Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4327/2015 (7μ.): Προϋποθέσεις παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως



 Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται όταν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της και συγχρόνως προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989. Ως διαφορές δε, που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του αυτού νομοθετήματος νοούνται οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Tαμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για τη λήψη εφ’άπαξ παροχής και όχι εκείνες που αφορούν αποκλειστικά και μόνο το ύψος της χορηγούμενης παροχής.


Σκέψεις 4 - 6 της υπ' αριθμ. 4327/2015 αποφάσεως της επταμελούς συνθέσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

4. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της...». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (1.1.2011), ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), η αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται όταν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά, το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται όταν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της και συγχρόνως προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 (ΣτΕ 1875-76/2012 7μ, 2156/2013, 2582/2013, 957/2014). Ως διαφορές δε, που εμπίπτουν στην εξαίρεση της ως άνω παραγράφου 4 του άρθρου 53 νοούνται οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Tαμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για τη λήψη εφ’άπαξ παροχής και όχι εκείνες που αφορούν αποκλειστικά και μόνο το ύψος της χορηγούμενης παροχής (ΣτΕ 24, 158/2013). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί του ίδιου κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 4163/2012 7μ., 4877/2012 7μ., 1641, 4722/2014 κ.ά.). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου της υποθέσεως μετά από προηγούμενη αναιρετική απόφασή του, οπότε στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων πρέπει να προβάλει ειδικώς ότι η αίτηση αυτή είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή, λόγω αντιθέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την ως άνω αναιρετική απόφαση επί της αυτής διαφοράς για το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση αυτής, η αντίθεση δε αυτή να προβάλλεται ως αντίθεση προς την νομολογία σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 3627/2014 7μ., 4121/2014) προς άρση δηλαδή του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι ως λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
5. Επειδή, εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 8.11.2013, ήτοι υπό την ισχύ του ν. 3900/2010, επί διαφοράς που αφορά αποκλειστικά τον καθορισμό του ύψους του εφ’άπαξ βοηθήματος και συγκεκριμένα, τη λήψη συμπληρωματικού εφ’άπαξ βοηθήματος, χωρίς να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα θεμελιώσεως του δικαιώματος προς λήψη της επίδικης παροχής, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το από 15.6.2015 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα του αναιρεσείοντος είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα. Συνεπώς, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, το αντικείμενο της διαφοράς που άγεται προς εκδίκαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι χρηματικό και ανέρχεται, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, στο ποσό των 25.145,95 ευρώ, ήτοι υπολείπεται του νομίμου ορίου των 40.000 ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, εν όψει δε του απαραδέκτου αυτού καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή περί ανυπαρξίας σχετικής νομολογίας (ΣτΕ 1326, 3416/2014, 486, 1921/2015). Περαιτέρω, ενόψει του απαραδέκτου της κρινομένης αιτήσεως λόγω ποσού, όσον αφορά στην κύρια απαίτηση του αναιρεσείοντος, καθίσταται αλυσιτελής και η έρευνα του ισχυρισμού του που αφορά την παρεπόμενη αξίωση των τόκων (ΣτΕ 688, 1125/2015).
6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4327/2015 (7μ.): Προϋποθέσεις παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως



 Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται όταν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της και συγχρόνως προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989. Ως διαφορές δε, που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του αυτού νομοθετήματος νοούνται οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Tαμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για τη λήψη εφ’άπαξ παροχής και όχι εκείνες που αφορούν αποκλειστικά και μόνο το ύψος της χορηγούμενης παροχής.


Σκέψεις 4 - 6 της υπ' αριθμ. 4327/2015 αποφάσεως της επταμελούς συνθέσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:

4. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της...». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (1.1.2011), ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), η αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται όταν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά, το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται όταν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της και συγχρόνως προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 (ΣτΕ 1875-76/2012 7μ, 2156/2013, 2582/2013, 957/2014). Ως διαφορές δε, που εμπίπτουν στην εξαίρεση της ως άνω παραγράφου 4 του άρθρου 53 νοούνται οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Tαμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για τη λήψη εφ’άπαξ παροχής και όχι εκείνες που αφορούν αποκλειστικά και μόνο το ύψος της χορηγούμενης παροχής (ΣτΕ 24, 158/2013). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί του ίδιου κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 4163/2012 7μ., 4877/2012 7μ., 1641, 4722/2014 κ.ά.). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου της υποθέσεως μετά από προηγούμενη αναιρετική απόφασή του, οπότε στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων πρέπει να προβάλει ειδικώς ότι η αίτηση αυτή είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή, λόγω αντιθέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την ως άνω αναιρετική απόφαση επί της αυτής διαφοράς για το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση αυτής, η αντίθεση δε αυτή να προβάλλεται ως αντίθεση προς την νομολογία σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 3627/2014 7μ., 4121/2014) προς άρση δηλαδή του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι ως λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
5. Επειδή, εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 8.11.2013, ήτοι υπό την ισχύ του ν. 3900/2010, επί διαφοράς που αφορά αποκλειστικά τον καθορισμό του ύψους του εφ’άπαξ βοηθήματος και συγκεκριμένα, τη λήψη συμπληρωματικού εφ’άπαξ βοηθήματος, χωρίς να τίθεται εν προκειμένω ζήτημα θεμελιώσεως του δικαιώματος προς λήψη της επίδικης παροχής, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το από 15.6.2015 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα του αναιρεσείοντος είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα. Συνεπώς, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, το αντικείμενο της διαφοράς που άγεται προς εκδίκαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι χρηματικό και ανέρχεται, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, στο ποσό των 25.145,95 ευρώ, ήτοι υπολείπεται του νομίμου ορίου των 40.000 ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, εν όψει δε του απαραδέκτου αυτού καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή περί ανυπαρξίας σχετικής νομολογίας (ΣτΕ 1326, 3416/2014, 486, 1921/2015). Περαιτέρω, ενόψει του απαραδέκτου της κρινομένης αιτήσεως λόγω ποσού, όσον αφορά στην κύρια απαίτηση του αναιρεσείοντος, καθίσταται αλυσιτελής και η έρευνα του ισχυρισμού του που αφορά την παρεπόμενη αξίωση των τόκων (ΣτΕ 688, 1125/2015).
6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.