής και β) του Φ.300/25/381900/Σ.40/8.8.2014 εγγράφου του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης, με το οποίο το ως άνω πρακτικό, το οποίο είχε διαβιβασθεί σε αυτόν από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Γ.Ε.Σ.), επεστράφη στο Γ.Ε.Σ. με την αιτιολογία ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής είναι κατά νόμο τελεσίδικη και, ως εκ τούτου, μετά την έκδοσή της, «εξαντλήθηκε η διοικητική δικαιοδοσία επί του θέματος».
4. Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον ο αιτών ζητεί, με την αίτηση αυτή, την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της πενταμελούς επιτροπής, με την οποία ακυρώθηκε η εκλογή του στην βαθμίδα του Καθηγητού.
5. Επειδή, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων ο ..., ο οποίος είχε ασκήσει την από 3.1.2014 ένσταση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση της πενταμελούς επιτροπής.
6. Επειδή, το δεύτερο προσβαλλόμενο έγγραφο του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης στερείται εκτελεστού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται απαραδέκτως. Και τούτο διότι, το έγγραφο αυτό, με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, επεστράφη το προσβαλλόμενο πρακτικό της πενταμελούς επιτροπής στο Γ.Ε.Σ. χωρίς να χωρήσει επ’ αυτού έλεγχος νομιμότητας, με την αιτιολογία ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής είναι κατά νόμον τελεσίδικη, δεν παρήγαγε αυτοτελώς έννομες συνέπειες. Κατόπιν τούτου, και ενόψει του ότι πάντως κατά του εν λόγω εγγράφου δεν προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως, παραδεκτώς προσβάλλεται μόνον η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής.
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 4389/2011 7μ), μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (1.1.2011), το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως, που αφορούσαν το διορισμό και γενικά την υπηρεσιακή κατάσταση των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλην των λεκτόρων, οι οποίοι υπήγοντο πρωτοδίκως στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών εφετείων. Με το ν. 3900/2010 ορίσθηκε ότι εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν, μεταξύ άλλων, το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (βλ. ΣτΕ 3752/2014, 4389/2011 7μ. κ.ά.). Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του ν. 3900/2010, πρέπει να θεωρηθεί, όπως συνάγεται και από το 4/2010 πρακτικό της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο παραπέμπει η εισηγητική έκθεση του νόμου, ότι ο νομοθέτης δεν απέβλεψε στη μεταφορά στα Διοικητικά Εφετεία και των υποθέσεων που αφορούν στον διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας των Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Σ.Ε.Ι.), οι οποίες ανέκαθεν εθεωρούντο ως ανήκουσες στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εν όψει ιδίως του πάγιου νομοθετικού χαρακτηρισμού των Α.Σ.Ε.Ι. ως ισότιμων με τα Α.Ε.Ι. (βλ. ΣτΕ 320/1980, βλ. επίσης ΣτΕ 683/2008, 768/2000, 829/1998, 2040/1996 κ.ά.). Ενόψει των προεκτεθέντων, αρμοδίως εισάγεται η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΣτΕ 3752/2014, 3965/2013 και ΣτΕ 1062/2014).
8. Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους... 3. ... 4. … 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. … 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. … 7. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές».
9. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια, που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης, αλλά και του κοινού νομοθέτη κατά την από αυτόν ρύθμιση των σχετικών θεμάτων (βλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ., 2801/1984 Ολομ, 2786/1984 Ολομ., 2705/2014 7μ., 2303/2011 7μ., 1856/2003 7μ., 4009/2000 7μ. κ.ά., βλ. και ΠΕ 144/2008 Ολομ., 274/2009, 117/2007 5μ., 395/1998 5μ.). Κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, η ανώτατη εκπαίδευση, σκοπός της οποίας είναι η προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης με την έρευνα και τη διδασκαλία, παρέχεται από αυτοτελή ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων αυτών. Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, αλλά και ως θεσμική εγγύηση, ως οργανωμένη δηλαδή δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη, σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και με μέσα που παρέχει το κράτος, μέσα στο πλαίσιο της λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (βλ. ΣτΕ 1013/2013 Ολομ., 982/2012 Ολομ., 2801/1984 Ολομ., 2786/1984 Ολομ., 2992/ 2014, 2705/2014 7μ., 2303/2011 7μ., 1223/2010, 4009/2000 7μ. κ.ά., βλ. και ΠΕ 144/ 2008 Ολομ., 274/2009, 117/2007 5μ., 395/1998 5μ.).
10. Επειδή, με τον ν. 3187/2003 «Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.)» (Α’ 233) ρυθμίσθηκε επί νέας βάσεως η οργάνωση των στρατιωτικών σχολών (ΣτΕ 3752/2014, ΠΕ 245/2007, 85/2008), με την ίδρυση ενιαίου νομοθετικού πλαισίου οργανώσεως και λειτουργίας αυτών (ΣτΕ 3752/2014, 3382/2005 7μ.), κατά τα αναφερόμενα δε στην οικεία εισηγητική έκθεση, με το νόμο αυτόν επιδιώχθηκε ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού καθεστώτος των τριών στρατιωτικών σχολών (Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και Σχολή Ικάρων) και η εναρμόνισή του με το θεσμικό πλαίσιο των Πανεπιστημίων σε ό,τι αφορά την παρεχόμενη από τις σχολές αυτές ακαδημαϊκή εκπαίδευση, με σκοπό την αναβάθμισή της, για το λόγο δε αυτό καθιερώνεται στο νόμο και ο όρος Ανώτατα Στρατιωτικά Ιδρύματα, αναφερόμενος στις ως άνω τρεις σχολές. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω νόμο, όπως ήδη ισχύει, Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) είναι η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Σ.Σ.Ε.), η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (Σ.Ν.Δ.) και η Σχολή Ικάρων (Σ.Ι.). Οι Σχολές αυτές είναι ισότιμες με τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από την κείμενη νομοθεσία, παρέχουν δε ισότιμη εκπαίδευση και χορηγούν ισότιμα πτυχία με αυτά. Τα Α.Σ.Ε.Ι. έχουν ως αποστολή α) να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση στους σπουδαστές τους με την έρευνα και διδασκαλία της στρατιωτικής – ναυτικής - αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και των συναφών θεωρητικών, θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών, β) να αναπτύσσουν τις στρατιωτικές αρετές και τη στρατιωτική αγωγή ώστε να διαμορφώνουν αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων με στρατιωτική συνείδηση, μόρφωση ανώτατου επιπέδου, καθώς και κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική παιδεία και αγωγή, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να καταστούν ικανοί ηγήτορες με άρτια επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση και γ) να διοργανώνουν από κοινού με τα Πανεπιστήμια, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών και να διεξάγουν επιστημονική έρευνα σε τομείς ενδιαφέροντος των Ενόπλων Δυνάμεων (Ε.Δ.). Η διάρκεια σπουδών στα Α.Σ.Ε.Ι. είναι κατ’ ελάχιστον τέσσερα έτη και οι σπουδές οργανώνονται σε ακαδημαϊκά εξάμηνα, την εποπτεία δε σε αυτά ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας (Υ.ΕΘ.Α.) δια των οικείων Γενικών Επιτελείων [αρθρ. 1, όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Στα Α.Σ.Ε.Ι. παρέχεται στρατιωτική (θεωρητική και πρακτική) και ακαδημαϊκή εκπαίδευση, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του οικείου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων. Η στρατιωτική εκπαίδευση αφορά στις θεωρητικές, τεχνικές και πρακτικές γνώσεις και δεξιότητες, καθώς και στην πρακτική εξάσκηση και εφαρμογή της στρατιωτικής, ναυτικής και αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας στο οικείο επιχειρησιακό περιβάλλον, η δε ακαδημαϊκή εκπαίδευση αφορά στην επιστημονική γνώση των αντικειμένων των θετικών, εφαρμοσμένων, τεχνολογικών, κοινωνικών, ανθρωπιστικών και θεωρητικών επιστημών, οι οποίες διδάσκονται στα Α.Σ.Ε.Ι. και σε αυτήν υπάγονται όλα τα μαθήματα επιστημονικού χαρακτήρα τα οποία υποστηρίζουν γνωσιολογικά την εκπαίδευση των σπουδαστών (θεωρητική και πρακτική) στο πεδίο της στρατιωτικής εκπαίδευσης [άρθρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3413/2005]. Το προσωπικό των Α.Σ.Ε.Ι. αποτελείται από το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.), το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.), το Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (Ε.Ε.ΔΙ.Π.), το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (Ε.Τ.Ε.Π.) και το Εκπαιδευτικό Προσωπικό με Σύμβαση (Ε.Π.Σ.) [άρθρ. 7, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Το Δ.Ε.Π. ασκεί το διδακτικό και ερευνητικό έργο και αποτελείται από Καθηγητές και Αναπληρωτές Καθηγητές, οι οποίοι εκλέγονται ως μόνιμοι, καθώς και από Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λειτουργικής ανεξαρτησίας, είναι δε πλήρους απασχόλησης [άρθρ. 8]. Προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος [άρθρ. 9]. Το διδακτικό έργο των μελών Δ.Ε.Π. περιλαμβάνει κυρίως τη διδασκαλία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων, την οργάνωση, επίβλεψη και λειτουργία εργαστηρίων, εργαστηριακών ασκήσεων και εργασιών, τη συμμετοχή σε φροντιστηριακά μαθήματα και σεμινάρια, τη συγγραφή εκπαιδευτικών βοηθημάτων, τη συνεργασία με προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς σπουδαστές, τη διεξαγωγή εξετάσεων και αξιολόγηση φοιτητών, καθώς και εποπτικά καθήκοντα στην εξεταστική διαδικασία. Το ερευνητικό επιστημονικό έργο περιλαμβάνει κυρίως τη βασική ή εφαρμοσμένη έρευνα, την καθοδήγηση διπλωματικών εργασιών, μεταπτυχιακών διπλωμάτων ειδίκευσης και διδακτορικών διατριβών και τη συμμετοχή σε συνέδρια και ερευνητικά σεμινάρια [άρθρ. 12]. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. διακρίνονται από το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.). Το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό αποτελείται από αξιωματικούς εν ενεργεία των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας ή του Λιμενικού Σώματος ή Στρατιωτικούς Δικαστές, κατόχους πτυχίου Πανεπιστημίου ή Α.Σ.Ε.Ι. ή της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), οι οποίοι φέρουν το βαθμό τουλάχιστον του Λοχαγού ή αντιστοίχου των άλλων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων και διορίζονται για τη διδασκαλία μαθημάτων της ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης. Ο διορισμός των μελών του Σ.Δ.Π. γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, με σύμβαση ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης. Οι Στρατιωτικοί Εκπαιδευτές (Σ.Ε.) είναι αξιωματικοί εν ενεργεία των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος ή των Σωμάτων Ασφαλείας, κάτοχοι τουλάχιστον πτυχίου Α.Σ.Ε.Ι. ή Πανεπιστημίου. Παρέχουν εκπαιδευτικό έργο σε αντικείμενα της στρατιωτικής Εκπαίδευσης και αμείβονται με ωριαία αντιμισθία [άρθρ. 21, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Τέλος, για την προκήρυξη θέσεων, εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων [άρθρ. 25, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010].
11. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) επήλθαν εκτεταμένες τροποποιήσεις στο ν. 3187/2003. Όπως προκύπτει από τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού σκοπήθηκε η ενίσχυση της ακαδημαϊκής αυτοτέλειας και του κύρους των οργάνων των Α.Σ.Ε.Ι., με τη διόρθωση «ατυχών παρεμβάσεων» του ν. 3413/2005 και τη δημιουργία νέων οργάνων και εκλεκτορικών σωμάτων μόνο από μέλη Δ.Ε.Π. Ειδικότερα, το άρθρο 25 του ν. 3187/2003 αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Για την προκήρυξη θέσεων, εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των ΑΣΕΙ ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων. 2. Τα ΑΣΕΙ λογίζονται σε κάθε περίπτωση ως αυτοδύναμα Τμήματα. Ως Πρόεδρος του Τμήματος νοείται ο Κοσμήτορας του ΑΣΕΙ. Ως Γενική Συνέλευση του Τμήματος νοείται η Α.Σ. του ΑΣΕΙ. 3. Το όργανο εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης του λοιπού Διδακτικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, πλην Στρατιωτικών Εκπαιδευτών, είναι η Ακαδημαϊκή Συνέλευση. Επί θεμάτων διαδικασιών προκήρυξης, εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί Πανεπιστημίων. 4. …». Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 51 του νεότερου νόμου 4186/2013 (Α’ 193) προστέθηκε, στην παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 3187/2003 εδάφιο ως εξής: «Οι αποφάσεις του αρμόδιου οργάνου περί εκλογής, επιλογής, εξέλιξης, μονιμοποίησης του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, του Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και του Ειδικού Τεχνικού και Εργαστηριακού Προσωπικού, καθώς επίσης και οι σχετικές ανανεώσεις συμβάσεων εργασίας τους, για να τεθούν σε ισχύ, προσεπικυρώνονται από τον Διοικητή του οικείου Ανώτατου Στρατιωτικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος». Ακολούθως, με την παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ίδιου ν. 4199/2013 (Α’ 216) προστέθηκε, στην ίδια παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 3187/2003, και νέο εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση που ο διοικητής δεν προσεπικυρώσει την απόφαση του ως άνω αρμόδιου οργάνου ή σε περίπτωση που υποβληθεί από υποψήφιο ένσταση κατά της ως άνω απόφασης, αποφασίζει τελεσίδικα επί της υπόθεσης πενταμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τον Α` Υπαρχηγό του ΓΕΣ, προκειμένου για τη Σ.Σ.Ε. ή τον Υπαρχηγό του ΓΕΝ ή του ΓΕΑ, προκειμένου για τη Σ.Ν.Δ. και τη Σ.Ι., αντίστοιχα, δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστράτηγου ή αντιστοίχων του Κλάδου Ενόπλων Δυνάμεων, στον οποίο υπάγεται το Α.Σ.Ε.Ι, που ορίζονται από τον Αρχηγό του οικείου Γενικού Επιτελείου, καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., πλην εκείνων που συμμετείχαν στο αρχικό όργανο. Χρέη προέδρου της επιτροπής ασκεί ο αρχαιότερος αξιωματικός».
12. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Αναπληρωτής Καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων με γνωστικό αντικείμενο «...», ζήτησε, με την από ... αίτησή του, να εξελιχθεί στη βαθμίδα του Καθηγητή. Κατόπιν τούτου, με την Φ. ... απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης (Γ’ ...), προκηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, μία θέση Δ.Ε.Π. της βαθμίδας του Καθηγητού στον Τομέα Θεωρητικών Επιστημών της ως άνω Σχολής στο γνωστικό αντικείμενο «...». Υποψηφιότητα για τη θέση αυτή υπέβαλαν τόσο ο αιτών όσο και ο διδάκτορας ... (τρίτος υποψήφιος, ο οποίος αποκλείστηκε λόγω ελλείψεως διδακτορικού τίτλου). Εν συνεχεία, με την από 25.9.2013 απόφασή της (πρακτικό ...), η Ακαδημαϊκή Συνέλευση της Σχολής Ευελπίδων συγκρότησε, με τον ορισμό τακτικών και αναπληρωματικών μελών, ειδική επταμελή εκλεκτορική επιτροπή, η οποία συνήλθε στις 12.12.2013 και, αφού συγκροτήθηκε σε σώμα, όρισε τις καθηγήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου ... και ..., προκειμένου να συντάξουν, για την υποβοήθηση της επιτροπής, έκθεση αξιολόγησης για τα προσόντα και το έργο των υποψηφίων (βλ. πρακτικό ...). Ωστόσο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως θεραπείας που άσκησε ο υποψήφιος ... σχετικά με τη συμμετοχή στην επιτροπή ομότιμου καθηγητή, η Ακαδημαϊκή Συνέλευση, με την από 19.12.2013 απόφασή της (πρακτικό ...), ανασυγκρότησε την εν λόγω εκλεκτορική επιτροπή, η οποία συνήλθε εκ νέου στις 23.12.2013 και, αφού ανασυγκροτήθηκε σε σώμα, όρισε, ως αξιολογητές του έργου των υποψηφίων, τις ίδιες ως άνω καθηγήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου. Ακολούθως, η εκλεκτορική επιτροπή συνεδρίασε εκ νέου στις 27.3.2014 και, κατόπιν εκτενούς συζητήσεως για τα προσόντα των υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψη και την από 26.2.2014 έκθεση αξιολόγησης των ως άνω Καθηγητριών, με την οποία αυτές πρότειναν να εκλεγεί στην επίμαχη θέση Καθηγητή ο αιτών, εξέλεξε ομόφωνα τον αιτούντα στην επίμαχη θέση (πρακτικό ...). Περαιτέρω, η επιτροπή αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, να μην εκλεγεί ο ... ως δεύτερος καταλληλότερος υποψήφιος, όπως ορίζει ο ν. 4009/2011, με την αιτιολογία ότι «το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού και ερευνητικού έργου του δεν έχει την απαιτούμενη από το νόμο συνάφεια και περαιτέρω επειδή δεν κατέθεσε το σώμα της διδακτορικής διατριβής του, γεγονός που αποτελεί σοβαρό πρόβλημα αφού δεν μπορεί να κριθεί η συνάφεια του αντικειμένου της με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης όπως ο νόμος προνοεί (παρ. 1, άρθρο 9, ν. 3187/2003)». Η απόφαση αυτή «προσεπικυρώθηκε» από τον Διοικητή της Σχολής Ευελπίδων, ο οποίος ακολούθως, με το από 16.5.2014 έγγραφό του, την διαβίβασε προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού προκειμένου ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας να εκδώσει την πράξη διορισμού. Κατά της εν λόγω αποφάσεως της εκλεκτορικής επιτροπής, ο υποψήφιος ... άσκησε την από 3.6.2014 ένσταση ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων, που είχε ήδη θεσπιστεί με το ν. 4199/2013, προβάλλοντας αιτιάσεις που αφορούσαν τόσο τη διαδικασία εκλογής όσο και την ουσιαστική κρίση του εκλεκτορικού σώματος. Για την εξέταση της εν λόγω ενστάσεως, ο Αρχηγός του Γ.Ε.Σ., με την 16.6.2014 πράξη του, συγκρότησε τη ρηθείσα επιτροπή ενστάσεων, η οποία, κατόπιν διαδοχικών συνεδριάσεων και εκτενούς συζητήσεως, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή της έκρινε ότι (α) δεν τηρήθηκε η διαδικασία εκλογής που θεσπίζεται στο άρθρο 19 του ν. 4009/2011, (β) η εισήγηση της διμελούς αξιολογικής επιτροπής αναφέρεται μόνο αριθμητικά στο συγγραφικό έργο του αιτούντος, χωρίς να το κατονομάζει, να το αναλύει και να το αξιολογεί, περαιτέρω δε, συμπεριέλαβε κατά τρόπο γενικό και αόριστο τέσσερα υπό έκδοση βιβλία του αιτούντος και όχι δημοσιευμένα, όπως απαιτούσε η προκήρυξη και (γ) ο αιτών δεν διαθέτει το προσόν της ύπαρξης διεθνούς έργου και παρουσίας. Κατόπιν τούτων, η επιτροπή έκανε δεκτή, κατά πλειοψηφία, την ένσταση του ενιστάμενου υποψηφίου και αποφάσισε (α) να κριθεί η εκλογή του αιτούντος ως άκυρη, ως μη πληρούσα τις προϋποθέσεις του νόμου και (β) «επικουρικά και για λόγους ασφαλείας του δικαίου», να επαναληφθεί η διαδικασία κατόπιν υποβολής, έγκρισης και κύρωσης του αναθεωρημένου Οργανισμού της Σχολής Ευελπίδων. Το πρακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διαβιβάστηκε, με το από 30.7.2014 έγγραφο του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., στον Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας «για τις ενέργειές του», ο οποίος όμως, με το προσβαλλόμενο έγγραφό του, το επέστρεψε με το σκεπτικό ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων είναι κατά νόμο τελεσίδικη και, ως εκ τούτου, μετά την έκδοσή της, «εξαντλήθηκε η διοικητική δικαιοδοσία επί του θέματος».
13. Επειδή, προβάλλεται ότι το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη διαδικασία εκλογής είναι αυτό που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προκήρυξης, ως εκ τούτου δε, μη νομίμως εφαρμόστηκε εν προκειμένω η διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013, με την οποία θεσπίστηκε η δυνατότητα ένστασης ενώπιον πενταμελούς επιτροπής, εφόσον ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε χρόνο μεταγενέστερο της προκήρυξης.
14. Επειδή, η κατά νόμο διαδικασία εκλογής μέλους του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων συνιστά σύνθετη διοικητική ενέργεια (βλ. ΣτΕ 3057/2011, 4029/2010, 683/2008, 991/2007, 3695/2002, 829/1998 κ.ά.), η οποία διέπεται από τις εκάστοτε διαδικαστικού χαρακτήρα διατάξεις που τίθενται σε ισχύ κατά το χρόνο της διάρκειάς της (βλ. ΣτΕ 3057/2011, 4029/2010, 2795/2009, 991/2007, βλ. και ΣτΕ 3574/2010 7μ., 2695/2010, 382/2007, 3399/2000, 4078/1989, 3800/1977 κ.ά.). Συνεπώς, η νομιμότητα κάθε μιας από τις επιμέρους διοικητικές πράξεις της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, κρίνεται επί τη βάσει του νόμου του ισχύοντος κατά το χρόνο της εκδόσεώς τους (ΣτΕ 2258/1999). Ως εκ τούτου και κατόπιν αναλογικής εφαρμογής των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος ερείδεται επί της εσφαλμένης νομικής εκδοχής ότι στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμοστέες είναι οι διαδικαστικές διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο της προκήρυξης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
15. Επειδή, προβάλλεται ότι η πενταμελής επιτροπή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συγκροτήθηκε νομίμως. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013, κατ’ εφαρμογή της οποίας συγκροτήθηκε η πενταμελής επιτροπή, ορίζει μεν ότι αυτή αποτελείται από τον Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., προκειμένου για τη Σ.Σ.Ε., δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστράτηγου, που ορίζονται από τον Αρχηγό του οικείου Γενικού Επιτελείου, καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., δεν ορίζει όμως με απόφαση ποίου οργάνου (του Υπουργού, του Αναπληρωτή Υπουργού ή του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας) συγκροτείται η εν λόγω επιτροπή ενστάσεων, ως εκ τούτου δε, δημιουργείται ζήτημα μη νόμιμης συγκροτήσεώς της.
16. Επειδή, ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον ο αιτών, χωρίς να αμφισβητεί ευθέως την αρμοδιότητα του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., ο οποίος εξέδωσε εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε, την πράξη συγκροτήσεως της ως άνω επιτροπής, ισχυρίζεται γενικώς, ότι ανακύπτει ζήτημα μη νόμιμης συγκροτήσεώς της εκ μόνου του λόγου ότι δεν ορίζεται στο νόμο το όργανο που τη συγκροτεί. Πέραν όμως τούτου, ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Και τούτο διότι, εφόσον ο νόμος ορίζει ότι η εν λόγω πενταμελής επιτροπή αποτελείται από τον (εκάστοτε) Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστρατήγου, που ορίζονται από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ., καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Δ.Ε.Π., που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, στο όργανο που συγκροτεί την επιτροπή, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι κατά νόμο είναι άλλο από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ., ουδεμία νομική ευχέρεια καταλείπεται ως προς την επιλογή των μελών της, ο δε αιτών δεν προσδιορίζει αν και ποια ειδικώς βλάβη υφίσταται από τυχόν αναρμοδιότητα του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., ο οποίος συγκρότησε εν προκειμένω την πενταμελή επιτροπή ενστάσεων σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, δηλαδή από τον Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., δύο Υποστρατήγους που όρισε ο ίδιος, καθώς και από δύο καθηγητές της Σχολής Ευελπίδων (τον Κοσμήτορα και την Διευθύντρια του 1ου Τομέα της Σχολής), τους οποίους όρισε η Ακαδημαϊκή Συνέλευση κατά την συνεδρίασή της στις 15.5.2014.
17. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013 αντίκειται στις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 16 του Συντάγματος περί ανωτάτης εκπαιδεύσεως, στις οποίες υπάγονται καθ’ ολοκληρίαν και τα Α.Σ.Ε.Ι., τα οποία αποτελούν sui generis Α.Ε.Ι. Τούτο διότι, με την εν λόγω διάταξη θεσμοθετείται όργανο για την κρίση μελών Δ.Ε.Π., το οποίο αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι όμως δεν είναι ακαδημαϊκοί, δεν έχουν την απαιτούμενη επαφή με τον ακαδημαϊκό χώρο και ιδίως με τη λειτουργία των Α.Ε.Ι., ούτε άλλωστε διαθέτουν ακαδημαϊκά προσόντα. Επιπλέον, προβάλλεται ότι στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος αντίκειται και η δυνατότητα της εν λόγω επιτροπής να κρίνει «τελεσίδικα» επί της υποθέσεως, να υποκαθίσταται δηλαδή στην κρίση του εκλεκτορικού σώματος, αντί να περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας.
18. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως στο πλαίσιο προϊσχυσασών διατάξεων, αλλά επαναλήφθηκε και υπό το νέο καθεστώς των διατάξεων του ν. 3187/2003, οι στρατιωτικές Σχολές, όπως η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, εν όψει της προέχουσας φύσης τους ως παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, που έχουν ως κύρια αποστολή την παραγωγή ικανών και καταρτισμένων αξιωματικών (βλ. ήδη άρθρο 1 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3187/2003), δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτοδιοικούμενων Α.Ε.Ι. κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1223/2010, 265/2002, 3894/ 1996 7μ., 2040/1996, 298/1993, 2820/1992, 2136/1991 7μ., 2887/1990, 3756/1989, 1118/1980, 320/1980, βλ. και ΣτΕ 22/2011 εν συμβ., βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/2008, 245/2007), συνεπώς δε, η κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας καταλαμβάνει μόνο το εκπαιδευτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. που προβλέπονται από την παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος και όχι και τις ειδικές παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων (βλ. ΣτΕ 2254/2000 7μ., 3894/1996 7μ., 298/ 1993, 2820/1992, 2136/1991 7μ., 3756/1989). Επομένως, ο νομοθετικός χαρακτηρισμός των σχολών αυτών ως «ανώτατων» και «ισότιμων» με Α.Ε.Ι. δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση εξομοίωση των στρατιωτικών σχολών προς τα Α.Ε.Ι. (ΣτΕ 22/2011 εν συμβ., βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/2008, 245/2007), ούτε αυτόματη εξομοίωση των πτυχίων των στρατιωτικών σχολών και των αντίστοιχων επαγγελματικών δικαιωμάτων προς τα πτυχία των Α.Ε.Ι. και τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων Α.Ε.Ι., αντιστοίχως. Εναπόκειται δε στο νομοθέτη να καθορίσει, για κάθε πτυχίο στρατιωτικής σχολής, τους συγκεκριμένους επαγγελματικούς τομείς, πέραν των τομέων που συνάπτονται με τις Ένοπλες Δυνάμεις, στους οποίους αυτό παρέχει πρόσβαση, ανάλογα με το είδος και το επίπεδο των πιστοποιουμένων με το εν λόγω πτυχίο γνώσεων (βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/ 2008, 245/2007). Εν όψει όλων όσων προεκτέθηκαν, έχει κριθεί περαιτέρω ότι το εκπαιδευτικό προσωπικό των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με το πάσης φύσεως εκπαιδευτικό προσωπικό των κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος Α.Ε.Ι., ως εκ τούτου δε, δικαιολογείται η διαφορετική υπηρεσιακή και μισθολογική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών προσωπικού, χωρίς εξ αυτού να τίθεται ζήτημα αντιθέσεως των σχετικών ρυθμίσεων προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (βλ. ΣτΕ 1223/2010, 265/2002, 2254/2000 7μ, 3894/ 1996 7μ., 2040/1996, 2136/1991 7μ.). Και ναι μεν, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3187/2003, όπως μάλιστα τροποποιήθηκαν με το ν. 3883/2010, προσδίδεται στις στρατιωτικές Σχολές ο χαρακτήρας σχολών ανώτατης εκπαίδευσης, εφόσον, με τον νόμο αυτό, όπως άλλωστε και με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, οι σχολές αυτές κατατάσσονται στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και η περαιτέρω οργάνωσή τους από το νομοθέτη στηρίζεται στην αντίληψη ότι πρόκειται για ανώτατες σχολές, όπως προκύπτει από το σύνολο των ρυθμίσεων του ανωτέρω νόμου και την εισηγητική αυτού έκθεση καθώς και τις συζητήσεις στη Βουλή που προηγήθηκαν του ν. 3883/2010, και ιδίως από τις διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες τα χορηγούμενα από τις σχολές αυτές πτυχία θεωρούνται ισότιμα με εκείνα των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης (και δη του πανεπιστημιακού τομέα), ο χρόνος σπουδών ανέρχεται σε τέσσερα έτη, οι βαθμίδες και το έργο του διδακτικού προσωπικού ορίζονται κατά τα πρότυπα των πανεπιστημίων, τα μέλη του Δ.Ε.Π. χαρακτηρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί που απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λειτουργικής ανεξαρτησίας, επί θεμάτων δε διαδικασιών προκήρυξης, εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης των μελών Δ.Ε.Π. εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί Πανεπιστημίων. Η κατά τα ανωτέρω, όμως, αναγωγή των στρατιωτικών Σχολών σε ανώτατες σχολές δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος. Τούτο διότι, τα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν οργανώνονται, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αλλά αποτελούν, κατ’ ουσίαν, υπηρεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων που τελούν υπό την «εποπτεία» του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Ως εκ τούτου, και προεχόντως για το λόγο αυτό, οι εκπαιδευτικές αυτές μονάδες δεν είναι ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 16 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1699/1975, ΠΕ 117/2007) και συνεπώς, ο αντίστοιχοι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Όλγας Ζύγουρα, ναι μεν τα κατά τον ν. 3187/2003 Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) αποτελούν sui generis Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), ως εκ του, κατά τα ανωτέρω, προέχοντος χαρακτήρος των ως παραγωγικών σχολών των ενόπλων δυνάμεων, εν τούτοις αυτά, είναι, κατά νόμον (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 88 παρ. 1 ν. 3883/2010), ισότιμα με τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέως της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, παρέχεται δε σ΄ αυτά τόσο στρατιωτική όσο και ακαδημαϊκή εκπαίδευση (άρθρο 2 ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 ν. 3413/2005), ενώ, περαιτέρω, προβλέπεται και η δυνατότητα συμπράξεων και συνεργασίας των με τα Πανεπιστήμια (π.χ. άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ ν. 3187/2003, άρθρο 5 παρ 6 περ. β εδ εε ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 4 ν. 3413/2005). Εξ άλλου, το διδακτικό και εκπαιδευτικό προσωπικό των εν λόγω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων διακρίνεται σε κατηγορίες (άρθρο 7 ν. 3187/2003), στις οποίες πέραν του στρατιωτικού διδακτικού προσωπικού και στρατιωτικών εκπαιδευτών, του ειδικού και εργαστηριακού διδακτικού προσωπικού κλπ περιλαμβάνεται και αυτή του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ), που ασκεί διδακτικό και ερευνητικό έργο και απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των κατηκόντων του (άρθρο 8 ν. 3187/2003). Για την εκλογή και εξέλιξη των μελών του προσωπικού της κατηγορίας αυτής (του ΔΕΠ) απαιτούνται ακαδημαϊκά προσόντα (διδακτορικό δίπλωμα, εκπαιδευτική πείρα σε ΑΕΙ, επιστημονικό έργο, ερευνητικό έργο, δημοσιεύσεις κλπ – βλ. άρθρο 9 ν. 3187/2003), ανάλογα με αυτά που απαιτούνται για τα μέλη του ΔΕΠ των λοιπών ΑΕΙ. Περαιτέρω, για το προσωπικό αυτό, προβλέπονται ιδιαίτερες υποχρεώσεις και πειθαρχικό καθεστώς, ως εκ του στρατιωτικού χαρακτήρος του εκπαιδευτικού ιδρύματος (άρθρα 16, 20 ν. 3187/2003). Εν όψει τούτων, σε ό,τι αφορά στο ακαδημαϊκό έργο των ΑΣΕΙ και στο καθεστώς του ΔΕΠ αυτών έχουν κατ΄ αρχήν εφαρμογή οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, δεδομένου ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των ΑΣΕΙ δεν δικαιολογεί την εξαίρεση των από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Περαιτέρω, ως προς τα θέματα αυτά του ακαδημαϊκού έργου και του καθεστώτος του ΔΕΠ, οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 16 του Συντάγματος ευρίσκουν ανάλογη, λόγω του ιδιαιτέρου χαρακτήρος των, εφαρμογή επί των ΑΣΕΙ.
19. Επειδή, περαιτέρω, τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι., ναι μεν δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος, πλην, σύμφωνα με την κοινή νομοθεσία (ν. 3187/2003, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) τα απαιτούμενα για την επιλογή και διορισμό προσόντα, οι βαθμίδες και τα καθήκοντά τους στοιχούν προς αυτά των μελών Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων, χαρακτηρίζονται δε ως δημόσιοι λειτουργοί που απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους λειτουργική ανεξαρτησία. Εξάλλου, όσον αφορά στις διαδικασίες προκήρυξης, εκλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησής τους ορίζεται ότι εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές περί Πανεπιστημίων διατάξεις, το δε όργανο εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησής τους καλείται, χαρακτηριστικά, «Ακαδημαϊκή Συνέλευση» και συγκροτείται αποκλειστικά από μέλη Δ.Ε.Π. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο περαιτέρω διοικητικός έλεγχος των αποφάσεων της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης περί εκλογής μελών του Δ.Ε.Π, εφόσον ασκείται από όργανα μη συγκροτούμενα αποκλειστικά (ή έστω κατά πλειοψηφία) από μέλη με επιστημονική, ενόψει της ιδιότητάς τους, κατάρτιση τουλάχιστον αντίστοιχη με αυτή των μελών Δ.Ε.Π. που απαρτίζουν την Ακαδημαϊκή Συνέλευση, δεν μπορεί, κατά το σύστημα και το σκοπό του ν. 3187/2003, να περιλαμβάνει και ουσιαστικό έλεγχο και δη έλεγχο της ορθότητας της επιστημονικής κρίσης της. Συνεπώς, η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 25 του εν λόγω νόμου «προσεπικύρωση» των ανωτέρω αποφάσεων της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης από το Διοικητή του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., δεν δύναται να αφορά έλεγχο ουσίας παρά μόνον έλεγχο νομιμότητος. Ομοίως, και η «τελεσίδικη απόφαση επί της υπόθεσης» της πενταμελούς επιτροπής, συγκροτούμενης κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, που επιλαμβάνεται είτε μετά από άρνηση του Διοικητή να προσεπικυρώσει, είτε μετά από ένσταση υποψηφίου, λαμβάνεται κατόπιν ελέγχου (μόνο της) νομιμότητας της απόφασης της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης. Η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στη γραμματική διατύπωση της διάταξης, διότι η διατύπωση του νόμου, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω επιτροπή «αποφασίζει επί της υπόθεσης», δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται κατόπιν ουσιαστικού ελέγχου. Εξάλλου, στην κείμενη νομοθεσία ο διοικητικός έλεγχος νομιμότητας ανατίθεται άλλοτε σε μονομελή και άλλοτε σε συλλογικά όργανα της Διοίκησης, συνεπώς, ο προβλεπόμενος εν προκειμένω έλεγχος από συλλογικό όργανο, συγκροτούμενο από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων (κατά πλειοψηφία) και μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου Α.Σ.Ε.Ι. είναι συμβατός, και από την άποψη αυτή, με έλεγχο νομιμότητας. Ο έλεγχος αυτός, προκειμένου να διενεργείται με μείζονα εχέγγυα ορθής κρίσης, ανατέθηκε από το νομοθέτη σε συλλογικό όργανο συγκροτούμενο το μεν από ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι, κατά τεκμήριο, έχουν καλύτερη γνώση της νομοθεσίας από την άποψη της στρατιωτικής οργάνωσης των Α.Σ.Ε.Ι. και των Ενόπλων Δυνάμεων γενικότερα, το δε από μέλη Δ.Ε.Π., τα οποία, κατά τεκμήριο, έχουν καλύτερη γνώση της εκπαιδευτικής νομοθεσίας. Τέλος, η συγκρότηση της επιτροπής αυτής κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς στοιχεί προς τον προέχοντα χαρακτήρα των Α.Σ.Ε.Ι., ως παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, σε σχέση με το χαρακτήρα τους ως εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Κατόπιν τούτων, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί ουσιαστικού ελέγχου της πενταμελούς επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζου και των Συμβούλων Γεωργίου Ποταμιά, Παναγιώτας Καρλή, Ταξιαρχίας Κόμβου, Ηλία Μάζου και της Παρέδρου Ουρανίας Νικολαράκου, από την ανάθεση της "τελεσίδικης" κρίσης επί της υποθέσεως σε συλλογικό όργανο, και μάλιστα όχι μόνον στην περίπτωση μη επικυρώσεως της αποφάσεως του εκλεκτορικού σώματος από τον Διοικητή της Σχολής για λόγους νομιμότητας αλλά και όταν υποβληθεί από υποψήφιο ένσταση κατ΄ αυτής, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 124 παρ. 1Δ του ν. 4199/2013 πενταμελής επιτροπή ελέγχει την απόφαση για την εκλογή ή εξέλιξη καθηγητού όχι μόνον από άποψη νομιμότητας αλλά και από ουσιαστικής απόψεως. Με τα δεδομένα αυτά, και χωρίς να παραγνωρίζεται ότι τα ΑΣΕΙ δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος για την ανώτατη εκπαίδευση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συγκρότηση του οργάνου που έχει ουσιαστική αρμοδιότητα να αξιολογήσει τα επιστημονικά προσόντα και την ακαδημαϊκή επάρκεια υποψήφιου καθηγητή μέλους Διδακτικού Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) των ΑΣΕΙ, για να είναι σύμφωνη με την αρχή της αξιοκρατίας και την κατοχυρωμένη στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της επιστημονικής ελευθερίας και να είναι πρόσφορη για την αποτελεσματική πραγματοποίηση του σκοπού του εν λόγω οργάνου, δεν είναι αναγκαίο αυτό να απαρτίζεται από πρόσωπα τα οποία έχουν τα απαραίτητα, κατά περίπτωση, επιστημονικά προσόντα προς λήψη της σχετικής απόφασης, να μην μετέχουν δε σ’ αυτό πρόσωπα τα οποία, όπως συνάγεται από την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίζονται ως μέλη του, στερούνται των εν λόγω προσόντων. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την μειοψηφούσα άποψη, η διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1Δ του ν. 4199/2013, με την οποία η άσκηση ουσιαστικής φύσεως αρμοδιότητας για την εκλογή και εξέλιξη μελών ΔΕΠ των ΑΣΕΙ. που διακρίνονται, κατά τα προεκτεθέντα, από το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.), ανατίθεται σε επιτροπή με την ανωτέρω εκτεθείσα σύνθεση ευρίσκεται σε αντίθεση προς τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές και είναι ανίσχυρη (πρβλ. ΣτΕ 1012/2013 Ολ.). Περαιτέρω, κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Όλγας Ζύγουρα, εν όψει και της κατά τα ανωτέρω (βλ. σκ. 18) διατυπωθείσης από αυτήν απόψεως ότι και προκειμένου περί του καθεστώτος του ΔΕΠ των ΑΣΕΙ ευρίσκουν ευθεία μεν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, ανάλογη δε εφαρμογή και οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η πρόβλεψη, με τις ανωτέρω διατάξεις, της ασκήσεως ελέγχου επί των πράξεων εκλογής ή εξελίξεως μελών ΔΕΠ, επί αποφάσεων, δηλαδή, που λαμβάνονται, κατά νόμον, βάσει ακαδημαϊκών κριτηρίων, από συλλογικό όργανο, τα μέλη του οποίου το μεν ορίζονται από όργανο εκτός του ΑΣΕΙ, το δε αποτελούνται κατά πλειοψηφία από πρόσωπα, που δεν προβλέπεται να προέρχωνται από το ΔΕΠ -δηλαδή από το ακαδημαϊκό προσωπικό- του ΑΣΕΙ, αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, αλλά και στην παρ. 5 του αυτού άρθρου, εφαρμοζομένη εν προκειμένω αναλόγως.
20. Επειδή, στο ν. 3187/2003 ορίζεται, στο άρθρο 9 ότι: «1. Προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος. Η διαπίστωση της συνάφειας της διδακτορικής διατριβής ή του όλου ερευνητικού ή επιστημονικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης Δ.Ε.Π. αποτελεί ευθύνη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής και του εκλεκτορικού σώματος. 2. … 3. … 4. … 5. Για την εκλογή ή εξέλιξη σε θέση Καθηγητή απαιτούνται: α. Τουλάχιστον έξι έτη αυτοδύναμης διδασκαλίας, μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος, στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα με τεκμηριωμένη συμβολή στη διαμόρφωση και διδασκαλία της ύλης δύο τουλάχιστον μαθημάτων ή τουλάχιστον έξι έτη σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής με τεκμηριωμένη συμβολή στην ανάπτυξη των ερευνητικών προγραμμάτων ή εκτεταμένο επαγγελματικό έργο σε σχετικό επιστημονικό πεδίο ή συνδυασμός των παραπάνω. β. Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά από τις οποίες ορισμένες πρέπει να είναι αυτοδύναμες ή πρωτότυπες επιστημονικές μονογραφίες, εκτός από τη διδακτορική διατριβή. γ. Τουλάχιστον τρία έτη διδασκαλίας ή εποπτείας ερευνητικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε Α.Σ.Ε.Ι. ή πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Για την εκλογή συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψηφίου έχει αναγνωριστεί διεθνώς για τη συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης και έχει χρησιμοποιηθεί και αναγνωρισθεί από άλλους ερευνητές. 6. Η κρίση για εξέλιξη ή εκλογή μελών Δ.Ε.Π. βασίζεται στο συνολικό διδακτικό έργο των κρινομένων, στη συνολική τους επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, με έμφαση στη διεθνή τους παρουσία, ικανό μέρος των οποίων πρέπει να έχει συντελεσθεί κατά τα τελευταία πέντε έτη από την υποβολή της αίτησης για εξέλιξη ή εκλογή. 7. [όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 88 του ν. 3883/2010] Στοιχεία τα οποία συνεκτιμώνται ιδιαίτερα κατά την κρίση για κατάληψη θέσης ΔΕΠ είναι το ήθος, η προσωπικότητα του υποψηφίου και η κοινωνική του προσφορά. Είναι δυνατή η εκλογή και εν ενεργεία αξιωματικών, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, οι οποίοι καταλαμβάνουν την αντίστοιχη θέση, αφού προηγουμένως παραιτηθούν από την ενεργό υπηρεσία μετά την εκλογή τους. 8. …». Στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Ο προγραμματισμός νέων θέσεων Δ.Ε.Π. στο Α.Σ.Ε.Ι. γίνεται σε ετήσια βάση. … 2. Η προκήρυξη των κενών θέσεων Δ.Ε.Π. γίνεται από το οικείο Α.Σ.Ε.Ι., μετά από έγκριση του οικείου Κλάδου και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Στην προκήρυξη αναφέρεται η βαθμίδα, ο τομέας και το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης, το οποίο πρέπει να καλύπτει έναν κλάδο της οικείας επιστήμης, μιας τουλάχιστον αναγνωρισμένης ειδικότητας. 3. Η προκήρυξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά από έλεγχο νομιμότητας που ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Μέσα σε δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση του αντίστοιχου αριθμού φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Α.Σ.Ε.Ι., το τελευταίο ανακοινώνει στον ημερήσιο τύπο τη δημοσίευση της προκήρυξης, τον αριθμό του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε δύο μήνες από την ημερομηνία του εγγράφου της ανακοίνωσης. … 4. Μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, υποβάλλονται στη Γραμματεία του Α.Σ.Ε.Ι. οι αιτήσεις των υποψηφίων μαζί με όλα τα αναγκαία για την κρίση δικαιολογητικά. Απολύτως απαραίτητα δικαιολογητικά θεωρούνται το βιογραφικό σημείωμα, αντίγραφο των πτυχίων και των τίτλων σπουδών των υποψηφίων, αναλυτικό υπόμνημα για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα, καθώς και τόσα αντίτυπά τους, όσα είναι τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος». Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προκήρυξη της επίμαχης θέσης Δ.Ε.Π., οι υποψήφιοι ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν, ως δικαιολογητικά υποβολής υποψηφιότητας, μεταξύ άλλων, α) βιογραφικό σημείωμα (εγγράφως και σε ηλεκτρονική μορφή), β) επικυρωμένα αντίγραφα των πτυχίων και των τίτλων σπουδών και γ) πλήρες αναλυτικό υπόμνημα, για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα (εγγράφως και σε ηλεκτρονική μορφή). Επίσης, στην ίδια προκήρυξη διαλαμβάνεται ότι «απολύτως απαραίτητα δικαιολογητικά θεωρούνται το βιογραφικό σημείωμα, επικυρωμένο αντίγραφο των πτυχίων και των τίτλων σπουδών των υποψηφίων, αναλυτικό υπόμνημα για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα, καθώς και τις επιστημονικές εργασίες». Περαιτέρω, όπως ρητώς προβλέπει η ρηθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3187/2003, για την εκλογή ή εξέλιξη σε θέση Καθηγητή απαιτείται, μεταξύ άλλων, το τυπικό προσόν της τριετούς, τουλάχιστον, διδασκαλίας ή εποπτείας ερευνητικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε Α.Σ.Ε.Ι. ή πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.
21. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την προσβολή διορισμού τρίτου προσώπου σε δημόσια θέση κατά παράλειψη του ασκούντος την αίτηση ακυρώσεως δεν αρκεί η απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος από τον τελευταίο για την κατάληψη της θέσης αυτής ή η απλή συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής, αλλά απαιτείται επιπλέον αυτός που προσβάλλει το διορισμό του τρίτου προσώπου και τη δική του παράλειψη, να προβάλλει και αποδεικνύει ή να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ότι πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, θετικές ή αρνητικές, του νόμου για το διορισμό του ώστε, αν δεν διοριστεί ο τρίτος ή ακυρωθεί ο διορισμός του, να είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή σύμφωνα με το νόμο ή κατ’ ουσία εξέταση της υποψηφιότητάς του και η επιλογή του για διορισμό στη διεκδικούμενη θέση. Άμεση συνέπεια της παραδοχής αυτής είναι ότι, η έλλειψη ορισμένου τυπικού προσόντος ή η συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένου κωλύματος, που καθιστά αδύνατη την κατάληψη της επίδικης θέσης από αυτόν, στερεί τον αιτούντα από το έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση του διορισμού τρίτου προσώπου, ανεξάρτητα από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και τη βασιμότητά τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής των τυπικών προσόντων στο πρόσωπο του αιτούντος μπορεί να γίνει και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή, υπό την προϋπόθεση ότι η συνδρομή αυτή προκύπτει αποκλειστικά από μία υφιστάμενη ήδη νομική κατάσταση ή βεβαιώνεται με ορισμένο δημόσιο ή άλλο έγγραφο και δεν συνάγεται από ουσιαστική εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την οποία κατά νόμο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να αξιολογήσει μία ιδιότητα, ικανότητα ή σχέση που επιτρέπει τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου στην διαδικασία του διορισμού (βλ. ΣτΕ 2855/1985 Ολομ., 1410/ 2011, 2717/2007, 229/2006, 3285, 2697, 1544/2005, 2990/2002 κ.ά.). Η νομολογία αυτή πρέπει, κατ’ αναλογίαν, να τυγχάνει εφαρμογής και στη διοικητική διαδικασία (επί διορισμών σε δημόσιες θέσεις, διαδικασίες επιλογής κ.λπ.) και δη στην περίπτωση κατά την οποία τρίτο πρόσωπο αμφισβητεί με ένσταση ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου την γενόμενη επιλογή.
22. Επειδή, προβάλλεται ότι η ένσταση του ... ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής ασκήθηκε άνευ εννόμου συμφέροντος και θα έπρεπε να απορριφθεί για το λόγο αυτό, ο οποίος και προβλήθηκε. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι αυτός, κατά την υποβολή της αιτήσεως υποψηφιότητάς του για την επίδικη θέση, δεν συνυπέβαλε α) αντίγραφα της διδακτορικής του διατριβής και μάλιστα σε τόσα αντίτυπα όσοι και οι εκλέκτορες και β) δεν διαθέτει, μεταξύ άλλων, και το τυπικό προσόν της τριετούς διδασκαλίας σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, καθότι η μεταπτυχιακή του διδασκαλία συνοψίζεται σε τέσσερα (εαρινά) εξάμηνα και όχι έξι.
23. Επειδή, η διατύπωση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3187/2003 ότι «προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος» και ότι η διαπίστωση της συνάφειας της διδακτορικής διατριβής ή του όλου ερευνητικού ή επιστημονικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης Δ.Ε.Π. αποτελεί ευθύνη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής και του εκλεκτορικού σώματος» (διάταξη η οποία αποβλέπει στην πληρέστερη ενημέρωση του συνόλου των μελών του εκλεκτορικού σώματος, σχετικώς με τη συνάφεια της διδακτορικής διατριβής), έχει την έννοια ότι η μη υποβολή εκ μέρους ορισμένου υποψηφίου της διδακτορικής του διατριβής, και δη στον επιβαλλόμενο αριθμό αντιτύπων, έχει ως συνέπεια η υποψηφιότητά του να θεωρείται μη νομίμως υποβληθείσα (πρβλ. ΣτΕ 2095/2002). Αυτά άλλωστε δέχθηκε και η Επιτροπή Επιλογής και Εξέλιξης Καθηγητού στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. 2/2014 πρακτικό της. Κατόπιν τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η υποψηφιότητα του ... δεν υπεβλήθη κατά την υπό του νόμου διαγραφόμενη διαδικασία, ως διαπιστούται νομίμως και από το αρμόδιο εκλεκτορικό όργανο, συνεπώς δε, αυτός, στερούμενος της δυνατότητος να επιλεγεί για τη θέση του καθηγητού της Σ.Σ.Ε., δεν είχε και έννομο συμφέρον να ασκήσει την επίμαχη ένσταση κατά της πράξεως επιλογής του νυν αιτούντος. Ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη η μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη (από 29.7.2014 πρακτικό) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων, δεδομένου ότι εδέχθη και εξήτασε την ένσταση αυτή, παραβλέψασα ότι αυτή είχε ασκηθεί άνευ εννόμου συμφέροντος από τον νυν παρεμβαίνοντα.
23. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να απορριφθεί η παρέμβαση. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την από 29.7.2014 απόφαση (πρακτικό) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Απορρίπτει την παρέμβαση.
Επιβάλλει στο Δημόσιο και στον παρεμβαίνοντα, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016.
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Νικ. Σακελλαρίου  Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

ΣτΕ 387/2016 (Ολομ.): Μέλη ΔΕΠ ΑΣΕΙ - Έννομο συμφέρον για την προσβολή της πράξεως εκλογής τρίτου προσώπου



Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Διαδικασία Εκλογής μελών Δ.Ε.Π.. Φύση ελέγχου εκ μέρους της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003. Έννομο συμφέρον για την άσκηση ενστάσεως ενώπιον του αρμοδίου οργάνου στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επιλογής για την πλήρωση δημόσιας θέσης.
 
Σκέψεις 3 - 23 της υπ' αριθμ. 387/2016 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση: α) της από 29.7.2014 αποφάσεως (πρακτικού) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003, με την οποία ακυρώθηκε η εκλογή του αιτούντος στη βαθμίδα του Καθηγητού στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και αποφασίστηκε, περαιτέρω, η επανάληψη της διαδικασίας εκλογής και β) του Φ.300/25/381900/Σ.40/8.8.2014 εγγράφου του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης, με το οποίο το ως άνω πρακτικό, το οποίο είχε διαβιβασθεί σε αυτόν από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Γ.Ε.Σ.), επεστράφη στο Γ.Ε.Σ. με την αιτιολογία ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής είναι κατά νόμο τελεσίδικη και, ως εκ τούτου, μετά την έκδοσή της, «εξαντλήθηκε η διοικητική δικαιοδοσία επί του θέματος».
4. Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον ο αιτών ζητεί, με την αίτηση αυτή, την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως της πενταμελούς επιτροπής, με την οποία ακυρώθηκε η εκλογή του στην βαθμίδα του Καθηγητού.
5. Επειδή, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων ο ..., ο οποίος είχε ασκήσει την από 3.1.2014 ένσταση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση της πενταμελούς επιτροπής.
6. Επειδή, το δεύτερο προσβαλλόμενο έγγραφο του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης στερείται εκτελεστού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται απαραδέκτως. Και τούτο διότι, το έγγραφο αυτό, με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, επεστράφη το προσβαλλόμενο πρακτικό της πενταμελούς επιτροπής στο Γ.Ε.Σ. χωρίς να χωρήσει επ’ αυτού έλεγχος νομιμότητας, με την αιτιολογία ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής είναι κατά νόμον τελεσίδικη, δεν παρήγαγε αυτοτελώς έννομες συνέπειες. Κατόπιν τούτου, και ενόψει του ότι πάντως κατά του εν λόγω εγγράφου δεν προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως, παραδεκτώς προσβάλλεται μόνον η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής.
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 4389/2011 7μ), μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (1.1.2011), το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως, που αφορούσαν το διορισμό και γενικά την υπηρεσιακή κατάσταση των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλην των λεκτόρων, οι οποίοι υπήγοντο πρωτοδίκως στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών εφετείων. Με το ν. 3900/2010 ορίσθηκε ότι εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν, μεταξύ άλλων, το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (βλ. ΣτΕ 3752/2014, 4389/2011 7μ. κ.ά.). Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του ν. 3900/2010, πρέπει να θεωρηθεί, όπως συνάγεται και από το 4/2010 πρακτικό της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο παραπέμπει η εισηγητική έκθεση του νόμου, ότι ο νομοθέτης δεν απέβλεψε στη μεταφορά στα Διοικητικά Εφετεία και των υποθέσεων που αφορούν στον διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας των Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Σ.Ε.Ι.), οι οποίες ανέκαθεν εθεωρούντο ως ανήκουσες στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εν όψει ιδίως του πάγιου νομοθετικού χαρακτηρισμού των Α.Σ.Ε.Ι. ως ισότιμων με τα Α.Ε.Ι. (βλ. ΣτΕ 320/1980, βλ. επίσης ΣτΕ 683/2008, 768/2000, 829/1998, 2040/1996 κ.ά.). Ενόψει των προεκτεθέντων, αρμοδίως εισάγεται η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΣτΕ 3752/2014, 3965/2013 και ΣτΕ 1062/2014).
8. Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους... 3. ... 4. … 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. … 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. … 7. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές».
9. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια, που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης, αλλά και του κοινού νομοθέτη κατά την από αυτόν ρύθμιση των σχετικών θεμάτων (βλ. ΣτΕ 41/2013 Ολομ., 2801/1984 Ολομ, 2786/1984 Ολομ., 2705/2014 7μ., 2303/2011 7μ., 1856/2003 7μ., 4009/2000 7μ. κ.ά., βλ. και ΠΕ 144/2008 Ολομ., 274/2009, 117/2007 5μ., 395/1998 5μ.). Κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, η ανώτατη εκπαίδευση, σκοπός της οποίας είναι η προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης με την έρευνα και τη διδασκαλία, παρέχεται από αυτοτελή ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων αυτών. Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, αλλά και ως θεσμική εγγύηση, ως οργανωμένη δηλαδή δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη, σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και με μέσα που παρέχει το κράτος, μέσα στο πλαίσιο της λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (βλ. ΣτΕ 1013/2013 Ολομ., 982/2012 Ολομ., 2801/1984 Ολομ., 2786/1984 Ολομ., 2992/ 2014, 2705/2014 7μ., 2303/2011 7μ., 1223/2010, 4009/2000 7μ. κ.ά., βλ. και ΠΕ 144/ 2008 Ολομ., 274/2009, 117/2007 5μ., 395/1998 5μ.).
10. Επειδή, με τον ν. 3187/2003 «Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.)» (Α’ 233) ρυθμίσθηκε επί νέας βάσεως η οργάνωση των στρατιωτικών σχολών (ΣτΕ 3752/2014, ΠΕ 245/2007, 85/2008), με την ίδρυση ενιαίου νομοθετικού πλαισίου οργανώσεως και λειτουργίας αυτών (ΣτΕ 3752/2014, 3382/2005 7μ.), κατά τα αναφερόμενα δε στην οικεία εισηγητική έκθεση, με το νόμο αυτόν επιδιώχθηκε ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού καθεστώτος των τριών στρατιωτικών σχολών (Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και Σχολή Ικάρων) και η εναρμόνισή του με το θεσμικό πλαίσιο των Πανεπιστημίων σε ό,τι αφορά την παρεχόμενη από τις σχολές αυτές ακαδημαϊκή εκπαίδευση, με σκοπό την αναβάθμισή της, για το λόγο δε αυτό καθιερώνεται στο νόμο και ο όρος Ανώτατα Στρατιωτικά Ιδρύματα, αναφερόμενος στις ως άνω τρεις σχολές. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω νόμο, όπως ήδη ισχύει, Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) είναι η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Σ.Σ.Ε.), η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (Σ.Ν.Δ.) και η Σχολή Ικάρων (Σ.Ι.). Οι Σχολές αυτές είναι ισότιμες με τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από την κείμενη νομοθεσία, παρέχουν δε ισότιμη εκπαίδευση και χορηγούν ισότιμα πτυχία με αυτά. Τα Α.Σ.Ε.Ι. έχουν ως αποστολή α) να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση στους σπουδαστές τους με την έρευνα και διδασκαλία της στρατιωτικής – ναυτικής - αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και των συναφών θεωρητικών, θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών, β) να αναπτύσσουν τις στρατιωτικές αρετές και τη στρατιωτική αγωγή ώστε να διαμορφώνουν αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων με στρατιωτική συνείδηση, μόρφωση ανώτατου επιπέδου, καθώς και κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική παιδεία και αγωγή, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να καταστούν ικανοί ηγήτορες με άρτια επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση και γ) να διοργανώνουν από κοινού με τα Πανεπιστήμια, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών και να διεξάγουν επιστημονική έρευνα σε τομείς ενδιαφέροντος των Ενόπλων Δυνάμεων (Ε.Δ.). Η διάρκεια σπουδών στα Α.Σ.Ε.Ι. είναι κατ’ ελάχιστον τέσσερα έτη και οι σπουδές οργανώνονται σε ακαδημαϊκά εξάμηνα, την εποπτεία δε σε αυτά ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας (Υ.ΕΘ.Α.) δια των οικείων Γενικών Επιτελείων [αρθρ. 1, όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Στα Α.Σ.Ε.Ι. παρέχεται στρατιωτική (θεωρητική και πρακτική) και ακαδημαϊκή εκπαίδευση, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του οικείου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων. Η στρατιωτική εκπαίδευση αφορά στις θεωρητικές, τεχνικές και πρακτικές γνώσεις και δεξιότητες, καθώς και στην πρακτική εξάσκηση και εφαρμογή της στρατιωτικής, ναυτικής και αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας στο οικείο επιχειρησιακό περιβάλλον, η δε ακαδημαϊκή εκπαίδευση αφορά στην επιστημονική γνώση των αντικειμένων των θετικών, εφαρμοσμένων, τεχνολογικών, κοινωνικών, ανθρωπιστικών και θεωρητικών επιστημών, οι οποίες διδάσκονται στα Α.Σ.Ε.Ι. και σε αυτήν υπάγονται όλα τα μαθήματα επιστημονικού χαρακτήρα τα οποία υποστηρίζουν γνωσιολογικά την εκπαίδευση των σπουδαστών (θεωρητική και πρακτική) στο πεδίο της στρατιωτικής εκπαίδευσης [άρθρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3413/2005]. Το προσωπικό των Α.Σ.Ε.Ι. αποτελείται από το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.), το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.), το Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (Ε.Ε.ΔΙ.Π.), το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικό (Ε.Τ.Ε.Π.) και το Εκπαιδευτικό Προσωπικό με Σύμβαση (Ε.Π.Σ.) [άρθρ. 7, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Το Δ.Ε.Π. ασκεί το διδακτικό και ερευνητικό έργο και αποτελείται από Καθηγητές και Αναπληρωτές Καθηγητές, οι οποίοι εκλέγονται ως μόνιμοι, καθώς και από Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες. Τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λειτουργικής ανεξαρτησίας, είναι δε πλήρους απασχόλησης [άρθρ. 8]. Προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος [άρθρ. 9]. Το διδακτικό έργο των μελών Δ.Ε.Π. περιλαμβάνει κυρίως τη διδασκαλία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων, την οργάνωση, επίβλεψη και λειτουργία εργαστηρίων, εργαστηριακών ασκήσεων και εργασιών, τη συμμετοχή σε φροντιστηριακά μαθήματα και σεμινάρια, τη συγγραφή εκπαιδευτικών βοηθημάτων, τη συνεργασία με προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς σπουδαστές, τη διεξαγωγή εξετάσεων και αξιολόγηση φοιτητών, καθώς και εποπτικά καθήκοντα στην εξεταστική διαδικασία. Το ερευνητικό επιστημονικό έργο περιλαμβάνει κυρίως τη βασική ή εφαρμοσμένη έρευνα, την καθοδήγηση διπλωματικών εργασιών, μεταπτυχιακών διπλωμάτων ειδίκευσης και διδακτορικών διατριβών και τη συμμετοχή σε συνέδρια και ερευνητικά σεμινάρια [άρθρ. 12]. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. διακρίνονται από το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.). Το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό αποτελείται από αξιωματικούς εν ενεργεία των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας ή του Λιμενικού Σώματος ή Στρατιωτικούς Δικαστές, κατόχους πτυχίου Πανεπιστημίου ή Α.Σ.Ε.Ι. ή της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), οι οποίοι φέρουν το βαθμό τουλάχιστον του Λοχαγού ή αντιστοίχου των άλλων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων και διορίζονται για τη διδασκαλία μαθημάτων της ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης. Ο διορισμός των μελών του Σ.Δ.Π. γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, με σύμβαση ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης. Οι Στρατιωτικοί Εκπαιδευτές (Σ.Ε.) είναι αξιωματικοί εν ενεργεία των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος ή των Σωμάτων Ασφαλείας, κάτοχοι τουλάχιστον πτυχίου Α.Σ.Ε.Ι. ή Πανεπιστημίου. Παρέχουν εκπαιδευτικό έργο σε αντικείμενα της στρατιωτικής Εκπαίδευσης και αμείβονται με ωριαία αντιμισθία [άρθρ. 21, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010]. Τέλος, για την προκήρυξη θέσεων, εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων [άρθρ. 25, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010].
11. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 88 του ν. 3883/2010 (Α΄ 167) επήλθαν εκτεταμένες τροποποιήσεις στο ν. 3187/2003. Όπως προκύπτει από τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού σκοπήθηκε η ενίσχυση της ακαδημαϊκής αυτοτέλειας και του κύρους των οργάνων των Α.Σ.Ε.Ι., με τη διόρθωση «ατυχών παρεμβάσεων» του ν. 3413/2005 και τη δημιουργία νέων οργάνων και εκλεκτορικών σωμάτων μόνο από μέλη Δ.Ε.Π. Ειδικότερα, το άρθρο 25 του ν. 3187/2003 αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Για την προκήρυξη θέσεων, εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των ΑΣΕΙ ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την εκλογή, μονιμοποίηση και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων. 2. Τα ΑΣΕΙ λογίζονται σε κάθε περίπτωση ως αυτοδύναμα Τμήματα. Ως Πρόεδρος του Τμήματος νοείται ο Κοσμήτορας του ΑΣΕΙ. Ως Γενική Συνέλευση του Τμήματος νοείται η Α.Σ. του ΑΣΕΙ. 3. Το όργανο εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης του λοιπού Διδακτικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, πλην Στρατιωτικών Εκπαιδευτών, είναι η Ακαδημαϊκή Συνέλευση. Επί θεμάτων διαδικασιών προκήρυξης, εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί Πανεπιστημίων. 4. …». Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 51 του νεότερου νόμου 4186/2013 (Α’ 193) προστέθηκε, στην παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 3187/2003 εδάφιο ως εξής: «Οι αποφάσεις του αρμόδιου οργάνου περί εκλογής, επιλογής, εξέλιξης, μονιμοποίησης του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, του Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και του Ειδικού Τεχνικού και Εργαστηριακού Προσωπικού, καθώς επίσης και οι σχετικές ανανεώσεις συμβάσεων εργασίας τους, για να τεθούν σε ισχύ, προσεπικυρώνονται από τον Διοικητή του οικείου Ανώτατου Στρατιωτικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος». Ακολούθως, με την παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ίδιου ν. 4199/2013 (Α’ 216) προστέθηκε, στην ίδια παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 3187/2003, και νέο εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση που ο διοικητής δεν προσεπικυρώσει την απόφαση του ως άνω αρμόδιου οργάνου ή σε περίπτωση που υποβληθεί από υποψήφιο ένσταση κατά της ως άνω απόφασης, αποφασίζει τελεσίδικα επί της υπόθεσης πενταμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τον Α` Υπαρχηγό του ΓΕΣ, προκειμένου για τη Σ.Σ.Ε. ή τον Υπαρχηγό του ΓΕΝ ή του ΓΕΑ, προκειμένου για τη Σ.Ν.Δ. και τη Σ.Ι., αντίστοιχα, δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστράτηγου ή αντιστοίχων του Κλάδου Ενόπλων Δυνάμεων, στον οποίο υπάγεται το Α.Σ.Ε.Ι, που ορίζονται από τον Αρχηγό του οικείου Γενικού Επιτελείου, καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., πλην εκείνων που συμμετείχαν στο αρχικό όργανο. Χρέη προέδρου της επιτροπής ασκεί ο αρχαιότερος αξιωματικός».
12. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Αναπληρωτής Καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων με γνωστικό αντικείμενο «...», ζήτησε, με την από ... αίτησή του, να εξελιχθεί στη βαθμίδα του Καθηγητή. Κατόπιν τούτου, με την Φ. ... απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης (Γ’ ...), προκηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, μία θέση Δ.Ε.Π. της βαθμίδας του Καθηγητού στον Τομέα Θεωρητικών Επιστημών της ως άνω Σχολής στο γνωστικό αντικείμενο «...». Υποψηφιότητα για τη θέση αυτή υπέβαλαν τόσο ο αιτών όσο και ο διδάκτορας ... (τρίτος υποψήφιος, ο οποίος αποκλείστηκε λόγω ελλείψεως διδακτορικού τίτλου). Εν συνεχεία, με την από 25.9.2013 απόφασή της (πρακτικό ...), η Ακαδημαϊκή Συνέλευση της Σχολής Ευελπίδων συγκρότησε, με τον ορισμό τακτικών και αναπληρωματικών μελών, ειδική επταμελή εκλεκτορική επιτροπή, η οποία συνήλθε στις 12.12.2013 και, αφού συγκροτήθηκε σε σώμα, όρισε τις καθηγήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου ... και ..., προκειμένου να συντάξουν, για την υποβοήθηση της επιτροπής, έκθεση αξιολόγησης για τα προσόντα και το έργο των υποψηφίων (βλ. πρακτικό ...). Ωστόσο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως θεραπείας που άσκησε ο υποψήφιος ... σχετικά με τη συμμετοχή στην επιτροπή ομότιμου καθηγητή, η Ακαδημαϊκή Συνέλευση, με την από 19.12.2013 απόφασή της (πρακτικό ...), ανασυγκρότησε την εν λόγω εκλεκτορική επιτροπή, η οποία συνήλθε εκ νέου στις 23.12.2013 και, αφού ανασυγκροτήθηκε σε σώμα, όρισε, ως αξιολογητές του έργου των υποψηφίων, τις ίδιες ως άνω καθηγήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου. Ακολούθως, η εκλεκτορική επιτροπή συνεδρίασε εκ νέου στις 27.3.2014 και, κατόπιν εκτενούς συζητήσεως για τα προσόντα των υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψη και την από 26.2.2014 έκθεση αξιολόγησης των ως άνω Καθηγητριών, με την οποία αυτές πρότειναν να εκλεγεί στην επίμαχη θέση Καθηγητή ο αιτών, εξέλεξε ομόφωνα τον αιτούντα στην επίμαχη θέση (πρακτικό ...). Περαιτέρω, η επιτροπή αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, να μην εκλεγεί ο ... ως δεύτερος καταλληλότερος υποψήφιος, όπως ορίζει ο ν. 4009/2011, με την αιτιολογία ότι «το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού και ερευνητικού έργου του δεν έχει την απαιτούμενη από το νόμο συνάφεια και περαιτέρω επειδή δεν κατέθεσε το σώμα της διδακτορικής διατριβής του, γεγονός που αποτελεί σοβαρό πρόβλημα αφού δεν μπορεί να κριθεί η συνάφεια του αντικειμένου της με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης όπως ο νόμος προνοεί (παρ. 1, άρθρο 9, ν. 3187/2003)». Η απόφαση αυτή «προσεπικυρώθηκε» από τον Διοικητή της Σχολής Ευελπίδων, ο οποίος ακολούθως, με το από 16.5.2014 έγγραφό του, την διαβίβασε προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού προκειμένου ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας να εκδώσει την πράξη διορισμού. Κατά της εν λόγω αποφάσεως της εκλεκτορικής επιτροπής, ο υποψήφιος ... άσκησε την από 3.6.2014 ένσταση ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων, που είχε ήδη θεσπιστεί με το ν. 4199/2013, προβάλλοντας αιτιάσεις που αφορούσαν τόσο τη διαδικασία εκλογής όσο και την ουσιαστική κρίση του εκλεκτορικού σώματος. Για την εξέταση της εν λόγω ενστάσεως, ο Αρχηγός του Γ.Ε.Σ., με την 16.6.2014 πράξη του, συγκρότησε τη ρηθείσα επιτροπή ενστάσεων, η οποία, κατόπιν διαδοχικών συνεδριάσεων και εκτενούς συζητήσεως, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή της έκρινε ότι (α) δεν τηρήθηκε η διαδικασία εκλογής που θεσπίζεται στο άρθρο 19 του ν. 4009/2011, (β) η εισήγηση της διμελούς αξιολογικής επιτροπής αναφέρεται μόνο αριθμητικά στο συγγραφικό έργο του αιτούντος, χωρίς να το κατονομάζει, να το αναλύει και να το αξιολογεί, περαιτέρω δε, συμπεριέλαβε κατά τρόπο γενικό και αόριστο τέσσερα υπό έκδοση βιβλία του αιτούντος και όχι δημοσιευμένα, όπως απαιτούσε η προκήρυξη και (γ) ο αιτών δεν διαθέτει το προσόν της ύπαρξης διεθνούς έργου και παρουσίας. Κατόπιν τούτων, η επιτροπή έκανε δεκτή, κατά πλειοψηφία, την ένσταση του ενιστάμενου υποψηφίου και αποφάσισε (α) να κριθεί η εκλογή του αιτούντος ως άκυρη, ως μη πληρούσα τις προϋποθέσεις του νόμου και (β) «επικουρικά και για λόγους ασφαλείας του δικαίου», να επαναληφθεί η διαδικασία κατόπιν υποβολής, έγκρισης και κύρωσης του αναθεωρημένου Οργανισμού της Σχολής Ευελπίδων. Το πρακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διαβιβάστηκε, με το από 30.7.2014 έγγραφο του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., στον Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας «για τις ενέργειές του», ο οποίος όμως, με το προσβαλλόμενο έγγραφό του, το επέστρεψε με το σκεπτικό ότι η απόφαση της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων είναι κατά νόμο τελεσίδικη και, ως εκ τούτου, μετά την έκδοσή της, «εξαντλήθηκε η διοικητική δικαιοδοσία επί του θέματος».
13. Επειδή, προβάλλεται ότι το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη διαδικασία εκλογής είναι αυτό που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προκήρυξης, ως εκ τούτου δε, μη νομίμως εφαρμόστηκε εν προκειμένω η διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013, με την οποία θεσπίστηκε η δυνατότητα ένστασης ενώπιον πενταμελούς επιτροπής, εφόσον ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σε χρόνο μεταγενέστερο της προκήρυξης.
14. Επειδή, η κατά νόμο διαδικασία εκλογής μέλους του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων συνιστά σύνθετη διοικητική ενέργεια (βλ. ΣτΕ 3057/2011, 4029/2010, 683/2008, 991/2007, 3695/2002, 829/1998 κ.ά.), η οποία διέπεται από τις εκάστοτε διαδικαστικού χαρακτήρα διατάξεις που τίθενται σε ισχύ κατά το χρόνο της διάρκειάς της (βλ. ΣτΕ 3057/2011, 4029/2010, 2795/2009, 991/2007, βλ. και ΣτΕ 3574/2010 7μ., 2695/2010, 382/2007, 3399/2000, 4078/1989, 3800/1977 κ.ά.). Συνεπώς, η νομιμότητα κάθε μιας από τις επιμέρους διοικητικές πράξεις της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, κρίνεται επί τη βάσει του νόμου του ισχύοντος κατά το χρόνο της εκδόσεώς τους (ΣτΕ 2258/1999). Ως εκ τούτου και κατόπιν αναλογικής εφαρμογής των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος ερείδεται επί της εσφαλμένης νομικής εκδοχής ότι στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμοστέες είναι οι διαδικαστικές διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο της προκήρυξης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
15. Επειδή, προβάλλεται ότι η πενταμελής επιτροπή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συγκροτήθηκε νομίμως. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013, κατ’ εφαρμογή της οποίας συγκροτήθηκε η πενταμελής επιτροπή, ορίζει μεν ότι αυτή αποτελείται από τον Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., προκειμένου για τη Σ.Σ.Ε., δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστράτηγου, που ορίζονται από τον Αρχηγό του οικείου Γενικού Επιτελείου, καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., δεν ορίζει όμως με απόφαση ποίου οργάνου (του Υπουργού, του Αναπληρωτή Υπουργού ή του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας) συγκροτείται η εν λόγω επιτροπή ενστάσεων, ως εκ τούτου δε, δημιουργείται ζήτημα μη νόμιμης συγκροτήσεώς της.
16. Επειδή, ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον ο αιτών, χωρίς να αμφισβητεί ευθέως την αρμοδιότητα του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., ο οποίος εξέδωσε εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε, την πράξη συγκροτήσεως της ως άνω επιτροπής, ισχυρίζεται γενικώς, ότι ανακύπτει ζήτημα μη νόμιμης συγκροτήσεώς της εκ μόνου του λόγου ότι δεν ορίζεται στο νόμο το όργανο που τη συγκροτεί. Πέραν όμως τούτου, ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Και τούτο διότι, εφόσον ο νόμος ορίζει ότι η εν λόγω πενταμελής επιτροπή αποτελείται από τον (εκάστοτε) Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., δύο αξιωματικούς βαθμού Υποστρατήγου, που ορίζονται από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ., καθώς και δύο καθηγητές, μέλη Δ.Ε.Π., που ορίζονται από την Ακαδημαϊκή Συνέλευση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, στο όργανο που συγκροτεί την επιτροπή, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι κατά νόμο είναι άλλο από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ., ουδεμία νομική ευχέρεια καταλείπεται ως προς την επιλογή των μελών της, ο δε αιτών δεν προσδιορίζει αν και ποια ειδικώς βλάβη υφίσταται από τυχόν αναρμοδιότητα του Αρχηγού του Γ.Ε.Σ., ο οποίος συγκρότησε εν προκειμένω την πενταμελή επιτροπή ενστάσεων σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου, δηλαδή από τον Α` Υπαρχηγό του Γ.Ε.Σ., δύο Υποστρατήγους που όρισε ο ίδιος, καθώς και από δύο καθηγητές της Σχολής Ευελπίδων (τον Κοσμήτορα και την Διευθύντρια του 1ου Τομέα της Σχολής), τους οποίους όρισε η Ακαδημαϊκή Συνέλευση κατά την συνεδρίασή της στις 15.5.2014.
17. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 1Δ του άρθρου 124 του ν. 4199/2013 αντίκειται στις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 16 του Συντάγματος περί ανωτάτης εκπαιδεύσεως, στις οποίες υπάγονται καθ’ ολοκληρίαν και τα Α.Σ.Ε.Ι., τα οποία αποτελούν sui generis Α.Ε.Ι. Τούτο διότι, με την εν λόγω διάταξη θεσμοθετείται όργανο για την κρίση μελών Δ.Ε.Π., το οποίο αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι όμως δεν είναι ακαδημαϊκοί, δεν έχουν την απαιτούμενη επαφή με τον ακαδημαϊκό χώρο και ιδίως με τη λειτουργία των Α.Ε.Ι., ούτε άλλωστε διαθέτουν ακαδημαϊκά προσόντα. Επιπλέον, προβάλλεται ότι στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος αντίκειται και η δυνατότητα της εν λόγω επιτροπής να κρίνει «τελεσίδικα» επί της υποθέσεως, να υποκαθίσταται δηλαδή στην κρίση του εκλεκτορικού σώματος, αντί να περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας.
18. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως στο πλαίσιο προϊσχυσασών διατάξεων, αλλά επαναλήφθηκε και υπό το νέο καθεστώς των διατάξεων του ν. 3187/2003, οι στρατιωτικές Σχολές, όπως η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, εν όψει της προέχουσας φύσης τους ως παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, που έχουν ως κύρια αποστολή την παραγωγή ικανών και καταρτισμένων αξιωματικών (βλ. ήδη άρθρο 1 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3187/2003), δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτοδιοικούμενων Α.Ε.Ι. κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1223/2010, 265/2002, 3894/ 1996 7μ., 2040/1996, 298/1993, 2820/1992, 2136/1991 7μ., 2887/1990, 3756/1989, 1118/1980, 320/1980, βλ. και ΣτΕ 22/2011 εν συμβ., βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/2008, 245/2007), συνεπώς δε, η κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας καταλαμβάνει μόνο το εκπαιδευτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. που προβλέπονται από την παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος και όχι και τις ειδικές παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων (βλ. ΣτΕ 2254/2000 7μ., 3894/1996 7μ., 298/ 1993, 2820/1992, 2136/1991 7μ., 3756/1989). Επομένως, ο νομοθετικός χαρακτηρισμός των σχολών αυτών ως «ανώτατων» και «ισότιμων» με Α.Ε.Ι. δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση εξομοίωση των στρατιωτικών σχολών προς τα Α.Ε.Ι. (ΣτΕ 22/2011 εν συμβ., βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/2008, 245/2007), ούτε αυτόματη εξομοίωση των πτυχίων των στρατιωτικών σχολών και των αντίστοιχων επαγγελματικών δικαιωμάτων προς τα πτυχία των Α.Ε.Ι. και τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων Α.Ε.Ι., αντιστοίχως. Εναπόκειται δε στο νομοθέτη να καθορίσει, για κάθε πτυχίο στρατιωτικής σχολής, τους συγκεκριμένους επαγγελματικούς τομείς, πέραν των τομέων που συνάπτονται με τις Ένοπλες Δυνάμεις, στους οποίους αυτό παρέχει πρόσβαση, ανάλογα με το είδος και το επίπεδο των πιστοποιουμένων με το εν λόγω πτυχίο γνώσεων (βλ. και ΠΕ 108/2014, 85/2013, 85/ 2008, 245/2007). Εν όψει όλων όσων προεκτέθηκαν, έχει κριθεί περαιτέρω ότι το εκπαιδευτικό προσωπικό των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με το πάσης φύσεως εκπαιδευτικό προσωπικό των κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος Α.Ε.Ι., ως εκ τούτου δε, δικαιολογείται η διαφορετική υπηρεσιακή και μισθολογική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών προσωπικού, χωρίς εξ αυτού να τίθεται ζήτημα αντιθέσεως των σχετικών ρυθμίσεων προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (βλ. ΣτΕ 1223/2010, 265/2002, 2254/2000 7μ, 3894/ 1996 7μ., 2040/1996, 2136/1991 7μ.). Και ναι μεν, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3187/2003, όπως μάλιστα τροποποιήθηκαν με το ν. 3883/2010, προσδίδεται στις στρατιωτικές Σχολές ο χαρακτήρας σχολών ανώτατης εκπαίδευσης, εφόσον, με τον νόμο αυτό, όπως άλλωστε και με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, οι σχολές αυτές κατατάσσονται στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και η περαιτέρω οργάνωσή τους από το νομοθέτη στηρίζεται στην αντίληψη ότι πρόκειται για ανώτατες σχολές, όπως προκύπτει από το σύνολο των ρυθμίσεων του ανωτέρω νόμου και την εισηγητική αυτού έκθεση καθώς και τις συζητήσεις στη Βουλή που προηγήθηκαν του ν. 3883/2010, και ιδίως από τις διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες τα χορηγούμενα από τις σχολές αυτές πτυχία θεωρούνται ισότιμα με εκείνα των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης (και δη του πανεπιστημιακού τομέα), ο χρόνος σπουδών ανέρχεται σε τέσσερα έτη, οι βαθμίδες και το έργο του διδακτικού προσωπικού ορίζονται κατά τα πρότυπα των πανεπιστημίων, τα μέλη του Δ.Ε.Π. χαρακτηρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί που απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λειτουργικής ανεξαρτησίας, επί θεμάτων δε διαδικασιών προκήρυξης, εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησης των μελών Δ.Ε.Π. εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί Πανεπιστημίων. Η κατά τα ανωτέρω, όμως, αναγωγή των στρατιωτικών Σχολών σε ανώτατες σχολές δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος. Τούτο διότι, τα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν οργανώνονται, όπως απαιτεί το Σύνταγμα, ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αλλά αποτελούν, κατ’ ουσίαν, υπηρεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων που τελούν υπό την «εποπτεία» του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Ως εκ τούτου, και προεχόντως για το λόγο αυτό, οι εκπαιδευτικές αυτές μονάδες δεν είναι ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 16 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1699/1975, ΠΕ 117/2007) και συνεπώς, ο αντίστοιχοι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την γνώμη, όμως, της Συμβούλου Όλγας Ζύγουρα, ναι μεν τα κατά τον ν. 3187/2003 Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) αποτελούν sui generis Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), ως εκ του, κατά τα ανωτέρω, προέχοντος χαρακτήρος των ως παραγωγικών σχολών των ενόπλων δυνάμεων, εν τούτοις αυτά, είναι, κατά νόμον (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 88 παρ. 1 ν. 3883/2010), ισότιμα με τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέως της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, παρέχεται δε σ΄ αυτά τόσο στρατιωτική όσο και ακαδημαϊκή εκπαίδευση (άρθρο 2 ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 ν. 3413/2005), ενώ, περαιτέρω, προβλέπεται και η δυνατότητα συμπράξεων και συνεργασίας των με τα Πανεπιστήμια (π.χ. άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ ν. 3187/2003, άρθρο 5 παρ 6 περ. β εδ εε ν. 3187/2003, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 4 ν. 3413/2005). Εξ άλλου, το διδακτικό και εκπαιδευτικό προσωπικό των εν λόγω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων διακρίνεται σε κατηγορίες (άρθρο 7 ν. 3187/2003), στις οποίες πέραν του στρατιωτικού διδακτικού προσωπικού και στρατιωτικών εκπαιδευτών, του ειδικού και εργαστηριακού διδακτικού προσωπικού κλπ περιλαμβάνεται και αυτή του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ), που ασκεί διδακτικό και ερευνητικό έργο και απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των κατηκόντων του (άρθρο 8 ν. 3187/2003). Για την εκλογή και εξέλιξη των μελών του προσωπικού της κατηγορίας αυτής (του ΔΕΠ) απαιτούνται ακαδημαϊκά προσόντα (διδακτορικό δίπλωμα, εκπαιδευτική πείρα σε ΑΕΙ, επιστημονικό έργο, ερευνητικό έργο, δημοσιεύσεις κλπ – βλ. άρθρο 9 ν. 3187/2003), ανάλογα με αυτά που απαιτούνται για τα μέλη του ΔΕΠ των λοιπών ΑΕΙ. Περαιτέρω, για το προσωπικό αυτό, προβλέπονται ιδιαίτερες υποχρεώσεις και πειθαρχικό καθεστώς, ως εκ του στρατιωτικού χαρακτήρος του εκπαιδευτικού ιδρύματος (άρθρα 16, 20 ν. 3187/2003). Εν όψει τούτων, σε ό,τι αφορά στο ακαδημαϊκό έργο των ΑΣΕΙ και στο καθεστώς του ΔΕΠ αυτών έχουν κατ΄ αρχήν εφαρμογή οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος, δεδομένου ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των ΑΣΕΙ δεν δικαιολογεί την εξαίρεση των από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Περαιτέρω, ως προς τα θέματα αυτά του ακαδημαϊκού έργου και του καθεστώτος του ΔΕΠ, οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 16 του Συντάγματος ευρίσκουν ανάλογη, λόγω του ιδιαιτέρου χαρακτήρος των, εφαρμογή επί των ΑΣΕΙ.
19. Επειδή, περαιτέρω, τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι., ναι μεν δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος, πλην, σύμφωνα με την κοινή νομοθεσία (ν. 3187/2003, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) τα απαιτούμενα για την επιλογή και διορισμό προσόντα, οι βαθμίδες και τα καθήκοντά τους στοιχούν προς αυτά των μελών Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων, χαρακτηρίζονται δε ως δημόσιοι λειτουργοί που απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους λειτουργική ανεξαρτησία. Εξάλλου, όσον αφορά στις διαδικασίες προκήρυξης, εκλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησής τους ορίζεται ότι εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές περί Πανεπιστημίων διατάξεις, το δε όργανο εκλογής, επιλογής, εξέλιξης και μονιμοποίησής τους καλείται, χαρακτηριστικά, «Ακαδημαϊκή Συνέλευση» και συγκροτείται αποκλειστικά από μέλη Δ.Ε.Π. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο περαιτέρω διοικητικός έλεγχος των αποφάσεων της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης περί εκλογής μελών του Δ.Ε.Π, εφόσον ασκείται από όργανα μη συγκροτούμενα αποκλειστικά (ή έστω κατά πλειοψηφία) από μέλη με επιστημονική, ενόψει της ιδιότητάς τους, κατάρτιση τουλάχιστον αντίστοιχη με αυτή των μελών Δ.Ε.Π. που απαρτίζουν την Ακαδημαϊκή Συνέλευση, δεν μπορεί, κατά το σύστημα και το σκοπό του ν. 3187/2003, να περιλαμβάνει και ουσιαστικό έλεγχο και δη έλεγχο της ορθότητας της επιστημονικής κρίσης της. Συνεπώς, η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 25 του εν λόγω νόμου «προσεπικύρωση» των ανωτέρω αποφάσεων της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης από το Διοικητή του οικείου Α.Σ.Ε.Ι., δεν δύναται να αφορά έλεγχο ουσίας παρά μόνον έλεγχο νομιμότητος. Ομοίως, και η «τελεσίδικη απόφαση επί της υπόθεσης» της πενταμελούς επιτροπής, συγκροτούμενης κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, που επιλαμβάνεται είτε μετά από άρνηση του Διοικητή να προσεπικυρώσει, είτε μετά από ένσταση υποψηφίου, λαμβάνεται κατόπιν ελέγχου (μόνο της) νομιμότητας της απόφασης της Ακαδημαϊκής Συνέλευσης. Η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στη γραμματική διατύπωση της διάταξης, διότι η διατύπωση του νόμου, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω επιτροπή «αποφασίζει επί της υπόθεσης», δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται κατόπιν ουσιαστικού ελέγχου. Εξάλλου, στην κείμενη νομοθεσία ο διοικητικός έλεγχος νομιμότητας ανατίθεται άλλοτε σε μονομελή και άλλοτε σε συλλογικά όργανα της Διοίκησης, συνεπώς, ο προβλεπόμενος εν προκειμένω έλεγχος από συλλογικό όργανο, συγκροτούμενο από ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων (κατά πλειοψηφία) και μέλη Δ.Ε.Π. του οικείου Α.Σ.Ε.Ι. είναι συμβατός, και από την άποψη αυτή, με έλεγχο νομιμότητας. Ο έλεγχος αυτός, προκειμένου να διενεργείται με μείζονα εχέγγυα ορθής κρίσης, ανατέθηκε από το νομοθέτη σε συλλογικό όργανο συγκροτούμενο το μεν από ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι, κατά τεκμήριο, έχουν καλύτερη γνώση της νομοθεσίας από την άποψη της στρατιωτικής οργάνωσης των Α.Σ.Ε.Ι. και των Ενόπλων Δυνάμεων γενικότερα, το δε από μέλη Δ.Ε.Π., τα οποία, κατά τεκμήριο, έχουν καλύτερη γνώση της εκπαιδευτικής νομοθεσίας. Τέλος, η συγκρότηση της επιτροπής αυτής κατά πλειοψηφία από ανώτατους αξιωματικούς στοιχεί προς τον προέχοντα χαρακτήρα των Α.Σ.Ε.Ι., ως παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, σε σχέση με το χαρακτήρα τους ως εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Κατόπιν τούτων, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί ουσιαστικού ελέγχου της πενταμελούς επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζου και των Συμβούλων Γεωργίου Ποταμιά, Παναγιώτας Καρλή, Ταξιαρχίας Κόμβου, Ηλία Μάζου και της Παρέδρου Ουρανίας Νικολαράκου, από την ανάθεση της "τελεσίδικης" κρίσης επί της υποθέσεως σε συλλογικό όργανο, και μάλιστα όχι μόνον στην περίπτωση μη επικυρώσεως της αποφάσεως του εκλεκτορικού σώματος από τον Διοικητή της Σχολής για λόγους νομιμότητας αλλά και όταν υποβληθεί από υποψήφιο ένσταση κατ΄ αυτής, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 124 παρ. 1Δ του ν. 4199/2013 πενταμελής επιτροπή ελέγχει την απόφαση για την εκλογή ή εξέλιξη καθηγητού όχι μόνον από άποψη νομιμότητας αλλά και από ουσιαστικής απόψεως. Με τα δεδομένα αυτά, και χωρίς να παραγνωρίζεται ότι τα ΑΣΕΙ δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος για την ανώτατη εκπαίδευση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συγκρότηση του οργάνου που έχει ουσιαστική αρμοδιότητα να αξιολογήσει τα επιστημονικά προσόντα και την ακαδημαϊκή επάρκεια υποψήφιου καθηγητή μέλους Διδακτικού Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) των ΑΣΕΙ, για να είναι σύμφωνη με την αρχή της αξιοκρατίας και την κατοχυρωμένη στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της επιστημονικής ελευθερίας και να είναι πρόσφορη για την αποτελεσματική πραγματοποίηση του σκοπού του εν λόγω οργάνου, δεν είναι αναγκαίο αυτό να απαρτίζεται από πρόσωπα τα οποία έχουν τα απαραίτητα, κατά περίπτωση, επιστημονικά προσόντα προς λήψη της σχετικής απόφασης, να μην μετέχουν δε σ’ αυτό πρόσωπα τα οποία, όπως συνάγεται από την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίζονται ως μέλη του, στερούνται των εν λόγω προσόντων. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την μειοψηφούσα άποψη, η διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1Δ του ν. 4199/2013, με την οποία η άσκηση ουσιαστικής φύσεως αρμοδιότητας για την εκλογή και εξέλιξη μελών ΔΕΠ των ΑΣΕΙ. που διακρίνονται, κατά τα προεκτεθέντα, από το Στρατιωτικό Διδακτικό Προσωπικό (Σ.Δ.Π.) και τους Στρατιωτικούς Εκπαιδευτές (Σ.Ε.), ανατίθεται σε επιτροπή με την ανωτέρω εκτεθείσα σύνθεση ευρίσκεται σε αντίθεση προς τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές και είναι ανίσχυρη (πρβλ. ΣτΕ 1012/2013 Ολ.). Περαιτέρω, κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Όλγας Ζύγουρα, εν όψει και της κατά τα ανωτέρω (βλ. σκ. 18) διατυπωθείσης από αυτήν απόψεως ότι και προκειμένου περί του καθεστώτος του ΔΕΠ των ΑΣΕΙ ευρίσκουν ευθεία μεν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, ανάλογη δε εφαρμογή και οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η πρόβλεψη, με τις ανωτέρω διατάξεις, της ασκήσεως ελέγχου επί των πράξεων εκλογής ή εξελίξεως μελών ΔΕΠ, επί αποφάσεων, δηλαδή, που λαμβάνονται, κατά νόμον, βάσει ακαδημαϊκών κριτηρίων, από συλλογικό όργανο, τα μέλη του οποίου το μεν ορίζονται από όργανο εκτός του ΑΣΕΙ, το δε αποτελούνται κατά πλειοψηφία από πρόσωπα, που δεν προβλέπεται να προέρχωνται από το ΔΕΠ -δηλαδή από το ακαδημαϊκό προσωπικό- του ΑΣΕΙ, αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος, αλλά και στην παρ. 5 του αυτού άρθρου, εφαρμοζομένη εν προκειμένω αναλόγως.
20. Επειδή, στο ν. 3187/2003 ορίζεται, στο άρθρο 9 ότι: «1. Προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος. Η διαπίστωση της συνάφειας της διδακτορικής διατριβής ή του όλου ερευνητικού ή επιστημονικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης Δ.Ε.Π. αποτελεί ευθύνη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής και του εκλεκτορικού σώματος. 2. … 3. … 4. … 5. Για την εκλογή ή εξέλιξη σε θέση Καθηγητή απαιτούνται: α. Τουλάχιστον έξι έτη αυτοδύναμης διδασκαλίας, μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος, στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα με τεκμηριωμένη συμβολή στη διαμόρφωση και διδασκαλία της ύλης δύο τουλάχιστον μαθημάτων ή τουλάχιστον έξι έτη σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής με τεκμηριωμένη συμβολή στην ανάπτυξη των ερευνητικών προγραμμάτων ή εκτεταμένο επαγγελματικό έργο σε σχετικό επιστημονικό πεδίο ή συνδυασμός των παραπάνω. β. Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά από τις οποίες ορισμένες πρέπει να είναι αυτοδύναμες ή πρωτότυπες επιστημονικές μονογραφίες, εκτός από τη διδακτορική διατριβή. γ. Τουλάχιστον τρία έτη διδασκαλίας ή εποπτείας ερευνητικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε Α.Σ.Ε.Ι. ή πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Για την εκλογή συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψηφίου έχει αναγνωριστεί διεθνώς για τη συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης και έχει χρησιμοποιηθεί και αναγνωρισθεί από άλλους ερευνητές. 6. Η κρίση για εξέλιξη ή εκλογή μελών Δ.Ε.Π. βασίζεται στο συνολικό διδακτικό έργο των κρινομένων, στη συνολική τους επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, με έμφαση στη διεθνή τους παρουσία, ικανό μέρος των οποίων πρέπει να έχει συντελεσθεί κατά τα τελευταία πέντε έτη από την υποβολή της αίτησης για εξέλιξη ή εκλογή. 7. [όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 88 του ν. 3883/2010] Στοιχεία τα οποία συνεκτιμώνται ιδιαίτερα κατά την κρίση για κατάληψη θέσης ΔΕΠ είναι το ήθος, η προσωπικότητα του υποψηφίου και η κοινωνική του προσφορά. Είναι δυνατή η εκλογή και εν ενεργεία αξιωματικών, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, οι οποίοι καταλαμβάνουν την αντίστοιχη θέση, αφού προηγουμένως παραιτηθούν από την ενεργό υπηρεσία μετά την εκλογή τους. 8. …». Στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Ο προγραμματισμός νέων θέσεων Δ.Ε.Π. στο Α.Σ.Ε.Ι. γίνεται σε ετήσια βάση. … 2. Η προκήρυξη των κενών θέσεων Δ.Ε.Π. γίνεται από το οικείο Α.Σ.Ε.Ι., μετά από έγκριση του οικείου Κλάδου και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Στην προκήρυξη αναφέρεται η βαθμίδα, ο τομέας και το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης, το οποίο πρέπει να καλύπτει έναν κλάδο της οικείας επιστήμης, μιας τουλάχιστον αναγνωρισμένης ειδικότητας. 3. Η προκήρυξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά από έλεγχο νομιμότητας που ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Μέσα σε δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση του αντίστοιχου αριθμού φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Α.Σ.Ε.Ι., το τελευταίο ανακοινώνει στον ημερήσιο τύπο τη δημοσίευση της προκήρυξης, τον αριθμό του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε δύο μήνες από την ημερομηνία του εγγράφου της ανακοίνωσης. … 4. Μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, υποβάλλονται στη Γραμματεία του Α.Σ.Ε.Ι. οι αιτήσεις των υποψηφίων μαζί με όλα τα αναγκαία για την κρίση δικαιολογητικά. Απολύτως απαραίτητα δικαιολογητικά θεωρούνται το βιογραφικό σημείωμα, αντίγραφο των πτυχίων και των τίτλων σπουδών των υποψηφίων, αναλυτικό υπόμνημα για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα, καθώς και τόσα αντίτυπά τους, όσα είναι τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος». Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προκήρυξη της επίμαχης θέσης Δ.Ε.Π., οι υποψήφιοι ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν, ως δικαιολογητικά υποβολής υποψηφιότητας, μεταξύ άλλων, α) βιογραφικό σημείωμα (εγγράφως και σε ηλεκτρονική μορφή), β) επικυρωμένα αντίγραφα των πτυχίων και των τίτλων σπουδών και γ) πλήρες αναλυτικό υπόμνημα, για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα (εγγράφως και σε ηλεκτρονική μορφή). Επίσης, στην ίδια προκήρυξη διαλαμβάνεται ότι «απολύτως απαραίτητα δικαιολογητικά θεωρούνται το βιογραφικό σημείωμα, επικυρωμένο αντίγραφο των πτυχίων και των τίτλων σπουδών των υποψηφίων, αναλυτικό υπόμνημα για τα υποβαλλόμενα πρωτότυπα επιστημονικά δημοσιεύματα, καθώς και τις επιστημονικές εργασίες». Περαιτέρω, όπως ρητώς προβλέπει η ρηθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3187/2003, για την εκλογή ή εξέλιξη σε θέση Καθηγητή απαιτείται, μεταξύ άλλων, το τυπικό προσόν της τριετούς, τουλάχιστον, διδασκαλίας ή εποπτείας ερευνητικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε Α.Σ.Ε.Ι. ή πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.
21. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την προσβολή διορισμού τρίτου προσώπου σε δημόσια θέση κατά παράλειψη του ασκούντος την αίτηση ακυρώσεως δεν αρκεί η απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος από τον τελευταίο για την κατάληψη της θέσης αυτής ή η απλή συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής, αλλά απαιτείται επιπλέον αυτός που προσβάλλει το διορισμό του τρίτου προσώπου και τη δική του παράλειψη, να προβάλλει και αποδεικνύει ή να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ότι πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, θετικές ή αρνητικές, του νόμου για το διορισμό του ώστε, αν δεν διοριστεί ο τρίτος ή ακυρωθεί ο διορισμός του, να είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή σύμφωνα με το νόμο ή κατ’ ουσία εξέταση της υποψηφιότητάς του και η επιλογή του για διορισμό στη διεκδικούμενη θέση. Άμεση συνέπεια της παραδοχής αυτής είναι ότι, η έλλειψη ορισμένου τυπικού προσόντος ή η συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένου κωλύματος, που καθιστά αδύνατη την κατάληψη της επίδικης θέσης από αυτόν, στερεί τον αιτούντα από το έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση του διορισμού τρίτου προσώπου, ανεξάρτητα από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και τη βασιμότητά τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής των τυπικών προσόντων στο πρόσωπο του αιτούντος μπορεί να γίνει και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή, υπό την προϋπόθεση ότι η συνδρομή αυτή προκύπτει αποκλειστικά από μία υφιστάμενη ήδη νομική κατάσταση ή βεβαιώνεται με ορισμένο δημόσιο ή άλλο έγγραφο και δεν συνάγεται από ουσιαστική εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την οποία κατά νόμο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να αξιολογήσει μία ιδιότητα, ικανότητα ή σχέση που επιτρέπει τη συμμετοχή του ενδιαφερομένου στην διαδικασία του διορισμού (βλ. ΣτΕ 2855/1985 Ολομ., 1410/ 2011, 2717/2007, 229/2006, 3285, 2697, 1544/2005, 2990/2002 κ.ά.). Η νομολογία αυτή πρέπει, κατ’ αναλογίαν, να τυγχάνει εφαρμογής και στη διοικητική διαδικασία (επί διορισμών σε δημόσιες θέσεις, διαδικασίες επιλογής κ.λπ.) και δη στην περίπτωση κατά την οποία τρίτο πρόσωπο αμφισβητεί με ένσταση ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου την γενόμενη επιλογή.
22. Επειδή, προβάλλεται ότι η ένσταση του ... ενώπιον της πενταμελούς επιτροπής ασκήθηκε άνευ εννόμου συμφέροντος και θα έπρεπε να απορριφθεί για το λόγο αυτό, ο οποίος και προβλήθηκε. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι αυτός, κατά την υποβολή της αιτήσεως υποψηφιότητάς του για την επίδικη θέση, δεν συνυπέβαλε α) αντίγραφα της διδακτορικής του διατριβής και μάλιστα σε τόσα αντίτυπα όσοι και οι εκλέκτορες και β) δεν διαθέτει, μεταξύ άλλων, και το τυπικό προσόν της τριετούς διδασκαλίας σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, καθότι η μεταπτυχιακή του διδασκαλία συνοψίζεται σε τέσσερα (εαρινά) εξάμηνα και όχι έξι.
23. Επειδή, η διατύπωση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3187/2003 ότι «προϋπόθεση για την εκλογή σε θέση Δ.Ε.Π. είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος» και ότι η διαπίστωση της συνάφειας της διδακτορικής διατριβής ή του όλου ερευνητικού ή επιστημονικού έργου των υποψηφίων με το γνωστικό αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης Δ.Ε.Π. αποτελεί ευθύνη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής και του εκλεκτορικού σώματος» (διάταξη η οποία αποβλέπει στην πληρέστερη ενημέρωση του συνόλου των μελών του εκλεκτορικού σώματος, σχετικώς με τη συνάφεια της διδακτορικής διατριβής), έχει την έννοια ότι η μη υποβολή εκ μέρους ορισμένου υποψηφίου της διδακτορικής του διατριβής, και δη στον επιβαλλόμενο αριθμό αντιτύπων, έχει ως συνέπεια η υποψηφιότητά του να θεωρείται μη νομίμως υποβληθείσα (πρβλ. ΣτΕ 2095/2002). Αυτά άλλωστε δέχθηκε και η Επιτροπή Επιλογής και Εξέλιξης Καθηγητού στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. 2/2014 πρακτικό της. Κατόπιν τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η υποψηφιότητα του ... δεν υπεβλήθη κατά την υπό του νόμου διαγραφόμενη διαδικασία, ως διαπιστούται νομίμως και από το αρμόδιο εκλεκτορικό όργανο, συνεπώς δε, αυτός, στερούμενος της δυνατότητος να επιλεγεί για τη θέση του καθηγητού της Σ.Σ.Ε., δεν είχε και έννομο συμφέρον να ασκήσει την επίμαχη ένσταση κατά της πράξεως επιλογής του νυν αιτούντος. Ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη η μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη (από 29.7.2014 πρακτικό) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων, δεδομένου ότι εδέχθη και εξήτασε την ένσταση αυτή, παραβλέψασα ότι αυτή είχε ασκηθεί άνευ εννόμου συμφέροντος από τον νυν παρεμβαίνοντα.
23. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να απορριφθεί η παρέμβαση. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την από 29.7.2014 απόφαση (πρακτικό) της πενταμελούς επιτροπής ενστάσεων του άρθρου 25 του ν. 3187/2003.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Απορρίπτει την παρέμβαση.
Επιβάλλει στο Δημόσιο και στον παρεμβαίνοντα, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 2016.
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Νικ. Σακελλαρίου  Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.