Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4310/2015 (Ολομ.): Καθορισμός επιστρεπτέας αποζημιώσεως σε περίπτωση ανακλήσεως συντετελεσμένης απαλλοτριώσεως



Σύμφωνα με τις, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η οποία έχει κηρυχθεί υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας τάσσεται ως αναγκαία προϋπόθεση η επιστροφή στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση της αποζημίωσης η οποία είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη, αναπροσαρμοσμένης κατά τον μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, δηλαδή με τον πολλαπλασιασμό της εισπραχθείσης αποζημιώσεως επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή «του χρόνου έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2)» και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από τον δικαιούχο (Τ1). Με τη ρύθμιση αυτή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του ποσού της εισπραχθείσης αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπ’ όψη του δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δηλαδή εγγύς του χρόνου επιστροφής αυτής, ο νομοθέτης τόσο του ν.δ. 797/1971, όσο και του ήδη ισχύοντος ν. 2882/2001 απέβλεψε, και ευλόγως, στη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη για την απαλλοτρίωση του ακινήτου και του χρηματικού ποσού το οποίο πρέπει αυτός να επιστρέψει στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση για την ανάκληση αυτής. Σκοπός δηλαδή, εύλογος και θεμιτός, των ταυτόσημων, κατά περιεχόμενο, διαδοχικών νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων είναι, προκειμένου να ανακληθεί η απαλλοτρίωση, να επιστραφεί, σε κάθε περίπτωση, χρηματικό ποσό ίσης αγοραστικής δύναμης με την εισπραχθείσα για την απαλλοτρίωση αποζημίωση. Ενδεικτική δε της βουλήσεως αυτής του διαχρονικού νομοθέτη είναι και η ρύθμιση, κατά την οποία εάν ο πρώην ιδιοκτήτης δεν καταβάλει την καθορισθείσα ως επιστρεπτέα αποζημίωση εντός των οριζομένων προθεσμιών, τότε η αρμόδια αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης (άρθρα 12 παρ. 5 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 4 του ν. 2882/2001). Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η ρύθμιση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που η πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ανωτέρω ρύθμιση για τον υπολογισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος.


Αριθμός 4310/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Μ.-Ελ. Παπαδημήτρη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Κ. Μαρίνου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 24 Απριλίου 2009 τριτανακοπή:
του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ», που εδρεύει στην Αθήνα (Τσόχα 7), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Παρασκευή Τσαμούρη (Α.Μ. 11442), που την διόρισε με πληρεξούσιο ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού,
κατά των: 1. ...,
και κατά της υπ’ αριθμ. 84/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Στη δίκη παρέστη ο Υπουργός Οικονομικών με τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1185/2014 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Η πληρεξουσία του τριτανακόπτοντος Οργανισμού δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει. Ο αντιπρόσωπος του Υπουργού δήλωσε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, ότι δεν θα αγορεύσει καθώς και ότι συντάσσεται με την πλειοψηφήσασα γνώμη της προδικαστικής.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την εισηγήτρια, Σύμβουλο Κ. Φιλοπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων της πρώτης και του τρίτου εκ των αποβιωσάντων καθών και ως πληρεξούσιο των λοιπών εκ των καθών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση τριτανακοπής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παράβολου.
2. Επειδή, με την τριτανακοπή αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού» (Ε.Ο.Τ.) ζητεί την εξαφάνιση της 84/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως των ήδη καθών η τριτανακοπή και ακυρώθηκαν α) η 1021241/834/Δ0010/ 28.2.2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία είχε καθορισθεί η επιστρεπτέα αποζημίωση, λόγω ανακλήσεως συντελεσμένης απαλλοτριώσεως ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας των ήδη καθών, κηρυχθείσης υπέρ και με δαπάνες του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ., και β) η προηγηθείσα πράξη 1021243/1469/Δ0010/27.2.2007 της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία είχε απορριφθεί το από 29.1.2007 αίτημα των καθών περί υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημιώσεως βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή του Αυγούστου 1994 και περί εξαιρέσεως από αυτήν της αξίας των επικειμένων στο ακίνητο κτισμάτων.
3. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά την 1185/2014 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτ. α΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), στην Ολομέλεια προς επίλυση, λόγω της σπουδαιότητάς του, το ζήτημα εάν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημιώσεως, προκειμένου να ανακληθεί συντελεσμένη απαλλοτρίωση ακινήτου, ληπτέος υπόψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος του χρόνου συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την απαλλοτρίωση, ή του χρόνου έκδοσης της πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, όπως ρητώς στις διατάξεις αυτές προβλέπεται.
4. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν ειδικότερα τα ακόλουθα: Με την κοινή απόφαση Α1046/289/22.1.1971 των Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (φ. Δ΄ 23/28.1.1971) απαλλοτριώθηκε υπέρ και με δαπάνες του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ. ακίνητο, ιδιοκτησίας των ήδη καθών η τριτανακοπή, στην περιοχή Αναβύσσου Αττικής, η απαλλοτρίωση δε αυτή συντελέστηκε το έτος 1971 με παρακατάθεση της δικαστικώς ορισθείσης αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξαν οι ήδη καθών. Με την από 13.5.1994 αίτησή τους προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών οι καθών ζήτησαν την ανάκληση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Το αίτημά τους αυτό απορρίφθηκε σιωπηρώς και κατά της σιωπηρής απόρριψης οι καθών άσκησαν αίτηση ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή με την 1984/2005 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και ακυρώθηκε η εν λόγω σιωπηρή άρνηση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο. Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω ακυρωτική απόφαση, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών προέβη με την 1021241/834/Δ0010/28.2.2007 πράξη του, βάσει των άρθρων 12 του ν.δ. 797/1971 και 12 του ν. 2882/2001, στον καθορισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, προκειμένου να ακολουθήσει, μετά την επιστροφή της, η έκδοση της πράξης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ως προς το ως άνω ακίνητο, ενώ με την προηγηθείσα 1021243/1469/Δ0010/ 27.2.2007 πράξη της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών απορρίφθηκε αίτημα των καθών περί υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης κατά συγκεκριμένο τρόπο και περί εξαιρέσεως από αυτήν της αξίας των επικειμένων στο ακίνητο κτισμάτων. Κατά των ανωτέρω πράξεων οι καθών άσκησαν αίτηση ακυρώσεως. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στην πενταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος, κατά τη δικάσιμο της 5.5.2008, και με την απόφαση 3058/2008 παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. Με την απόφαση 84/2009 του ΣΤ΄ Τμήματος με επταμελή σύνθεση ακυρώθηκαν, ως μη νόμιμες, οι προσβληθείσες ως άνω πράξεις καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Ήδη, με την κρινόμενη τριτανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 1185/2014 παραπεμπτική απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του ΣΤ΄ Τμήματος, ο Ε.Ο.Τ., υπέρ και με δαπάνες του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου, ζητεί την εξαφάνιση της ανωτέρω 84/2009 ακυρωτικής αποφάσεως.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα στοιχεία, μετά την άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής (27.4.2009) απεβίωσε, στις 10.11.2009, η εκ των καθών η τριτανακοπή ... (1η), στη συνέχεια δε, μετά την αποποίηση της κληρονομίας της από τους λοιπούς εκ των καθών και τέκνα αυτής ... (2η), ... (3ος) και ... (4η) καθώς και τον επισυμβάντα, στις 15.8.2010, θάνατο του εξ αυτών ..., κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι ..., οι οποίοι νομίμως συνεχίζουν τη δίκη με σχετική από 4.10.2010 δήλωση του παραστάντος κατά τη συζήτηση δικηγόρου.
6. Επειδή, στο άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αίτησης ακυρώσεως, μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους. 3. …». Στο άρθρο 51 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Τρίτος, που βλάπτεται από την ακυρωτική απόφαση, δικαιούται να την ανακόψει μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης προς αυτόν, ή αφότου έλαβε γνώση της απόφασης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. 2. Στερείται το δικαίωμα ανακοπής ο τρίτος, στον οποίο με επιμέλεια του εισηγητή κοινοποιήθηκε αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν, καθώς και οποιοσδήποτε άσκησε παρέμβαση κατά τη συζήτηση. 3. Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν την προδικασία, τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για την τριτανακοπή». Με τις διατάξεις αυτές το έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής είναι στενά συνδεδεμένο με το έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, υπό την έννοια ότι κατά ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, δικαιούται να ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος, ο οποίος είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης (ΣτΕ 2034 - 2036/2011 Ολομ., 856/2009 επτ., 2965/2006, 2597/2005 επτ., 3823/1997 Ολομ. κ.ά.).
7. Επειδή, το άρθρο 12 του ν.δ. 797/1971 (Α΄ 1) όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «2. Συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ: α) του Δημοσίου, β) νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, γ) επιχειρήσεων που ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και δ) οργανισμών κοινής ωφέλειας, δύναται να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς, εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης … 4. Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται, με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει και με τη διαδικασία, που ορίζεται από το άρθρο 1, ύστερα από επιστροφή στο βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης της αποζημίωσης που καταβλήθηκε. Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών, και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αναπροσαρμογή της επιστρεπτέας αποζημίωσης (ενεργείται) με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, και εξευρίσκεται δια πολλαπλασιασμού της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή του χρόνου της έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2) και του χρόνου εισπράξεως της αποζημίωσης από το δικαιούχο (Τ1). Εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση που έχει παρακατατεθεί, ως επιστρεπτέο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης που έχει παρακατατεθεί, χωρίς αναπροσαρμογή. Επίσης, εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση για την οποία έχει εκδοθεί χρηματικό ένταλμα πληρωμής … ως επιστρεπτέο ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης του οποίου έχει ενταλθεί η πληρωμή χωρίς αναπροσαρμογή. 5. Η αποζημίωση επιστρέφεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την επίδοση στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης. Εάν η συνολική κατά ακίνητο επιστρεπτέα αποζημίωση υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, δύναται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να επιστραφεί σε τέσσερις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις … Εάν παρέλθουν άπρακτες οι κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμίες, η αρμόδια για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει, με απόφασή της, ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης … 6. Η απόφαση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μεταγράφεται, με επιμέλεια κάθε ενδιαφερόμενου, στα βιβλία μεταγραφών. Χωρίς μεταγραφή της απόφασης αυτής δεν ανακτάται η κυριότητα … από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη …» (όπως οι ανωτέρω παράγραφοι ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 6 παρ. 19 του ν. 2160/1993, Α΄ 118). Εξάλλου, ο Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.) (ν. 2882/2001, Α΄ 17) ορίζει, στο άρθρο 12 υπό τον τίτλο «Ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης», όπως αυτό ίσχυε κατά την έκδοση των ακυρωθεισών υπουργικών αποφάσεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων τα εξής: «1. Συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ: α) του Δημοσίου, β) νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, γ) Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού, δ) επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ε) οργανισμών κοινής ωφέλειας δύναται να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης … 3. Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται, με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει … ύστερα από επιστροφή στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης της αποζημίωσης που καταβλήθηκε, αναπροσαρμοσμένης κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αναπροσαρμογή της επιστρεπτέας αποζημίωσης ενεργείται με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, και εξευρίσκεται δια πολλαπλασιασμού της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή του χρόνου της έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2) και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από το δικαιούχο (Τ1). Εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση που έχει παρακατατεθεί, ως επιστρεπτέο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης που έχει παρακατατεθεί, χωρίς αναπροσαρμογή. Επίσης, εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση για την οποία έχει εκδοθεί χρηματικό ένταλμα πληρωμής … ως επιστρεπτέο ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης του οποίου έχει ενταλθεί η πληρωμή, χωρίς αναπροσαρμογή. 4. Η αποζημίωση επιστρέφεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την επίδοση στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης. Εάν η συνολική κατά ακίνητο επιστρεπτέα αποζημίωση υπερβαίνει τα 2.000.000 δραχμές, δύναται, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να επιστραφεί σε τέσσερις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις … Εάν παρέλθουν άπρακτες οι κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμίες, η αρμόδια για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει με απόφασή της, ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης … 5. Η απόφαση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μεταγράφεται, με επιμέλεια κάθε ενδιαφερομένου, στα βιβλία μεταγραφών. Χωρίς μεταγραφή της απόφασης αυτής δεν ανακτάται η κυριότητα … από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη …».
8. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 2636/1998 (Α΄ 198) συνεστήθη ανώνυμη εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ., η οποία μετονομάστηκε με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178) σε «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία» και, στη συνέχεια, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3270/2004 (Α΄ 187) σε «Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» (Ε.Τ.Α. Α.Ε.), ήδη δε, δυνάμει του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης Δ6Α1162069/ΕΞ/2011/28.11.2011 (Β΄ 2779), σε «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία» (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.). Η εταιρία αυτή, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 12, «λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 του ως άνω ν. 2636/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2837/2000, και κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3270/2004, σκοπός της εταιρίας είναι, μεταξύ άλλων, η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Τ. (παρ. 1 περίπτ. α), ενώ για την επίτευξη του σκοπού της αυτού η εν λόγω εταιρία, στην οποία περιήλθε αυτοδικαίως η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. (παρ. 1 περίπτ. β), μπορεί, μεταξύ άλλων, «να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία ... των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση» (παρ. 5 περίπτ. ιβ). Τέλος, στην παράγραφο 7 του άρθρου 23 του ίδιου ν. 2636/1998, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 16 του ν. 2837/2000 και τροποποιήθηκε, αναδρομικώς από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (3.8.2000), με το άρθρο 49 παράγραφοι 11 και 12 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15), ορίζεται ότι: «Απαιτήσεις ... του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), από περιουσιακά στοιχεία ... του Ε.Ο.Τ., των οποίων η διοίκηση και διαχείριση έχει ανατεθεί στην «Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.» κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του ν. 2636/1998 ... ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεως αυτών, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην Ανώνυμη Εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ».
9. Επειδή, με τις ταυτόσημες κατά περιεχόμενο ως άνω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001 τάσσεται ως προϋπόθεση για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η επιστροφή «στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης», από τον καθού η απαλλοτρίωση αρχικό ιδιοκτήτη, της εισπραχθείσης από αυτόν αποζημιώσεως, αναπροσαρμοσμένης κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, ο Ε.Ο.Τ., υπέρ και με δαπάνες του οποίου είχε κηρυχθεί η επίμαχη απαλλοτρίωση και ο οποίος είχε καταβάλει την ορισθείσα αποζημίωση στους καθ’ ων η απαλλοτρίωση αρχικούς ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης αυτού, είναι ως «βαρυνόμενος με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης», ο δικαιούχος, σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δεδομένου ότι, πάντως, στην Ε.Τ.Α. έχει μεταβιβαστεί μόνο η διοίκηση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του, ενώ η πράξη 15/24.7.2003 του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 190), με την οποία είχε αποφασισθεί η απόκτηση κατά κυριότητα από την Ε.Τ.Α. ευρύτερης έκτασης ιδιοκτησίας του Ε.Ο.Τ., στην οποία περιλαμβανόταν και το επίμαχο ακίνητο (βλ. ΣτΕ 1984/2005 Ολομ.), ακυρώθηκε με την απόφαση 1209/2007 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξάλλου, η γενική διάταξη της ανωτέρω παραγράφου 7 του άρθρου 23 του ν. 2636/1998, αναφερόμενη σε απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ. από περιουσιακά του στοιχεία «των οποίων η διοίκηση και διαχείριση» έχει ανατεθεί στην Ε.Τ.Α. (ήδη ΕΤ.Α.Δ.), δεν καταλαμβάνει βεβαίως και την ως άνω επιστρεπτέα αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για απαίτηση συναπτόμενη με τη διαχείριση του ακινήτου. Επομένως, ο Ε.Ο.Τ., ως δικαιούχος, κατά τα ανωτέρω, του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει στη δίκη της αιτήσεως ακυρώσεως κατά των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Α.-Γ. Βώρος, Φ. Ντζίμας, Δ. Μακρής και Ηλ. Μάζος, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Από το συνδυασμό των παρατιθέμενων στις σκέψεις 7 και 8 διατάξεων συνάγεται ότι ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ., ο οποίος έπαυσε να έχει τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του, δεν είχε δικαίωμα παρεμβάσεως στην ακυρωτική δίκη υπέρ της ισχύος των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και, συνεπώς, χωρίς έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, η διοίκηση, η διαχείριση και η εκμετάλλευση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. περιήλθαν στην ανώνυμη εταιρία «Ε.Τ.Α. Α.Ε.» (ήδη «ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.»), ο υπολογισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχθεί υπέρ του Ε.Ο.Τ. αφορά, πλέον, αποκλειστικά την εν λόγω εταιρία, η οποία και μόνον βλάπτεται, ως διαχειριστής, από την ακύρωση, με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 5 και 23 παρ. 7 του ν. 2636/1998, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ. από περιουσιακά του στοιχεία που διοικεί και διαχειρίζεται η εταιρία «Ε.Τ.Α. Α.Ε.» εκχωρήθηκαν αυτοδικαίως στην εν λόγω εταιρία, η οποία και νομιμοποιείται να διεξάγει η ίδια κάθε σχετική δίκη.
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ., ο οποίος δεν είχε ασκήσει παρέμβαση στην ακυρωτική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, νομιμοποιούμενος, ως δικαιούχος της επιστρεπτέας αποζημίωσης, λόγω ανακλήσεως της απαλλοτρίωσης, στην άσκηση τριτανακοπής, παραδεκτώς ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή, δεδομένου ότι δεν είχε κοινοποιηθεί σ’ αυτόν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, αντίγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή με την τριτανακοπτόμενη απόφαση. Οι δε ισχυρισμοί των καθών η τριτανακοπή ότι αυτή ασκείται απαραδέκτως, διότι α) ο Ε.Ο.Τ. είχε πλήρη γνώση της εκκρεμοδικίας για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης πολύ προ των είκοσι πλήρων ημερών από τη σχετική δικάσιμο, β) εκπροσωπήθηκαν τα συμφέροντα του Ε.Ο.Τ. στην ακυρωτική δίκη δια της παραστάσεως, κατ’ αυτήν, του καθού Δημοσίου, και γ) εν πάση περιπτώσει, η ασκηθείσα τριτανακοπή κατέστη αλυσιτελής λόγω εκδόσεως [σε συμμόρφωση, όμως, προς την τριτανακοπτόμενη απόφαση] νέας πράξης υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και εξοφλήσεως του καθορισθέντος ποσού καθώς και λόγω εκδόσεως και ανακλητικής της επίμαχης απαλλοτρίωσης πράξεως, δημοσιευθείσης και μεταγραφείσης, είναι απορριπτέοι, δοθέντος μάλιστα και του ότι τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών πραγματικά στοιχεία προσκομίσθηκαν απαραδέκτως με το από 5.6.2014 «συμπληρωματικό υπόμνημα», το οποίο κατέθεσαν οι καθών η τριτανακοπή μόλις την προτεραία της παρούσας συζητήσεως ενώπιον της Ολομελείας και όχι προ έξι πλήρων ημερών, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 2 και 33 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 2980/2013, 4731/2012, 1393/2003, 1912-1913/2001 Ολομ., 3802/2000 επτ., 3452/1998 Ολομ., 421/1998 κ.ά.). Όμως κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ. ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή χωρίς έννομο συμφέρον και συνεπώς αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον λόγο αυτό.
11. Επειδή, η τριτανακοπτόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 2882/2001 σχετικά με το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς επί των απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται πριν και μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, δέχθηκε ότι αυτές δεν αφορούν την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, διότι η εν λόγω ανάκληση δεν αποτελεί στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, ώστε να διέπεται από το ισχύον κατά το χρόνο της κήρυξής της νομοθετικό καθεστώς για λόγους ενότητας της διαδικασίας, ούτε και αποτελεί τη συνήθη κατάληξη αυτής, και ότι, αντιθέτως, η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης είναι νέα και εξαιρετική διοικητική διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά πάροδο μακρού χρόνου και της οποίας η πρόοδος εξαρτάται από τη μεσολάβηση νομικών και πραγματικών γεγονότων (ενέργειες της Διοικήσεως κ.λπ.), τα οποία δεν εντάσσονται στη νομική διαδικασία της απαλλοτρίωσης αλλά στο στάδιο υλοποίησης αυτής. Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης, ο οποίος εντάσσεται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, διέπεται καταρχήν από το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης των σχετικών διοικητικών πράξεων νομοθετικό καθεστώς. Ωστόσο, έκρινε περαιτέρω ότι, όταν οι πράξεις αυτές εκδίδονται στο πλαίσιο της συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει να διέπονται από το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η ακυρωθείσα πράξη ή συντελέστηκε η ακυρωθείσα παράλειψη, και ότι, εν προκειμένω, εφόσον οι προσβληθείσες με την ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως ως άνω υπουργικές αποφάσεις εντάσσονται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, η οποία ελάμβανε χώρα σε συμμόρφωση προς την προηγηθείσα 1984/2005 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοστέο νομικό καθεστώς, για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, είναι το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την επίμαχη απαλλοτρίωση (14.8.1994), τούτο δε είναι αυτό του ν.δ. 797/1971. Κατόπιν της ανωτέρω ερμηνείας, με την τριτανακοπτόμενη απόφαση έγινε τελικώς δεκτό ότι μη νομίμως οι προσβληθείσες πράξεις στηρίχθηκαν στο ισχύον, κατά το χρόνο έκδοσής τους, νομικό καθεστώς και έλαβαν υπ’ όψη τον κατά το χρόνο αυτό ισχύοντα δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2), ενώ έπρεπε να εκδοθούν βάσει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως (14.8.1994) και να λάβουν υπ’ όψη τους τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2).
12. Επειδή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1665/2013, 3433/2010 επτ., 2267/2007 επτ., 2228/2005, 419/2000, 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.), κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 4 και 5 του Συντάγματος και 50 του π.δ. 18/1989, η ακύρωση διοικητικής πράξης από το Συμβούλιο της Επικρατείας επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως, η δε τυχόν εκδιδόμενη, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, νέα πράξη ανάγεται στο χρόνο εκείνο και διέπεται, κατ’ αρχήν, από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς, λόγω της υποχρεώσεως της Διοικήσεως να σεβασθεί το δεδικασμένο που απορρέει από την ακυρωτική απόφαση και να συμμορφωθεί προς αυτήν. Εξάλλου, ναι μεν, από την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν κωλύεται η νομοθετική εξουσία να προβαίνει, με γενικές διατάξεις, σε νέες ρυθμίσεις που μεταβάλλουν το ισχύον νομικό καθεστώς, πλην το νέο αυτό νομοθετικό καθεστώς καταλαμβάνει τις, λόγω ακυρωτικής αποφάσεως εκκρεμείς ενώπιον της Διοικήσεως υποθέσεις, μόνον όταν το νεώτερο νομοθέτημα έχει αναδρομική ισχύ ή προκύπτει από αυτό ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται εφεξής την εφαρμογή των παλαιών διατάξεων (ΣτΕ 1665/2013, 2267/2007 επτ., 419/2000, 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.).
13. Επειδή, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στη σκέψη 7, και ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η οποία έχει κηρυχθεί υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας τάσσεται ως αναγκαία προϋπόθεση η επιστροφή στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση της αποζημίωσης η οποία είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη, αναπροσαρμοσμένης κατά τον μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, δηλαδή με τον πολλαπλασιασμό της εισπραχθείσης αποζημιώσεως επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή «του χρόνου έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2)» και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από τον δικαιούχο (Τ1). Με τη ρύθμιση αυτή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του ποσού της εισπραχθείσης αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπ’ όψη του δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δηλαδή εγγύς του χρόνου επιστροφής αυτής, ο νομοθέτης τόσο του ν.δ. 797/1971, όσο και του ήδη ισχύοντος ν. 2882/2001 απέβλεψε, και ευλόγως, στη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη για την απαλλοτρίωση του ακινήτου και του χρηματικού ποσού το οποίο πρέπει αυτός να επιστρέψει στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση για την ανάκληση αυτής. Σκοπός δηλαδή, εύλογος και θεμιτός, των ταυτόσημων, κατά περιεχόμενο, διαδοχικών νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων είναι, προκειμένου να ανακληθεί η απαλλοτρίωση, να επιστραφεί, σε κάθε περίπτωση, χρηματικό ποσό ίσης αγοραστικής δύναμης με την εισπραχθείσα για την απαλλοτρίωση αποζημίωση. Ενδεικτική δε της βουλήσεως αυτής του διαχρονικού νομοθέτη είναι και η ρύθμιση, κατά την οποία εάν ο πρώην ιδιοκτήτης δεν καταβάλει την καθορισθείσα ως επιστρεπτέα αποζημίωση εντός των οριζομένων προθεσμιών, τότε η αρμόδια αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης (άρθρα 12 παρ. 5 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 4 του ν. 2882/2001). Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η ρύθμιση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που η πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 1665/2013, 2267/2007 επτ., 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.). Με αυτά συνεπώς τα δεδομένα, ακόμη και υπό την υιοθετηθείσα από την τριτανακοπτόμενη απόφαση εκδοχή, ότι εφαρμοστέο νομικό καθεστώς για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, όταν η σχετική πράξη καθορισμού της εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, δηλαδή εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, πάντως και υπό την εκδοχή αυτή ληπτέος υπ’ όψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της εν λόγω αποζημίωσης, όπως ρητώς στη διάταξη αυτή ορίζεται. Σύμφωνα εξ άλλου, και με τη νομολογία του Δικαστηρίου, που παρατίθεται στη σκέψη 12, κατά την οποία η εκδιδόμενη σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας πράξη διέπεται, κατ’ αρχήν, από το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως ή συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, ως κρίσιμο πραγματικό καθεστώς, για την έκδοση της νέας πράξης, θεωρείται βεβαίως το οριζόμενο ως ληπτέο υπ’ όψη από το ισχύον τότε και εφαρμοστέο στην περίπτωση αυτή νομικό καθεστώς. Η εφαρμοστέα δε, εν προκειμένω, κατά την τριτανακοπτόμενη απόφαση, διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, όπως και η νεώτερη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν οι επίδικες υπουργικές αποφάσεις, προβλέπει ρητώς, για την εξυπηρέτηση του προαναφερθέντος σκοπού, ότι για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης ληπτέος υπ’ όψη είναι ο δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Η ανωτέρω ρύθμιση για τον υπολογισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των καθών η τριτανακοπή, περιεχόμενοι στο από 29.5.2014 υπόμνημά τους ενώπιον της Ολομελείας, θα έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Προεχόντως όμως, και ανεξαρτήτως αυτού, είναι απορριπτέοι ως προβαλλόμενοι άνευ εννόμου συμφέροντος. Και τούτο, διότι με την αίτηση ακυρώσεως, την οποία άσκησαν οι δικαιοπάροχοι των καθών η τριτανακοπή κατά των προαναφερθεισών πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και η οποία έγινε δεκτή με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, δεν είχε αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα των μνημονευόμενων στο προοίμιο των πράξεων αυτών διατάξεων των άρθρων 12 του ν.δ. 797/1971 και 12 του ν. 2882/2001. Αντιθέτως, από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου εκείνου προκύπτει ότι οι τότε αιτούντες και δικαιοπάροχοι των καθών η τριτανακοπή είχαν αποδεχθεί την καταρχήν εφαρμογή, στην κρινόμενη περίπτωση, των ταυτόσημου περιεχομένου ως άνω διατάξεων του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, κατά το μέρος που προβλέπεται με αυτές ως αναγκαία προϋπόθεση για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η επιστροφή της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί, τιμαριθμικώς αναπροσαρμοσμένης. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή και Ηλ. Μάζος, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, την οποία υποστήριξε και η Πάρεδρος Χ. Χαραλαμπίδη: Εφόσον οι προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εντάσσονται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, η οποία λαμβάνει χώρα σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω ακυρωτική απόφαση 1984/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοστέο νομικό καθεστώς για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 12, το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την επίμαχη απαλλοτρίωση (14.8.1994), τούτο δε είναι το ν.δ. 797/1971, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο. Οι προεκτεθείσες δε διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, κατά το μέρος που ορίζουν ως ληπτέο υπ’ όψη δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) αυτόν του χρόνου της εκδόσεως της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, έχουν, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, την έννοια ότι, όταν η διοικητική πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανατρέχει, εκ του λόγου αυτού, στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως ή συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, ληπτέος υπ’ όψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η ακυρωθείσα πράξη ή που συντελέστηκε η ακυρωθείσα παράλειψη.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω γενομένων δεκτών, νομίμως με την πρώτη προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως πράξη του (1021241/834/ Δ0010/28.2.2007) ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών έλαβε υπ’ όψη, κατ’ επίκληση και εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, καθώς και της ταυτόσημης κατά περιεχόμενο, αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης αυτής (Δεκέμβριος 2006). Επομένως, η τριτανακοπτόμενη απόφαση, η οποία, κατ’ αποδοχή προβληθέντος σχετικού λόγου ακυρώσεως, έκρινε, αντιθέτως προς τα ανωτέρω γενόμενα, κατά πλειοψηφία, δεκτά, ότι δεν ήταν νόμιμη η πρώτη προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως ως άνω πράξη, πρέπει, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο από τον τριτανακόπτοντα, να εξαφανισθεί, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των καθ’ ων η τριτανακοπή να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά δε την εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο χωρεί στην εκδίκαση της ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως κατά των προσβαλλόμενων με αυτήν πράξεων, οι οποίες μετά την εξαφάνιση της τριτανακοπτομένης αναβιώνουν. Σύμφωνα, όμως, με τη μειοψηφήσασα γνώμη, ορθώς έγινε δεκτό με την τριτανακοπτόμενη απόφαση ότι ληπτέος υπόψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2), για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης στην προκειμένη περίπτωση, ήταν αυτός του Αυγούστου 1994, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την ασκηθείσα τριτανακοπή.
15. Επειδή, οι αιτούντες – καθών η τριτανακοπή ισχυρίζονται ότι έχει πλέον συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το νόμο διετία από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (1021241/834/Δ0010/ 28.2.2007) και έως την εξόφληση των αντίστοιχων τεσσάρων ισόποσων εξαμηνιαίων δόσεων (άρθρο 12 παρ. 4 ν. 2882/2001 και άρθρο 12 παρ. 5 ν.δ. 797/1971), και ότι, συνεπώς, πρέπει η παρούσα δίκη να κηρυχθεί καταργημένη λόγω λήξεως ισχύος της πράξεως αυτής, δοθέντος μάλιστα ότι η νομοθετική ρύθμιση για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης έχει ήδη τροποποιηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από την κοινοποίηση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως (14.3.2007) έως το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στην πενταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος (5.5.2008), στον οποίο χρόνο ανάγεται το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 885, 886/2004, 2219/2002), δεν είχε παρέλθει διετία, πάντως μόνη η παρέλευση της διετίας από την κοινοποίηση της πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης έως την υποχρεωτική καταβολή των σχετικών δόσεων δεν συνεπάγεται και τη λήξη ισχύος της πράξεως αυτής.
16. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τα γενόμενα κατά πλειοψηφία δεκτά στη σκέψη 13, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο μη νομίμως οι προσβαλλόμενες πράξεις καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης έλαβαν υπόψη τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του Δεκεμβρίου 2006, και όχι τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του Αυγούστου 1994. Κατόπιν δε αυτού, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο ΣΤ΄ Τμήμα προς περαιτέρω κρίση επί της ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως. 

Διά ταύτα 

Επιλύει το παραπεμφθέν με την 1185/2014 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος ζήτημα, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Δέχεται την κρινόμενη τριτανακοπή.
Εξαφανίζει την 84/2009 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος.
Επιβάλλει, συμμέτρως, στους κατά το αιτιολογικό κληρονόμους των καθών η τριτανακοπή τη δικαστική δαπάνη του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ., η οποία ανέρχεται σε χίλια οκτακόσια σαράντα (1.840) ευρώ.
Δικάζει εν μέρει την ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, και
Αναπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση στο ΣΤ΄ Τμήμα προς περαιτέρω κρίση. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2014
Ο Πρόεδρος            Η Γραμματέας
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος           Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Πρόεδρος            Η Γραμματέας
 
Νικ. Σακελλαρίου         Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4310/2015 (Ολομ.): Καθορισμός επιστρεπτέας αποζημιώσεως σε περίπτωση ανακλήσεως συντετελεσμένης απαλλοτριώσεως



Σύμφωνα με τις, ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η οποία έχει κηρυχθεί υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας τάσσεται ως αναγκαία προϋπόθεση η επιστροφή στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση της αποζημίωσης η οποία είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη, αναπροσαρμοσμένης κατά τον μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, δηλαδή με τον πολλαπλασιασμό της εισπραχθείσης αποζημιώσεως επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή «του χρόνου έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2)» και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από τον δικαιούχο (Τ1). Με τη ρύθμιση αυτή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του ποσού της εισπραχθείσης αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπ’ όψη του δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δηλαδή εγγύς του χρόνου επιστροφής αυτής, ο νομοθέτης τόσο του ν.δ. 797/1971, όσο και του ήδη ισχύοντος ν. 2882/2001 απέβλεψε, και ευλόγως, στη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη για την απαλλοτρίωση του ακινήτου και του χρηματικού ποσού το οποίο πρέπει αυτός να επιστρέψει στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση για την ανάκληση αυτής. Σκοπός δηλαδή, εύλογος και θεμιτός, των ταυτόσημων, κατά περιεχόμενο, διαδοχικών νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων είναι, προκειμένου να ανακληθεί η απαλλοτρίωση, να επιστραφεί, σε κάθε περίπτωση, χρηματικό ποσό ίσης αγοραστικής δύναμης με την εισπραχθείσα για την απαλλοτρίωση αποζημίωση. Ενδεικτική δε της βουλήσεως αυτής του διαχρονικού νομοθέτη είναι και η ρύθμιση, κατά την οποία εάν ο πρώην ιδιοκτήτης δεν καταβάλει την καθορισθείσα ως επιστρεπτέα αποζημίωση εντός των οριζομένων προθεσμιών, τότε η αρμόδια αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης (άρθρα 12 παρ. 5 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 4 του ν. 2882/2001). Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η ρύθμιση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που η πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ανωτέρω ρύθμιση για τον υπολογισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος.


Αριθμός 4310/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σ. Βιτάλη, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Μ.-Ελ. Παπαδημήτρη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Κ. Μαρίνου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 24 Απριλίου 2009 τριτανακοπή:
του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ», που εδρεύει στην Αθήνα (Τσόχα 7), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Παρασκευή Τσαμούρη (Α.Μ. 11442), που την διόρισε με πληρεξούσιο ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού,
κατά των: 1. ...,
και κατά της υπ’ αριθμ. 84/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Στη δίκη παρέστη ο Υπουργός Οικονομικών με τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1185/2014 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Η πληρεξουσία του τριτανακόπτοντος Οργανισμού δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει. Ο αντιπρόσωπος του Υπουργού δήλωσε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις, ότι δεν θα αγορεύσει καθώς και ότι συντάσσεται με την πλειοψηφήσασα γνώμη της προδικαστικής.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την εισηγήτρια, Σύμβουλο Κ. Φιλοπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων της πρώτης και του τρίτου εκ των αποβιωσάντων καθών και ως πληρεξούσιο των λοιπών εκ των καθών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση τριτανακοπής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παράβολου.
2. Επειδή, με την τριτανακοπή αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού» (Ε.Ο.Τ.) ζητεί την εξαφάνιση της 84/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως των ήδη καθών η τριτανακοπή και ακυρώθηκαν α) η 1021241/834/Δ0010/ 28.2.2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία είχε καθορισθεί η επιστρεπτέα αποζημίωση, λόγω ανακλήσεως συντελεσμένης απαλλοτριώσεως ακινήτου πρώην ιδιοκτησίας των ήδη καθών, κηρυχθείσης υπέρ και με δαπάνες του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ., και β) η προηγηθείσα πράξη 1021243/1469/Δ0010/27.2.2007 της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία είχε απορριφθεί το από 29.1.2007 αίτημα των καθών περί υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημιώσεως βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή του Αυγούστου 1994 και περί εξαιρέσεως από αυτήν της αξίας των επικειμένων στο ακίνητο κτισμάτων.
3. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά την 1185/2014 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτ. α΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), στην Ολομέλεια προς επίλυση, λόγω της σπουδαιότητάς του, το ζήτημα εάν, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημιώσεως, προκειμένου να ανακληθεί συντελεσμένη απαλλοτρίωση ακινήτου, ληπτέος υπόψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος του χρόνου συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την απαλλοτρίωση, ή του χρόνου έκδοσης της πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, όπως ρητώς στις διατάξεις αυτές προβλέπεται.
4. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν ειδικότερα τα ακόλουθα: Με την κοινή απόφαση Α1046/289/22.1.1971 των Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (φ. Δ΄ 23/28.1.1971) απαλλοτριώθηκε υπέρ και με δαπάνες του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ. ακίνητο, ιδιοκτησίας των ήδη καθών η τριτανακοπή, στην περιοχή Αναβύσσου Αττικής, η απαλλοτρίωση δε αυτή συντελέστηκε το έτος 1971 με παρακατάθεση της δικαστικώς ορισθείσης αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξαν οι ήδη καθών. Με την από 13.5.1994 αίτησή τους προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών οι καθών ζήτησαν την ανάκληση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης του ακινήτου. Το αίτημά τους αυτό απορρίφθηκε σιωπηρώς και κατά της σιωπηρής απόρριψης οι καθών άσκησαν αίτηση ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή με την 1984/2005 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και ακυρώθηκε η εν λόγω σιωπηρή άρνηση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο. Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω ακυρωτική απόφαση, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών προέβη με την 1021241/834/Δ0010/28.2.2007 πράξη του, βάσει των άρθρων 12 του ν.δ. 797/1971 και 12 του ν. 2882/2001, στον καθορισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, προκειμένου να ακολουθήσει, μετά την επιστροφή της, η έκδοση της πράξης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ως προς το ως άνω ακίνητο, ενώ με την προηγηθείσα 1021243/1469/Δ0010/ 27.2.2007 πράξη της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών απορρίφθηκε αίτημα των καθών περί υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης κατά συγκεκριμένο τρόπο και περί εξαιρέσεως από αυτήν της αξίας των επικειμένων στο ακίνητο κτισμάτων. Κατά των ανωτέρω πράξεων οι καθών άσκησαν αίτηση ακυρώσεως. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στην πενταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος, κατά τη δικάσιμο της 5.5.2008, και με την απόφαση 3058/2008 παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος. Με την απόφαση 84/2009 του ΣΤ΄ Τμήματος με επταμελή σύνθεση ακυρώθηκαν, ως μη νόμιμες, οι προσβληθείσες ως άνω πράξεις καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Ήδη, με την κρινόμενη τριτανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 1185/2014 παραπεμπτική απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του ΣΤ΄ Τμήματος, ο Ε.Ο.Τ., υπέρ και με δαπάνες του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου, ζητεί την εξαφάνιση της ανωτέρω 84/2009 ακυρωτικής αποφάσεως.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα στοιχεία, μετά την άσκηση της κρινόμενης τριτανακοπής (27.4.2009) απεβίωσε, στις 10.11.2009, η εκ των καθών η τριτανακοπή ... (1η), στη συνέχεια δε, μετά την αποποίηση της κληρονομίας της από τους λοιπούς εκ των καθών και τέκνα αυτής ... (2η), ... (3ος) και ... (4η) καθώς και τον επισυμβάντα, στις 15.8.2010, θάνατο του εξ αυτών ..., κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι ..., οι οποίοι νομίμως συνεχίζουν τη δίκη με σχετική από 4.10.2010 δήλωση του παραστάντος κατά τη συζήτηση δικηγόρου.
6. Επειδή, στο άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αίτησης ακυρώσεως, μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους. 3. …». Στο άρθρο 51 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Τρίτος, που βλάπτεται από την ακυρωτική απόφαση, δικαιούται να την ανακόψει μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης προς αυτόν, ή αφότου έλαβε γνώση της απόφασης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. 2. Στερείται το δικαίωμα ανακοπής ο τρίτος, στον οποίο με επιμέλεια του εισηγητή κοινοποιήθηκε αντίγραφο της αίτησης ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου, είκοσι πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν, καθώς και οποιοσδήποτε άσκησε παρέμβαση κατά τη συζήτηση. 3. Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν την προδικασία, τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για την τριτανακοπή». Με τις διατάξεις αυτές το έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής είναι στενά συνδεδεμένο με το έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, υπό την έννοια ότι κατά ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, δικαιούται να ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος, ο οποίος είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης (ΣτΕ 2034 - 2036/2011 Ολομ., 856/2009 επτ., 2965/2006, 2597/2005 επτ., 3823/1997 Ολομ. κ.ά.).
7. Επειδή, το άρθρο 12 του ν.δ. 797/1971 (Α΄ 1) όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «2. Συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ: α) του Δημοσίου, β) νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, γ) επιχειρήσεων που ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και δ) οργανισμών κοινής ωφέλειας, δύναται να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς, εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης … 4. Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται, με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει και με τη διαδικασία, που ορίζεται από το άρθρο 1, ύστερα από επιστροφή στο βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης της αποζημίωσης που καταβλήθηκε. Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών, και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αναπροσαρμογή της επιστρεπτέας αποζημίωσης (ενεργείται) με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, και εξευρίσκεται δια πολλαπλασιασμού της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή του χρόνου της έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2) και του χρόνου εισπράξεως της αποζημίωσης από το δικαιούχο (Τ1). Εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση που έχει παρακατατεθεί, ως επιστρεπτέο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης που έχει παρακατατεθεί, χωρίς αναπροσαρμογή. Επίσης, εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση για την οποία έχει εκδοθεί χρηματικό ένταλμα πληρωμής … ως επιστρεπτέο ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης του οποίου έχει ενταλθεί η πληρωμή χωρίς αναπροσαρμογή. 5. Η αποζημίωση επιστρέφεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την επίδοση στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης. Εάν η συνολική κατά ακίνητο επιστρεπτέα αποζημίωση υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, δύναται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να επιστραφεί σε τέσσερις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις … Εάν παρέλθουν άπρακτες οι κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμίες, η αρμόδια για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει, με απόφασή της, ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης … 6. Η απόφαση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μεταγράφεται, με επιμέλεια κάθε ενδιαφερόμενου, στα βιβλία μεταγραφών. Χωρίς μεταγραφή της απόφασης αυτής δεν ανακτάται η κυριότητα … από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη …» (όπως οι ανωτέρω παράγραφοι ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 6 παρ. 19 του ν. 2160/1993, Α΄ 118). Εξάλλου, ο Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.) (ν. 2882/2001, Α΄ 17) ορίζει, στο άρθρο 12 υπό τον τίτλο «Ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης», όπως αυτό ίσχυε κατά την έκδοση των ακυρωθεισών υπουργικών αποφάσεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων τα εξής: «1. Συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ: α) του Δημοσίου, β) νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, γ) Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού, δ) επιχειρήσεων που ανήκουν στο Δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ε) οργανισμών κοινής ωφέλειας δύναται να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς εφόσον η αρμόδια υπηρεσία κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του αρχικού ή άλλου σκοπού που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως δημόσιας ωφέλειας και αποδέχεται την ανάκληση ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης … 3. Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ολική ή μερική ανάκληση της απαλλοτρίωσης γίνεται, με απόφαση της αρχής η οποία την έχει κηρύξει … ύστερα από επιστροφή στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης της αποζημίωσης που καταβλήθηκε, αναπροσαρμοσμένης κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Ο καθορισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης γίνεται: α) με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εάν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή για την κήρυξή της έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών και β) με απόφαση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση σε κάθε άλλη περίπτωση. Η αναπροσαρμογή της επιστρεπτέας αποζημίωσης ενεργείται με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή, που καταρτίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, και εξευρίσκεται δια πολλαπλασιασμού της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή του χρόνου της έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2) και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από το δικαιούχο (Τ1). Εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση που έχει παρακατατεθεί, ως επιστρεπτέο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης που έχει παρακατατεθεί, χωρίς αναπροσαρμογή. Επίσης, εάν ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση δεν έχει εισπράξει την αποζημίωση για την οποία έχει εκδοθεί χρηματικό ένταλμα πληρωμής … ως επιστρεπτέο ποσό καθορίζεται μόνο το ποσό της αποζημίωσης του οποίου έχει ενταλθεί η πληρωμή, χωρίς αναπροσαρμογή. 4. Η αποζημίωση επιστρέφεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την επίδοση στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης. Εάν η συνολική κατά ακίνητο επιστρεπτέα αποζημίωση υπερβαίνει τα 2.000.000 δραχμές, δύναται, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να επιστραφεί σε τέσσερις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις … Εάν παρέλθουν άπρακτες οι κατά τα προηγούμενα εδάφια προθεσμίες, η αρμόδια για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει με απόφασή της, ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης … 5. Η απόφαση ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μεταγράφεται, με επιμέλεια κάθε ενδιαφερομένου, στα βιβλία μεταγραφών. Χωρίς μεταγραφή της απόφασης αυτής δεν ανακτάται η κυριότητα … από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη …».
8. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 2636/1998 (Α΄ 198) συνεστήθη ανώνυμη εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ., η οποία μετονομάστηκε με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178) σε «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία» και, στη συνέχεια, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3270/2004 (Α΄ 187) σε «Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» (Ε.Τ.Α. Α.Ε.), ήδη δε, δυνάμει του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης Δ6Α1162069/ΕΞ/2011/28.11.2011 (Β΄ 2779), σε «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία» (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.). Η εταιρία αυτή, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 12, «λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 του ως άνω ν. 2636/1998, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 παρ. 6 του ν. 2837/2000, και κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3270/2004, σκοπός της εταιρίας είναι, μεταξύ άλλων, η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Τ. (παρ. 1 περίπτ. α), ενώ για την επίτευξη του σκοπού της αυτού η εν λόγω εταιρία, στην οποία περιήλθε αυτοδικαίως η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. (παρ. 1 περίπτ. β), μπορεί, μεταξύ άλλων, «να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία ... των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση» (παρ. 5 περίπτ. ιβ). Τέλος, στην παράγραφο 7 του άρθρου 23 του ίδιου ν. 2636/1998, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 16 του ν. 2837/2000 και τροποποιήθηκε, αναδρομικώς από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (3.8.2000), με το άρθρο 49 παράγραφοι 11 και 12 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15), ορίζεται ότι: «Απαιτήσεις ... του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), από περιουσιακά στοιχεία ... του Ε.Ο.Τ., των οποίων η διοίκηση και διαχείριση έχει ανατεθεί στην «Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.» κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του ν. 2636/1998 ... ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεως αυτών, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην Ανώνυμη Εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ».
9. Επειδή, με τις ταυτόσημες κατά περιεχόμενο ως άνω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001 τάσσεται ως προϋπόθεση για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η επιστροφή «στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης», από τον καθού η απαλλοτρίωση αρχικό ιδιοκτήτη, της εισπραχθείσης από αυτόν αποζημιώσεως, αναπροσαρμοσμένης κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, ο Ε.Ο.Τ., υπέρ και με δαπάνες του οποίου είχε κηρυχθεί η επίμαχη απαλλοτρίωση και ο οποίος είχε καταβάλει την ορισθείσα αποζημίωση στους καθ’ ων η απαλλοτρίωση αρχικούς ιδιοκτήτες του επίμαχου ακινήτου για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης αυτού, είναι ως «βαρυνόμενος με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης», ο δικαιούχος, σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δεδομένου ότι, πάντως, στην Ε.Τ.Α. έχει μεταβιβαστεί μόνο η διοίκηση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του, ενώ η πράξη 15/24.7.2003 του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 190), με την οποία είχε αποφασισθεί η απόκτηση κατά κυριότητα από την Ε.Τ.Α. ευρύτερης έκτασης ιδιοκτησίας του Ε.Ο.Τ., στην οποία περιλαμβανόταν και το επίμαχο ακίνητο (βλ. ΣτΕ 1984/2005 Ολομ.), ακυρώθηκε με την απόφαση 1209/2007 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξάλλου, η γενική διάταξη της ανωτέρω παραγράφου 7 του άρθρου 23 του ν. 2636/1998, αναφερόμενη σε απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ. από περιουσιακά του στοιχεία «των οποίων η διοίκηση και διαχείριση» έχει ανατεθεί στην Ε.Τ.Α. (ήδη ΕΤ.Α.Δ.), δεν καταλαμβάνει βεβαίως και την ως άνω επιστρεπτέα αποζημίωση, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για απαίτηση συναπτόμενη με τη διαχείριση του ακινήτου. Επομένως, ο Ε.Ο.Τ., ως δικαιούχος, κατά τα ανωτέρω, του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει στη δίκη της αιτήσεως ακυρώσεως κατά των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Α.-Γ. Βώρος, Φ. Ντζίμας, Δ. Μακρής και Ηλ. Μάζος, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Από το συνδυασμό των παρατιθέμενων στις σκέψεις 7 και 8 διατάξεων συνάγεται ότι ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ., ο οποίος έπαυσε να έχει τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του, δεν είχε δικαίωμα παρεμβάσεως στην ακυρωτική δίκη υπέρ της ισχύος των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και, συνεπώς, χωρίς έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, η διοίκηση, η διαχείριση και η εκμετάλλευση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. περιήλθαν στην ανώνυμη εταιρία «Ε.Τ.Α. Α.Ε.» (ήδη «ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.»), ο υπολογισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης που είχε κηρυχθεί υπέρ του Ε.Ο.Τ. αφορά, πλέον, αποκλειστικά την εν λόγω εταιρία, η οποία και μόνον βλάπτεται, ως διαχειριστής, από την ακύρωση, με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, των πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 5 και 23 παρ. 7 του ν. 2636/1998, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ. από περιουσιακά του στοιχεία που διοικεί και διαχειρίζεται η εταιρία «Ε.Τ.Α. Α.Ε.» εκχωρήθηκαν αυτοδικαίως στην εν λόγω εταιρία, η οποία και νομιμοποιείται να διεξάγει η ίδια κάθε σχετική δίκη.
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ., ο οποίος δεν είχε ασκήσει παρέμβαση στην ακυρωτική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, νομιμοποιούμενος, ως δικαιούχος της επιστρεπτέας αποζημίωσης, λόγω ανακλήσεως της απαλλοτρίωσης, στην άσκηση τριτανακοπής, παραδεκτώς ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή, δεδομένου ότι δεν είχε κοινοποιηθεί σ’ αυτόν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, αντίγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή με την τριτανακοπτόμενη απόφαση. Οι δε ισχυρισμοί των καθών η τριτανακοπή ότι αυτή ασκείται απαραδέκτως, διότι α) ο Ε.Ο.Τ. είχε πλήρη γνώση της εκκρεμοδικίας για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης πολύ προ των είκοσι πλήρων ημερών από τη σχετική δικάσιμο, β) εκπροσωπήθηκαν τα συμφέροντα του Ε.Ο.Τ. στην ακυρωτική δίκη δια της παραστάσεως, κατ’ αυτήν, του καθού Δημοσίου, και γ) εν πάση περιπτώσει, η ασκηθείσα τριτανακοπή κατέστη αλυσιτελής λόγω εκδόσεως [σε συμμόρφωση, όμως, προς την τριτανακοπτόμενη απόφαση] νέας πράξης υπολογισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και εξοφλήσεως του καθορισθέντος ποσού καθώς και λόγω εκδόσεως και ανακλητικής της επίμαχης απαλλοτρίωσης πράξεως, δημοσιευθείσης και μεταγραφείσης, είναι απορριπτέοι, δοθέντος μάλιστα και του ότι τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών πραγματικά στοιχεία προσκομίσθηκαν απαραδέκτως με το από 5.6.2014 «συμπληρωματικό υπόμνημα», το οποίο κατέθεσαν οι καθών η τριτανακοπή μόλις την προτεραία της παρούσας συζητήσεως ενώπιον της Ολομελείας και όχι προ έξι πλήρων ημερών, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 2 και 33 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 2980/2013, 4731/2012, 1393/2003, 1912-1913/2001 Ολομ., 3802/2000 επτ., 3452/1998 Ολομ., 421/1998 κ.ά.). Όμως κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, ο τριτανακόπτων Ε.Ο.Τ. ασκεί την κρινόμενη τριτανακοπή χωρίς έννομο συμφέρον και συνεπώς αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον λόγο αυτό.
11. Επειδή, η τριτανακοπτόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 2882/2001 σχετικά με το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς επί των απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται πριν και μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, δέχθηκε ότι αυτές δεν αφορούν την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, διότι η εν λόγω ανάκληση δεν αποτελεί στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, ώστε να διέπεται από το ισχύον κατά το χρόνο της κήρυξής της νομοθετικό καθεστώς για λόγους ενότητας της διαδικασίας, ούτε και αποτελεί τη συνήθη κατάληξη αυτής, και ότι, αντιθέτως, η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης είναι νέα και εξαιρετική διοικητική διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά πάροδο μακρού χρόνου και της οποίας η πρόοδος εξαρτάται από τη μεσολάβηση νομικών και πραγματικών γεγονότων (ενέργειες της Διοικήσεως κ.λπ.), τα οποία δεν εντάσσονται στη νομική διαδικασία της απαλλοτρίωσης αλλά στο στάδιο υλοποίησης αυτής. Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός της επιστρεπτέας αποζημίωσης, ο οποίος εντάσσεται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, διέπεται καταρχήν από το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης των σχετικών διοικητικών πράξεων νομοθετικό καθεστώς. Ωστόσο, έκρινε περαιτέρω ότι, όταν οι πράξεις αυτές εκδίδονται στο πλαίσιο της συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει να διέπονται από το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η ακυρωθείσα πράξη ή συντελέστηκε η ακυρωθείσα παράλειψη, και ότι, εν προκειμένω, εφόσον οι προσβληθείσες με την ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως ως άνω υπουργικές αποφάσεις εντάσσονται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, η οποία ελάμβανε χώρα σε συμμόρφωση προς την προηγηθείσα 1984/2005 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοστέο νομικό καθεστώς, για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, είναι το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την επίμαχη απαλλοτρίωση (14.8.1994), τούτο δε είναι αυτό του ν.δ. 797/1971. Κατόπιν της ανωτέρω ερμηνείας, με την τριτανακοπτόμενη απόφαση έγινε τελικώς δεκτό ότι μη νομίμως οι προσβληθείσες πράξεις στηρίχθηκαν στο ισχύον, κατά το χρόνο έκδοσής τους, νομικό καθεστώς και έλαβαν υπ’ όψη τον κατά το χρόνο αυτό ισχύοντα δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2), ενώ έπρεπε να εκδοθούν βάσει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως (14.8.1994) και να λάβουν υπ’ όψη τους τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2).
12. Επειδή, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1665/2013, 3433/2010 επτ., 2267/2007 επτ., 2228/2005, 419/2000, 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.), κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 4 και 5 του Συντάγματος και 50 του π.δ. 18/1989, η ακύρωση διοικητικής πράξης από το Συμβούλιο της Επικρατείας επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως, η δε τυχόν εκδιδόμενη, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, νέα πράξη ανάγεται στο χρόνο εκείνο και διέπεται, κατ’ αρχήν, από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς, λόγω της υποχρεώσεως της Διοικήσεως να σεβασθεί το δεδικασμένο που απορρέει από την ακυρωτική απόφαση και να συμμορφωθεί προς αυτήν. Εξάλλου, ναι μεν, από την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν κωλύεται η νομοθετική εξουσία να προβαίνει, με γενικές διατάξεις, σε νέες ρυθμίσεις που μεταβάλλουν το ισχύον νομικό καθεστώς, πλην το νέο αυτό νομοθετικό καθεστώς καταλαμβάνει τις, λόγω ακυρωτικής αποφάσεως εκκρεμείς ενώπιον της Διοικήσεως υποθέσεις, μόνον όταν το νεώτερο νομοθέτημα έχει αναδρομική ισχύ ή προκύπτει από αυτό ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται εφεξής την εφαρμογή των παλαιών διατάξεων (ΣτΕ 1665/2013, 2267/2007 επτ., 419/2000, 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.).
13. Επειδή, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στη σκέψη 7, και ταυτόσημες κατά περιεχόμενο, διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η οποία έχει κηρυχθεί υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας τάσσεται ως αναγκαία προϋπόθεση η επιστροφή στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση της αποζημίωσης η οποία είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη, αναπροσαρμοσμένης κατά τον μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, δηλαδή με τον πολλαπλασιασμό της εισπραχθείσης αποζημιώσεως επί το λόγο (Τ2/Τ1) του δείκτη τιμών καταναλωτή «του χρόνου έκδοσης της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (Τ2)» και του χρόνου είσπραξης της αποζημίωσης από τον δικαιούχο (Τ1). Με τη ρύθμιση αυτή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του ποσού της εισπραχθείσης αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπ’ όψη του δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, δηλαδή εγγύς του χρόνου επιστροφής αυτής, ο νομοθέτης τόσο του ν.δ. 797/1971, όσο και του ήδη ισχύοντος ν. 2882/2001 απέβλεψε, και ευλόγως, στη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί από τον πρώην ιδιοκτήτη για την απαλλοτρίωση του ακινήτου και του χρηματικού ποσού το οποίο πρέπει αυτός να επιστρέψει στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση για την ανάκληση αυτής. Σκοπός δηλαδή, εύλογος και θεμιτός, των ταυτόσημων, κατά περιεχόμενο, διαδοχικών νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων είναι, προκειμένου να ανακληθεί η απαλλοτρίωση, να επιστραφεί, σε κάθε περίπτωση, χρηματικό ποσό ίσης αγοραστικής δύναμης με την εισπραχθείσα για την απαλλοτρίωση αποζημίωση. Ενδεικτική δε της βουλήσεως αυτής του διαχρονικού νομοθέτη είναι και η ρύθμιση, κατά την οποία εάν ο πρώην ιδιοκτήτης δεν καταβάλει την καθορισθείσα ως επιστρεπτέα αποζημίωση εντός των οριζομένων προθεσμιών, τότε η αρμόδια αρχή δύναται να εκδώσει, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, νέα απόφαση με νέα αναπροσαρμογή ή να κηρύξει ματαιωθείσα την ανάκληση της απαλλοτρίωσης (άρθρα 12 παρ. 5 του ν.δ. 797/1971 και 12 παρ. 4 του ν. 2882/2001). Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, η ρύθμιση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που η πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 1665/2013, 2267/2007 επτ., 952/1996, 1614/1993, 2827/1980 Ολομ., 3581/1979 Ολομ. κ.ά.). Με αυτά συνεπώς τα δεδομένα, ακόμη και υπό την υιοθετηθείσα από την τριτανακοπτόμενη απόφαση εκδοχή, ότι εφαρμοστέο νομικό καθεστώς για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, όταν η σχετική πράξη καθορισμού της εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, δηλαδή εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, πάντως και υπό την εκδοχή αυτή ληπτέος υπ’ όψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της εν λόγω αποζημίωσης, όπως ρητώς στη διάταξη αυτή ορίζεται. Σύμφωνα εξ άλλου, και με τη νομολογία του Δικαστηρίου, που παρατίθεται στη σκέψη 12, κατά την οποία η εκδιδόμενη σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας πράξη διέπεται, κατ’ αρχήν, από το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως ή συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, ως κρίσιμο πραγματικό καθεστώς, για την έκδοση της νέας πράξης, θεωρείται βεβαίως το οριζόμενο ως ληπτέο υπ’ όψη από το ισχύον τότε και εφαρμοστέο στην περίπτωση αυτή νομικό καθεστώς. Η εφαρμοστέα δε, εν προκειμένω, κατά την τριτανακοπτόμενη απόφαση, διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, όπως και η νεώτερη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν οι επίδικες υπουργικές αποφάσεις, προβλέπει ρητώς, για την εξυπηρέτηση του προαναφερθέντος σκοπού, ότι για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης ληπτέος υπ’ όψη είναι ο δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης. Η ανωτέρω ρύθμιση για τον υπολογισμό του ποσού της επιστρεπτέας αποζημίωσης δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των καθών η τριτανακοπή, περιεχόμενοι στο από 29.5.2014 υπόμνημά τους ενώπιον της Ολομελείας, θα έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Προεχόντως όμως, και ανεξαρτήτως αυτού, είναι απορριπτέοι ως προβαλλόμενοι άνευ εννόμου συμφέροντος. Και τούτο, διότι με την αίτηση ακυρώσεως, την οποία άσκησαν οι δικαιοπάροχοι των καθών η τριτανακοπή κατά των προαναφερθεισών πράξεων καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης και η οποία έγινε δεκτή με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, δεν είχε αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα των μνημονευόμενων στο προοίμιο των πράξεων αυτών διατάξεων των άρθρων 12 του ν.δ. 797/1971 και 12 του ν. 2882/2001. Αντιθέτως, από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου εκείνου προκύπτει ότι οι τότε αιτούντες και δικαιοπάροχοι των καθών η τριτανακοπή είχαν αποδεχθεί την καταρχήν εφαρμογή, στην κρινόμενη περίπτωση, των ταυτόσημου περιεχομένου ως άνω διατάξεων του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001, κατά το μέρος που προβλέπεται με αυτές ως αναγκαία προϋπόθεση για την ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, λόγω μη εκπληρώσεως του σκοπού της, η επιστροφή της αποζημίωσης που είχε εισπραχθεί, τιμαριθμικώς αναπροσαρμοσμένης. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Σωτ. Ρίζος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή και Ηλ. Μάζος, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, την οποία υποστήριξε και η Πάρεδρος Χ. Χαραλαμπίδη: Εφόσον οι προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εντάσσονται στη διαδικασία ανάκλησης συντελεσμένης απαλλοτρίωσης, η οποία λαμβάνει χώρα σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω ακυρωτική απόφαση 1984/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοστέο νομικό καθεστώς για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 12, το ισχύον κατά το χρόνο συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει την επίμαχη απαλλοτρίωση (14.8.1994), τούτο δε είναι το ν.δ. 797/1971, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο. Οι προεκτεθείσες δε διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, κατά το μέρος που ορίζουν ως ληπτέο υπ’ όψη δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) αυτόν του χρόνου της εκδόσεως της απόφασης καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης, ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, έχουν, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, την έννοια ότι, όταν η διοικητική πράξη καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης εκδίδεται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανατρέχει, εκ του λόγου αυτού, στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσης πράξεως ή συντέλεσης της ακυρωθείσης παραλείψεως, ληπτέος υπ’ όψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2) είναι εκείνος, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η ακυρωθείσα πράξη ή που συντελέστηκε η ακυρωθείσα παράλειψη.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω γενομένων δεκτών, νομίμως με την πρώτη προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως πράξη του (1021241/834/ Δ0010/28.2.2007) ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών έλαβε υπ’ όψη, κατ’ επίκληση και εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, καθώς και της ταυτόσημης κατά περιεχόμενο, αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 2882/2001, για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης, τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του χρόνου εκδόσεως της πράξης αυτής (Δεκέμβριος 2006). Επομένως, η τριτανακοπτόμενη απόφαση, η οποία, κατ’ αποδοχή προβληθέντος σχετικού λόγου ακυρώσεως, έκρινε, αντιθέτως προς τα ανωτέρω γενόμενα, κατά πλειοψηφία, δεκτά, ότι δεν ήταν νόμιμη η πρώτη προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως ως άνω πράξη, πρέπει, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο από τον τριτανακόπτοντα, να εξαφανισθεί, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί των καθ’ ων η τριτανακοπή να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά δε την εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο χωρεί στην εκδίκαση της ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως κατά των προσβαλλόμενων με αυτήν πράξεων, οι οποίες μετά την εξαφάνιση της τριτανακοπτομένης αναβιώνουν. Σύμφωνα, όμως, με τη μειοψηφήσασα γνώμη, ορθώς έγινε δεκτό με την τριτανακοπτόμενη απόφαση ότι ληπτέος υπόψη δείκτης τιμών καταναλωτή (Τ2), για τον υπολογισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης στην προκειμένη περίπτωση, ήταν αυτός του Αυγούστου 1994, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την ασκηθείσα τριτανακοπή.
15. Επειδή, οι αιτούντες – καθών η τριτανακοπή ισχυρίζονται ότι έχει πλέον συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το νόμο διετία από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης (1021241/834/Δ0010/ 28.2.2007) και έως την εξόφληση των αντίστοιχων τεσσάρων ισόποσων εξαμηνιαίων δόσεων (άρθρο 12 παρ. 4 ν. 2882/2001 και άρθρο 12 παρ. 5 ν.δ. 797/1971), και ότι, συνεπώς, πρέπει η παρούσα δίκη να κηρυχθεί καταργημένη λόγω λήξεως ισχύος της πράξεως αυτής, δοθέντος μάλιστα ότι η νομοθετική ρύθμιση για τον καθορισμό της επιστρεπτέας αποζημίωσης έχει ήδη τροποποιηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από την κοινοποίηση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξεως (14.3.2007) έως το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στην πενταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος (5.5.2008), στον οποίο χρόνο ανάγεται το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 885, 886/2004, 2219/2002), δεν είχε παρέλθει διετία, πάντως μόνη η παρέλευση της διετίας από την κοινοποίηση της πράξεως καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης έως την υποχρεωτική καταβολή των σχετικών δόσεων δεν συνεπάγεται και τη λήξη ισχύος της πράξεως αυτής.
16. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τα γενόμενα κατά πλειοψηφία δεκτά στη σκέψη 13, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο μη νομίμως οι προσβαλλόμενες πράξεις καθορισμού της επιστρεπτέας αποζημίωσης έλαβαν υπόψη τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του Δεκεμβρίου 2006, και όχι τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Τ2) του Αυγούστου 1994. Κατόπιν δε αυτού, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο ΣΤ΄ Τμήμα προς περαιτέρω κρίση επί της ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως. 

Διά ταύτα 

Επιλύει το παραπεμφθέν με την 1185/2014 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος ζήτημα, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Δέχεται την κρινόμενη τριτανακοπή.
Εξαφανίζει την 84/2009 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος.
Επιβάλλει, συμμέτρως, στους κατά το αιτιολογικό κληρονόμους των καθών η τριτανακοπή τη δικαστική δαπάνη του τριτανακόπτοντος Ε.Ο.Τ., η οποία ανέρχεται σε χίλια οκτακόσια σαράντα (1.840) ευρώ.
Δικάζει εν μέρει την ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, και
Αναπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση στο ΣΤ΄ Τμήμα προς περαιτέρω κρίση. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2014
Ο Πρόεδρος            Η Γραμματέας
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος           Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Πρόεδρος            Η Γραμματέας
 
Νικ. Σακελλαρίου         Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.