Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 3693/2015: Αρχή της ισότητας των φύλων και Κοινωνική Ασφάλιση



 Ο κοινός νομοθέτης και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση δεν κωλύονται από τις αρχές της ισότητας και της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) να μεταρρυθμίζουν το εκάστοτε ισχύον σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως δε τις διατάξεις σχετικά με τις καταβαλλόμενες παροχές (όπως είναι οι συντάξεις), ακόμη και αν η μεταβολή επιφέρει μείωση των παροχών για το μέλλον. Συγκεκριμένα, η μεταβολή με νόμο των προϋποθέσεων ή των αποτελεσμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών έννομων σχέσεων δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όταν επιχειρείται με βάση το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Εξ άλλου, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Σε αντίθεση όμως με την ηλικία των δικαιούχων, το φύλο τους δεν συνιστά κατ’ αρχήν, ενόψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει κατά το Σύνταγμα διάκριση ως προς το περιεχόμενο των παροχών κοινωνικής ασφάλισης προς τον επιζώντα σύζυγο, τυχόν δε διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις με βάση το φύλο είναι κατ’ αρχήν αντίθετες στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, ανίσχυρες. Τέλος, υπό το κρατούν στην Ελλάδα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς, η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας κατά τη ρύθμιση των ασφαλιστικών παροχών προϋποθέτει άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό. Προκειμένου, αντίθετα, για ασφαλισμένους σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς, η τήρηση της αρχής της ισότητας κρίνεται μόνον ως προς την εξασφάλιση ελάχιστου καθεστώτος ισοδύναμης προστασίας.


Σκέψεις 3 - 10 της υπ' αριθμ. 3693/2015 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:


3. Επειδή, στο άρθρο 62 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης, που προβλέπεται από γενικές ή καταστατικές διατάξεις των Ασφαλιστικών Οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου, ο επιζών των συζύγων, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούται σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα. 2α. Εάν κατά την ημερομηνία του θανάτου ο επιζών των συζύγων έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του, η σύνταξη καταβάλλεται και μετά τη λήξη της τριετίας, εφόσον δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο. Σε περίπτωση όμως που εργάζεται ή απασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη περιορίζεται στο 50%. β. Εάν ο επιζών των συζύγων, κατά την ημερομηνία του θανάτου είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων. γ. Η σύνταξη που διακόπηκε ή καταβάλλεται μειωμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, επαναχορηγείται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του επιζώντος των συζύγων με την προϋπόθεση ότι δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη, άλλως, εφόσον συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, λαμβάνει το 70% αυτής. δ. ... 3. Εάν ο θανών καταλείπει τέκνα ανάπηρα ή ανήλικα ή σπουδάζοντα σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι του 24ου έτους της ηλικίας τους, που δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις γενικές ή καταστατικές διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, η σύνταξη του επιζώντα των συζύγων που διακόπτεται ή το υπόλοιπο σε περίπτωση που καταβάλλεται μειωμένη, επιμερίζεται στα τέκνα κατ’ ίσα μέρη. 4. ... 5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επέρχεται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. … 6. Διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά το θέμα αυτό καταργούνται». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο επιζών σύζυγος δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου του το 40ό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται σύνταξη μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προϋπόθεση αναγόμενη σε εργασία, απασχόληση ή συνταξιοδότησή του από άλλο φορέα.
4. Επειδή, η κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας δεσμεύει το νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1774/2009). Η αρχή αυτή επιβάλλει στο νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, να δρα μέσα στα όριά της, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, τη διαφορετική μεταχείριση ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων· ο δικαστικός δε έλεγχος της τήρησης της αρχής της ισότητας συνιστά έλεγχο ορίων και όχι έλεγχο των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων (Σ.τ.Ε. 2180/2004 Ολομ., 2266/2013 7μ.). Ειδικότερα, ο κοινός νομοθέτης και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση δεν κωλύονται από τις αρχές της ισότητας και της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) να μεταρρυθμίζουν το εκάστοτε ισχύον σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως δε τις διατάξεις σχετικά με τις καταβαλλόμενες παροχές (όπως είναι οι συντάξεις), ακόμη και αν η μεταβολή επιφέρει μείωση των παροχών για το μέλλον (Σ.τ.Ε. 1867/2001, 1077/2003 7μ., 3363/2003). Συγκεκριμένα, η μεταβολή με νόμο των προϋποθέσεων ή των αποτελεσμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών έννομων σχέσεων δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όταν επιχειρείται με βάση το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1077/2003 7μ.). Εξ άλλου, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Σε αντίθεση όμως με την ηλικία των δικαιούχων, το φύλο τους δεν συνιστά κατ’ αρχήν, ενόψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει κατά το Σύνταγμα διάκριση ως προς το περιεχόμενο των παροχών κοινωνικής ασφάλισης προς τον επιζώντα σύζυγο, τυχόν δε διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις με βάση το φύλο είναι κατ’ αρχήν αντίθετες στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, ανίσχυρες (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1467/2004 Ολομ., 42/2013 Ολομ.). Τέλος, υπό το κρατούν στην Ελλάδα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς, η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας κατά τη ρύθμιση των ασφαλιστικών παροχών προϋποθέτει άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό. Προκειμένου, αντίθετα, για ασφαλισμένους σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς, η τήρηση της αρχής της ισότητας κρίνεται μόνον ως προς την εξασφάλιση ελάχιστου καθεστώτος ισοδύναμης προστασίας (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ., 1077/2003 7μ., 3294/2011 7μ.).
5. Επειδή, εξ άλλου, η κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της οικογένειας δεν έχει συγκεκριμένο πάντοτε περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη μέσα στα όρια που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2101/1998 7μ., 12/1999 7μ., 4091/2012 7μ.). Έτσι, από τη συνταγματική αυτή διάταξη δεν απορρέει υποχρέωση της Πολιτείας να θεσπίζει ή να διατηρεί αναλλοίωτα συστήματα κρατικών εν γένει ή ασφαλιστικών παροχών, ειδικότερα υπό μορφή κινήτρων για την ενθάρρυνση της τεκνοποιίας ή της αφιέρωσης των γονέων αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ανατροφή των τέκνων τους. Συνεπώς, ο νομοθέτης δεν κωλύεται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη να επιφέρει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε κρατικό σύστημα παροχών, ακόμη και αν συνεπάγονται μείωση για το μέλλον των παρεχόμενων ωφελημάτων (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
6. Επειδή, η ύπαρξη αναλογίας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών και η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν αποτελούν συνταγματικώς κατοχυρωμένους κανόνες (Σ.τ.Ε. 3487/2008 Ολομ., 892/2009, 2266/2013 7μ.). Ωστόσο, στοιχείο της έννοιας της εισφοράς προς ασφαλιστικό οργανισμό συνιστά η προσδοκία κάποιας αντιπαροχής με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
7. Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 1, 59, 60 παρ. 1 και 2, 61, 62 και 63 της 102 Διεθνούς Σύμβασης για «τα ελάχιστα όρια κοινωνικής ασφαλείας», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3251/1955 (Α΄ 140), προς τις οποίες ανάλογες είναι οι ταυτάριθμες διατάξεις της από 16.4.1964 Διεθνούς Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης περί του «Ευρωπαϊκού Κώδικος Κοινωνικής Ασφαλείας», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1136/1981 (Α΄ 61), ρυθμίζουν τη χορήγηση παροχών λόγω θανάτου. Όμως, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 των ανωτέρω συμβάσεων, το δικαίωμα παροχής για τη χήρα δύναται να εξαρτηθεί κατά την εθνική νομοθεσία από την προϋπόθεση ότι αυτή είναι ανίκανη να ανταποκριθεί στις ίδιες ανάγκες. Συνεπώς, εθνική ρύθμιση, όπως είναι το άρθρο 62 του ν. 2676/1999, η οποία εξαρτά τη συνέχιση της καταβολής των παροχών προς τον επιζώντα σύζυγο από την ηλικία του, υπό την έννοια ότι, κατά την εύλογη εκτίμηση του νομοθέτη, αυτή του επιτρέπει, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης περιόδου προσαρμογής, κατά την οποία καταβάλλονται οι συνταξιοδοτικές παροχές λόγω του θανάτου, να εξεύρει κατάλληλη εργασία για την αντιμετώπιση των αναγκών του, προβλέπει δε, μετά την παρέλευση της περιόδου προσαρμογής (βλ. εισηγητική έκθεση ν. 2676/1999), τη διακοπή των παροχών και την επαναχορήγησή τους μετά τη συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας, το οποίο ταυτίζεται ή βρίσκεται κοντά στα όρια συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, δεν αντίκειται, εν πάση περιπτώσει, στις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
8. Επειδή, εξ άλλου, όπως έχει κριθή, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος, που προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προστατεύεται, όμως, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος (Σ.τ.Ε. 2200/2010 Ολ., 2001/2014 κ.ά.).
9. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 28-5-2001 αίτησή της στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ Κομοτηνής, ζήτησε να της χορηγηθή σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της ..., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος του ΙΚΑ, είχε πραγματοποιήσει 6.566 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ιδρύματος και απεβίωσε την 1-5-2001. Με την 688/12-6-2001 απόφαση του Διευθυντού του Υποκαταστήματος της εχορηγήθη σύνταξη από 1-6-2001 και για τρία χρόνια δηλαδή μέχρι 31-5-2004, βάσει των διατάξεων του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999, επειδή, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, αυτή δεν είχε συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας της. Κατά της αποφάσεως αυτής η ανωτέρω ήσκησε ένσταση ενώπιον της αρμοδίας Τ.Δ.Ε., υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω διατάξεις αφενός αντίκεινται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, γιατί θέτουν σε πλεονεκτικώτερη θέση τον άνδρα έναντι της γυναίκας εφόσον η τελευταία ήδη πριν από τη συμπλήρωση του 40ού έτους της ηλικίας της βρίσκεται σε αδυναμία ανεύρεσης εργασίας ενόψει των κρατουσών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην αγορά εργασίας, αφ’ ετέρου προσκρούουν στις αρχές της χρηστής διοικήσεως, της προστατευομένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της καλής πίστεως και της αρχής ότι οι κανόνες του διοικητικού δικαίου πρέπει, σε οριακές περιπτώσεις, να εφαρμόζονται υπέρ των οικονομικώς αδυνάτων. Η ένσταση έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία με την 168/Σ.69/10-10-2001 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ως άνω υποκαταστήματος με την αιτιολογία ότι, στην ένδικη περίπτωση, πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι προαναφερόμενες γενικές αρχές. Ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος ήσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της αποφάσεως της Τ.Δ.Ε., προβάλλοντας ότι αυτή εξεδόθη κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων. Η προσφυγή έγινε δεκτή με την 36/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής, κριθέντος ότι στην περίπτωση της αναιρεσιβλήτου, εν όψει της ηλικίας της κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της, ήσαν εφαρμοστέες οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, οι οποίες, όπως εκρίθη από το εν λόγω δικαστήριο, κατ’ απόρριψη ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου, δεν παραβιάζουν τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 2, 21 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη ήσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999 παραβιάζουν το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού το δικαίωμα για συνταξιοδότηση του επιζώντος συζύγου εξαρτάται από τυχαία και συμπτωματικά κριτήρια όπως είναι η θέσπιση ορίου ηλικίας, καθώς και τα άρθρα 2, 21 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και, περαιτέρω, ότι η στέρηση του δικαιώματός της προς συνταξιοδότηση, μετά τη συμπλήρωση της τριετίας από της χορηγήσεώς του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιας ωφέλειας και σε κάθε περίπτωση χωρίς να διασφαλίζεται υπέρ αυτής ως αντιστάθμισμα της εν λόγω περιουσιακής απώλειας οιαδήποτε παροχή ή πλεονέκτημα, παραβιάζει και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη η ήδη αναιρεσιβαλλομένη 483/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία έγινε δεκτό ότι «... οι διατάξεις του άρθρου 62 (παρ. 1 και 2) του ν. 2676/1999 διαφοροποιούν το σύστημα συνταξιοδότησής των, αδιακρίτως φύλου, επιζώντων συζύγων από την άποψη της χρονικής διάρκειας καταβολής της σύνταξης λόγω θανάτου, με μοναδικό κριτήριο τη συμπλήρωση ή μη του 40ού έτους της ηλικίας αυτών κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου τούτου, το μεταβατικό χρονικό διάστημα των τριών ετών θεωρείται ως ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος προσαρμογής του επιζώντος συζύγου, ηλικίας κάτω των 40 ετών, προς τις διαμορφούμενες νέες καταστάσεις που επιφέρει ο θάνατος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στόχος του νομοθέτη δεν ήταν οικονομικοί λόγοι αλλά ο εξορθολογισμός του υφιστάμενου συστήματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και η εναρμόνιση των συντάξεων λόγω θανάτου με τις ήδη διαμορφωμένες κοινωνικές καταστάσεις. Όμως, η εν λόγω ρύθμιση, όπως μνημονεύεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 3385/2005, ο οποίος, στη συνέχεια, κατήργησε, κατόπιν αντικαταστάσεως, του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, με το άρθρο 4 αυτού, το επίμαχο όριο ηλικίας, προς αποκατάσταση, όπως μνημονεύεται, της αδικίας για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής, είχε ως αποτέλεσμα να στερούνται βασικής συνταξιοδοτικής προστασίας χήροι ή χήρες κάτω της ηλικίας αυτής. Και τούτο γιατί, υπό τις κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, κατά την κοινή πείρα, η ανεύρεση εργασίας είναι δυσχερής και για τα άτομα που είναι κάτω των 40 ετών και πιθανόν κατά τη συμπλήρωση της τριετίας να έχουν ήδη υπερβεί το όριο τούτο. Επομένως, ο χρονικός περιορισμός στην αξίωση για την ένδικη παροχή που επιβάλλεται με την επίμαχη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν. 2676/1999 δια του ορίου ηλικίας δεν συνδέεται με θεμιτά κριτήρια και επομένως η εν λόγω διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στο άρθρο 4 (παρ. 1) του Συντάγματος και συνεπώς εφαρμοστέα τυγχάνει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου ως ευνοϊκότερη. Εξάλλου, αυτή η άνιση μεταχείριση της πιο πάνω κατηγορίας προσώπων επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι, ενώ ο επιζών σύζυγος άνω των 40 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου του, μπορεί να εργάζεται και να λαμβάνει συγχρόνως σύνταξη λόγω θανάτου έστω και μειωμένη, αντιθέτως, ο επιζών σύζυγος κάτω της ηλικίας αυτής δεν έχει αξίωση για σύνταξη πέραν της τριετίας, γιατί γίνεται δεκτό κατά το νομοθέτη ότι, εντός της τριετίας, έχει ήδη προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα μολονότι κατά την εισηγητική έκθεση η τριετία θεωρείται ως ο ελάχιστος σχετικός χρόνος προσαρμογής». Εν όψει των παραδοχών αυτών περί παραβάσεως, δηλαδή, της συνταγματικής αρχής της ισότητος, το δικάσαν εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσιβλήτου, εξηφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της προσφυγής του Ιδρύματος, την απέρριψε.
10. Επειδή, ενόψει όσων εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, η διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, κατά το μέρος που με αυτήν ορίζεται ότι οι χήρες οι οποίες κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου συζύγου τους δεν έχουν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους, δικαιούνται σύνταξη για τρία έτη από τον επόμενο του θανάτου μήνα, η οποία μπορεί να τους επαναχορηγηθεί μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, δεν προσκρούει στους αναφερθέντες στις προηγούμενες παραγράφους κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1417/2012 7μ.). Ως εκ τούτου, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν παρίσταται, νόμιμη. Ειδικώτερα δε, μη νομίμως εκρίθη ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999 αντίκεινται προς την συνταγματική αρχή της ισότητος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη σκέψη 4, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Για τον λόγο δε αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνη δεκτή και να αναιρεθή η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση να παραπεμφθή στο δικάσαν δικαστήριο προς νέα κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

ΣτΕ 3693/2015: Αρχή της ισότητας των φύλων και Κοινωνική Ασφάλιση



 Ο κοινός νομοθέτης και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση δεν κωλύονται από τις αρχές της ισότητας και της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) να μεταρρυθμίζουν το εκάστοτε ισχύον σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως δε τις διατάξεις σχετικά με τις καταβαλλόμενες παροχές (όπως είναι οι συντάξεις), ακόμη και αν η μεταβολή επιφέρει μείωση των παροχών για το μέλλον. Συγκεκριμένα, η μεταβολή με νόμο των προϋποθέσεων ή των αποτελεσμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών έννομων σχέσεων δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όταν επιχειρείται με βάση το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Εξ άλλου, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Σε αντίθεση όμως με την ηλικία των δικαιούχων, το φύλο τους δεν συνιστά κατ’ αρχήν, ενόψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει κατά το Σύνταγμα διάκριση ως προς το περιεχόμενο των παροχών κοινωνικής ασφάλισης προς τον επιζώντα σύζυγο, τυχόν δε διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις με βάση το φύλο είναι κατ’ αρχήν αντίθετες στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, ανίσχυρες. Τέλος, υπό το κρατούν στην Ελλάδα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς, η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας κατά τη ρύθμιση των ασφαλιστικών παροχών προϋποθέτει άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό. Προκειμένου, αντίθετα, για ασφαλισμένους σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς, η τήρηση της αρχής της ισότητας κρίνεται μόνον ως προς την εξασφάλιση ελάχιστου καθεστώτος ισοδύναμης προστασίας.


Σκέψεις 3 - 10 της υπ' αριθμ. 3693/2015 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας:


3. Επειδή, στο άρθρο 62 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης, που προβλέπεται από γενικές ή καταστατικές διατάξεις των Ασφαλιστικών Οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου, ο επιζών των συζύγων, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούται σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα. 2α. Εάν κατά την ημερομηνία του θανάτου ο επιζών των συζύγων έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του, η σύνταξη καταβάλλεται και μετά τη λήξη της τριετίας, εφόσον δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο. Σε περίπτωση όμως που εργάζεται ή απασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη περιορίζεται στο 50%. β. Εάν ο επιζών των συζύγων, κατά την ημερομηνία του θανάτου είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων. γ. Η σύνταξη που διακόπηκε ή καταβάλλεται μειωμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, επαναχορηγείται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του επιζώντος των συζύγων με την προϋπόθεση ότι δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη, άλλως, εφόσον συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, λαμβάνει το 70% αυτής. δ. ... 3. Εάν ο θανών καταλείπει τέκνα ανάπηρα ή ανήλικα ή σπουδάζοντα σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι του 24ου έτους της ηλικίας τους, που δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις γενικές ή καταστατικές διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, η σύνταξη του επιζώντα των συζύγων που διακόπτεται ή το υπόλοιπο σε περίπτωση που καταβάλλεται μειωμένη, επιμερίζεται στα τέκνα κατ’ ίσα μέρη. 4. ... 5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επέρχεται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. … 6. Διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά το θέμα αυτό καταργούνται». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο επιζών σύζυγος δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου του το 40ό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται σύνταξη μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προϋπόθεση αναγόμενη σε εργασία, απασχόληση ή συνταξιοδότησή του από άλλο φορέα.
4. Επειδή, η κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας δεσμεύει το νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1774/2009). Η αρχή αυτή επιβάλλει στο νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, να δρα μέσα στα όριά της, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, τη διαφορετική μεταχείριση ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων· ο δικαστικός δε έλεγχος της τήρησης της αρχής της ισότητας συνιστά έλεγχο ορίων και όχι έλεγχο των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων (Σ.τ.Ε. 2180/2004 Ολομ., 2266/2013 7μ.). Ειδικότερα, ο κοινός νομοθέτης και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση δεν κωλύονται από τις αρχές της ισότητας και της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) να μεταρρυθμίζουν το εκάστοτε ισχύον σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως δε τις διατάξεις σχετικά με τις καταβαλλόμενες παροχές (όπως είναι οι συντάξεις), ακόμη και αν η μεταβολή επιφέρει μείωση των παροχών για το μέλλον (Σ.τ.Ε. 1867/2001, 1077/2003 7μ., 3363/2003). Συγκεκριμένα, η μεταβολή με νόμο των προϋποθέσεων ή των αποτελεσμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών έννομων σχέσεων δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όταν επιχειρείται με βάση το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1077/2003 7μ.). Εξ άλλου, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Σε αντίθεση όμως με την ηλικία των δικαιούχων, το φύλο τους δεν συνιστά κατ’ αρχήν, ενόψει των κρατουσών κοινωνικών συνθηκών, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει κατά το Σύνταγμα διάκριση ως προς το περιεχόμενο των παροχών κοινωνικής ασφάλισης προς τον επιζώντα σύζυγο, τυχόν δε διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις με βάση το φύλο είναι κατ’ αρχήν αντίθετες στο άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, ανίσχυρες (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1467/2004 Ολομ., 42/2013 Ολομ.). Τέλος, υπό το κρατούν στην Ελλάδα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς, η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας κατά τη ρύθμιση των ασφαλιστικών παροχών προϋποθέτει άνιση μεταχείριση ομοειδών κατηγοριών ασφαλισμένων μέσα στον ίδιο ασφαλιστικό οργανισμό. Προκειμένου, αντίθετα, για ασφαλισμένους σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς, η τήρηση της αρχής της ισότητας κρίνεται μόνον ως προς την εξασφάλιση ελάχιστου καθεστώτος ισοδύναμης προστασίας (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ., 1077/2003 7μ., 3294/2011 7μ.).
5. Επειδή, εξ άλλου, η κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της οικογένειας δεν έχει συγκεκριμένο πάντοτε περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη μέσα στα όρια που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2101/1998 7μ., 12/1999 7μ., 4091/2012 7μ.). Έτσι, από τη συνταγματική αυτή διάταξη δεν απορρέει υποχρέωση της Πολιτείας να θεσπίζει ή να διατηρεί αναλλοίωτα συστήματα κρατικών εν γένει ή ασφαλιστικών παροχών, ειδικότερα υπό μορφή κινήτρων για την ενθάρρυνση της τεκνοποιίας ή της αφιέρωσης των γονέων αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ανατροφή των τέκνων τους. Συνεπώς, ο νομοθέτης δεν κωλύεται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη να επιφέρει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε κρατικό σύστημα παροχών, ακόμη και αν συνεπάγονται μείωση για το μέλλον των παρεχόμενων ωφελημάτων (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
6. Επειδή, η ύπαρξη αναλογίας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών και η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν αποτελούν συνταγματικώς κατοχυρωμένους κανόνες (Σ.τ.Ε. 3487/2008 Ολομ., 892/2009, 2266/2013 7μ.). Ωστόσο, στοιχείο της έννοιας της εισφοράς προς ασφαλιστικό οργανισμό συνιστά η προσδοκία κάποιας αντιπαροχής με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
7. Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 1, 59, 60 παρ. 1 και 2, 61, 62 και 63 της 102 Διεθνούς Σύμβασης για «τα ελάχιστα όρια κοινωνικής ασφαλείας», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3251/1955 (Α΄ 140), προς τις οποίες ανάλογες είναι οι ταυτάριθμες διατάξεις της από 16.4.1964 Διεθνούς Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης περί του «Ευρωπαϊκού Κώδικος Κοινωνικής Ασφαλείας», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1136/1981 (Α΄ 61), ρυθμίζουν τη χορήγηση παροχών λόγω θανάτου. Όμως, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 των ανωτέρω συμβάσεων, το δικαίωμα παροχής για τη χήρα δύναται να εξαρτηθεί κατά την εθνική νομοθεσία από την προϋπόθεση ότι αυτή είναι ανίκανη να ανταποκριθεί στις ίδιες ανάγκες. Συνεπώς, εθνική ρύθμιση, όπως είναι το άρθρο 62 του ν. 2676/1999, η οποία εξαρτά τη συνέχιση της καταβολής των παροχών προς τον επιζώντα σύζυγο από την ηλικία του, υπό την έννοια ότι, κατά την εύλογη εκτίμηση του νομοθέτη, αυτή του επιτρέπει, μετά την παρέλευση συγκεκριμένης περιόδου προσαρμογής, κατά την οποία καταβάλλονται οι συνταξιοδοτικές παροχές λόγω του θανάτου, να εξεύρει κατάλληλη εργασία για την αντιμετώπιση των αναγκών του, προβλέπει δε, μετά την παρέλευση της περιόδου προσαρμογής (βλ. εισηγητική έκθεση ν. 2676/1999), τη διακοπή των παροχών και την επαναχορήγησή τους μετά τη συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας, το οποίο ταυτίζεται ή βρίσκεται κοντά στα όρια συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, δεν αντίκειται, εν πάση περιπτώσει, στις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ. κ.ά.).
8. Επειδή, εξ άλλου, όπως έχει κριθή, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει μεν στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος, που προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προστατεύεται, όμως, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος (Σ.τ.Ε. 2200/2010 Ολ., 2001/2014 κ.ά.).
9. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 28-5-2001 αίτησή της στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ Κομοτηνής, ζήτησε να της χορηγηθή σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της ..., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος του ΙΚΑ, είχε πραγματοποιήσει 6.566 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ιδρύματος και απεβίωσε την 1-5-2001. Με την 688/12-6-2001 απόφαση του Διευθυντού του Υποκαταστήματος της εχορηγήθη σύνταξη από 1-6-2001 και για τρία χρόνια δηλαδή μέχρι 31-5-2004, βάσει των διατάξεων του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999, επειδή, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, αυτή δεν είχε συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας της. Κατά της αποφάσεως αυτής η ανωτέρω ήσκησε ένσταση ενώπιον της αρμοδίας Τ.Δ.Ε., υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω διατάξεις αφενός αντίκεινται στο άρθρο 4 του Συντάγματος, γιατί θέτουν σε πλεονεκτικώτερη θέση τον άνδρα έναντι της γυναίκας εφόσον η τελευταία ήδη πριν από τη συμπλήρωση του 40ού έτους της ηλικίας της βρίσκεται σε αδυναμία ανεύρεσης εργασίας ενόψει των κρατουσών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην αγορά εργασίας, αφ’ ετέρου προσκρούουν στις αρχές της χρηστής διοικήσεως, της προστατευομένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, της καλής πίστεως και της αρχής ότι οι κανόνες του διοικητικού δικαίου πρέπει, σε οριακές περιπτώσεις, να εφαρμόζονται υπέρ των οικονομικώς αδυνάτων. Η ένσταση έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία με την 168/Σ.69/10-10-2001 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ως άνω υποκαταστήματος με την αιτιολογία ότι, στην ένδικη περίπτωση, πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι προαναφερόμενες γενικές αρχές. Ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος ήσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της αποφάσεως της Τ.Δ.Ε., προβάλλοντας ότι αυτή εξεδόθη κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων. Η προσφυγή έγινε δεκτή με την 36/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής, κριθέντος ότι στην περίπτωση της αναιρεσιβλήτου, εν όψει της ηλικίας της κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της, ήσαν εφαρμοστέες οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, οι οποίες, όπως εκρίθη από το εν λόγω δικαστήριο, κατ’ απόρριψη ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου, δεν παραβιάζουν τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 2, 21 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη ήσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε ότι οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999 παραβιάζουν το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού το δικαίωμα για συνταξιοδότηση του επιζώντος συζύγου εξαρτάται από τυχαία και συμπτωματικά κριτήρια όπως είναι η θέσπιση ορίου ηλικίας, καθώς και τα άρθρα 2, 21 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και, περαιτέρω, ότι η στέρηση του δικαιώματός της προς συνταξιοδότηση, μετά τη συμπλήρωση της τριετίας από της χορηγήσεώς του, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιας ωφέλειας και σε κάθε περίπτωση χωρίς να διασφαλίζεται υπέρ αυτής ως αντιστάθμισμα της εν λόγω περιουσιακής απώλειας οιαδήποτε παροχή ή πλεονέκτημα, παραβιάζει και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη η ήδη αναιρεσιβαλλομένη 483/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία έγινε δεκτό ότι «... οι διατάξεις του άρθρου 62 (παρ. 1 και 2) του ν. 2676/1999 διαφοροποιούν το σύστημα συνταξιοδότησής των, αδιακρίτως φύλου, επιζώντων συζύγων από την άποψη της χρονικής διάρκειας καταβολής της σύνταξης λόγω θανάτου, με μοναδικό κριτήριο τη συμπλήρωση ή μη του 40ού έτους της ηλικίας αυτών κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου τούτου, το μεταβατικό χρονικό διάστημα των τριών ετών θεωρείται ως ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος προσαρμογής του επιζώντος συζύγου, ηλικίας κάτω των 40 ετών, προς τις διαμορφούμενες νέες καταστάσεις που επιφέρει ο θάνατος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στόχος του νομοθέτη δεν ήταν οικονομικοί λόγοι αλλά ο εξορθολογισμός του υφιστάμενου συστήματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και η εναρμόνιση των συντάξεων λόγω θανάτου με τις ήδη διαμορφωμένες κοινωνικές καταστάσεις. Όμως, η εν λόγω ρύθμιση, όπως μνημονεύεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 3385/2005, ο οποίος, στη συνέχεια, κατήργησε, κατόπιν αντικαταστάσεως, του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, με το άρθρο 4 αυτού, το επίμαχο όριο ηλικίας, προς αποκατάσταση, όπως μνημονεύεται, της αδικίας για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής, είχε ως αποτέλεσμα να στερούνται βασικής συνταξιοδοτικής προστασίας χήροι ή χήρες κάτω της ηλικίας αυτής. Και τούτο γιατί, υπό τις κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, κατά την κοινή πείρα, η ανεύρεση εργασίας είναι δυσχερής και για τα άτομα που είναι κάτω των 40 ετών και πιθανόν κατά τη συμπλήρωση της τριετίας να έχουν ήδη υπερβεί το όριο τούτο. Επομένως, ο χρονικός περιορισμός στην αξίωση για την ένδικη παροχή που επιβάλλεται με την επίμαχη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν. 2676/1999 δια του ορίου ηλικίας δεν συνδέεται με θεμιτά κριτήρια και επομένως η εν λόγω διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στο άρθρο 4 (παρ. 1) του Συντάγματος και συνεπώς εφαρμοστέα τυγχάνει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου ως ευνοϊκότερη. Εξάλλου, αυτή η άνιση μεταχείριση της πιο πάνω κατηγορίας προσώπων επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι, ενώ ο επιζών σύζυγος άνω των 40 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου του, μπορεί να εργάζεται και να λαμβάνει συγχρόνως σύνταξη λόγω θανάτου έστω και μειωμένη, αντιθέτως, ο επιζών σύζυγος κάτω της ηλικίας αυτής δεν έχει αξίωση για σύνταξη πέραν της τριετίας, γιατί γίνεται δεκτό κατά το νομοθέτη ότι, εντός της τριετίας, έχει ήδη προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα μολονότι κατά την εισηγητική έκθεση η τριετία θεωρείται ως ο ελάχιστος σχετικός χρόνος προσαρμογής». Εν όψει των παραδοχών αυτών περί παραβάσεως, δηλαδή, της συνταγματικής αρχής της ισότητος, το δικάσαν εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσιβλήτου, εξηφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της προσφυγής του Ιδρύματος, την απέρριψε.
10. Επειδή, ενόψει όσων εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, η διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2676/1999, κατά το μέρος που με αυτήν ορίζεται ότι οι χήρες οι οποίες κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου συζύγου τους δεν έχουν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους, δικαιούνται σύνταξη για τρία έτη από τον επόμενο του θανάτου μήνα, η οποία μπορεί να τους επαναχορηγηθεί μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, δεν προσκρούει στους αναφερθέντες στις προηγούμενες παραγράφους κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σ.τ.Ε. 3412-13/2013 7μ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1417/2012 7μ.). Ως εκ τούτου, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν παρίσταται, νόμιμη. Ειδικώτερα δε, μη νομίμως εκρίθη ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 2676/1999 αντίκεινται προς την συνταγματική αρχή της ισότητος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη σκέψη 4, η ηλικία των δικαιούχων (π.χ. των επιζώντων συζύγων) για την απόληψη ορισμένης παροχής συνιστά αντικειμενικό και απρόσωπο κριτήριο, που δεν παραβιάζει τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, για τη διαφοροποίηση των προϋποθέσεων ή του περιεχομένου της παρεχόμενης ασφαλιστικής προστασίας. Για τον λόγο δε αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνη δεκτή και να αναιρεθή η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση να παραπεμφθή στο δικάσαν δικαστήριο προς νέα κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.