Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4422/2015: Ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως μετά τον ν. 3900/2010

Ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την έννοια του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά τον ν. 3900/2010, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα.


Σκέψεις 3 και 4 της υπ' αριθμ. 4422/2015 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

Με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, ενώ, αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή η τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο (ΣτΕ 957, 1311, 2013, 2016/2014). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στο νόμο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμου για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί ενός τέτοιου νομικού ζητήματος έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΣτΕ 4877/2012 7μ., 4163/2012 7μ., 2182, 2582, 3994/2013, 329, 1311, 1913/2014 κ.ά.). Εν όψει αυτών, ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 266, 3578, 4181, 4782-3, 4962-3/2014). Τέλος, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται, μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1196, 4383/2014, 4519, 2077/2013).
Η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (4.12.2013), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Προς άρση του απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει χρηματικό αντικείμενο, το οποίο υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το κατά πόσον ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. εν γένει, σε περίπτωση πτώσεως στρατιωτικού εναερίου μέσου (ελικοπτέρου), στο οποίο επιβαίνουν εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες, και το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μη στρατιωτικής αποστολής (μεταφορά VIP προσώπου, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, με τη συνοδεία του). Ο ισχυρισμός δε αυτός περί άρσεως του απαραδέκτου προβάλλεται βασίμως, διότι δεν έχει απασχολήσει τη νομολογία το ανωτέρω εκτιθέμενο ζήτημα, το οποίο συνάπτεται με την ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, απαιτούν για την εκτέλεση της σχετικής επιχειρήσεως λόγω και της φύσεώς της αυξημένη ένταση δυνάμεων του στρατιωτικού προσωπικού και αυστηρά τήρηση των κανόνων ασφαλείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4422/2015: Ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως μετά τον ν. 3900/2010

Ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την έννοια του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά τον ν. 3900/2010, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα.


Σκέψεις 3 και 4 της υπ' αριθμ. 4422/2015 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

Με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, ενώ, αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή η τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο (ΣτΕ 957, 1311, 2013, 2016/2014). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στο νόμο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμου για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί ενός τέτοιου νομικού ζητήματος έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΣτΕ 4877/2012 7μ., 4163/2012 7μ., 2182, 2582, 3994/2013, 329, 1311, 1913/2014 κ.ά.). Εν όψει αυτών, ναι μεν, όπως έχει κριθεί, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια, καθώς δεν αφορούν σε ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενη να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό, διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει, μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 550/2015 7μ., 582-7/2015 7μ., πρβ. ΣτΕ 1623/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αορίστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) που αποτελούν στοιχεία του εφαρμοστέου από τα δικαστήρια της ουσίας κανόνα δικαίου, εφόσον οι εν λόγω αόριστες νομικές έννοιες προσδιορίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον, εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 266, 3578, 4181, 4782-3, 4962-3/2014). Τέλος, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται, μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1196, 4383/2014, 4519, 2077/2013).
Η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (4.12.2013), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Προς άρση του απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει χρηματικό αντικείμενο, το οποίο υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ για κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το κατά πόσον ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. εν γένει, σε περίπτωση πτώσεως στρατιωτικού εναερίου μέσου (ελικοπτέρου), στο οποίο επιβαίνουν εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό και πολίτες, και το οποίο χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μη στρατιωτικής αποστολής (μεταφορά VIP προσώπου, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, με τη συνοδεία του). Ο ισχυρισμός δε αυτός περί άρσεως του απαραδέκτου προβάλλεται βασίμως, διότι δεν έχει απασχολήσει τη νομολογία το ανωτέρω εκτιθέμενο ζήτημα, το οποίο συνάπτεται με την ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, απαιτούν για την εκτέλεση της σχετικής επιχειρήσεως λόγω και της φύσεώς της αυξημένη ένταση δυνάμεων του στρατιωτικού προσωπικού και αυστηρά τήρηση των κανόνων ασφαλείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.