Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

ΣτΕ 396/2016: Προϋποθέσεις παραδεκτού ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως - εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που εμφανίζει με άλλη υπόθεση



Απορριπτέα ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις που τάσσονται με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που ενδεχομένως εμφανίζει με άλλη υπόθεση (ΣτΕ 2764/2014) και το αναιρετικό δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο για το κατ’ εξαίρεση παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ 2675, 464/2015, 1303/2014). Εξ άλλου, η τυχόν ύπαρξη ομοειδών αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες δεν κατατίθενται κατά τον αυτό χρόνο από όλους τους διαδίκους δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ενιαία κρίση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για όλες τις υποθέσεις με αυτεπάγγελτη λήψη υπ’ όψιν λόγου άρσεως του απαραδέκτου κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 164/2009, 688, 816/2015). Κατά τη μειοψηφήσασα, όμως, γνώμη, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υπαγορεύθηκαν ιδίως από την ανάγκη αποσυμφορήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αναιρετικών δικών, στις οποίες δεν τίθενται σοβαρά νομικά ζητήματα ή τίθενται ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, πλην η θέσπιση από το νομοθέτη του κανόνα του απαραδέκτου της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, πρέπει να εναρμονίζεται με το θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της Χώρας, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, κατά τρόπον ώστε να μην παραμένουν στο νομικό κόσμο αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αντίθετες με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1524/2015, 1987/2015, 892/2015, βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010). Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτώς από της προεκτεθείσης απόψεως. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.
 
Σκέψεις 3 - 7 της υπ' αριθμ. 396/2016 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, ενώ, αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή η τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο (ΣτΕ 957, 1311, 2013, 2016/2014). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στο νόμο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμου για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί ενός τέτοιου νομικού ζητήματος έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΣτΕ 4877/2012 7μ., 4163/2012 7μ., 2182, 2582, 3994/2013, 329, 1311, 1913/2014 κ.ά.). Εν όψει αυτών, ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 266, 3578, 4181, 4782-3, 4962-3/2014). Περαιτέρω, οι δικαστικές αποφάσεις, των οποίων γίνεται επίκληση ως προς το ζήτημα της αντιθέσεως της νομολογίας, πρέπει να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός εάν πρόκειται για αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, οπότε, κατ’ εξαίρεση, αρκεί να προσδιορίζονται ειδικώς στο εισαγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο που επιτρέπει την εξατομίκευσή τους (ΣτΕ 2946/2014, 2115/2013). Τέλος, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται, μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1196, 4383/2014, 4519, 2077/2013).
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (9.12.2013), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την κρινόμενη αίτηση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν: α) ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ως προς την παράνομη διάθεση του συγκεκριμένου εναερίου μέσου, ως προς την μη ορθή αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και των λοιπών στοιχείων του διοικητικού φακέλου (πόρισμα Επιτροπής Πραγματογνωμόνων) καθώς και ότι πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του ως προς τις επιμέρους παρανομίες που διέγνωσε κατά τη διάρκεια της επίμαχης πτήσεως, τις οποίες, άλλωστε, χαρακτήρισε ως τυπικές, β) ότι δεν ελήφθη υπ’ όψιν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το υπ’ αριθμ. 6563/2007 Πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της αποδοχής αιτήματος που είχαν υποβάλει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος συγγενούς τους ιεροδιακόνου Νεκτάριου Κοντογιώργη, ο οποίος επέβαινε στο συγκεκριμένο εναέριο μέσο και γ) ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις που αφορούν την ευθύνη από διακινδύνευση (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.). Προς άρση του απαραδέκτου για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει χρηματικό αντικείμενο, το οποίο υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, για μεν το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (Πρακτικό Ν.Σ.Κ.) ουδείς ισχυρισμός προβάλλεται, για δε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα η απόφαση 3409/2007 του Δικαστηρίου, με την οποία «επιδικάσθηκε αποζημίωσις ψυχικής οδύνης για τον θάνατο πιλότου μαχητικού αεροσκάφους, ο οποίος επήλθε όχι από δική του υπαιτιότητα, αλλά λόγω των μη αναμενομένων κατά τη διάρκεια της πτήσεως πολλαπλών και αλλεπαλλήλων βλαβών του αεροσκάφους του, οι οποίες ήσαν μη αναστρέψιμες από αυτόν και ένεκα των οποίων γεννάται αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση», ενώ για τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι υπάρχει σχετική αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα οι αποφάσεις 648/2008, 1364/2008, 1677/2008 και 3409/2007 του Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν «την εφαρμογή, ειδικώς, των κανόνων περί κινδυνώδους δραστηριότητας εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου (ευθύνη από διακινδύνευση), την οποία δεν έλαβε υπ’ όψιν του το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Διοικητικό Εφετείο Αθηνών». Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί περί άρσεως του απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, τούτο δε, διότι αφ’ ενός μεν με την 3409/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε μόνο το ζήτημα της υποχρεώσεως καταβολής τόκων εκ μέρους του Δημοσίου όχι μόνο επί καταψηφιστικής αλλά και επί αναγνωριστικής αγωγής, αφ’ ετέρου δε με τις 648/2008, 1364/2008 και 1677/2008 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν ζητήματα που αφορούσαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., την ευθύνη των οργάνων του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, δηλαδή κρίθηκε ότι τα όργανα αυτά ενήργησαν παρανόμως και δεν κρίθηκαν ζητήματα που αφορούσαν ευθύνη από διακινδύνευση, δηλαδή από νόμιμες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με το από 30.3.2015 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του.
5. Επειδή, με τις υπ’ αριθμ. 4410-4422/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έγιναν δεκτές αιτήσεις αναιρέσεως που είχαν ασκηθεί από τους συγγενείς θανόντων (πολιτών και μελών του στρατιωτικού προσωπικού) που επέβαιναν μαζί με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής στο ελικόπτερο τύπου CH-47D (LR) CHINOOK, το οποίο κατέπεσε την 11η .9.2004, στη θαλάσσια περιοχή της Σιθωνίας του Ν. Χαλκιδικής. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από συγγενείς του μακαριστού Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, είναι απολύτως όμοια από απόψεως πραγματικών περιστατικών και εφαρμοστέου νομοθετικού καθεστώτος με τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως που έγιναν δεκτές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, και προβάλλονται με αυτή κατά βάση οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ισχυρισμός περί άρσεως του απαραδέκτου, ο οποίος προβλήθηκε με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το κατά πόσον ανακύπτει ή όχι ευθύνη του Δημοσίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. εν γένει, σε περίπτωση πτώσεως στρατιωτικού εναερίου μέσου (ελικοπτέρου), στο οποίο επιβαίνουν εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες, και το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μη στρατιωτικής αποστολής (μεταφορά VIP προσώπου, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, με τη συνοδεία του), προβάλλεται βασίμως, διότι δεν έχει απασχολήσει τη νομολογία το ανωτέρω εκτιθέμενο ζήτημα, το οποίο συνάπτεται με την ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, απαιτούν για την εκτέλεση της σχετικής επιχειρήσεως λόγω και της φύσεώς της αυξημένη ένταση δυνάμεων του στρατιωτικού προσωπικού και αυστηρά τήρηση των κανόνων ασφαλείας.
6. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι αφ’ ενός μεν οι προϋποθέσεις που τάσσονται με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που ενδεχομένως εμφανίζει με άλλη υπόθεση (ΣτΕ 2764/2014), αφ’ ετέρου δε το αναιρετικό δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο για το κατ’ εξαίρεση παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ 2675, 464/2015, 1303/2014). Εξάλλου, η τυχόν ύπαρξη ομοειδών αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες δεν κατατίθενται κατά τον αυτό χρόνο από όλους τους διαδίκους δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ενιαία κρίση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για όλες τις υποθέσεις με αυτεπάγγελτη λήψη υπ’ όψιν λόγου άρσεως του απαραδέκτου κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 164/2009, 688, 816/2015). Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος, στην οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος και ήδη Σύμβουλος της Επικρατείας Δ. Εμμανουηλίδης, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υπαγορεύθηκαν ιδίως από την ανάγκη αποσυμφορήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αναιρετικών δικών, στις οποίες δεν τίθενται σοβαρά νομικά ζητήματα ή τίθενται ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, πλην η θέσπιση από το νομοθέτη του κανόνα του απαραδέκτου της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, πρέπει να εναρμονίζεται με το θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, κατά τρόπον ώστε να μην παραμένουν στο νομικό κόσμο αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αντίθετες με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1524/2015, 1987/2015, 892/2015, βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010). Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτώς από της προεκτεθείσης απόψεως.
7. Επειδή, ενόψει της σπουδαιότητας του τιθέμενου ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να ορισθεί εισηγητής ο Πάρεδρος και ήδη Σύμβουλος Δημήτριος Εμμανουηλίδης και δικάσιμος η 21η Μαρτίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

ΣτΕ 396/2016: Προϋποθέσεις παραδεκτού ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως - εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που εμφανίζει με άλλη υπόθεση



Απορριπτέα ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις που τάσσονται με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που ενδεχομένως εμφανίζει με άλλη υπόθεση (ΣτΕ 2764/2014) και το αναιρετικό δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο για το κατ’ εξαίρεση παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ 2675, 464/2015, 1303/2014). Εξ άλλου, η τυχόν ύπαρξη ομοειδών αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες δεν κατατίθενται κατά τον αυτό χρόνο από όλους τους διαδίκους δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ενιαία κρίση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για όλες τις υποθέσεις με αυτεπάγγελτη λήψη υπ’ όψιν λόγου άρσεως του απαραδέκτου κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 164/2009, 688, 816/2015). Κατά τη μειοψηφήσασα, όμως, γνώμη, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υπαγορεύθηκαν ιδίως από την ανάγκη αποσυμφορήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αναιρετικών δικών, στις οποίες δεν τίθενται σοβαρά νομικά ζητήματα ή τίθενται ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, πλην η θέσπιση από το νομοθέτη του κανόνα του απαραδέκτου της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, πρέπει να εναρμονίζεται με το θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της Χώρας, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, κατά τρόπον ώστε να μην παραμένουν στο νομικό κόσμο αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αντίθετες με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1524/2015, 1987/2015, 892/2015, βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010). Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτώς από της προεκτεθείσης απόψεως. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.
 
Σκέψεις 3 - 7 της υπ' αριθμ. 396/2016 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, ενώ, αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή η τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο (ΣτΕ 957, 1311, 2013, 2016/2014). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στο νόμο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμου για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί ενός τέτοιου νομικού ζητήματος έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΣτΕ 4877/2012 7μ., 4163/2012 7μ., 2182, 2582, 3994/2013, 329, 1311, 1913/2014 κ.ά.). Εν όψει αυτών, ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 266, 3578, 4181, 4782-3, 4962-3/2014). Περαιτέρω, οι δικαστικές αποφάσεις, των οποίων γίνεται επίκληση ως προς το ζήτημα της αντιθέσεως της νομολογίας, πρέπει να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, εκτός εάν πρόκειται για αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, οπότε, κατ’ εξαίρεση, αρκεί να προσδιορίζονται ειδικώς στο εισαγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο που επιτρέπει την εξατομίκευσή τους (ΣτΕ 2946/2014, 2115/2013). Τέλος, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται, μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1196, 4383/2014, 4519, 2077/2013).
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (9.12.2013), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την κρινόμενη αίτηση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν: α) ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. ως προς την παράνομη διάθεση του συγκεκριμένου εναερίου μέσου, ως προς την μη ορθή αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και των λοιπών στοιχείων του διοικητικού φακέλου (πόρισμα Επιτροπής Πραγματογνωμόνων) καθώς και ότι πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του ως προς τις επιμέρους παρανομίες που διέγνωσε κατά τη διάρκεια της επίμαχης πτήσεως, τις οποίες, άλλωστε, χαρακτήρισε ως τυπικές, β) ότι δεν ελήφθη υπ’ όψιν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το υπ’ αριθμ. 6563/2007 Πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της αποδοχής αιτήματος που είχαν υποβάλει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος συγγενούς τους ιεροδιακόνου Νεκτάριου Κοντογιώργη, ο οποίος επέβαινε στο συγκεκριμένο εναέριο μέσο και γ) ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις που αφορούν την ευθύνη από διακινδύνευση (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.). Προς άρση του απαραδέκτου για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει χρηματικό αντικείμενο, το οποίο υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, για μεν το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (Πρακτικό Ν.Σ.Κ.) ουδείς ισχυρισμός προβάλλεται, για δε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα η απόφαση 3409/2007 του Δικαστηρίου, με την οποία «επιδικάσθηκε αποζημίωσις ψυχικής οδύνης για τον θάνατο πιλότου μαχητικού αεροσκάφους, ο οποίος επήλθε όχι από δική του υπαιτιότητα, αλλά λόγω των μη αναμενομένων κατά τη διάρκεια της πτήσεως πολλαπλών και αλλεπαλλήλων βλαβών του αεροσκάφους του, οι οποίες ήσαν μη αναστρέψιμες από αυτόν και ένεκα των οποίων γεννάται αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση», ενώ για τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι υπάρχει σχετική αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα οι αποφάσεις 648/2008, 1364/2008, 1677/2008 και 3409/2007 του Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν «την εφαρμογή, ειδικώς, των κανόνων περί κινδυνώδους δραστηριότητας εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου (ευθύνη από διακινδύνευση), την οποία δεν έλαβε υπ’ όψιν του το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Διοικητικό Εφετείο Αθηνών». Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί περί άρσεως του απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, τούτο δε, διότι αφ’ ενός μεν με την 3409/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε μόνο το ζήτημα της υποχρεώσεως καταβολής τόκων εκ μέρους του Δημοσίου όχι μόνο επί καταψηφιστικής αλλά και επί αναγνωριστικής αγωγής, αφ’ ετέρου δε με τις 648/2008, 1364/2008 και 1677/2008 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν ζητήματα που αφορούσαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., την ευθύνη των οργάνων του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, δηλαδή κρίθηκε ότι τα όργανα αυτά ενήργησαν παρανόμως και δεν κρίθηκαν ζητήματα που αφορούσαν ευθύνη από διακινδύνευση, δηλαδή από νόμιμες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με το από 30.3.2015 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του.
5. Επειδή, με τις υπ’ αριθμ. 4410-4422/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έγιναν δεκτές αιτήσεις αναιρέσεως που είχαν ασκηθεί από τους συγγενείς θανόντων (πολιτών και μελών του στρατιωτικού προσωπικού) που επέβαιναν μαζί με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής στο ελικόπτερο τύπου CH-47D (LR) CHINOOK, το οποίο κατέπεσε την 11η .9.2004, στη θαλάσσια περιοχή της Σιθωνίας του Ν. Χαλκιδικής. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από συγγενείς του μακαριστού Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, είναι απολύτως όμοια από απόψεως πραγματικών περιστατικών και εφαρμοστέου νομοθετικού καθεστώτος με τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως που έγιναν δεκτές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, και προβάλλονται με αυτή κατά βάση οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ισχυρισμός περί άρσεως του απαραδέκτου, ο οποίος προβλήθηκε με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το κατά πόσον ανακύπτει ή όχι ευθύνη του Δημοσίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. εν γένει, σε περίπτωση πτώσεως στρατιωτικού εναερίου μέσου (ελικοπτέρου), στο οποίο επιβαίνουν εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες, και το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μη στρατιωτικής αποστολής (μεταφορά VIP προσώπου, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, με τη συνοδεία του), προβάλλεται βασίμως, διότι δεν έχει απασχολήσει τη νομολογία το ανωτέρω εκτιθέμενο ζήτημα, το οποίο συνάπτεται με την ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, απαιτούν για την εκτέλεση της σχετικής επιχειρήσεως λόγω και της φύσεώς της αυξημένη ένταση δυνάμεων του στρατιωτικού προσωπικού και αυστηρά τήρηση των κανόνων ασφαλείας.
6. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι αφ’ ενός μεν οι προϋποθέσεις που τάσσονται με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 εξετάζονται αυτοτελώς για κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως της συνάφειας που ενδεχομένως εμφανίζει με άλλη υπόθεση (ΣτΕ 2764/2014), αφ’ ετέρου δε το αναιρετικό δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο για το κατ’ εξαίρεση παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ 2675, 464/2015, 1303/2014). Εξάλλου, η τυχόν ύπαρξη ομοειδών αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες δεν κατατίθενται κατά τον αυτό χρόνο από όλους τους διαδίκους δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ενιαία κρίση από το Συμβούλιο της Επικρατείας για όλες τις υποθέσεις με αυτεπάγγελτη λήψη υπ’ όψιν λόγου άρσεως του απαραδέκτου κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 164/2009, 688, 816/2015). Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος, στην οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος και ήδη Σύμβουλος της Επικρατείας Δ. Εμμανουηλίδης, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υπαγορεύθηκαν ιδίως από την ανάγκη αποσυμφορήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αναιρετικών δικών, στις οποίες δεν τίθενται σοβαρά νομικά ζητήματα ή τίθενται ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, πλην η θέσπιση από το νομοθέτη του κανόνα του απαραδέκτου της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, πρέπει να εναρμονίζεται με το θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, κατά τρόπον ώστε να μην παραμένουν στο νομικό κόσμο αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αντίθετες με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1524/2015, 1987/2015, 892/2015, βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010). Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτώς από της προεκτεθείσης απόψεως.
7. Επειδή, ενόψει της σπουδαιότητας του τιθέμενου ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να ορισθεί εισηγητής ο Πάρεδρος και ήδη Σύμβουλος Δημήτριος Εμμανουηλίδης και δικάσιμος η 21η Μαρτίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.