Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4533/2015: Από την αμφισβήτηση της νομιμότητας εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά



Από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά, ενόψει των επιστημονικών, τεχνικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνει και οι οποίες ανήκουν στο πεδίο δράσεως της ενεργού διοικήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, και για τις πράξεις παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979, εν όψει των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων και του συναφούς προς αυτές χαρακτήρα της έρευνας για τη συνδρομή τους από τα αρμόδια δασικά όργανα, προσήκων είναι ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως έχει άλλωστε παγίως κριθεί και για όλες τις άλλες περιπτώσεις παραχώρησης δασικών εκτάσεων και εγκρίσεως επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Σκέψεις 3 - 7 της υπ' αριθμ. 4533/2015 αποφάσεως του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:


3. Επειδή, με την 3919/2010 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 η θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως δικαστηρίου που δικάζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος, την αίτηση ακυρώσεως κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, είναι καίρια στο σύστημα του Κράτους Δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα, το δε εύρος της γενικής ακυρωτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού δεν καταλείπεται στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη και, συνεπώς, ο περιορισμός της δια της μεταφοράς κατηγοριών υποθέσεων προς εκδίκαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από την άποψη της τηρήσεως των συνταγματικών ορίων. Περαιτέρω με την ίδια απόφαση κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ότι ο νόμος μπορεί να αναθέτει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, όταν η διαφορά γεννάται από εκτελεστή διοικητική πράξη, μόνον ειδική αρμοδιότητα, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, η φύση και η σπουδαιότητα των οποίων δεν επιβάλλει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, την εκδίκασή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η κατά τα ανωτέρω ανατιθέμενη στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρμοδιότητα μπορεί να οργανωθεί από το νόμο είτε ως ακυρωτική, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου δεν μπορεί, σύμφωνα με το νόμο να έχει ως περιεχόμενο την τροποποίηση, αλλά μόνο την εν όλω ή εν μέρει ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξεως, είτε ως αρμοδιότητα που εκτείνεται σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να είναι, εκτός από την ακύρωση, και η μεταρρύθμιση εκτελεστής διοικητικής πράξεως και το δικαστήριο έχει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο της πράξεως ή του δικαιώματος, της υποχρεώσεως ή της καταστάσεως που απορρέει από αυτή, μετά από διάγνωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Τέλος, με την ίδια απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 43 του Συντάγματος, με τα οποία, αντιστοίχως κατοχυρώνεται η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών και προβλέπεται ο θεσμός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων, στις οποίες η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων, για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια, είτε λόγω ρητής συνταγματικής προβλέψεως, όπως στην περίπτωση της προσβολής κανονιστικών διοικητικών πράξεων, των οποίων η μεταρρύθμιση θα συνιστούσε θέσπιση νέας κανονιστικής διοικητικής πράξεως, για την οποία αρμόδια είναι μόνο τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 του Συντάγματος όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, είτε, προκειμένου περί ατομικών διοικητικών πράξεων, λόγω των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων, του χαρακτήρα της έρευνας, βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών μεταρρυθμίσεως της πράξεως, εν όψει των οποίων η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοικητικής κρατικής εξουσίας, βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών. Εν όψει των ανωτέρω κρίθηκε στη συνέχεια ότι η κρίση του ζητήματος αν η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοίκησης κρατικής εξουσίας, βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών, είναι εξεταστέα βάσει των ανωτέρω κριτηρίων για κάθε κατηγορία υποθέσεων. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με την 1056/2012 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, ότι οι άδειες εγκατάστασης κεραιών κινητής τηλεφωνίας χορηγούνται βάσει επιστημονικών, τεχνικών εκτιμήσεων που ανήκουν στο πεδίο δράσης της ενεργού διοικήσεως, μη δυνάμενες να ανατεθούν στα όργανα της δικαστικής εξουσίας, δεδομένου και ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής συναρτάται ευθέως με ειδικές επιστημονικές γνώσεις και τεχνικές κρίσεις, η εξέταση της ορθότητας των οποίων, στο πλαίσιο ασκήσεως πλήρους δικαιοδοσίας, δεν διευρύνει τη λυσιτέλεια και αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου και ως εκ τούτου, για τις υποθέσεις αυτές, η αίτηση ακυρώσεως αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα.
4. Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη της χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον …». Σε εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως εκδόθηκε ο ν. 998/1979 (Α΄ 289), στο άρθρο 4 του οποίου ορίζονται τα εξής: «1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, διά την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: α) Δάση και δασικές εκτάσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο επιστημονικό, αισθητικό, οικολογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον ή περιλαμβάνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης και ζώνες ειδικής προστασίας (εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσης, δίκτυα και περιοχές προστατευόμενα από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αρχαιολογικοί χώροι, το άμεσο περιβάλλον μνημείων και ιστορικοί τόποι) [όπως η περ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303)]. β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις). γ) …». Περαιτέρω, με τα άρθρα 45 - 61 του υπό τον τίτλο «Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση, και τας δασικάς εκτάσεις» έκτου Κεφαλαίου του ίδιου ως άνω νόμου θεσπίζονται ειδικοί κανόνες ως προς το επιτρεπτό ορισμένων επεμβάσεων σε δάση και δασικές εκτάσεις, στο δε υπό τον τίτλο «Εξαιρετικός χαρακτήρας επεμβάσεων», άρθρο 45 ορίζονται ειδικότερα τα εξής: «1. … 5. Δια τας μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ών τα άρθρα … 57 … του παρόντος νόμου απαιτείται όπως η αίτηση … δι’ ου συζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επέμβασης … συνοδεύεται από μελέτη επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων θεωρημένης υπό της Υπηρ. Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος δυναμένης να θέσει όρους δια την παροχήν της εγκρίσεως ή να επιβάλει συμπληρωματικά μέτρα προς προστασίαν του περιβάλλοντος. … 12. [όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρ. 1 του ν. 3208/2003 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202)]. Κάθε επέμβαση που προβλέπεται από τη δασική νομοθεσία στα δάση, στις δασικές και τις λοιπές εκτάσεις που τελούν υπό τη διαχείριση των δασικών υπηρεσιών είτε για τη μεταβολή του προορισμού και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων μέσα σε αυτές και τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή την παροχή άλλων εξυπηρετήσεων, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήση τους, ενεργείται πάντοτε κατόπιν καταβολής ανταλλάγματος χρήσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ύψος του ανταλλάγματος για κάθε κατηγορία επεμβάσεων, η διαδικασία επιβολής και είσπραξής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Το αντάλλαγμα αυτό … κατατίθεται υπέρ του Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών και διατίθεται αποκλειστικά για την ανάπτυξη και προστασία των δασών. …». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 του ιδίου ως άνω νόμου: «1. … 2. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων διά της εξορύξεως, διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξις οδών προσπελάσεως και ανεγέρσεως εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τας ανάγκας εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπονται ελευθέρως, εφ’ όσον εχορηγήθη η κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις ερεύνης. Εάν δεν εχορηγήθη η ως είρηται έγκρισις ερεύνης, απαιτείται ειδική έγκρισις της εκμεταλλεύσεως, χορηγούμενη δι’ αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την εκμετάλλευσιν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν δια την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας … Εις πάσαν περίπτωσιν απαιτείται έγκρισις δια την εκμετάλλευσιν μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α΄ και β΄ παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν εχορηγήθη ή μη κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις. Αύτη παρέχεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. 3. Η εκμετάλλευσις των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν ει μη εις το απολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσις ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν άρθρω 45 παρ. 4 μελέτης. 4. … 5. Η παραχώρησις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων δια την διενέργειαν των εν τω παρόντι άρθρω εργασιών επιτρέπεται: α) Κατά χρήσιν και άνευ ανταλλάγματος, εφ’ όσον πρόκειται περί διενέργειας μεταλλευτικών ή λατομικών ερευνών δια γεωτρήσεων και διανοίξεως φρεάτων ή περί διανοίξεως οδών προσπελάσεως, β) Κατά χρήσιν και επ’ ανταλλάγματι, εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις πρόκειται να χρησιμοποιηθούν δια την εκμετάλλευσιν των εν αυταίς ορυκτών ή την δημιουργίαν προχείρων εγκαταστάσεων, γ) Κατά κυριότητα και επ’ ανταλλάγματι εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις είναι αναγκαίαι δια την ανέγερσιν μονίμων εγκαταστάσεων. Η κατά χρήσιν παραχώρησις ενεργείται δια την κατά τας παραγράφους 1 και 2 απαιτουμένης εγκριτικής της ερεύνης ή της εκμεταλλεύσεως αποφάσεως, καθοριζούσης την διάρκειαν και το αντάλλαγμα της παραχωρήσεως. Δια τον καθορισμόν του ανταλλάγματος απαιτείται η σύμφωνος γνωμοδότησις της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής, η καταβολή δε των οικείων χρηματικών ποσών ενεργείται προς το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Η παραχώρησις κατά κυριότητα ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής και ισχύει δι’ όσον χρόνον διαρκεί η εκμετάλλευσις των ανεγερθησομένων μονίμων εγκαταστάσεων, απαγορευμένης της αλλαγής του σκοπού δι’ ον εγένετο η παραχώρησις. Ο καθορισμός και η είσπραξις του ανταλλάγματος πραγματοποιείται κατά τα ανωτέρω».
5. Επειδή, εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτ. δ΄ του ν. 1406/ 1983 (Α΄ 182), στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τα «μεταλλεία και λατομεία». Όπως είχε παγίως κριθεί (βλ. ΣΕ 660/2010, 3654/2009, 3960/2008, 705/2006 Ολ.), αν η προσβαλλόμενη με το ένδικο βοήθημα πράξη εκδόθηκε μεν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί λατομείων, αλλά ο ασκών τούτο επικαλείται βλάβη από την πράξη αυτή και δεν αξιώνει ίδια δικαιώματα λατομίας, η διαφορά που ανακύπτει δεν είναι διαφορά ουσίας, της οποίας η επίλυση θα ανήκε στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 περ. δ΄ και 3 παρ. 1 του ν. 1406/1983, αλλά, εν όψει των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος, ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακολούθως όμως, με την παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77/7.5.2008), η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 82 εδ. δεύτερο αυτού αρχίζει μετά από ένα μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο ανωτέρω άρθρο 1 του ν. 1406/1983 προστέθηκε παρ. 6, κατά την οποία στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξαρτήτως από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το ένδικο βοήθημα. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ότι στόχος της ρύθμισης είναι, αφενός μεν η αποσυμφόρηση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου από κατηγορίες υποθέσεων που η φύση και η σπουδαιότητά τους δεν δικαιολογούν την απευθείας εκδίκασή τους από αυτό, αφετέρου δε την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης με την αποκέντρωση του μηχανισμού απονομής της. Στην δε παρ. 4 του αυτού άρθρου 51 ορίζεται ότι «οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις». Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων που εντάσσονται στο υπό τον τίτλο «Μεταφορά αρμοδιοτήτων» τέταρτο κεφάλαιο του νόμου 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010) (άρθρα 46 έως 50) συνάγεται ότι, κατά τη βούληση του νομοθέτη, εκκρεμείς την 1.1.2011, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 3900/2010, υποθέσεις, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά εφετεία και διοικητικά πρωτοδικεία σύμφωνα με το άρθρο 50 του ν. 3900/2010, δεν είναι μόνον όσες ανήκουν στις κατηγορίες διαφορών που μεταφέρονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων με το νόμο αυτό, αλλά και εκείνες οι οποίες είχαν μεταφερθεί στα εν λόγω δικαστήρια με προγενέστερα νομοθετήματα. Επομένως, και τα εκκρεμή ένδικα βοηθήματα που ανήκουν στις κατηγορίες υποθέσεων, οι οποίες έχουν υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το άρθρο 51 του ν. 3659/2008, αλλά, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου αυτού, έπρεπε να εκδικαστούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως ασκηθέντα πριν από τη δημοσίευση του τελευταίου αυτού νόμου, υπάγονται πλέον, κατά την έννοια του άρθρου 50 του ν. 3900/2010, στην αρμοδιότητα των οικείων διοικητικών πρωτοδικείων (βλ. Πρακτικό 4/2011 της διοικητικής Ολομέλειας, ΣΕ 4193/2011, πρβλ. ΣΕ 3447/2011, 2395/2011, 2142/ 2011, 1623/2011, 554/2011).
6. Επειδή, η παραχώρηση δασών ή λατομείου κατά τα προβλεπόμενα στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 998/1979 ενεργείται εξουσιαστικώς προς εξυπηρέτηση κρατικής πολιτικής, με την οποία επιδιώκεται η θεραπεία δημόσιου σκοπού, δηλαδή η κάλυψη των αναγκών σε μεταλλευτικά ή λατομικά ορυκτά προς όφελος της εθνικής οικονομίας, κατά συνεκτίμηση και της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας του δασικού πλούτου της χώρας. Η ειδική αυτή πράξη, όπως και η πράξη με την οποία εγκρίνεται η συνεπεία της ανωτέρω εκμεταλλεύσεως μεταλλείου ή λατομείου αυτόθροη επέμβαση σε δασική έκταση, θεσπίζονται προκειμένου να ελεχθεί από την Πολιτεία η επίδραση που θα έχει η λατομική ή μεταλλευτική δραστηριότητα στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, απαιτούνται δε πέραν των λοιπών αδειών και εγκρίσεων, με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα ασκήσεως της μεταλλευτικής ή λατομικής δραστηριότητας, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων (λοιπών αδειών και εγκρίσεων) γεννώνται διαφορές ουσίας (πρβλ. ΣΕ 394, 395/2006). Όπως έχει κριθεί (ΣΕ 4013/2013 7μ.), με την ρύθμιση του άρθρου 57 του ν. 998/1979, σε συμφωνία με τα άρθρα 24 και 106 του Συντάγματος, ο νομοθέτης αναγνωρίζει την ανάγκη αξιοποίησης των ορυκτών πρώτων υλών της χώρας, αλλά και την ιδιαιτερότητα της εξορυκτικής δραστηριότητας, η οποία περιορίζεται σε περιοχές όπου εντοπίζονται βιώσιμα κοιτάσματα προς εκμετάλλευση και θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα, ώστε να επιτυγχάνεται τόσο η προστασία του ευαίσθητου οικοσυστήματος όσο και η τεχνικοοικονομική βιωσιμότητα εκμεταλλεύσεων, οι οποίες κρίνονται ιδιαιτέρως συμφέρουσες για την εθνική οικονομία. Εξ άλλου, για την άσκηση μεταλλευτικής δραστηριότητας αρχήθεν απαιτείτο μελέτη επιπτώσεων στο περιβάλλον (ανωτέρω άρθρο 45 παρ. 5 Ν. 998/1979), ήδη δε απαιτείται η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που αποτελεί προϋπόθεση για την κατά τις ως άνω διατάξεις παραχώρηση δασών και δασικών εκτάσεων και επέμβαση σε αυτές. Και τούτο ενόψει των κατά τα ανωτέρω συνεπειών που επιφέρει η εκμετάλλευση μεταλλείου ή λατομείου στο δάσος ή στη δασική έκταση, ως οικολογικό σύνολο (ΣΕ 3393/2001 7μ.). Από δε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά, ενόψει των επιστημονικών, τεχνικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνει και οι οποίες ανήκουν στο πεδίο δράσεως της ενεργού διοικήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, και για τις πράξεις παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979, εν όψει των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων και του συναφούς προς αυτές χαρακτήρα της έρευνας για τη συνδρομή τους από τα αρμόδια δασικά όργανα, προσήκων είναι ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως έχει άλλωστε παγίως κριθεί και για όλες τις άλλες περιπτώσεις παραχώρησης δασικών εκτάσεων (ΣΕ 259 , 1536/2014, 4934/2013 , 1624 , 2694/2012 , 287/2005 , 262/2005 , 3525/1991 , 1768/1998 , 5222/1996 , 4739/1995 κ.ά.) και εγκρίσως επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση (ΣΕ 2464/2009 , 1508/2008 , 2785/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, εν όψει τούτων, το Τμήμα φέρεται προς την άποψη ότι η διαφορά που δημιουργείται από την προσβολή της επίμαχης πράξεως παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979 είναι ακυρωτική και ανήκει, ως εκ της φύσεως και σπουδαιότητάς της, στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας, αρμόδιου και για την εκδίκαση των διαφορών περί την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων. Δεδομένου όμως ότι με την απόφαση 1287/2015 του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση το ανωτέρω ζήτημα, εν όψει της αποφάσεως 1328/2013 που έκρινε αντιθέτως και λόγω της σπουδαιότητάς του, παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση, το Τμήμα κρίνει ότι και η παρούσα υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση και να ορισθεί δικάσιμος η 3.2.2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4533/2015: Από την αμφισβήτηση της νομιμότητας εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά



Από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά, ενόψει των επιστημονικών, τεχνικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνει και οι οποίες ανήκουν στο πεδίο δράσεως της ενεργού διοικήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, και για τις πράξεις παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979, εν όψει των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων και του συναφούς προς αυτές χαρακτήρα της έρευνας για τη συνδρομή τους από τα αρμόδια δασικά όργανα, προσήκων είναι ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως έχει άλλωστε παγίως κριθεί και για όλες τις άλλες περιπτώσεις παραχώρησης δασικών εκτάσεων και εγκρίσεως επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Σκέψεις 3 - 7 της υπ' αριθμ. 4533/2015 αποφάσεως του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:


3. Επειδή, με την 3919/2010 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 η θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως δικαστηρίου που δικάζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος, την αίτηση ακυρώσεως κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, είναι καίρια στο σύστημα του Κράτους Δικαίου που καθιερώνει το Σύνταγμα, το δε εύρος της γενικής ακυρωτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού δεν καταλείπεται στην απόλυτη διάθεση του κοινού νομοθέτη και, συνεπώς, ο περιορισμός της δια της μεταφοράς κατηγοριών υποθέσεων προς εκδίκαση στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από την άποψη της τηρήσεως των συνταγματικών ορίων. Περαιτέρω με την ίδια απόφαση κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ότι ο νόμος μπορεί να αναθέτει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, όταν η διαφορά γεννάται από εκτελεστή διοικητική πράξη, μόνον ειδική αρμοδιότητα, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, η φύση και η σπουδαιότητα των οποίων δεν επιβάλλει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, την εκδίκασή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η κατά τα ανωτέρω ανατιθέμενη στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρμοδιότητα μπορεί να οργανωθεί από το νόμο είτε ως ακυρωτική, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου δεν μπορεί, σύμφωνα με το νόμο να έχει ως περιεχόμενο την τροποποίηση, αλλά μόνο την εν όλω ή εν μέρει ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξεως, είτε ως αρμοδιότητα που εκτείνεται σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να είναι, εκτός από την ακύρωση, και η μεταρρύθμιση εκτελεστής διοικητικής πράξεως και το δικαστήριο έχει, κατ’ αρχήν, την εξουσία να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο της πράξεως ή του δικαιώματος, της υποχρεώσεως ή της καταστάσεως που απορρέει από αυτή, μετά από διάγνωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Τέλος, με την ίδια απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 43 του Συντάγματος, με τα οποία, αντιστοίχως κατοχυρώνεται η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών και προβλέπεται ο θεσμός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων, στις οποίες η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων, για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια, είτε λόγω ρητής συνταγματικής προβλέψεως, όπως στην περίπτωση της προσβολής κανονιστικών διοικητικών πράξεων, των οποίων η μεταρρύθμιση θα συνιστούσε θέσπιση νέας κανονιστικής διοικητικής πράξεως, για την οποία αρμόδια είναι μόνο τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 του Συντάγματος όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, είτε, προκειμένου περί ατομικών διοικητικών πράξεων, λόγω των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων, του χαρακτήρα της έρευνας, βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών μεταρρυθμίσεως της πράξεως, εν όψει των οποίων η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοικητικής κρατικής εξουσίας, βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών. Εν όψει των ανωτέρω κρίθηκε στη συνέχεια ότι η κρίση του ζητήματος αν η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοίκησης κρατικής εξουσίας, βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών, είναι εξεταστέα βάσει των ανωτέρω κριτηρίων για κάθε κατηγορία υποθέσεων. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με την 1056/2012 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, ότι οι άδειες εγκατάστασης κεραιών κινητής τηλεφωνίας χορηγούνται βάσει επιστημονικών, τεχνικών εκτιμήσεων που ανήκουν στο πεδίο δράσης της ενεργού διοικήσεως, μη δυνάμενες να ανατεθούν στα όργανα της δικαστικής εξουσίας, δεδομένου και ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής συναρτάται ευθέως με ειδικές επιστημονικές γνώσεις και τεχνικές κρίσεις, η εξέταση της ορθότητας των οποίων, στο πλαίσιο ασκήσεως πλήρους δικαιοδοσίας, δεν διευρύνει τη λυσιτέλεια και αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου και ως εκ τούτου, για τις υποθέσεις αυτές, η αίτηση ακυρώσεως αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα.
4. Επειδή, στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη της χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον …». Σε εκτέλεση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως εκδόθηκε ο ν. 998/1979 (Α΄ 289), στο άρθρο 4 του οποίου ορίζονται τα εξής: «1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, διά την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: α) Δάση και δασικές εκτάσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο επιστημονικό, αισθητικό, οικολογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον ή περιλαμβάνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης και ζώνες ειδικής προστασίας (εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσης, δίκτυα και περιοχές προστατευόμενα από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αρχαιολογικοί χώροι, το άμεσο περιβάλλον μνημείων και ιστορικοί τόποι) [όπως η περ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303)]. β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις). γ) …». Περαιτέρω, με τα άρθρα 45 - 61 του υπό τον τίτλο «Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση, και τας δασικάς εκτάσεις» έκτου Κεφαλαίου του ίδιου ως άνω νόμου θεσπίζονται ειδικοί κανόνες ως προς το επιτρεπτό ορισμένων επεμβάσεων σε δάση και δασικές εκτάσεις, στο δε υπό τον τίτλο «Εξαιρετικός χαρακτήρας επεμβάσεων», άρθρο 45 ορίζονται ειδικότερα τα εξής: «1. … 5. Δια τας μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ών τα άρθρα … 57 … του παρόντος νόμου απαιτείται όπως η αίτηση … δι’ ου συζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επέμβασης … συνοδεύεται από μελέτη επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων θεωρημένης υπό της Υπηρ. Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος δυναμένης να θέσει όρους δια την παροχήν της εγκρίσεως ή να επιβάλει συμπληρωματικά μέτρα προς προστασίαν του περιβάλλοντος. … 12. [όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρ. 1 του ν. 3208/2003 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202)]. Κάθε επέμβαση που προβλέπεται από τη δασική νομοθεσία στα δάση, στις δασικές και τις λοιπές εκτάσεις που τελούν υπό τη διαχείριση των δασικών υπηρεσιών είτε για τη μεταβολή του προορισμού και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων μέσα σε αυτές και τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή την παροχή άλλων εξυπηρετήσεων, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήση τους, ενεργείται πάντοτε κατόπιν καταβολής ανταλλάγματος χρήσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ύψος του ανταλλάγματος για κάθε κατηγορία επεμβάσεων, η διαδικασία επιβολής και είσπραξής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Το αντάλλαγμα αυτό … κατατίθεται υπέρ του Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών και διατίθεται αποκλειστικά για την ανάπτυξη και προστασία των δασών. …». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 του ιδίου ως άνω νόμου: «1. … 2. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων διά της εξορύξεως, διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξις οδών προσπελάσεως και ανεγέρσεως εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τας ανάγκας εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπονται ελευθέρως, εφ’ όσον εχορηγήθη η κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις ερεύνης. Εάν δεν εχορηγήθη η ως είρηται έγκρισις ερεύνης, απαιτείται ειδική έγκρισις της εκμεταλλεύσεως, χορηγούμενη δι’ αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την εκμετάλλευσιν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν δια την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας … Εις πάσαν περίπτωσιν απαιτείται έγκρισις δια την εκμετάλλευσιν μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α΄ και β΄ παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν εχορηγήθη ή μη κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις. Αύτη παρέχεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. 3. Η εκμετάλλευσις των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν ει μη εις το απολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσις ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν άρθρω 45 παρ. 4 μελέτης. 4. … 5. Η παραχώρησις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων δια την διενέργειαν των εν τω παρόντι άρθρω εργασιών επιτρέπεται: α) Κατά χρήσιν και άνευ ανταλλάγματος, εφ’ όσον πρόκειται περί διενέργειας μεταλλευτικών ή λατομικών ερευνών δια γεωτρήσεων και διανοίξεως φρεάτων ή περί διανοίξεως οδών προσπελάσεως, β) Κατά χρήσιν και επ’ ανταλλάγματι, εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις πρόκειται να χρησιμοποιηθούν δια την εκμετάλλευσιν των εν αυταίς ορυκτών ή την δημιουργίαν προχείρων εγκαταστάσεων, γ) Κατά κυριότητα και επ’ ανταλλάγματι εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις είναι αναγκαίαι δια την ανέγερσιν μονίμων εγκαταστάσεων. Η κατά χρήσιν παραχώρησις ενεργείται δια την κατά τας παραγράφους 1 και 2 απαιτουμένης εγκριτικής της ερεύνης ή της εκμεταλλεύσεως αποφάσεως, καθοριζούσης την διάρκειαν και το αντάλλαγμα της παραχωρήσεως. Δια τον καθορισμόν του ανταλλάγματος απαιτείται η σύμφωνος γνωμοδότησις της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής, η καταβολή δε των οικείων χρηματικών ποσών ενεργείται προς το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Η παραχώρησις κατά κυριότητα ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής και ισχύει δι’ όσον χρόνον διαρκεί η εκμετάλλευσις των ανεγερθησομένων μονίμων εγκαταστάσεων, απαγορευμένης της αλλαγής του σκοπού δι’ ον εγένετο η παραχώρησις. Ο καθορισμός και η είσπραξις του ανταλλάγματος πραγματοποιείται κατά τα ανωτέρω».
5. Επειδή, εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτ. δ΄ του ν. 1406/ 1983 (Α΄ 182), στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τα «μεταλλεία και λατομεία». Όπως είχε παγίως κριθεί (βλ. ΣΕ 660/2010, 3654/2009, 3960/2008, 705/2006 Ολ.), αν η προσβαλλόμενη με το ένδικο βοήθημα πράξη εκδόθηκε μεν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί λατομείων, αλλά ο ασκών τούτο επικαλείται βλάβη από την πράξη αυτή και δεν αξιώνει ίδια δικαιώματα λατομίας, η διαφορά που ανακύπτει δεν είναι διαφορά ουσίας, της οποίας η επίλυση θα ανήκε στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 περ. δ΄ και 3 παρ. 1 του ν. 1406/1983, αλλά, εν όψει των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος, ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακολούθως όμως, με την παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77/7.5.2008), η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 82 εδ. δεύτερο αυτού αρχίζει μετά από ένα μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στο ανωτέρω άρθρο 1 του ν. 1406/1983 προστέθηκε παρ. 6, κατά την οποία στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξαρτήτως από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το ένδικο βοήθημα. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ότι στόχος της ρύθμισης είναι, αφενός μεν η αποσυμφόρηση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου από κατηγορίες υποθέσεων που η φύση και η σπουδαιότητά τους δεν δικαιολογούν την απευθείας εκδίκασή τους από αυτό, αφετέρου δε την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης με την αποκέντρωση του μηχανισμού απονομής της. Στην δε παρ. 4 του αυτού άρθρου 51 ορίζεται ότι «οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις». Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων που εντάσσονται στο υπό τον τίτλο «Μεταφορά αρμοδιοτήτων» τέταρτο κεφάλαιο του νόμου 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010) (άρθρα 46 έως 50) συνάγεται ότι, κατά τη βούληση του νομοθέτη, εκκρεμείς την 1.1.2011, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 3900/2010, υποθέσεις, οι οποίες διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά εφετεία και διοικητικά πρωτοδικεία σύμφωνα με το άρθρο 50 του ν. 3900/2010, δεν είναι μόνον όσες ανήκουν στις κατηγορίες διαφορών που μεταφέρονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων με το νόμο αυτό, αλλά και εκείνες οι οποίες είχαν μεταφερθεί στα εν λόγω δικαστήρια με προγενέστερα νομοθετήματα. Επομένως, και τα εκκρεμή ένδικα βοηθήματα που ανήκουν στις κατηγορίες υποθέσεων, οι οποίες έχουν υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το άρθρο 51 του ν. 3659/2008, αλλά, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου αυτού, έπρεπε να εκδικαστούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως ασκηθέντα πριν από τη δημοσίευση του τελευταίου αυτού νόμου, υπάγονται πλέον, κατά την έννοια του άρθρου 50 του ν. 3900/2010, στην αρμοδιότητα των οικείων διοικητικών πρωτοδικείων (βλ. Πρακτικό 4/2011 της διοικητικής Ολομέλειας, ΣΕ 4193/2011, πρβλ. ΣΕ 3447/2011, 2395/2011, 2142/ 2011, 1623/2011, 554/2011).
6. Επειδή, η παραχώρηση δασών ή λατομείου κατά τα προβλεπόμενα στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 998/1979 ενεργείται εξουσιαστικώς προς εξυπηρέτηση κρατικής πολιτικής, με την οποία επιδιώκεται η θεραπεία δημόσιου σκοπού, δηλαδή η κάλυψη των αναγκών σε μεταλλευτικά ή λατομικά ορυκτά προς όφελος της εθνικής οικονομίας, κατά συνεκτίμηση και της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας του δασικού πλούτου της χώρας. Η ειδική αυτή πράξη, όπως και η πράξη με την οποία εγκρίνεται η συνεπεία της ανωτέρω εκμεταλλεύσεως μεταλλείου ή λατομείου αυτόθροη επέμβαση σε δασική έκταση, θεσπίζονται προκειμένου να ελεχθεί από την Πολιτεία η επίδραση που θα έχει η λατομική ή μεταλλευτική δραστηριότητα στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, απαιτούνται δε πέραν των λοιπών αδειών και εγκρίσεων, με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα ασκήσεως της μεταλλευτικής ή λατομικής δραστηριότητας, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των οποίων (λοιπών αδειών και εγκρίσεων) γεννώνται διαφορές ουσίας (πρβλ. ΣΕ 394, 395/2006). Όπως έχει κριθεί (ΣΕ 4013/2013 7μ.), με την ρύθμιση του άρθρου 57 του ν. 998/1979, σε συμφωνία με τα άρθρα 24 και 106 του Συντάγματος, ο νομοθέτης αναγνωρίζει την ανάγκη αξιοποίησης των ορυκτών πρώτων υλών της χώρας, αλλά και την ιδιαιτερότητα της εξορυκτικής δραστηριότητας, η οποία περιορίζεται σε περιοχές όπου εντοπίζονται βιώσιμα κοιτάσματα προς εκμετάλλευση και θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα, ώστε να επιτυγχάνεται τόσο η προστασία του ευαίσθητου οικοσυστήματος όσο και η τεχνικοοικονομική βιωσιμότητα εκμεταλλεύσεων, οι οποίες κρίνονται ιδιαιτέρως συμφέρουσες για την εθνική οικονομία. Εξ άλλου, για την άσκηση μεταλλευτικής δραστηριότητας αρχήθεν απαιτείτο μελέτη επιπτώσεων στο περιβάλλον (ανωτέρω άρθρο 45 παρ. 5 Ν. 998/1979), ήδη δε απαιτείται η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που αποτελεί προϋπόθεση για την κατά τις ως άνω διατάξεις παραχώρηση δασών και δασικών εκτάσεων και επέμβαση σε αυτές. Και τούτο ενόψει των κατά τα ανωτέρω συνεπειών που επιφέρει η εκμετάλλευση μεταλλείου ή λατομείου στο δάσος ή στη δασική έκταση, ως οικολογικό σύνολο (ΣΕ 3393/2001 7μ.). Από δε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων γεννάται ακυρωτική διαφορά, ενόψει των επιστημονικών, τεχνικών ρυθμίσεων που περιλαμβάνει και οι οποίες ανήκουν στο πεδίο δράσεως της ενεργού διοικήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, και για τις πράξεις παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979, εν όψει των απαιτούμενων για την έκδοσή τους προϋποθέσεων και του συναφούς προς αυτές χαρακτήρα της έρευνας για τη συνδρομή τους από τα αρμόδια δασικά όργανα, προσήκων είναι ο ακυρωτικός έλεγχος, όπως έχει άλλωστε παγίως κριθεί και για όλες τις άλλες περιπτώσεις παραχώρησης δασικών εκτάσεων (ΣΕ 259 , 1536/2014, 4934/2013 , 1624 , 2694/2012 , 287/2005 , 262/2005 , 3525/1991 , 1768/1998 , 5222/1996 , 4739/1995 κ.ά.) και εγκρίσως επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση (ΣΕ 2464/2009 , 1508/2008 , 2785/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, εν όψει τούτων, το Τμήμα φέρεται προς την άποψη ότι η διαφορά που δημιουργείται από την προσβολή της επίμαχης πράξεως παραχώρησης κατά το άρθρο 57 του ν. 998/1979 είναι ακυρωτική και ανήκει, ως εκ της φύσεως και σπουδαιότητάς της, στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Επικρατείας, αρμόδιου και για την εκδίκαση των διαφορών περί την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων. Δεδομένου όμως ότι με την απόφαση 1287/2015 του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση το ανωτέρω ζήτημα, εν όψει της αποφάσεως 1328/2013 που έκρινε αντιθέτως και λόγω της σπουδαιότητάς του, παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση, το Τμήμα κρίνει ότι και η παρούσα υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση και να ορισθεί δικάσιμος η 3.2.2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.