Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4643/2015: Αναρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για άσκηση προσφυγής

Δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητας του Γενικού επιθεωρητή δημόσιας Διοίκησης να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο και, πάντως, όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

Σκέψεις 5 - 10 της υπ' αριθμ. 4643/2015 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

5. Επειδή, στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει». Τέλος, στο άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) … β) … γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) …».
6. Επειδή, στην περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (Α΄ 296), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3200/2003 (Α΄ 281) και με την παρ. 10 του άρθρου 6 του ν. 3491/2006 (Α΄ 207) και αντικαταστάθηκε τελικά με την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007 (Α΄ 263), προβλέπεται ότι: «... Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά όλων των τελεσίδικων αποφάσεων όλων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου για πειθαρχικά αδικήματα που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, καθώς και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά όλων των άλλων τελεσίδικων αποφάσεων μονομελών ή πειθαρχικών οργάνων. Η προσφυγή υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και κατά τη συζήτηση παρίσταται μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η προθεσμία για την άσκηση των προαναφερόμενων ενστάσεων και προσφυγών αρχίζει από την υποχρεωτική κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στο Γραφείο του».
7. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 82/2011 7μ., 329/2012 7μ., 1670/2013 7μ., 2677/2013 κ.ά.), από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε την αρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης να ασκεί, χωρίς άλλες δικονομικές διατυπώσεις, προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007 για όσα πειθαρχικά παραπτώματα, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού του υπαλλήλου. Στην περίπτωση που το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβάνεται της προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να επιβάλει, το πρώτον αυτό, την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, αφού εκτιμήσει εξυπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, σε αναφορά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τις απόψεις του διωκομένου υπαλλήλου. Η πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής στον παρανομήσαντα δημόσιο υπάλληλο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε μια τέτοια περίπτωση, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα, εκάστοτε, πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά και συνάδει με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει ήδη κριθεί από υπηρεσιακό – πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, στο δε Συμβούλιο της Επικρατείας δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, και των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.
8. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που διαθέτει υψηλή επιστημονική κατάρτιση και απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής (περ. α΄), επιλέγεται δε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του ίδιου Υπουργού (περ. β΄). Με το άρθρο 9 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) προστέθηκε εδάφιο δεύτερο στην περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και ορίσθηκε ότι η θητεία του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Στην παρ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 ορίζεται, περαιτέρω, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι Βοηθοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Τέλος, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης παύεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για ανικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής.
9. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και καθιερώνουν ρητώς πενταετή θητεία του, δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο και, πάντως, όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 7, στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Φ. Ντζίμα, υπό την εκδοχή ότι συντρέχει εύλογη αιτία αδυναμίας διορισμού νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως εύλογο χρονικό διάστημα νοείται εκείνο που δεν υπερβαίνει το ήμισυ της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 3515/2013 Ολομ., 4164, 4165/2013, 3934, 3935/2014 κ.ά.). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3074/2002 (άρθρ. 9 του ν. 3094/2003) ορίζεται η διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για πενταετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Όπως δε έχει κριθεί (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1849/2008), ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης είναι μετακλητός υπάλληλος και, επομένως, τελεί σε σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης προς το πολιτικό όργανο που τον διορίζει. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως (άρθρ. 1 παρ. 3 του ν. 3074/2002), με τη συμπλήρωση της πενταετούς θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα ανανεώσεως της θητείας του επέρχεται αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σχέσης (βλ. ΣτΕ 877/1963, 233/1976, 2375/2000). Κατά συνέπεια, μετά την αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σχέσης, δεν δύναται το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο να εκφράσει εγκύρως την βούληση του προαναφερόμενου διοικητικού οργάνου, αλλ’ ούτε να ασκήσει, κατά το νόμο, οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητες του ιδίου οργάνου και, επομένως, ούτε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων.
10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Λέανδρος Ρακιντζής, ο οποίος υπογράφει την κρινόμενη προσφυγή, διορίσθηκε στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με το από 10.9.2004 προεδρικό διάταγμα (Γ΄ 239/14.9.2004) και η θητεία του αυτή έληξε στις 14.9.2009 (βλ. το υπ’ αριθμ. ΔΙΔΚ/ Φ.44/16851/22.7.2014 έγγραφο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας), ενώ η κρινόμενη προσφυγή κατατέθηκε στο Συμβούλιο Επικρατείας στις 9.6.2010. Περαιτέρω, η Διοίκηση δεν επικαλείται τη συνδρομή όλως εξαιρετικών συνθηκών, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης στο διάστημα των οκτώ και πλέον μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της λήξης της θητείας του προαναφερόμενου Γενικού Επιθεωρητή και της άσκησης της κρινόμενης προσφυγής. Εξάλλου, η προαναφερόμενη διαδικασία επιλογής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ουδόλως προσκρούει σε δυσχέρειες ανάλογες με εκείνες της επιλογής των μελών των ανεξάρτητων αρχών που προβλέπονται στο Σύνταγμα (ομόφωνη απόφαση ή απόφαση λαμβανόμενη με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 101 Α παρ. 2 του Συντάγματος, πρβλ. ΣτΕ 3515/2013 Ολομ.). Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη προσφυγή ασκήθηκε αναρμοδίως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την καθ’ ης η προσφυγή, και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και ναι μεν η Διοίκηση υποστηρίζει, στο προαναφερθέν από 22.7.2014 έγγραφο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι η αρχή της συνέχειας της διοικητικής δράσης επιβάλλει, «δεδομένης της σπουδαιότητας των αρμοδιοτήτων που ασκεί ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 1 του ν. 3074/2002), ... τη συνέχιση της προσφοράς των υπηρεσιών του νυν υπηρετούντος Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, με σκοπό την απρόσκοπτη λειτουργία του οικείου θεσμού», ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, δεν αρκεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, να καταστήσει την ένδικη προσφυγή ως ασκηθείσα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ανακύπτοντος ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ. β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να παραπεμφθεί για επίλυση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4643/2015: Αναρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για άσκηση προσφυγής

Δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητας του Γενικού επιθεωρητή δημόσιας Διοίκησης να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο και, πάντως, όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

Σκέψεις 5 - 10 της υπ' αριθμ. 4643/2015 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

5. Επειδή, στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει». Τέλος, στο άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) … β) … γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) …».
6. Επειδή, στην περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (Α΄ 296), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3200/2003 (Α΄ 281) και με την παρ. 10 του άρθρου 6 του ν. 3491/2006 (Α΄ 207) και αντικαταστάθηκε τελικά με την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007 (Α΄ 263), προβλέπεται ότι: «... Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά όλων των τελεσίδικων αποφάσεων όλων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου για πειθαρχικά αδικήματα που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, καθώς και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά όλων των άλλων τελεσίδικων αποφάσεων μονομελών ή πειθαρχικών οργάνων. Η προσφυγή υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και κατά τη συζήτηση παρίσταται μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η προθεσμία για την άσκηση των προαναφερόμενων ενστάσεων και προσφυγών αρχίζει από την υποχρεωτική κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στο Γραφείο του».
7. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 82/2011 7μ., 329/2012 7μ., 1670/2013 7μ., 2677/2013 κ.ά.), από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε την αρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης να ασκεί, χωρίς άλλες δικονομικές διατυπώσεις, προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007 για όσα πειθαρχικά παραπτώματα, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού του υπαλλήλου. Στην περίπτωση που το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβάνεται της προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να επιβάλει, το πρώτον αυτό, την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, αφού εκτιμήσει εξυπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, σε αναφορά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τις απόψεις του διωκομένου υπαλλήλου. Η πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής στον παρανομήσαντα δημόσιο υπάλληλο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε μια τέτοια περίπτωση, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα, εκάστοτε, πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά και συνάδει με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει ήδη κριθεί από υπηρεσιακό – πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, στο δε Συμβούλιο της Επικρατείας δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, και των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.
8. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που διαθέτει υψηλή επιστημονική κατάρτιση και απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής (περ. α΄), επιλέγεται δε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του ίδιου Υπουργού (περ. β΄). Με το άρθρο 9 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) προστέθηκε εδάφιο δεύτερο στην περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και ορίσθηκε ότι η θητεία του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Στην παρ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 ορίζεται, περαιτέρω, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι Βοηθοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Τέλος, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης παύεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για ανικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής.
9. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και καθιερώνουν ρητώς πενταετή θητεία του, δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο και, πάντως, όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 7, στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Φ. Ντζίμα, υπό την εκδοχή ότι συντρέχει εύλογη αιτία αδυναμίας διορισμού νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως εύλογο χρονικό διάστημα νοείται εκείνο που δεν υπερβαίνει το ήμισυ της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 3515/2013 Ολομ., 4164, 4165/2013, 3934, 3935/2014 κ.ά.). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3074/2002 (άρθρ. 9 του ν. 3094/2003) ορίζεται η διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για πενταετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Όπως δε έχει κριθεί (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1849/2008), ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης είναι μετακλητός υπάλληλος και, επομένως, τελεί σε σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης προς το πολιτικό όργανο που τον διορίζει. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως (άρθρ. 1 παρ. 3 του ν. 3074/2002), με τη συμπλήρωση της πενταετούς θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα ανανεώσεως της θητείας του επέρχεται αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σχέσης (βλ. ΣτΕ 877/1963, 233/1976, 2375/2000). Κατά συνέπεια, μετά την αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής του σχέσης, δεν δύναται το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο να εκφράσει εγκύρως την βούληση του προαναφερόμενου διοικητικού οργάνου, αλλ’ ούτε να ασκήσει, κατά το νόμο, οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητες του ιδίου οργάνου και, επομένως, ούτε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων.
10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Λέανδρος Ρακιντζής, ο οποίος υπογράφει την κρινόμενη προσφυγή, διορίσθηκε στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με το από 10.9.2004 προεδρικό διάταγμα (Γ΄ 239/14.9.2004) και η θητεία του αυτή έληξε στις 14.9.2009 (βλ. το υπ’ αριθμ. ΔΙΔΚ/ Φ.44/16851/22.7.2014 έγγραφο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας), ενώ η κρινόμενη προσφυγή κατατέθηκε στο Συμβούλιο Επικρατείας στις 9.6.2010. Περαιτέρω, η Διοίκηση δεν επικαλείται τη συνδρομή όλως εξαιρετικών συνθηκών, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, οι οποίες κατέστησαν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης στο διάστημα των οκτώ και πλέον μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της λήξης της θητείας του προαναφερόμενου Γενικού Επιθεωρητή και της άσκησης της κρινόμενης προσφυγής. Εξάλλου, η προαναφερόμενη διαδικασία επιλογής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ουδόλως προσκρούει σε δυσχέρειες ανάλογες με εκείνες της επιλογής των μελών των ανεξάρτητων αρχών που προβλέπονται στο Σύνταγμα (ομόφωνη απόφαση ή απόφαση λαμβανόμενη με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 101 Α παρ. 2 του Συντάγματος, πρβλ. ΣτΕ 3515/2013 Ολομ.). Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη προσφυγή ασκήθηκε αναρμοδίως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την καθ’ ης η προσφυγή, και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και ναι μεν η Διοίκηση υποστηρίζει, στο προαναφερθέν από 22.7.2014 έγγραφο του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι η αρχή της συνέχειας της διοικητικής δράσης επιβάλλει, «δεδομένης της σπουδαιότητας των αρμοδιοτήτων που ασκεί ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 1 του ν. 3074/2002), ... τη συνέχιση της προσφοράς των υπηρεσιών του νυν υπηρετούντος Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, με σκοπό την απρόσκοπτη λειτουργία του οικείου θεσμού», ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, δεν αρκεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, να καταστήσει την ένδικη προσφυγή ως ασκηθείσα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ανακύπτοντος ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ. β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να παραπεμφθεί για επίλυση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.