Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4433/2015: Πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή & ελευθερία εγκατάστασης (άρθρο 49 ΣΛΕΕ)



Σε περίπτωση που το αρμόδιο, για την αναγνώριση όργανο, διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα κατ' επίκληση της οδηγίας 92/51 αίτηση προσβάσεως στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο ότι το επάγγελμα, το οποίο μπορεί να ασκεί ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν είναι όμοιο, ανάλογο ή ισοδύναμο (από την άποψη των δραστηριοτήτων που καλύπτουν και όχι των σχετικών διπλωμάτων) προς το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, όπως τούτο κατοχυρώνεται νομοθετικώς στην Ελλάδα, υποχρεούται να ερευνήσει, εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα, εάν το επάγγελμα που έχει δικαίωμα να ασκεί ο τελευταίος στο κράτος μέλος προελεύσεως είναι, τουλάχιστον, συγγενές προς το επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή, και εάν, εν όψει τούτου, είναι δυνατόν να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκεί, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή και κατ' αντιστοιχία προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες που αυτός έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως, μέρος μόνον των επαγγελματικών δικαιωμάτων. 



Αριθμός 4433/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Κ. Κουσούλης, Ηλ. Μάζος, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Ν. Μαρκόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.
Για να δικάσει την από 15ης Ιουλίου 2003 αίτηση:
του ..., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Δενδρινό (Α.Μ. 2038 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και ήδη Υγείας, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά του παρεμβαίνοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Αλεξάνδρας 34), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αλέξιο Παραρά (Α.Μ. 23245), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ.Π./31589/9.4.2003 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (Γενική Διεύθυνση Υγείας - Διεύθυνση Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας – Τμήμα Γ’), 2) το υπ’ αριθμ. 66/4.12.2002 πρακτικό του Συμβουλίου Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Κ. Κουσούλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, καθώς και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Συλλόγου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1027943, 696704/2003 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία φέρεται προς συζήτηση κατόπιν της εκδόσεως της από 27.6.2013 C-575/11 αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος με την 2032/2011 απόφαση του Τμήματος, ζητείται η ακύρωση α) της αρνήσεως της Διοικήσεως, εκδηλωθείσης με το έγγραφο Γ.Π. 31589/9.4.2003 της Γενικής Διευθύντριας Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, να δεχθεί την από 25.10.2001 αίτηση του αιτούντος, Έλληνα υπηκόου, με την οποία ο τελευταίος είχε ζητήσει, κατ’ επίκληση της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ και του π.δ. 231/1998, να του αναγνωρισθεί δικαίωμα προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βάσει επαγγελματικών προσόντων τα οποία είχε αποκτήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, β) του 66/4.12.2002 Πρακτικού του Συμβουλίου Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΣΕΑΤΕΚ), με το οποίο το εν λόγω όργανο γνωμοδότησε υπέρ της απορρίψεως του ως άνω αιτήματος του αιτούντος.
3. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως έχει ασκήσει παρέμβαση το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών», στους σκοπούς του οποίου ανήκει «η προαγωγή και ανάπτυξη της φυσικοθεραπείας ως ανεξάρτητης και αυτόνομης επιστήμης και η παροχή υπηρεσιών υψηλής στάθμης στο κοινωνικό σύνολο. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού στο Σύλλογο ανήκει, μεταξύ άλλων, η έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών για την απόκτηση και την ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος από τα μέλη του, η τήρηση των μητρώων του και η λήψη των απαραίτητων μέτρων για την καταπολέμηση και την εξάλειψη της αντιποίησης άσκησης του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτή» (άρθρο 2 ν. 3599/2007, Α 176). Εν όψει του ανωτέρω σκοπού, το αιτούν νπδδ με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη παρέμβαση, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα.
4. Επειδή, μετά την άσκηση της αιτήσεως τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3900/2010 (Α 213), δυνάμει των οποίων υπήχθη στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση αδειών για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, η ρύθμιση δε αυτή κατέλαβε και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρα 47 παρ. 1 α και 50 του νόμου). Η κρινόμενη υπόθεση, όμως, για την οποία η πρώτη συζήτηση είχε λάβει χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, εξακολουθεί να ανήκει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 4535/2011 κ.ά.).
5. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών παρακολούθησε, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε κρατικά αναγνωρισμένη ειδική επαγγελματική σχολή (Berufsfachschule) Μασέρ–Ιατρικών Λουτροθεραπευτών (Masseur und med. Bademeister), σπουδές, οι οποίες διήρκεσαν, κατά τους κανόνες της γερμανικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, 2½ έτη και περιελάμβαναν θεωρητική διδασκαλία και πρακτική άσκηση. Ο τίτλος εκπαίδευσης που χορηγείται στη Γερμανία και αφορά το επάγγελμα του Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή είναι επιπέδου μέσης (δευτεροβάθμιας) επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ο αιτών κατέχει, επίσης, απολυτήριο ελληνικού Λυκείου, δηλαδή τίτλο σπουδών υψηλότερης βαθμίδας από τον απαιτούμενο για την εγγραφή στην επαγγελματική σχολή Μασέρ–Ιατρικών Λουτροθεραπευτών, για την οποία απαιτείται αποφοίτηση από την 10η τάξη γερμανικού Πρακτικού Γυμνασίου ή κυρίως σχολείου, επίπεδο εκπαιδευτικά ισότιμο με εκείνο που αντιστοιχεί σε απολυτήριο Α΄ τάξης ελληνικού Λυκείου. Σύμφωνα, πάντοτε, με το 66/4.12.2002 Πρακτικό του ΣΕΑΤΕΚ, ο αιτών απέκτησε στη Γερμανία την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος «Mασέρ–Ιατρικός Λουτροθεραπευτής», μετά επιτυχή εξέταση, την 25.5.1997, ενώπιον κρατικής επιτροπής, επικαλέσθηκε δε επί πλέον, ενώπιον της Διοικήσεως, ότι άσκησε το επάγγελμα του «Μασέρ-Ιατρικού Λουτροθεραπευτή» στη Γερμανία, χωρίς, όμως και να το αποδείξει. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το ΣΕΑΤΕΚ γνωμοδότησε, με το 66/4.12.2002 Πρακτικό του, ότι η αίτηση του αιτούντος έπρεπε να απορριφθεί, για τους εξής λόγους: α) Κατά το μέρος που αφορούσε στην άσκηση στην Ελλάδα του επαγγέλματος του «Μασέρ – Ιατρικού Λουτροθεραπευτή», το αίτημά του ήταν απορριπτέο, διότι το επάγγελμα αυτό δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στην Ελλάδα. β) Η αναγνώριση στον αιτούντα της δυνατότητας να ασκήσει στην Ελλάδα το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το οποίο είναι το πλέον συναφές με το επάγγελμα του «Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή» δεν είναι, εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 4 του π.δ. 231/1998 (άρθρο 3 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ), δυνατή, δοθέντος ότι ο τίτλος τον οποίον κατέχει ο αιτών συνιστά πιστοποιητικό, υπό την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του π.δ. 231/1998 (άρθρο 1 στοιχείο β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ), ενώ για την πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή απαιτείται, στην Ελλάδα, κατοχή διπλώματος, υπό την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Κατ’ επίκληση της αυτής αιτιολογίας απερρίφθη τελικώς, με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη, το ως άνω αίτημα του αιτούντος.
6. Επειδή, με την προαναφερθείσα 2032/2011 απόφαση του Δ Τμήματος απερρίφθησαν λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους υποστηριζόταν ότι η απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος έγινε κατά παράβαση των άρθρων 1 στοιχείο α΄ και 3 στοιχεία α΄ και β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, των αντιστοίχων διατάξεων των άρθρων 2 παράγραφοι 1 και 2 και 4 παράγραφοι 1 και 2 του π.δ. 231/1998 και των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 της οδηγίας 94/38/ΕΚ, επικουρικώς δε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 στοιχείο α΄ και 3 στοιχεία α΄ και β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ και των άρθρων 2 παράγραφος 2 και 4 παράγραφος 2 του π.δ. 231/1998. Περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, έγινε δεκτό ότι προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 43 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 52 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), με το οποίο κατοχυρώθηκε η ελευθερία εγκαταστάσεως εντός της Κοινότητας για την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, η μη αναγνώριση στον αιτούντα, από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, του δικαιώματος μερικής, έστω, προσβάσεως στο κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του άσκηση, στην Ελλάδα, του μέρους εκείνου των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των φυσικοθεραπευτών (παροχή υπηρεσιών μαλάξεων και υδροθεραπείας), τις οποίες ο αιτών μπορεί να ασκεί στη Γερμανία, ως εκ του δικαιώματός του να ασκεί, στο τελευταίο τούτο κράτος μέλος, το εκεί κατοχυρωμένο νομοθετικώς επάγγελμα του «Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή». Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο απηύθυνε στο ΔΕΕ το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Κατά την έννοια του άρθρου 43 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, η επιδίωξη διασφαλίσεως παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας αρκεί, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας, για να δικαιολογήσει περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ο οποίος προκύπτει στο σύστημα διατάξεων, οι οποίες ισχύουν σε ορισμένο κράτος μέλος (κράτος μέλος υποδοχής) και οι οποίες: α) Επιτρέπουν την άσκηση ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων μόνον στα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα να ασκούν στο εν λόγω κράτος μέλος το νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. β) Αποκλείουν τη δυνατότητα μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα αυτό και γ) Συνεπάγονται, ως εκ τούτου, πλήρη αδυναμία ενός υπηκόου του κράτους μέλους υποδοχής, ο οποίος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος προελεύσεως) τίτλο που του επιτρέπει την άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένου στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος επαγγέλματος συναπτομένου με την παροχή υπηρεσιών υγείας (αλλά δεν του επιτρέπει, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου «σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ», EE L 209, την άσκηση, στο κράτος μέλος υποδοχής, του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτή) να ασκήσει στο κράτος μέλος υποδοχής, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, ορισμένες μόνον από τις υπαγόμενες στο τελευταίο αυτό επάγγελμα δραστηριότητες, δηλαδή εκείνες τις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως;».
7. Επειδή, το ΔΕΕ επιληφθέν του ερωτήματος που υπεβλήθη με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε με την από 27.6.2013 C-575/11 απόφασή του ότι «…Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν έχουν αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των προϋποθέσεων αυτών, καθόσον η οδηγία 2005/36 δεν έχει περιορίσει τη σχετική αρμοδιότητά τους. Γεγονός πάντως είναι ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους στον τομέα αυτόν σεβόμενα τις κατοχυρωμένες από τη Συνθήκη θεμελιώδεις ελευθερίες …» (σκέψη 20). Περαιτέρω κρίθηκε ότι «η ρύθμιση του κράτους μέλους υποδοχής, η οποία αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα μερικής προσβάσεως σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα και είναι, ως εκ τούτου, ικανή να παρακωλύει ή να καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως μπορεί να κρίνεται δικαιολογημένη μόνον εφόσον ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτή σκοπού» (σκέψη 21), ότι «όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, επισημαίνεται ότι ασφαλώς η μερική αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων μπορεί, καταρχήν, να έχει ως αποτέλεσμα την κατάτμηση σε διάφορες δραστηριότητες των επαγγελμάτων που είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένα σε ορισμένο κράτος μέλος. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ουσιαστικά τον κίνδυνο για τους αποδέκτες υπηρεσιών παρεχόμενων από επαγγελματίες εγκατεστημένους εντός του εν λόγω κράτους μέλους να πλανηθούν ως προς την έκταση των προσόντων που συνδέονται με το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. Εντούτοις, ο αποκλεισμός της δυνατότητας μερικής, έστω, προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών (σκέψεις 23-24). Εξ άλλου, κατά την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ, η δημόσια υγεία επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή κατά την εκτίμηση των εθνικών μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία της. Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατήρησε πρώτον, ότι το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή και, κατ’ ακολουθία, το επάγγελμα του μασέρ οποιουδήποτε τύπου δεν εμπίπτει στον τομέα των ιατρικών επαγγελμάτων αυτών καθαυτών, αλλά στον τομέα των παραϊατρικών επαγγελμάτων, ο τομέας δε αυτός, ο οποίος καλύπτει μεγάλο αριθμό ετερογενών δραστηριοτήτων, δεν μπορεί να αποκλείεται εξ ορισμού από το προβλεπόμενο στο δίκαιο της Ένωσης σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων (σκέψεις 27-28). Περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ αναφέρονται τα εξής: «Ο αποδέκτης υπηρεσιών παρεχομένων από μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή χαίρει, εκ των πραγμάτων, της ιδιαίτερης προσοχής την οποία επιβάλλει η προστασία της υγείας, δεδομένου ότι, όπως διευκρίνισε ιδίως η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παροχή υπηρεσιών από μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή συνίσταται στην εφαρμογή θεραπείας που έχει συνταγογραφηθεί όχι από τον ίδιο τον μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή, αλλά από ιατρό. Σε αυτόν τον ιατρό αποτείνεται καταρχάς ο ασθενής και αυτός ο ιατρός υποδεικνύει, εν συνεχεία, στον μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή ποια μέθοδο πρέπει να ακολουθήσει στο πλαίσιο της τεχνικής εφαρμογής της θεραπείας. Ειδικότερα, ο μασέρ-ιατρικός λουτροθεραπευτής δεν επιλέγεται απευθείας από τον ασθενή και δεν ενεργεί υπό τις οδηγίες του τελευταίου, αλλά υποδεικνύεται από και ενεργεί σε στενή συνεννόηση με εκπρόσωπο του ιατρικού επαγγέλματος, τελώντας σε σχέση εξαρτήσεως και συνεργασίας προς αυτόν» (σκέψη 29). Εν όψει των ανωτέρω το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας μερικής, έστω, προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βαίνει πέραν όχι μόνον του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών, αλλά και όσων επιτάσσει η προστασία της υγείας. Περαιτέρω το ΔΕΕ προέβη στη διάκριση δύο περιπτώσεων (σκέψη 30). Η πρώτη περίπτωση αφορά καταστάσεις, στις οποίες τόσο στο κράτος μέλος προελεύσεως όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των δύο επαγγελμάτων είναι τέτοιος ώστε να μπορούν αυτά να χαρακτηρισθούν ως «συγκρίσιμα» και, κατά συνέπεια, ως «ίδιο επάγγελμα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/36. Σε τέτοιες καταστάσεις, τα κενά που έχει η εκπαίδευση του αιτούντος σε σχέση με την εκπαίδευση η οποία απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής μπορούν πράγματι να πληρωθούν διά της εφαρμογής των αντισταθμιστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/36, και να διασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό η πλήρης ένταξη του ενδιαφερομένου στο επαγγελματικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, σε τέτοιες καταστάσεις, η άρνηση του κράτους μέλους υποδοχής να επιτρέψει τη μερική πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (σκέψη 31). Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση αφορά καταστάσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την οδηγία 2005/36, υπό την έννοια ότι οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τόσο έντονες ώστε, στην πραγματικότητα, ο αιτών θα έπρεπε να πραγματοποιήσει πλήρη εκπαίδευση προκειμένου να μπορεί να ασκήσει, σε άλλο κράτος μέλος, τις δραστηριότητες για τις οποίες διαθέτει τα σχετικά προσόντα. Πρόκειται όμως για έναν παράγοντα, ο οποίος μπορεί αντικειμενικώς να εξαναγκάσει τον ενδιαφερόμενο να μην ασκήσει τις δραστηριότητες αυτές εντός του κράτους μέλους υποδοχής. Σε τέτοιες καταστάσεις, ενδέχεται να στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (σκέψη 32). Περαιτέρω, το ΔΕΕ επισήμανε (σκέψεις 33-34) αφενός, ότι στις αρχές και, ειδικότερα, στα αρμόδια δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής εναπόκειται να προσδιορίζουν, για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος είναι διαφορετικό από αυτό που απαιτείται στο εν λόγω κράτος, και αφετέρου ότι ένα από τα αποφασιστικά κριτήρια, το οποίο πρέπει να εξετάζεται κατά πρώτο λόγο από τις εθνικές αρχές, είναι το αν η επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία επιθυμεί να ασκήσει ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να διαχωριστεί από το σύνολο των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος αυτό και ότι ένδειξη προς τούτο αποτελεί το αν η εν λόγω δραστηριότητα μπορεί να ασκείται, κατά τρόπο ανεξάρτητο ή αυτοτελή, στο κράτος μέλος όπου έχει αποκτηθεί το επίμαχο επαγγελματικό προσόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δυνατότητας μερικής αναγνωρίσεως των οικείων επαγγελματικών προσόντων είναι ιδιαιτέρως έντονο ώστε να μην μπορεί να αντισταθμιστεί από τον κίνδυνο προσβολής των δικαιωμάτων των αποδεκτών των υπηρεσιών. Κατόπιν τούτων, απαντώντας στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ως εξής: «το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει τη μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το οποίο είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος υποδοχής, σε υπήκοο αυτού του κράτους ο οποίος έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος ορισμένο τίτλο, όπως τον τίτλο του μασέρ-ιατρικού λουτροθεραπευτή, που του επιτρέπει να ασκεί, στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος, μέρος των δραστηριοτήτων τις οποίες καλύπτει το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, εφόσον οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τέτοιες ώστε, στην πραγματικότητα, να πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί πλήρης εκπαίδευση προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν συντρέχει αυτή η περίπτωση».
8. Επειδή, με το άρθρο 1 του π.δ. 90/1995, με τίτλο «Επαγγελματικά δικαιώματα πτυχιούχων του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.)» (Α΄ 53), το οποίο έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 25 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ του ν. 1404/1983, με τίτλο «Δομή και λειτουργία των Τ.Ε.Ι.» (Α΄ 173), ορίσθηκαν τα εξής: «1. Οι πτυχιούχοι του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τεχνολoγικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο "Φυσικοθεραπευτές ή Φυσιοθεραπευτές" και απασχολούνται είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία με τους ιατρούς, μετά από σχετική ιατρική διάγνωση, με την πρόληψη, βελτίωση και αποκατάσταση παθολογικών καταστάσεων, συγγενών και επίκτητων καθώς και τραυματικών βλαβών που προκαλούν διαταραχές στο ερειστικό, μυϊκό, νευρικό, αναπνευστικό και καρδιαγγειακό σύστημα. 2. Ο πτυχιούχος Φυσικοθεραπευτής, επιλέγει και εκτελεί τις φυσιοθεραπευτικές πράξεις μετά από γραπτή διάγνωση ή γνωμάτευση του ιατρού και σύμφωνα με τις τυχόν σχετικές οδηγίες του. Ως φυσιοθεραπευτικές πράξεις νοούνται τα μέσα, οι μέθοδοι και οι τεχνικές που διδάσκονται στα Τμήματα Φυσικοθεραπείας των Τ.Ε.Ι. και προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. 3. Οι Φυσικοθεραπευτές έχουν δικαίωμα απασχόλησης: α) Ως στελέχη του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα όπως αυτός προσδιορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. β) Ως στελέχη του ιδιωτικού τομέα, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή άλλη μορφή εργασιακής σχέσης. γ) Ασκούν ελεύθερο επάγγελμα σε ιδιωτικό Εργαστήριο Φυσικοθεραπείας ή σε κατ' οίκον επισκέψεις ασθενών. Οι πτυχιούχοι φυσιοθεραπευτές έχουν δικαίωμα απασχόλησης στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, στον ιδιωτικό τομέα ή ως ελεύθερα επαγγελματίες, μπορούν δε να ιδρύουν ιδιωτικά εργαστήρια φυσικοθεραπείας κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. 4. Οι πτυχιούχοι Φυσικοθεραπευτές ασκούν το επάγγελμα στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων, μετά την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος που χορηγείται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Με την 3066/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το ως άνω π.δ. ακυρώθηκε αφενός μεν καθ’ ο μέρος παρέχεται με αυτό στους φυσικοθεραπευτές πτυχιούχους Τ.Ε.Ι., δικαίωμα αυτοδύναμης επιλογής και εφαρμογής φυσικοθεραπευτικών πράξεων και μεθόδων με μόνη την προηγούμενη διάγνωση της πάθησης, χωρίς γραπτή εντολή ιατρού (άρθρο 1 παρ. 1 και 2), αφετέρου δε καθ’ ο μέρος προβλέπει (άρθρο 1 παρ. 2 εδάφιο β’) δυνατότητα απονομής, στους εν λόγω πτυχιούχους, επαγγελματικών δικαιωμάτων, συνισταμένων στην εφαρμογή φυσικοθεραπευτικών μεθόδων και τεχνικών, οι οποίες θα προβλεφθούν στο μέλλον. Στο ισχύον, κατά το χρόνο εκδόσεως του ανωτέρω π. δ/τος β.δ. 411/1972 (Α΄ 108), το οποίο έχει εκδοθεί κατ΄ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 13 παράγραφος 2 του ν.δ. 775/1970 (Α΄ 290), ορίζονται ως εξής (άρθρο μόνον παράγραφος 1) τα φυσικοθεραπευτικά μέσα και μέθοδοι που δικαιούνται να εφαρμόζουν οι κάτοχοι αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτού: «α) Κινησιοθεραπεία – Θεραπευτική Γυμναστική. β) Μάλαξις γενική ή τοπική δια των χειρών ή τη χρήσει ηλεκτρικών συσκευών (ηλεκτρομαλάξεις). γ) Έλξεις σπονδυλικής στήλης δι’ ειδικών τραπεζών ή συσκευών. δ) Αναπνευστική κινησιοθεραπεία. ε) Ηλεκτροθεραπεία (ρεύματα γαλβανικά, φαραδικά, διαθερμίαι, διαδυναμικά, υπέρηχα κύματα), υπέρυθροι και υπεριώδεις ακτινοβολίαι. Στ) Υδροθεραπεία γενική ή τοπική (δινόλουτρα, λουτρά δεξαμενής). ζ) Λουτρά παραφίνης ή παραφάγκο (ειδικά λασπόλουτρα)».
9. Επειδή, από τις μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Π.Δ. 90/1995 προκύπτει ότι το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή είναι, στην Ελλάδα, επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχείο ε΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ (μεταφερθείσης στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του π.δ. 231/1998), δεδομένου ότι για την άσκησή του απαιτείται η κατοχή του πτυχίου του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τ.Ε.Ι. Το τελευταίο αυτό πτυχίο έχει τα εξής χαρακτηριστικά: α) Χορηγείται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο ανήκει, κατά το νόμο (βλ. άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1404/1983), στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ίδρυμα αυτό, έστω και μη θεωρούμενο ως πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ανήκει, πάντως, στην αυτή, όπως και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τρίτη βαθμίδα εκπαιδεύσεως και αποτελεί, ως τούτου, «άλλο», πλην των πανεπιστημίων και των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ίδρυμα του αυτού με τα τελευταία αυτά ιδρύματα εκπαιδευτικού επιπέδου (τριτοβαθμίου), υπό την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α΄ της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. β) Χορηγείται κατόπιν σπουδών, η διάρκεια των οποίων, ήδη από του χρόνου λειτουργίας των Τμημάτων Φυσικοθεραπείας στο πλαίσιο των Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Α.Τ.Ε.Ε.), είχε καθορισθεί ως ανερχόμενη σε έξι εξάμηνα (βλ., συναφώς, άρθρο 2 περίπτωση ε΄ υποπερίπτωση 1 του π.δ. 479/1979, Α΄ 143).
10. Επειδή, ο τίτλος σπουδών τον οποίο κατέχει ο αιτών συνιστά πιστοποιητικό, υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 231/1998, το οποίο του παρέχει πρόσβαση στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στη Γερμανία, επάγγελμα του Μασέρ-Ιατρικού Λουτροθεραπευτή, χωρίς όμως να αποδεικνύει επαγγελματική εμπειρία. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, ούτε με βάση την Οδηγία 89/48 (πδ 165/2000), με την οποία απαιτείται κατοχή διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το οποίο πιστοποιεί επαγγελματική εκπαίδευση τριών ετών ή άσκηση επαγγέλματος με πλήρη απασχόληση σε άλλο κράτος μέλος που δεν ρυθμίζει νομοθετικά το επάγγελμα καθώς και τίτλο εκπαίδευσης που πιστοποιεί κύκλο σπουδών διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών ή τίτλο σπουδών που πιστοποιεί νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση (Οδηγία 2001/19/ΕΚ και π.δ. 334/2002 με το οποίο τροποποιήθηκε το π.δ. 165/2000), ούτε με βάση την Οδηγία 92/51 (π.δ. 231/1998), διότι για την εφαρμογή της απαιτείται δίπλωμα ή προηγούμενη άσκηση επαγγέλματος σε κράτος μέλος, καθώς και πιστοποιητικό σπουδών (ΣτΕ 2032/2011).
11. Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν με την απόφαση του ΔΕΕ, σε περίπτωση που το αρμόδιο, για την αναγνώριση όργανο, διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα κατ' επίκληση της οδηγίας 92/51 αίτηση προσβάσεως στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο ότι το επάγγελμα, το οποίο μπορεί να ασκεί ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν είναι όμοιο, ανάλογο ή ισοδύναμο (από την άποψη των δραστηριοτήτων που καλύπτουν και όχι των σχετικών διπλωμάτων) προς το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, όπως τούτο κατοχυρώνεται νομοθετικώς στην Ελλάδα, υποχρεούται να ερευνήσει, εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα, εάν το επάγγελμα που έχει δικαίωμα να ασκεί ο τελευταίος στο κράτος μέλος προελεύσεως είναι, τουλάχιστον, συγγενές προς το επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή, και εάν, εν όψει τούτου, είναι δυνατόν να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκεί, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή και κατ' αντιστοιχία προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες που αυτός έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως, μέρος μόνον των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις (βλ. ιδίως σκέψεις 3 και 8), το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή στην Ελλάδα και το επάγγελμα του «μασέρ-ιατρικού λουτροθεραπευτή» στη Γερμανία χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις διαφορές (εστιαζόμενες κυρίως στο επίπεδο εκπαίδευσης και στο εύρος των τομέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων), συνεπεία των οποίων προκειμένου ο αιτών να αποκτήσει πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή θα απητείτο στην πραγματικότητα πλήρης εκπαίδευση. Εν όψει των αναφερομένων στη σκέψη 7, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι το επάγγελμα του «μασέρ–ιατρικού λουτροθεραπευτή» δεν είναι επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα, δεν επετράπη στον αιτούντα να ασκήσει στην Ελλάδα, όπως πρέπει να θεωρηθεί ότι επικουρικώς ζήτησε με την αίτησή του, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το τμήμα εκείνο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του φυσικοθεραπευτή (παροχή υπηρεσιών μαλάξεων και υδροθεραπείας) το οποίο αντιστοιχεί στις δραστηριότητες που ο αιτών έχει δικαίωμα να ασκεί στη Γερμανία βάσει επαγγελματικού τίτλου που απέκτησε στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος, στερείται νομίμου ερείσματος (πρβλ. ΣτΕ 2539/2011). Αβασίμως δε υποστηρίζεται σχετικώς από τον παρεμβαίνοντα Σύλλογο ότι αντίστοιχη με τα προσόντα του αιτούντος είναι η καθιερωθείσα, με την εκδοθείσα πάντως μετά τον κρίσιμο χρόνο 2635/2008 απόφαση του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, ειδικότητα «Βοηθός Φυσικοθεραπευτή-Υπάλληλος Εργαστηρίου Φυσικοθεραπείας». Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει κατ’ αποδοχήν της αιτήσεως ακυρώσεως να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος περί μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή και αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Οίκοθεν νοείται ότι η Διοίκηση έχει την υποχρέωση, εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας και των καταναλωτών, να θέσει στην άδεια που θα χορηγηθεί πρόσθετους όρους, με τους οποίους θα διασφαλίζεται ότι θα γίνεται αμέσως και αδιαμφισβητήτως γνωστό ότι η άδεια αφορά αποκλειστικώς συγκεκριμένες μερικές δραστηριότητες του φυσικοθεραπευτικού επαγγέλματος, όπως με το να επιβληθεί η υποχρέωση να χρησιμοποιεί ο ενδιαφερόμενος, κατά την άσκηση και προβολή των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, τον επαγγελματικό τίτλο της χώρας προέλευσης τόσο στη γλώσσα, στην οποία του χορηγήθηκε, όσο και στην επίσημη γλώσσα του κράτους υποδοχής (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της 19.1.2006 C-330/03 Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκέψη 38). 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Aκυρώνει την άρνηση της Διοικήσεως, που εκδηλώθηκε με το Γ.Π. 31589/9.4.2003 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, να δεχθεί την από 25.10.2001 αίτηση του αιτούντος περί μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Απορρίπτει την παρέμβαση.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου και
Επιβάλλει στο Δημόσιο και στον παρεμβαίνοντα Σύλλογο από κοινού και συμμέτρως την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2013 και στις 3 Ιανουαρίου 2014
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος          Η Γραμματέας
 
 
Γ. Παπαγεωργίου         Ι. Παπαχαραλάμπους
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος          Η Γραμματέας
 
 
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας         Ι. Παπαχαραλάμπους
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.


Αθήνα, ..............................................

 Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος         Η Γραμματέας
 
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας         Ι. Παπαχαραλάμπους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4433/2015: Πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή & ελευθερία εγκατάστασης (άρθρο 49 ΣΛΕΕ)



Σε περίπτωση που το αρμόδιο, για την αναγνώριση όργανο, διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα κατ' επίκληση της οδηγίας 92/51 αίτηση προσβάσεως στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο ότι το επάγγελμα, το οποίο μπορεί να ασκεί ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν είναι όμοιο, ανάλογο ή ισοδύναμο (από την άποψη των δραστηριοτήτων που καλύπτουν και όχι των σχετικών διπλωμάτων) προς το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, όπως τούτο κατοχυρώνεται νομοθετικώς στην Ελλάδα, υποχρεούται να ερευνήσει, εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα, εάν το επάγγελμα που έχει δικαίωμα να ασκεί ο τελευταίος στο κράτος μέλος προελεύσεως είναι, τουλάχιστον, συγγενές προς το επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή, και εάν, εν όψει τούτου, είναι δυνατόν να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκεί, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή και κατ' αντιστοιχία προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες που αυτός έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως, μέρος μόνον των επαγγελματικών δικαιωμάτων. 



Αριθμός 4433/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Κ. Κουσούλης, Ηλ. Μάζος, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Ν. Μαρκόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.
Για να δικάσει την από 15ης Ιουλίου 2003 αίτηση:
του ..., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Δενδρινό (Α.Μ. 2038 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και ήδη Υγείας, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά του παρεμβαίνοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Αλεξάνδρας 34), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αλέξιο Παραρά (Α.Μ. 23245), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ.Π./31589/9.4.2003 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (Γενική Διεύθυνση Υγείας - Διεύθυνση Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας – Τμήμα Γ’), 2) το υπ’ αριθμ. 66/4.12.2002 πρακτικό του Συμβουλίου Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Κ. Κουσούλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, καθώς και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Συλλόγου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1027943, 696704/2003 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία φέρεται προς συζήτηση κατόπιν της εκδόσεως της από 27.6.2013 C-575/11 αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος με την 2032/2011 απόφαση του Τμήματος, ζητείται η ακύρωση α) της αρνήσεως της Διοικήσεως, εκδηλωθείσης με το έγγραφο Γ.Π. 31589/9.4.2003 της Γενικής Διευθύντριας Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, να δεχθεί την από 25.10.2001 αίτηση του αιτούντος, Έλληνα υπηκόου, με την οποία ο τελευταίος είχε ζητήσει, κατ’ επίκληση της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ και του π.δ. 231/1998, να του αναγνωρισθεί δικαίωμα προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βάσει επαγγελματικών προσόντων τα οποία είχε αποκτήσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, β) του 66/4.12.2002 Πρακτικού του Συμβουλίου Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΣΕΑΤΕΚ), με το οποίο το εν λόγω όργανο γνωμοδότησε υπέρ της απορρίψεως του ως άνω αιτήματος του αιτούντος.
3. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως έχει ασκήσει παρέμβαση το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών», στους σκοπούς του οποίου ανήκει «η προαγωγή και ανάπτυξη της φυσικοθεραπείας ως ανεξάρτητης και αυτόνομης επιστήμης και η παροχή υπηρεσιών υψηλής στάθμης στο κοινωνικό σύνολο. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού στο Σύλλογο ανήκει, μεταξύ άλλων, η έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών για την απόκτηση και την ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος από τα μέλη του, η τήρηση των μητρώων του και η λήψη των απαραίτητων μέτρων για την καταπολέμηση και την εξάλειψη της αντιποίησης άσκησης του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτή» (άρθρο 2 ν. 3599/2007, Α 176). Εν όψει του ανωτέρω σκοπού, το αιτούν νπδδ με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη παρέμβαση, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα.
4. Επειδή, μετά την άσκηση της αιτήσεως τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3900/2010 (Α 213), δυνάμει των οποίων υπήχθη στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση αδειών για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, η ρύθμιση δε αυτή κατέλαβε και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρα 47 παρ. 1 α και 50 του νόμου). Η κρινόμενη υπόθεση, όμως, για την οποία η πρώτη συζήτηση είχε λάβει χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, εξακολουθεί να ανήκει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 4535/2011 κ.ά.).
5. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών παρακολούθησε, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε κρατικά αναγνωρισμένη ειδική επαγγελματική σχολή (Berufsfachschule) Μασέρ–Ιατρικών Λουτροθεραπευτών (Masseur und med. Bademeister), σπουδές, οι οποίες διήρκεσαν, κατά τους κανόνες της γερμανικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, 2½ έτη και περιελάμβαναν θεωρητική διδασκαλία και πρακτική άσκηση. Ο τίτλος εκπαίδευσης που χορηγείται στη Γερμανία και αφορά το επάγγελμα του Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή είναι επιπέδου μέσης (δευτεροβάθμιας) επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ο αιτών κατέχει, επίσης, απολυτήριο ελληνικού Λυκείου, δηλαδή τίτλο σπουδών υψηλότερης βαθμίδας από τον απαιτούμενο για την εγγραφή στην επαγγελματική σχολή Μασέρ–Ιατρικών Λουτροθεραπευτών, για την οποία απαιτείται αποφοίτηση από την 10η τάξη γερμανικού Πρακτικού Γυμνασίου ή κυρίως σχολείου, επίπεδο εκπαιδευτικά ισότιμο με εκείνο που αντιστοιχεί σε απολυτήριο Α΄ τάξης ελληνικού Λυκείου. Σύμφωνα, πάντοτε, με το 66/4.12.2002 Πρακτικό του ΣΕΑΤΕΚ, ο αιτών απέκτησε στη Γερμανία την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος «Mασέρ–Ιατρικός Λουτροθεραπευτής», μετά επιτυχή εξέταση, την 25.5.1997, ενώπιον κρατικής επιτροπής, επικαλέσθηκε δε επί πλέον, ενώπιον της Διοικήσεως, ότι άσκησε το επάγγελμα του «Μασέρ-Ιατρικού Λουτροθεραπευτή» στη Γερμανία, χωρίς, όμως και να το αποδείξει. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το ΣΕΑΤΕΚ γνωμοδότησε, με το 66/4.12.2002 Πρακτικό του, ότι η αίτηση του αιτούντος έπρεπε να απορριφθεί, για τους εξής λόγους: α) Κατά το μέρος που αφορούσε στην άσκηση στην Ελλάδα του επαγγέλματος του «Μασέρ – Ιατρικού Λουτροθεραπευτή», το αίτημά του ήταν απορριπτέο, διότι το επάγγελμα αυτό δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στην Ελλάδα. β) Η αναγνώριση στον αιτούντα της δυνατότητας να ασκήσει στην Ελλάδα το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το οποίο είναι το πλέον συναφές με το επάγγελμα του «Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή» δεν είναι, εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 4 του π.δ. 231/1998 (άρθρο 3 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ), δυνατή, δοθέντος ότι ο τίτλος τον οποίον κατέχει ο αιτών συνιστά πιστοποιητικό, υπό την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του π.δ. 231/1998 (άρθρο 1 στοιχείο β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ), ενώ για την πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή απαιτείται, στην Ελλάδα, κατοχή διπλώματος, υπό την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Κατ’ επίκληση της αυτής αιτιολογίας απερρίφθη τελικώς, με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη, το ως άνω αίτημα του αιτούντος.
6. Επειδή, με την προαναφερθείσα 2032/2011 απόφαση του Δ Τμήματος απερρίφθησαν λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους υποστηριζόταν ότι η απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος έγινε κατά παράβαση των άρθρων 1 στοιχείο α΄ και 3 στοιχεία α΄ και β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, των αντιστοίχων διατάξεων των άρθρων 2 παράγραφοι 1 και 2 και 4 παράγραφοι 1 και 2 του π.δ. 231/1998 και των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 της οδηγίας 94/38/ΕΚ, επικουρικώς δε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 στοιχείο α΄ και 3 στοιχεία α΄ και β΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ και των άρθρων 2 παράγραφος 2 και 4 παράγραφος 2 του π.δ. 231/1998. Περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, έγινε δεκτό ότι προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 43 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 52 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), με το οποίο κατοχυρώθηκε η ελευθερία εγκαταστάσεως εντός της Κοινότητας για την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, η μη αναγνώριση στον αιτούντα, από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, του δικαιώματος μερικής, έστω, προσβάσεως στο κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του άσκηση, στην Ελλάδα, του μέρους εκείνου των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των φυσικοθεραπευτών (παροχή υπηρεσιών μαλάξεων και υδροθεραπείας), τις οποίες ο αιτών μπορεί να ασκεί στη Γερμανία, ως εκ του δικαιώματός του να ασκεί, στο τελευταίο τούτο κράτος μέλος, το εκεί κατοχυρωμένο νομοθετικώς επάγγελμα του «Μασέρ–Ιατρικού Λουτροθεραπευτή». Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο απηύθυνε στο ΔΕΕ το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Κατά την έννοια του άρθρου 43 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, η επιδίωξη διασφαλίσεως παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας αρκεί, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας, για να δικαιολογήσει περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ο οποίος προκύπτει στο σύστημα διατάξεων, οι οποίες ισχύουν σε ορισμένο κράτος μέλος (κράτος μέλος υποδοχής) και οι οποίες: α) Επιτρέπουν την άσκηση ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων μόνον στα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα να ασκούν στο εν λόγω κράτος μέλος το νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. β) Αποκλείουν τη δυνατότητα μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα αυτό και γ) Συνεπάγονται, ως εκ τούτου, πλήρη αδυναμία ενός υπηκόου του κράτους μέλους υποδοχής, ο οποίος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος προελεύσεως) τίτλο που του επιτρέπει την άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένου στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος επαγγέλματος συναπτομένου με την παροχή υπηρεσιών υγείας (αλλά δεν του επιτρέπει, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου «σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ», EE L 209, την άσκηση, στο κράτος μέλος υποδοχής, του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτή) να ασκήσει στο κράτος μέλος υποδοχής, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, ορισμένες μόνον από τις υπαγόμενες στο τελευταίο αυτό επάγγελμα δραστηριότητες, δηλαδή εκείνες τις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως;».
7. Επειδή, το ΔΕΕ επιληφθέν του ερωτήματος που υπεβλήθη με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε με την από 27.6.2013 C-575/11 απόφασή του ότι «…Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν έχουν αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των προϋποθέσεων αυτών, καθόσον η οδηγία 2005/36 δεν έχει περιορίσει τη σχετική αρμοδιότητά τους. Γεγονός πάντως είναι ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους στον τομέα αυτόν σεβόμενα τις κατοχυρωμένες από τη Συνθήκη θεμελιώδεις ελευθερίες …» (σκέψη 20). Περαιτέρω κρίθηκε ότι «η ρύθμιση του κράτους μέλους υποδοχής, η οποία αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα μερικής προσβάσεως σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα και είναι, ως εκ τούτου, ικανή να παρακωλύει ή να καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως μπορεί να κρίνεται δικαιολογημένη μόνον εφόσον ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτή σκοπού» (σκέψη 21), ότι «όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, επισημαίνεται ότι ασφαλώς η μερική αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων μπορεί, καταρχήν, να έχει ως αποτέλεσμα την κατάτμηση σε διάφορες δραστηριότητες των επαγγελμάτων που είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένα σε ορισμένο κράτος μέλος. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ουσιαστικά τον κίνδυνο για τους αποδέκτες υπηρεσιών παρεχόμενων από επαγγελματίες εγκατεστημένους εντός του εν λόγω κράτους μέλους να πλανηθούν ως προς την έκταση των προσόντων που συνδέονται με το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. Εντούτοις, ο αποκλεισμός της δυνατότητας μερικής, έστω, προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών (σκέψεις 23-24). Εξ άλλου, κατά την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ, η δημόσια υγεία επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή κατά την εκτίμηση των εθνικών μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία της. Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατήρησε πρώτον, ότι το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή και, κατ’ ακολουθία, το επάγγελμα του μασέρ οποιουδήποτε τύπου δεν εμπίπτει στον τομέα των ιατρικών επαγγελμάτων αυτών καθαυτών, αλλά στον τομέα των παραϊατρικών επαγγελμάτων, ο τομέας δε αυτός, ο οποίος καλύπτει μεγάλο αριθμό ετερογενών δραστηριοτήτων, δεν μπορεί να αποκλείεται εξ ορισμού από το προβλεπόμενο στο δίκαιο της Ένωσης σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων (σκέψεις 27-28). Περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ αναφέρονται τα εξής: «Ο αποδέκτης υπηρεσιών παρεχομένων από μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή χαίρει, εκ των πραγμάτων, της ιδιαίτερης προσοχής την οποία επιβάλλει η προστασία της υγείας, δεδομένου ότι, όπως διευκρίνισε ιδίως η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η παροχή υπηρεσιών από μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή συνίσταται στην εφαρμογή θεραπείας που έχει συνταγογραφηθεί όχι από τον ίδιο τον μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή, αλλά από ιατρό. Σε αυτόν τον ιατρό αποτείνεται καταρχάς ο ασθενής και αυτός ο ιατρός υποδεικνύει, εν συνεχεία, στον μασέρ-ιατρικό λουτροθεραπευτή ποια μέθοδο πρέπει να ακολουθήσει στο πλαίσιο της τεχνικής εφαρμογής της θεραπείας. Ειδικότερα, ο μασέρ-ιατρικός λουτροθεραπευτής δεν επιλέγεται απευθείας από τον ασθενή και δεν ενεργεί υπό τις οδηγίες του τελευταίου, αλλά υποδεικνύεται από και ενεργεί σε στενή συνεννόηση με εκπρόσωπο του ιατρικού επαγγέλματος, τελώντας σε σχέση εξαρτήσεως και συνεργασίας προς αυτόν» (σκέψη 29). Εν όψει των ανωτέρω το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας μερικής, έστω, προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή βαίνει πέραν όχι μόνον του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών, αλλά και όσων επιτάσσει η προστασία της υγείας. Περαιτέρω το ΔΕΕ προέβη στη διάκριση δύο περιπτώσεων (σκέψη 30). Η πρώτη περίπτωση αφορά καταστάσεις, στις οποίες τόσο στο κράτος μέλος προελεύσεως όσο και στο κράτος μέλος υποδοχής ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των δύο επαγγελμάτων είναι τέτοιος ώστε να μπορούν αυτά να χαρακτηρισθούν ως «συγκρίσιμα» και, κατά συνέπεια, ως «ίδιο επάγγελμα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/36. Σε τέτοιες καταστάσεις, τα κενά που έχει η εκπαίδευση του αιτούντος σε σχέση με την εκπαίδευση η οποία απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής μπορούν πράγματι να πληρωθούν διά της εφαρμογής των αντισταθμιστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/36, και να διασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό η πλήρης ένταξη του ενδιαφερομένου στο επαγγελματικό σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, σε τέτοιες καταστάσεις, η άρνηση του κράτους μέλους υποδοχής να επιτρέψει τη μερική πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (σκέψη 31). Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση αφορά καταστάσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την οδηγία 2005/36, υπό την έννοια ότι οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τόσο έντονες ώστε, στην πραγματικότητα, ο αιτών θα έπρεπε να πραγματοποιήσει πλήρη εκπαίδευση προκειμένου να μπορεί να ασκήσει, σε άλλο κράτος μέλος, τις δραστηριότητες για τις οποίες διαθέτει τα σχετικά προσόντα. Πρόκειται όμως για έναν παράγοντα, ο οποίος μπορεί αντικειμενικώς να εξαναγκάσει τον ενδιαφερόμενο να μην ασκήσει τις δραστηριότητες αυτές εντός του κράτους μέλους υποδοχής. Σε τέτοιες καταστάσεις, ενδέχεται να στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (σκέψη 32). Περαιτέρω, το ΔΕΕ επισήμανε (σκέψεις 33-34) αφενός, ότι στις αρχές και, ειδικότερα, στα αρμόδια δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής εναπόκειται να προσδιορίζουν, για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως που πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος είναι διαφορετικό από αυτό που απαιτείται στο εν λόγω κράτος, και αφετέρου ότι ένα από τα αποφασιστικά κριτήρια, το οποίο πρέπει να εξετάζεται κατά πρώτο λόγο από τις εθνικές αρχές, είναι το αν η επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία επιθυμεί να ασκήσει ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να διαχωριστεί από το σύνολο των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος αυτό και ότι ένδειξη προς τούτο αποτελεί το αν η εν λόγω δραστηριότητα μπορεί να ασκείται, κατά τρόπο ανεξάρτητο ή αυτοτελή, στο κράτος μέλος όπου έχει αποκτηθεί το επίμαχο επαγγελματικό προσόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δυνατότητας μερικής αναγνωρίσεως των οικείων επαγγελματικών προσόντων είναι ιδιαιτέρως έντονο ώστε να μην μπορεί να αντισταθμιστεί από τον κίνδυνο προσβολής των δικαιωμάτων των αποδεκτών των υπηρεσιών. Κατόπιν τούτων, απαντώντας στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ως εξής: «το άρθρο 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτό εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει τη μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το οποίο είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος υποδοχής, σε υπήκοο αυτού του κράτους ο οποίος έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος ορισμένο τίτλο, όπως τον τίτλο του μασέρ-ιατρικού λουτροθεραπευτή, που του επιτρέπει να ασκεί, στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος, μέρος των δραστηριοτήτων τις οποίες καλύπτει το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, εφόσον οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τέτοιες ώστε, στην πραγματικότητα, να πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί πλήρης εκπαίδευση προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν συντρέχει αυτή η περίπτωση».
8. Επειδή, με το άρθρο 1 του π.δ. 90/1995, με τίτλο «Επαγγελματικά δικαιώματα πτυχιούχων του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.)» (Α΄ 53), το οποίο έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 25 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ του ν. 1404/1983, με τίτλο «Δομή και λειτουργία των Τ.Ε.Ι.» (Α΄ 173), ορίσθηκαν τα εξής: «1. Οι πτυχιούχοι του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τεχνολoγικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο "Φυσικοθεραπευτές ή Φυσιοθεραπευτές" και απασχολούνται είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία με τους ιατρούς, μετά από σχετική ιατρική διάγνωση, με την πρόληψη, βελτίωση και αποκατάσταση παθολογικών καταστάσεων, συγγενών και επίκτητων καθώς και τραυματικών βλαβών που προκαλούν διαταραχές στο ερειστικό, μυϊκό, νευρικό, αναπνευστικό και καρδιαγγειακό σύστημα. 2. Ο πτυχιούχος Φυσικοθεραπευτής, επιλέγει και εκτελεί τις φυσιοθεραπευτικές πράξεις μετά από γραπτή διάγνωση ή γνωμάτευση του ιατρού και σύμφωνα με τις τυχόν σχετικές οδηγίες του. Ως φυσιοθεραπευτικές πράξεις νοούνται τα μέσα, οι μέθοδοι και οι τεχνικές που διδάσκονται στα Τμήματα Φυσικοθεραπείας των Τ.Ε.Ι. και προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. 3. Οι Φυσικοθεραπευτές έχουν δικαίωμα απασχόλησης: α) Ως στελέχη του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα όπως αυτός προσδιορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. β) Ως στελέχη του ιδιωτικού τομέα, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή άλλη μορφή εργασιακής σχέσης. γ) Ασκούν ελεύθερο επάγγελμα σε ιδιωτικό Εργαστήριο Φυσικοθεραπείας ή σε κατ' οίκον επισκέψεις ασθενών. Οι πτυχιούχοι φυσιοθεραπευτές έχουν δικαίωμα απασχόλησης στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, στον ιδιωτικό τομέα ή ως ελεύθερα επαγγελματίες, μπορούν δε να ιδρύουν ιδιωτικά εργαστήρια φυσικοθεραπείας κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. 4. Οι πτυχιούχοι Φυσικοθεραπευτές ασκούν το επάγγελμα στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων, μετά την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος που χορηγείται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Με την 3066/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το ως άνω π.δ. ακυρώθηκε αφενός μεν καθ’ ο μέρος παρέχεται με αυτό στους φυσικοθεραπευτές πτυχιούχους Τ.Ε.Ι., δικαίωμα αυτοδύναμης επιλογής και εφαρμογής φυσικοθεραπευτικών πράξεων και μεθόδων με μόνη την προηγούμενη διάγνωση της πάθησης, χωρίς γραπτή εντολή ιατρού (άρθρο 1 παρ. 1 και 2), αφετέρου δε καθ’ ο μέρος προβλέπει (άρθρο 1 παρ. 2 εδάφιο β’) δυνατότητα απονομής, στους εν λόγω πτυχιούχους, επαγγελματικών δικαιωμάτων, συνισταμένων στην εφαρμογή φυσικοθεραπευτικών μεθόδων και τεχνικών, οι οποίες θα προβλεφθούν στο μέλλον. Στο ισχύον, κατά το χρόνο εκδόσεως του ανωτέρω π. δ/τος β.δ. 411/1972 (Α΄ 108), το οποίο έχει εκδοθεί κατ΄ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 13 παράγραφος 2 του ν.δ. 775/1970 (Α΄ 290), ορίζονται ως εξής (άρθρο μόνον παράγραφος 1) τα φυσικοθεραπευτικά μέσα και μέθοδοι που δικαιούνται να εφαρμόζουν οι κάτοχοι αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φυσικοθεραπευτού: «α) Κινησιοθεραπεία – Θεραπευτική Γυμναστική. β) Μάλαξις γενική ή τοπική δια των χειρών ή τη χρήσει ηλεκτρικών συσκευών (ηλεκτρομαλάξεις). γ) Έλξεις σπονδυλικής στήλης δι’ ειδικών τραπεζών ή συσκευών. δ) Αναπνευστική κινησιοθεραπεία. ε) Ηλεκτροθεραπεία (ρεύματα γαλβανικά, φαραδικά, διαθερμίαι, διαδυναμικά, υπέρηχα κύματα), υπέρυθροι και υπεριώδεις ακτινοβολίαι. Στ) Υδροθεραπεία γενική ή τοπική (δινόλουτρα, λουτρά δεξαμενής). ζ) Λουτρά παραφίνης ή παραφάγκο (ειδικά λασπόλουτρα)».
9. Επειδή, από τις μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Π.Δ. 90/1995 προκύπτει ότι το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή είναι, στην Ελλάδα, επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 στοιχείο ε΄ της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ (μεταφερθείσης στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του π.δ. 231/1998), δεδομένου ότι για την άσκησή του απαιτείται η κατοχή του πτυχίου του Τμήματος Φυσικοθεραπείας της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τ.Ε.Ι. Το τελευταίο αυτό πτυχίο έχει τα εξής χαρακτηριστικά: α) Χορηγείται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο ανήκει, κατά το νόμο (βλ. άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1404/1983), στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ίδρυμα αυτό, έστω και μη θεωρούμενο ως πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ανήκει, πάντως, στην αυτή, όπως και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τρίτη βαθμίδα εκπαιδεύσεως και αποτελεί, ως τούτου, «άλλο», πλην των πανεπιστημίων και των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ίδρυμα του αυτού με τα τελευταία αυτά ιδρύματα εκπαιδευτικού επιπέδου (τριτοβαθμίου), υπό την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α΄ της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. β) Χορηγείται κατόπιν σπουδών, η διάρκεια των οποίων, ήδη από του χρόνου λειτουργίας των Τμημάτων Φυσικοθεραπείας στο πλαίσιο των Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Α.Τ.Ε.Ε.), είχε καθορισθεί ως ανερχόμενη σε έξι εξάμηνα (βλ., συναφώς, άρθρο 2 περίπτωση ε΄ υποπερίπτωση 1 του π.δ. 479/1979, Α΄ 143).
10. Επειδή, ο τίτλος σπουδών τον οποίο κατέχει ο αιτών συνιστά πιστοποιητικό, υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 231/1998, το οποίο του παρέχει πρόσβαση στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στη Γερμανία, επάγγελμα του Μασέρ-Ιατρικού Λουτροθεραπευτή, χωρίς όμως να αποδεικνύει επαγγελματική εμπειρία. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, ούτε με βάση την Οδηγία 89/48 (πδ 165/2000), με την οποία απαιτείται κατοχή διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το οποίο πιστοποιεί επαγγελματική εκπαίδευση τριών ετών ή άσκηση επαγγέλματος με πλήρη απασχόληση σε άλλο κράτος μέλος που δεν ρυθμίζει νομοθετικά το επάγγελμα καθώς και τίτλο εκπαίδευσης που πιστοποιεί κύκλο σπουδών διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών ή τίτλο σπουδών που πιστοποιεί νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση (Οδηγία 2001/19/ΕΚ και π.δ. 334/2002 με το οποίο τροποποιήθηκε το π.δ. 165/2000), ούτε με βάση την Οδηγία 92/51 (π.δ. 231/1998), διότι για την εφαρμογή της απαιτείται δίπλωμα ή προηγούμενη άσκηση επαγγέλματος σε κράτος μέλος, καθώς και πιστοποιητικό σπουδών (ΣτΕ 2032/2011).
11. Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν με την απόφαση του ΔΕΕ, σε περίπτωση που το αρμόδιο, για την αναγνώριση όργανο, διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα κατ' επίκληση της οδηγίας 92/51 αίτηση προσβάσεως στο νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο ότι το επάγγελμα, το οποίο μπορεί να ασκεί ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν είναι όμοιο, ανάλογο ή ισοδύναμο (από την άποψη των δραστηριοτήτων που καλύπτουν και όχι των σχετικών διπλωμάτων) προς το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, όπως τούτο κατοχυρώνεται νομοθετικώς στην Ελλάδα, υποχρεούται να ερευνήσει, εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα, εάν το επάγγελμα που έχει δικαίωμα να ασκεί ο τελευταίος στο κράτος μέλος προελεύσεως είναι, τουλάχιστον, συγγενές προς το επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή, και εάν, εν όψει τούτου, είναι δυνατόν να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκεί, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του Φυσικοθεραπευτή και κατ' αντιστοιχία προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες που αυτός έχει δικαίωμα να ασκεί στο κράτος μέλος προελεύσεως, μέρος μόνον των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις (βλ. ιδίως σκέψεις 3 και 8), το επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή στην Ελλάδα και το επάγγελμα του «μασέρ-ιατρικού λουτροθεραπευτή» στη Γερμανία χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις διαφορές (εστιαζόμενες κυρίως στο επίπεδο εκπαίδευσης και στο εύρος των τομέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων), συνεπεία των οποίων προκειμένου ο αιτών να αποκτήσει πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή θα απητείτο στην πραγματικότητα πλήρης εκπαίδευση. Εν όψει των αναφερομένων στη σκέψη 7, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι το επάγγελμα του «μασέρ–ιατρικού λουτροθεραπευτή» δεν είναι επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο στην Ελλάδα, δεν επετράπη στον αιτούντα να ασκήσει στην Ελλάδα, όπως πρέπει να θεωρηθεί ότι επικουρικώς ζήτησε με την αίτησή του, κατά μερική πρόσβαση στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή, το τμήμα εκείνο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του φυσικοθεραπευτή (παροχή υπηρεσιών μαλάξεων και υδροθεραπείας) το οποίο αντιστοιχεί στις δραστηριότητες που ο αιτών έχει δικαίωμα να ασκεί στη Γερμανία βάσει επαγγελματικού τίτλου που απέκτησε στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος, στερείται νομίμου ερείσματος (πρβλ. ΣτΕ 2539/2011). Αβασίμως δε υποστηρίζεται σχετικώς από τον παρεμβαίνοντα Σύλλογο ότι αντίστοιχη με τα προσόντα του αιτούντος είναι η καθιερωθείσα, με την εκδοθείσα πάντως μετά τον κρίσιμο χρόνο 2635/2008 απόφαση του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, ειδικότητα «Βοηθός Φυσικοθεραπευτή-Υπάλληλος Εργαστηρίου Φυσικοθεραπείας». Για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει κατ’ αποδοχήν της αιτήσεως ακυρώσεως να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος περί μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή και αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Οίκοθεν νοείται ότι η Διοίκηση έχει την υποχρέωση, εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας και των καταναλωτών, να θέσει στην άδεια που θα χορηγηθεί πρόσθετους όρους, με τους οποίους θα διασφαλίζεται ότι θα γίνεται αμέσως και αδιαμφισβητήτως γνωστό ότι η άδεια αφορά αποκλειστικώς συγκεκριμένες μερικές δραστηριότητες του φυσικοθεραπευτικού επαγγέλματος, όπως με το να επιβληθεί η υποχρέωση να χρησιμοποιεί ο ενδιαφερόμενος, κατά την άσκηση και προβολή των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, τον επαγγελματικό τίτλο της χώρας προέλευσης τόσο στη γλώσσα, στην οποία του χορηγήθηκε, όσο και στην επίσημη γλώσσα του κράτους υποδοχής (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της 19.1.2006 C-330/03 Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκέψη 38). 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Aκυρώνει την άρνηση της Διοικήσεως, που εκδηλώθηκε με το Γ.Π. 31589/9.4.2003 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, να δεχθεί την από 25.10.2001 αίτηση του αιτούντος περί μερικής προσβάσεως στο επάγγελμα του φυσικοθεραπευτή.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Απορρίπτει την παρέμβαση.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου και
Επιβάλλει στο Δημόσιο και στον παρεμβαίνοντα Σύλλογο από κοινού και συμμέτρως την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2013 και στις 3 Ιανουαρίου 2014
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος          Η Γραμματέας
 
 
Γ. Παπαγεωργίου         Ι. Παπαχαραλάμπους
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος          Η Γραμματέας
 
 
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας         Ι. Παπαχαραλάμπους
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.


Αθήνα, ..............................................

 Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος         Η Γραμματέας
 
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας         Ι. Παπαχαραλάμπους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.