Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4641/2015: Αρμοδιότητα ΔΕφ σε περίπτωση προσβολής πράξεως που αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση μελους Δ.Ε.Π.



Κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η βούληση του νομοθέτη, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της διατυπωθείσης με το πρακτικό 4/2010 πρότασης της Ολομέλειας, ήταν η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, κατά τη σαφή διατύπωσή της, να καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις ενδίκων βοηθημάτων (αίτηση ακύρωσης ή υπαλληλική προσφυγή κατά περίπτωση) που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές (πρβλ. ΣτΕ 2612/2015 7μ), όχι δε και κατά «αποφάσεων» εν γένει πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Με τα ως άνω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με την οποία αφενός μεν αναστέλλεται η πειθαρχική δίωξη κατά καθηγητή μέλους Δ.Ε.Π., αφετέρου δε επιβάλλεται σ’ αυτόν αποχή από την ενάσκηση των καθηκόντων του, αφορά ζήτημα που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση και όχι με την επιβολή πειθαρχικής ποινής, Συνεπώς, η εκδίκαση της υπόθεσης ανήκει πλέον στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3900/2010, υπέρ της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνον τις υποθέσεις που αφορούν στο διορισμό και στην παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης. Μειοψ. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Σκέψεις 3 - 6 της υπ' αριθμ. 4641/2015 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου», στο δε άρθρο 1 παρ. 2 περ. β΄ και η΄ του ίδιου ως άνω ν. 702/1977, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), προβλέπονται τα εξής: «Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α) … β) το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα) … η) την επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός». Εξάλλου, στο άρθρο 65 παρ.1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι : «1. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.)…, προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, αναπληρούμενος από το νόμιμο αναπληρωτή του. Στη σύνθεσή του μετέχουν ως μέλη: α) ένας Αεροπαγίτης, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του, ή ένας Σύμβουλος της Επικρατείας, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή ο αναπληρωτής του και ένας Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται με δύο αναπληρωτές από τα οικεία δικαστικά συμβούλια…β…». Τέλος, στο άρθρο 331 του ν.5343/1932 «Περί Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (Α΄ 86), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 249/1976 (Α΄ 7) έχει εφαρμογή επί των μελών Δ.Ε.Π. όλων των Α.Ε.Ι., ορίζεται ότι : «H πειθαρχική δίωξις δεν αναστέλλεται υπό της ποινικής, εκτός εάν το οικείον συμβούλιον ήθελεν αποφασίσει άλλως. Εν τη περιπτώσει ταύτη δύνανται το συμβούλιον να αποφασίση, όπως ο εγκαλούμενος απόσχει της ενασκήσεως των εαυτού καθηκόντων» (παρ. 1)… «Η αποχή από της ενασκήσεως των καθηκόντων παύει εν μεν τη περιπτώσει του εδαφ. 2 της παρ. 1, δι’ αποφάσεως του Συμβουλίου…» (παρ.3).
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010, ο βασικός κορμός του νόμου αυτού περιλαμβάνει σειρά μέτρων, τα οποία πρότεινε η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με το 4/2010 πρακτικό της, μεταξύ δε των ανωτέρω ρυθμίσεων περιλαμβάνονται και εκείνες που αποτέλεσαν τις διατάξεις της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο ανωτέρω πρακτικό, η Ολομέλεια πρότεινε ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία «πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλονται από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», «…Προκειμένου να μην παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία συμμετέχουν αντιπρόεδροι ή σύμβουλοι επικρατείας, όπως εκείνα του Υπουργείου Εξωτερικών, να ελέγχονται, και μάλιστα ανέκκλητα, από τα διοικητικά εφετεία … ».
5. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η βούληση του νομοθέτη, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της ανωτέρω πρότασης της Ολομέλειας, ήταν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, κατά τη σαφή διατύπωσή της, να καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις ενδίκων βοηθημάτων (αίτηση ακύρωσης ή υπαλληλική προσφυγή κατά περίπτωση) που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές (πρβλ. ΣτΕ 2612/2015 7μ), όχι δε και κατά «αποφάσεων» εν γένει πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Με τα ως άνω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με την οποία αφενός μεν αναστέλλεται η πειθαρχική δίωξη κατά καθηγητή μέλους Δ.Ε.Π., αφετέρου δε επιβάλλεται σ’ αυτόν αποχή από την ενάσκηση των καθηκόντων του, αφορά ζήτημα που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση και όχι με την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Συνεπώς, η εκδίκαση της υπόθεσης ανήκει πλέον στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3900/2010, υπέρ της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνον τις υποθέσεις που αφορούν στο διορισμό και στην παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 592/2012, ΣτΕ 167/2011 σε συμβούλιο). Περαιτέρω, οι β΄ και γ΄ εκ των προσβαλλομένων πράξεων έχουν επίσης ως αντικείμενο τους την υπηρεσιακή κατάσταση καθηγητή ανώτατης εκπαίδευσης και, επομένως, κατά την κρατήσασα αυτή γνώμη, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο σύνολό της προς εκδίκαση στο κατά τόπον αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο (πρβλ. ΣτΕ 1762/2014 σε συμβούλιο). Κατά την άποψη, όμως, της Συμβούλου Α.Μ. Παπαδημητρίου και της Παρέδρου Σπ. Καρύδα, σύμφωνα με την περ. η΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010), ερμηνευόμενη ενόψει του σκοπού για τον οποίον θεσπίσθηκε, όπως αυτός συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, σε συνδυασμό με το 4/2010 πρακτικό της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, να μην εκδικάζονται, δηλαδή, από κατώτερα δικαστήρια διαφορές που αναφύονται από την προσβολή αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας όχι μόνον η εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων, που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές, εφόσον στα εν λόγω συμβούλια προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, αλλά, κατά την αληθή βούληση του νομοθέτη, και η εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων κατά αποφάσεων συμβουλίων με την ανωτέρω συγκρότηση, όταν οι εν λόγω αποφάσεις εντάσσονται και συνδέονται άμεσα με πειθαρχική διαδικασία, η οποία δύναται να οδηγήσει στην επιβολή πειθαρχικής ποινής. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, στρεφόμενη κατά απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. στο οποίο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 65 του ν. 3900/2010, προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου και μετέχουν, κατά περίπτωση, ως μέλη, ένας Αεροπαγίτης ή ένας Σύμβουλος της Επικρατείας καθώς και ένας Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δηλαδή ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977. Περαιτέρω, οι λοιπές β΄ και γ΄ εκ των προσβαλλομένων πράξεων, αφορούν μεν στην υπηρεσιακή κατάσταση μελών Δ.Ε.Π. του καθ’ ου η αίτηση Α.Ε.Ι. και εμπίπτουν κατ’ αρχήν, ως εκ τούτου, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγω όμως του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα σε σχέση με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να κρατηθεί και ως προς αυτές και να εκδικασθεί στο σύνολό της από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
6. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, από την επίλυση του οποίου εξαρτάται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της κρινόμενης διαφοράς, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεσή του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, να ορισθεί δε ως εισηγήτρια η Πάρεδρος Σπ. Καρύδα και δικάσιμος η 4η Φεβρουαρίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4641/2015: Αρμοδιότητα ΔΕφ σε περίπτωση προσβολής πράξεως που αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση μελους Δ.Ε.Π.



Κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η βούληση του νομοθέτη, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της διατυπωθείσης με το πρακτικό 4/2010 πρότασης της Ολομέλειας, ήταν η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, κατά τη σαφή διατύπωσή της, να καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις ενδίκων βοηθημάτων (αίτηση ακύρωσης ή υπαλληλική προσφυγή κατά περίπτωση) που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές (πρβλ. ΣτΕ 2612/2015 7μ), όχι δε και κατά «αποφάσεων» εν γένει πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Με τα ως άνω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με την οποία αφενός μεν αναστέλλεται η πειθαρχική δίωξη κατά καθηγητή μέλους Δ.Ε.Π., αφετέρου δε επιβάλλεται σ’ αυτόν αποχή από την ενάσκηση των καθηκόντων του, αφορά ζήτημα που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση και όχι με την επιβολή πειθαρχικής ποινής, Συνεπώς, η εκδίκαση της υπόθεσης ανήκει πλέον στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3900/2010, υπέρ της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνον τις υποθέσεις που αφορούν στο διορισμό και στην παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης. Μειοψ. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Σκέψεις 3 - 6 της υπ' αριθμ. 4641/2015 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

3. Επειδή, στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου», στο δε άρθρο 1 παρ. 2 περ. β΄ και η΄ του ίδιου ως άνω ν. 702/1977, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), προβλέπονται τα εξής: «Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α) … β) το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα) … η) την επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός». Εξάλλου, στο άρθρο 65 παρ.1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι : «1. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.)…, προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, αναπληρούμενος από το νόμιμο αναπληρωτή του. Στη σύνθεσή του μετέχουν ως μέλη: α) ένας Αεροπαγίτης, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του, ή ένας Σύμβουλος της Επικρατείας, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή ο αναπληρωτής του και ένας Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται με δύο αναπληρωτές από τα οικεία δικαστικά συμβούλια…β…». Τέλος, στο άρθρο 331 του ν.5343/1932 «Περί Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (Α΄ 86), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 249/1976 (Α΄ 7) έχει εφαρμογή επί των μελών Δ.Ε.Π. όλων των Α.Ε.Ι., ορίζεται ότι : «H πειθαρχική δίωξις δεν αναστέλλεται υπό της ποινικής, εκτός εάν το οικείον συμβούλιον ήθελεν αποφασίσει άλλως. Εν τη περιπτώσει ταύτη δύνανται το συμβούλιον να αποφασίση, όπως ο εγκαλούμενος απόσχει της ενασκήσεως των εαυτού καθηκόντων» (παρ. 1)… «Η αποχή από της ενασκήσεως των καθηκόντων παύει εν μεν τη περιπτώσει του εδαφ. 2 της παρ. 1, δι’ αποφάσεως του Συμβουλίου…» (παρ.3).
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010, ο βασικός κορμός του νόμου αυτού περιλαμβάνει σειρά μέτρων, τα οποία πρότεινε η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με το 4/2010 πρακτικό της, μεταξύ δε των ανωτέρω ρυθμίσεων περιλαμβάνονται και εκείνες που αποτέλεσαν τις διατάξεις της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο ανωτέρω πρακτικό, η Ολομέλεια πρότεινε ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία «πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλονται από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», «…Προκειμένου να μην παρουσιάζεται το παράδοξο φαινόμενο αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία συμμετέχουν αντιπρόεδροι ή σύμβουλοι επικρατείας, όπως εκείνα του Υπουργείου Εξωτερικών, να ελέγχονται, και μάλιστα ανέκκλητα, από τα διοικητικά εφετεία … ».
5. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η βούληση του νομοθέτη, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της ανωτέρω πρότασης της Ολομέλειας, ήταν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010, κατά τη σαφή διατύπωσή της, να καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις ενδίκων βοηθημάτων (αίτηση ακύρωσης ή υπαλληλική προσφυγή κατά περίπτωση) που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές (πρβλ. ΣτΕ 2612/2015 7μ), όχι δε και κατά «αποφάσεων» εν γένει πειθαρχικών συμβουλίων στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Με τα ως άνω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., με την οποία αφενός μεν αναστέλλεται η πειθαρχική δίωξη κατά καθηγητή μέλους Δ.Ε.Π., αφετέρου δε επιβάλλεται σ’ αυτόν αποχή από την ενάσκηση των καθηκόντων του, αφορά ζήτημα που συνδέεται με την υπηρεσιακή του κατάσταση και όχι με την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Συνεπώς, η εκδίκαση της υπόθεσης ανήκει πλέον στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 περ. β΄ του ν. 3900/2010, υπέρ της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνον τις υποθέσεις που αφορούν στο διορισμό και στην παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 592/2012, ΣτΕ 167/2011 σε συμβούλιο). Περαιτέρω, οι β΄ και γ΄ εκ των προσβαλλομένων πράξεων έχουν επίσης ως αντικείμενο τους την υπηρεσιακή κατάσταση καθηγητή ανώτατης εκπαίδευσης και, επομένως, κατά την κρατήσασα αυτή γνώμη, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο σύνολό της προς εκδίκαση στο κατά τόπον αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο (πρβλ. ΣτΕ 1762/2014 σε συμβούλιο). Κατά την άποψη, όμως, της Συμβούλου Α.Μ. Παπαδημητρίου και της Παρέδρου Σπ. Καρύδα, σύμφωνα με την περ. η΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 47 του ν. 3900/2010), ερμηνευόμενη ενόψει του σκοπού για τον οποίον θεσπίσθηκε, όπως αυτός συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, σε συνδυασμό με το 4/2010 πρακτικό της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, να μην εκδικάζονται, δηλαδή, από κατώτερα δικαστήρια διαφορές που αναφύονται από την προσβολή αποφάσεων συμβουλίων, στα οποία προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας όχι μόνον η εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων, που στρέφονται κατά αποφάσεων συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές, εφόσον στα εν λόγω συμβούλια προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός, αλλά, κατά την αληθή βούληση του νομοθέτη, και η εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων κατά αποφάσεων συμβουλίων με την ανωτέρω συγκρότηση, όταν οι εν λόγω αποφάσεις εντάσσονται και συνδέονται άμεσα με πειθαρχική διαδικασία, η οποία δύναται να οδηγήσει στην επιβολή πειθαρχικής ποινής. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, στρεφόμενη κατά απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Μελών του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. στο οποίο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 65 του ν. 3900/2010, προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου και μετέχουν, κατά περίπτωση, ως μέλη, ένας Αεροπαγίτης ή ένας Σύμβουλος της Επικρατείας καθώς και ένας Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δηλαδή ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν. 702/1977. Περαιτέρω, οι λοιπές β΄ και γ΄ εκ των προσβαλλομένων πράξεων, αφορούν μεν στην υπηρεσιακή κατάσταση μελών Δ.Ε.Π. του καθ’ ου η αίτηση Α.Ε.Ι. και εμπίπτουν κατ’ αρχήν, ως εκ τούτου, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγω όμως του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα σε σχέση με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να κρατηθεί και ως προς αυτές και να εκδικασθεί στο σύνολό της από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
6. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, από την επίλυση του οποίου εξαρτάται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της κρινόμενης διαφοράς, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεσή του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, να ορισθεί δε ως εισηγήτρια η Πάρεδρος Σπ. Καρύδα και δικάσιμος η 4η Φεβρουαρίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.