Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4157/2015: Τεκμήριο αθωότητος & ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές



Η ρύθμιση του άρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας δημοσιογραφικών εκπομπών, καθ’ ο μέρος παρεκτείνει την χρονική ισχύ του τεκμηρίου αθωότητος των κατηγορουμένων μέχρι του χρονικού σημείου που εκδίδεται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τα πρόσωπα αυτά, είναι ισχυρή εντός του πεδίου εφαρμογής του, ως θεσπίζουσα ειδική επιταγή προς τους ασκούντες δημοσιογραφία και τους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α..


Στο άρθρο 3 του ν. 2328/1995 περί του νομικού καθεστώτος της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας (Α΄ 159) περιλαμβάνονται ρυθμίσεις σχετικές με τις αρχές δεοντολογίας, οι οποίες διέπουν τις κάθε είδους εκπομπές και διαφημίσεις που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς ή και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ με την παράγραφο 15 του ως άνω άρθρου παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία κυρώνονται οι Κώδικες Δεοντολογίας που καταρτίζει το Ε.Σ.Ρ. και οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ειδησεογραφικές και άλλες δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές [περίπτ. (α)]. Κατ’ επίκλησιν της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη το π.δ. 77/2003 (Α΄ 75), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (καταρτισθείς με την υπ’ αριθμ. 73/14.10.2002 απόφαση του Ε.Σ.Ρ.). Ειδικώτερα, με τον εν λόγω Κώδικα ορίζεται, στο άρθρο 11 παρ. 1 ότι «Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γίνεται σεβαστή και συνεπώς δεν προεξοφλείται το αποτέλεσμα της δίκης ούτε οι κατηγορούμενοι, αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα, ως ένοχοι. Ο φερόμενος ως δράστης δεν πρέπει να αναφέρεται με απαξιωτικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς…», στο άρθρο 9 παρ. 2 ότι: «Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται στις εκπομπές πρέπει να απολαμβάνουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Ειδικότερα δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας, της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους…». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του κυρωτικού π. δ/τος 77/2003 προβλέπεται ότι κατά την εφαρμογή του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας «ισχύει η απορρέουσα από το Σύνταγμα και γενόμενη δεκτή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχή της στάθμισης κατά περίπτωση του τυχόν διακυβευόμενου δημοσίου συμφέροντος».
Η ρύθμιση του άρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας δημοσιογραφικών εκπομπών, καθ’ ο μέρος παρεκτείνει την χρονική ισχύ του τεκμηρίου αθωότητος των κατηγορουμένων μέχρι του χρονικού σημείου που εκδίδεται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τα πρόσωπα αυτά, είναι ισχυρή εντός του πεδίου εφαρμογής του, ως θεσπίζουσα ειδική επιταγή προς τους ασκούντες δημοσιογραφία και τους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Εξ άλλου ουδαμώς συνάγεται από το άρθρ. 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών [κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256)], η οποία περιέχει ελάχιστες εγγυήσεις, μία γενική, αντίθετου περιεχομένου υποχρέωση, σύμφωνα με την οποίαν κάθε Αρχή δεσμεύεται να θεωρεί ως ανατραπέν το τεκμήριο αθωότητος ήδη από την σε πρώτο βαθμό καταδίκη (“νόμιμη απόδειξη της ενοχής”) των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, μάλιστα, το άρθρο 2 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ [κυρωθέντος με το άρ. πρώτο του ν. 1705/1987 (Α΄. 89)] εγγυάται την κατ’ αρχήν θεσμοθέτηση δύο βαθμών ουσιαστικής κρίσεως στις ποινικές υποθέσεις. Εν προκειμένω με το άρθρο 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας ο κανονιστικός νομοθέτης επιτρεπτώς προέβη σε ειδική στάθμιση, δικαιολογουμένη από τον εξαιρετικά δραστικό χαρακτήρα που παρουσιάζει η εν τω μεταξύ ραδιοτηλεοπτική έκθεση ενός προσώπου, του οποίου στην συνέχεια ανατρέπεται σε δεύτερο βαθμό η ποινική καταδίκη. Είναι, συνεπώς, απορριπτέα η προβαλλομένη αιτίαση περί ανισχύρου του άρθρου 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας λόγω αντιθέσεώς του προς το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 4157/2015: Τεκμήριο αθωότητος & ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές



Η ρύθμιση του άρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας δημοσιογραφικών εκπομπών, καθ’ ο μέρος παρεκτείνει την χρονική ισχύ του τεκμηρίου αθωότητος των κατηγορουμένων μέχρι του χρονικού σημείου που εκδίδεται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τα πρόσωπα αυτά, είναι ισχυρή εντός του πεδίου εφαρμογής του, ως θεσπίζουσα ειδική επιταγή προς τους ασκούντες δημοσιογραφία και τους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α..


Στο άρθρο 3 του ν. 2328/1995 περί του νομικού καθεστώτος της ιδιωτικής τηλεοράσεως και της τοπικής ραδιοφωνίας (Α΄ 159) περιλαμβάνονται ρυθμίσεις σχετικές με τις αρχές δεοντολογίας, οι οποίες διέπουν τις κάθε είδους εκπομπές και διαφημίσεις που μεταδίδονται από τηλεοπτικούς ή και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ με την παράγραφο 15 του ως άνω άρθρου παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία κυρώνονται οι Κώδικες Δεοντολογίας που καταρτίζει το Ε.Σ.Ρ. και οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ειδησεογραφικές και άλλες δημοσιογραφικές και πολιτικές εκπομπές [περίπτ. (α)]. Κατ’ επίκλησιν της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη το π.δ. 77/2003 (Α΄ 75), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (καταρτισθείς με την υπ’ αριθμ. 73/14.10.2002 απόφαση του Ε.Σ.Ρ.). Ειδικώτερα, με τον εν λόγω Κώδικα ορίζεται, στο άρθρο 11 παρ. 1 ότι «Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γίνεται σεβαστή και συνεπώς δεν προεξοφλείται το αποτέλεσμα της δίκης ούτε οι κατηγορούμενοι, αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα, ως ένοχοι. Ο φερόμενος ως δράστης δεν πρέπει να αναφέρεται με απαξιωτικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς…», στο άρθρο 9 παρ. 2 ότι: «Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται στις εκπομπές πρέπει να απολαμβάνουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς. Ειδικότερα δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας, της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους…». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του κυρωτικού π. δ/τος 77/2003 προβλέπεται ότι κατά την εφαρμογή του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας «ισχύει η απορρέουσα από το Σύνταγμα και γενόμενη δεκτή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχή της στάθμισης κατά περίπτωση του τυχόν διακυβευόμενου δημοσίου συμφέροντος».
Η ρύθμιση του άρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας δημοσιογραφικών εκπομπών, καθ’ ο μέρος παρεκτείνει την χρονική ισχύ του τεκμηρίου αθωότητος των κατηγορουμένων μέχρι του χρονικού σημείου που εκδίδεται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τα πρόσωπα αυτά, είναι ισχυρή εντός του πεδίου εφαρμογής του, ως θεσπίζουσα ειδική επιταγή προς τους ασκούντες δημοσιογραφία και τους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς. Εξ άλλου ουδαμώς συνάγεται από το άρθρ. 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών [κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256)], η οποία περιέχει ελάχιστες εγγυήσεις, μία γενική, αντίθετου περιεχομένου υποχρέωση, σύμφωνα με την οποίαν κάθε Αρχή δεσμεύεται να θεωρεί ως ανατραπέν το τεκμήριο αθωότητος ήδη από την σε πρώτο βαθμό καταδίκη (“νόμιμη απόδειξη της ενοχής”) των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, μάλιστα, το άρθρο 2 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ [κυρωθέντος με το άρ. πρώτο του ν. 1705/1987 (Α΄. 89)] εγγυάται την κατ’ αρχήν θεσμοθέτηση δύο βαθμών ουσιαστικής κρίσεως στις ποινικές υποθέσεις. Εν προκειμένω με το άρθρο 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας ο κανονιστικός νομοθέτης επιτρεπτώς προέβη σε ειδική στάθμιση, δικαιολογουμένη από τον εξαιρετικά δραστικό χαρακτήρα που παρουσιάζει η εν τω μεταξύ ραδιοτηλεοπτική έκθεση ενός προσώπου, του οποίου στην συνέχεια ανατρέπεται σε δεύτερο βαθμό η ποινική καταδίκη. Είναι, συνεπώς, απορριπτέα η προβαλλομένη αιτίαση περί ανισχύρου του άρθρου 11 παρ. 1 του Κώδικα δεοντολογίας λόγω αντιθέσεώς του προς το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.