Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4302/2015 (7μ.): Αρχή της ισότητας των φύλων & κοινά όρια επιδόσεων σε αθλητικές δοκιμασίες για την πρόσληψη στη Δημοτική Αστυνομία



Ο καθορισμός με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ.135/2006 κοινών – και για τα δύο φύλα- ορίων των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για πρόσληψη στο ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, βρίσκεται σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και του επιδιωκόμενου από τον κανονιστικό νομοθέτη σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη στελέχωση της Δημοτικής Αστυνομίας με προσωπικό που διαθέτει ορισμένα σωματικά προσόντα αναγκαία, κατά την ουσιαστική του εκτίμηση, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του. Η ρύθμιση αυτή δεν συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε άνδρες και γυναίκες. Η έμμεση, όμως, διάκριση, η οποία προκύπτει από το δεδομένο της κοινής πείρας ότι οι γυναίκες, λόγω βιολογικών διαφορών, υστερούν κατά κανόνα των ανδρών στα σωματικά και φυσικά προσόντα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν χαμηλότερες επιδόσεις στα αθλητικά αγωνίσματα, δικαιολογείται αντικειμενικά από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους προς το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι η ύπαρξη ορισμένων ανάλογων ή κατάλληλων, κατά τα ανωτέρω, σωματικών προσόντων, που διαπιστώνεται με τις εν λόγω αθλητικές δοκιμασίες, αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου του ως άνω προσωπικού, το οποίο, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ειδικότερα, οι –περιγραφόμενες στο άρθρο 2 του π.δ.23/2002- αρμοδιότητες του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τα αντίστοιχα, αστυνομικής φύσεως, καθήκοντα, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, συνιστούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, τη θεσπιζόμενη ως άνω έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες, ώστε να μπορούν να ασκούν, όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού (πρβλ ΣτΕ 1247/2008, 2368/2010). Υπό τα δεδομένα αυτά η επίμαχη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 135/2006 δεν εισάγει ανεπίτρεπτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών, διότι δεν είναι απρόσφορη και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπού. Μειοψ.



Αριθμός 4302/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 3 Αυγούστου 2011 έφεση:
του Υπουργού Εσωτερικών και ήδη Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ο οποίος παρέστη με τον Στ. Κίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ..., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ..., που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
και κατά της υπ’ αριθμ. 496/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Θ. Τζοβαρίδου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται, κατά νόμον, η καταβολή παραβόλου.
2.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 496/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης, υποψήφιας στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την 1/25.044/2008 προκήρυξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, πέντε (5) θέσεων της κατηγορίας ΠΕ 23 της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, κατά: α. της από 18.11.2009 «Κατάστασης Επιτυχόντων» και β. του από 18.11.2009 τελικού Πίνακα Κατάταξης για την πλήρωση των ανωτέρω θέσεων, κατά το μέρος, που εκδόθηκαν κατά παράλειψη της εφεσίβλητης.
3. Επειδή, στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167/23.7.2013) ορίστηκαν τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου … ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας… Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η.7.2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Αʼ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου… Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. α)…, στ)… Οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού … διπλώματος εκ των υπαλλήλων της παραγράφου 1 που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, μετατάσσονται αυτοδικαίως από τις 23.9.2013 σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις κλάδου ή ειδικότητας με τον βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν αντιστοίχως ΠΕ Διοικητικού, ΤΕ Διοικητικού, ΔΕ Διοικητικού ή ΥΕ συναφούς κλάδου ειδικότητας με διοικητικά καθήκοντα στον Δήμο στον οποίο ανήκε η θέση τους πριν την κατάργησή της με την παράγραφο 1. …3. … 6. …». Όπως σαφώς προκύπτει από τις προμνησθείσες διατάξεις, ναι μεν καταργήθηκαν, από 12.9.2013, οι θέσεις ΠΕ, ΤΕ ΔΕ και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας, οι οποίες είχαν συσταθεί στους οικείους Δήμους της Χώρας, όμως, όσοι υπηρετούσαν στις εν λόγω θέσεις έως και την 9η.7.2013, εντάχθηκαν σε πρόγραμμα κινητικότητας, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί δυνάμει των εκδοθεισών, σύμφωνα με τις ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις, αποφάσεων, ήτοι: α) την κοινή απόφαση 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 (Β΄ 2631/17.10.2013) των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης/Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης/Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία» και β) την ανακοίνωση 5/2013 του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, η οποία περιεβλήθη τον τύπο της υπουργικής απόφασης με αριθμό Α 31890/2013 (Β΄ 2999/26.11.2013). Με αυτήν καλούνται οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογή του ως άνω άρθρου 81 του ν. 4172/2013, να υποβάλουν αρμοδίως τις αιτήσεις-υπεύθυνες δηλώσεις τους για την μετάταξή τους. Με τα δεδομένα αυτά, η εφεσίβλητη-αιτούσα εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων, διότι, σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως ακυρώσεως, διατηρεί, κατά τα ανωτέρω, το δικαίωμά της να προσληφθεί (πρβλ. 3768/2010, 5/2006). Το Δημόσιο, στο κατατεθέν στις 5.2.2014 υπόμνημά του, προβάλλει ότι κατ’ αποδοχή της εφέσεώς του θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται πλέον άνευ εννόμου συμφέροντος και ότι για το λόγο αυτόν θα έπρεπε να απορριφθεί διότι, και υπό την εκδοχή ότι η αιτούσα μη νομίμως δεν περιλήφθηκε στον σχετικό πίνακα κατάταξης, θα έπρεπε στη συνέχεια να εξεταστεί ως προς την συνδρομή στο πρόσωπό της των λοιπών ιδιοτήτων και προσόντων (ανάστημα, υγεία, αθλητικές επιδόσεις, προσωπικότητα, επιτυχής αποφοίτηση) από Επιτροπές, οι οποίες επίσης καταργήθηκαν και δεν είναι δυνατό να επανασυσταθούν. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι στην περίπτωση που κριθεί ακυρωτέα η παράλειψη της Διοίκησης να συμπεριλάβει την εκκαλούσα στον επίμαχο πίνακα, αρμόδια όργανα για να ελέγξουν, τυχόν, τις ανωτέρω ιδιότητες και προσόντα της εκκαλούσας θα είναι τα όργανα που προβλέπονται στις ήδη ισχύουσες ρυθμίσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα κοινή ΥΑ 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 (βλ. ΣτΕ 4592/2014).
4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις 3 . . .». Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής : «2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι : «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Επίσης, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζει τα εξής : «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου «Περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν 39/40 της 14.2.1976), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Ε.Ε. L 269 της 5.10.2002), και, ακολούθως, μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το ν.3488/2006 (Α΄191/11.9.2006), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2 τα εξής: «1. … η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα … 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: - «άμεση διάκριση»: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση. – «έμμεση διάκριση»: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία. …6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και την κατάρτιση με σκοπό την απασχόληση, ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σχετικά με το φύλο δεν συνιστά διάκριση, όταν ως εκ της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου στο οποίο ασκούνται, το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί πραγματική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι νόμιμος και η προϋπόθεση είναι ανάλογη. 7 …» (βλ. άρθρα 3 παρ.1 και 4 παρ.1 του ν.3488/2006). Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της ίδιας Οδηγίας προβλέπεται ότι «Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά: α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, τη μη μισθωτή απασχόληση ή την επαγγελματική ζωή, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ασχέτως του κλάδου δραστηριότητας … β) …» (βλ. άρθρα 2 και 5 παρ.1 και 2 του ν.3488/2006).
5. Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, τόσο αυτές του Συντάγματος, όσο και αυτές της Οδηγίας, οι οποίες είναι άμεσα εφαρμοστέες από τα εθνικά δικαστήρια (ΔΕΚ απόφαση της 26.2.1986, υπόθεση 152/84, απόφαση της 15.5.1986, υπόθεση 222/84), διέπουν δε και την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις (ΔΕΚ απόφαση της 21.5.1985, υπόθεση 248/83, απόφαση της 30.6.1988, υπόθεση 318/86), θεσπίζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, ο συντακτικός νομοθέτης παρέχει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών με σκοπό να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και προσβάσεώς τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, προκειμένου να εξασφαλιστεί πραγματική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή της ισότητας των φύλων. Εξάλλου, δικαιολογημένες αποκλίσεις δεν απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, ούτε από τις προεκτεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω, απόκλιση από την αρχή αυτή, πέρα από την περίπτωση των θετικών μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην επίσπευση της αποκατάστασης μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι κατ΄ εξαίρεση συνταγματικά θεμιτή μόνον εφόσον προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από το νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η απόκλιση αυτή θεσπίστηκε με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και τα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η εισαγόμενη απόκλιση δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους και είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα, η απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, την οποία θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης με τον περιορισμό ή και με τον αποκλεισμό της πρόσβασης των γυναικών σε ορισμένες θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου, δεν αντιβαίνει στις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως διατάξεις, ούτε σε άλλες διατάξεις ή αρχές του συνταγματικού δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, γενικότερα, του διεθνούς δικαίου, εφόσον προκύπτει ότι ο παράγοντας του φύλου διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης, ενώ, απεναντίας, η εν λόγω απόκλιση δεν δικαιολογείται και αντιβαίνει στις προαναφερόμενες διατάξεις, αν προκύπτει ότι ο παράγοντας του φύλου δεν παίζει κανένα ρόλο ή έχει ασήμαντη επιρροή στην άσκηση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης (βλ. ΣτΕ 3018/2014 Ολομ., 146 – 7/2013 Ολομ., 1986 - 1990/2005 Ολομ. 1082-90/2011 7μ., 2368/2010, 1247-9/2008 7μ , 622-635/2004). Τέλος, έμμεση διάκριση υφίσταται, κατά την πάγια, πλέον, νομολογία του ΔΕΚ, όταν η εφαρμογή εθνικού μέτρου, το οποίο έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (απόφαση της 2.10.1997, C-1/95, υπόθεση Gerster , απόφαση της 10.2.2000, C-50/96, υπόθεση Schröder, απόφαση της 6.4.2000, C-226/98, υπόθεση Jørgensen, απόφαση της 20.10.2011, C-123/10, υπόθεση Brachner,), εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (απόφαση της 13.5.1986, C-170/84, υπόθεση Bilka, απόφαση της 9.2.1999, C-167/97, υπόθεση Seymour – Smith και Perez).
6. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (Δ.Κ.Κ.)» (A΄ 231) και του άρθρου 26 του ν.2819/2000 (Α΄ 85), εκδόθηκε το π.δ. 23/2002 «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19/2002). Στο εν λόγω π.δ. ορίζεται στο μεν άρθρο 1 ότι «1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται σε α) ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό … 2… 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. …», στο δε άρθρο 2 ορίζονται οι αρμοδιότητες του ειδικού ενστόλου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, που έχουν ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που αφορούν την καθαριότητα, την κυκλοφορία και στάθμευση των οχημάτων, την οικοδόμηση, την ύδρευση, την άρδευση, την αποχέτευση, την ηχορύπανση, τη ρύπανση των θαλασσών από πηγές ξηράς, την προστασία των επίγειων και υπόγειων υδάτινων αποθεμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος, τη λειτουργία των εμποροπανηγύρεων, των πάσης φύσεως επιτηδευμάτων και επαγγελμάτων, των δημοτικών ή κοινοτικών εργαστηρίων, των καταστημάτων και επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, θεάτρων, κινηματογράφων και παρεμφερών επιχειρήσεων, τη δραστηριότητα των μικροπωλητών και τη λειτουργία κυλικείων σε κοινόχρηστους χώρους, τις υποχρεώσεις αυτών που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά και εργαλεία στις οδούς στο δημοτικό ή κοινοτικό δίκτυο, τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (Γ.Ο.Κ.), την επίβλεψη εφαρμογής διακοπής εργασιών λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας και υγιεινής, την αφαίρεση αδείας οικοδομής για ασφαλιστικές εισφορές, την επιθεώρηση αμαξωμάτων καντινών, τον έλεγχο επιχειρήσεων τουριστικού ενδιαφέροντος, την προστασία των σπηλαίων, την αλιεία στα εσωτερικά ύδατα, τους χώρους εγκαταστάσεως πλανοδίων νομάδων, την προστασία του αστικού και περιαστικού πρασίνου, τις αρμοδιότητες της Αγροφυλακής, την κατάληψη κοινοχρήστων χώρων, το υπαίθριο εμπόριο και τις λαϊκές αγορές, τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση, τη θεώρηση τιμοκαταλόγων των δωματίων των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και καταλυμάτων, τη φύλαξη των δημοτικών ή κοινοτικών εγκαταστάσεων και της δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας, κ.λπ. Εξάλλου, στο άρθρο 15 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «…8. Η Υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το 24ωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας … Τα όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή τους όταν και όπου παρίσταται ανάγκη …10. Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας παρέχει συνδρομή στο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 159 και 169 του Π.Δ/τος 141/1991 (Α΄ 58)». Περαιτέρω, το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. προέβλεπε αθλητικές δοκιμασίες για την εξέταση των σωματικών προσόντων των υποψηφίων με διαφορετικά όρια στα αγωνίσματα για άνδρες και γυναίκες, ήτοι: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,60 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄και 20΄΄(μία προσπάθεια). Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 3448/2006 (Α΄ 57/15.3.2006) καταργήθηκε η ποσόστωση σε βάρος των γυναικών, που είχε προβλεφθεί για την πρόσληψη στη δημοτική αστυνομία με το άρθρο 27 παρ. 7 του ν. 3013/2002 (Α΄ 102). Ακολούθως, εκδόθηκε το π.δ. 135/2006 «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153/20.7.2006), με το άρθρο 12 του οποίου καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, το ως άνω άρθρο 5 του π.δ. 23/2002, ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «… Άρθρο 2 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). …Άρθρο 4. Για την πρόσληψη εκδίδεται προκήρυξη από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους Ο.Τ.Α. κάθε νομού ή νομαρχίας χωριστά … Άρθρο 7 1. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ιδιαίτερος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη, που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του προηγούμενου άρθρου και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ….2. Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην Επιτροπή Επιλογής, προκειμένου να υποβληθούν στις αθλητικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) Δρόμο 100 μ. σε χρόνο 16΄΄ (μία προσπάθεια) β) Δρόμο 1.000 μ. σε χρόνο 4 και 20΄΄ (μία προσπάθεια) γ) Άλμα σε ύψος με φόρα τουλάχιστον 1.00 μ. (τρεις προσπάθειες) δ) Άλμα σε μήκος με φόρα τουλάχιστον 3.60 μ. (τρεις προσπάθειες) ε) Ρίψη σφαίρας (7,275 χλγ.) σε απόσταση τουλάχιστον 4,50 μ., ως μέσο όρο ρίψης με το δεξί και το αριστερό χέρι (τρεις προσπάθειες ανά χέρι) … 6. Μετά το πέρας των εξετάσεων η Επιτροπή Επιλογής καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, αθλητικές επιδόσεις). Οι πίνακες αυτοί δημοσιεύονται αμέσως με τοιχοκόλληση στο κατάστημα που γίνεται η εξέταση, όμοιοι δε πίνακες κοινοποιούνται τόσο στον οικείο Δήμο όσο και στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας».
7. Επειδή, ο καθορισμός με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ.135/2006 των προαναφερόμενων κοινών – και για τα δύο φύλα- ορίων των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για πρόσληψη στο ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, βρίσκεται σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και του επιδιωκόμενου από τον κανονιστικό νομοθέτη σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη στελέχωση της Δημοτικής Αστυνομίας με προσωπικό που διαθέτει ορισμένα σωματικά προσόντα αναγκαία, κατά την ουσιαστική του εκτίμηση, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του. Η ρύθμιση αυτή δεν συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε άνδρες και γυναίκες. Η έμμεση, όμως, διάκριση, η οποία προκύπτει από το δεδομένο της κοινής πείρας ότι οι γυναίκες, λόγω βιολογικών διαφορών, υστερούν κατά κανόνα των ανδρών στα σωματικά και φυσικά προσόντα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν χαμηλότερες επιδόσεις στα αθλητικά αγωνίσματα, δικαιολογείται αντικειμενικά από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους προς το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι η ύπαρξη ορισμένων ανάλογων ή κατάλληλων, κατά τα ανωτέρω, σωματικών προσόντων, που διαπιστώνεται με τις εν λόγω αθλητικές δοκιμασίες, αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου του ως άνω προσωπικού, το οποίο, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ειδικότερα, οι –περιγραφόμενες στο ως άνω άρθρο 2 του π.δ.23/2002- αρμοδιότητες του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τα αντίστοιχα, αστυνομικής φύσεως, καθήκοντα, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, συνιστούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, τη θεσπιζόμενη ως άνω έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες, ώστε να μπορούν να ασκούν, όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού (πρβλ ΣτΕ 1247/2008, 2368/2010). Υπό τα δεδομένα αυτά η επίμαχη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 135/2006 δεν εισάγει ανεπίτρεπτη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών, διότι δεν είναι απρόσφορη και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπού. Αν και κατά τη γνώμη του Παρέδρου Δ. Βανδώρου, οι ποικίλες αρμοδιότητες του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και οι συνθήκες άσκησής τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, όπως, άλλωστε, έγινε δεκτό και με τις αποφάσεις 146 και 147/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (σκέψεις 8 και 9 αντίστοιχα). Αντιθέτως, ιδιαίτερα αυξημένα φυσικά και σωματικά προσόντα απαιτούνται, καταρχήν, για την άσκηση των κυρίων αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛΑΣ) και του Λιμενικού Σώματος (ΛΣ), δηλαδή των επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξης στην ελληνική επικράτεια Σωμάτων Ασφαλείας (για την ΕΛΑΣ βλ. ΣτΕ 1082/2011, 7μ, σκ. 7 κ.α.). Όμως, με την παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, τα όρια των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για τη Δημοτική Αστυνομία, πέραν του ότι κατέστησαν κοινά για άνδρες και γυναίκες, αυξήθηκαν σημαντικά, ιδίως για τις γυναίκες, με αποτέλεσμα να εξομοιωθούν με τα όρια που ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, για την εισαγωγή στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της ΕΛΑΣ (βλ. άρθρο 5 παρ. 4 του π.δ. 4/1995, Α΄ 1) και την κατάταξη Δοκίμων Υπαξιωματικών του ΛΣ (βλ. άρθρο 6 παρ. 2 της 1211.2/17/07/25.9.2007 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Β΄ 1955). Υπό τα δεδομένα αυτά, η επίμαχη διάταξη, με την οποία θεσπίζονται υψηλά όρια επιδόσεων, τα οποία, καταρχήν, στοιχούν σε αυξημένα (και όχι απλώς σε στοιχειώδη ή συνήθη) φυσικά και σωματικά προσόντα, κοινά για άνδρες και γυναίκες, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι αυτό δικαιολογείται από τη φύση των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας και τις συνθήκες άσκησής τους, εισάγει έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών υποψηφίων, μη ανεκτή από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, τέθηκε κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής της διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου.
8. Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1/25.044/2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση εκατόν πέντε (105) θέσεων ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους του Ν. Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και πέντε (5) θέσεων, κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ΠΕ 23, στο Δήμο ... . Στο Κεφάλαιο Ε΄ παρ. 2 της προκήρυξης επαναλαμβάνεται αυτούσια η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006 όσον αφορά τις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων. Η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον ως άνω διαγωνισμό για μια από τις ως άνω θέσεις στο Δήμο ... και, μετά τον έλεγχο των αιτήσεων συμμετοχής, κατατάχθηκε 18η στον από 24.10.2008 πίνακα επιτυχόντων, ακολούθως δε και αφού είχε γίνει δεκτό αίτημα αναβολής της εξέτασής της στις αθλητικές δοκιμασίες, λόγω κύησης, κατατάχθηκε 3η, με μνεία της αποδοχής του αιτήματός για αναβολή, στην από 15.12.2008 κατάσταση επιτυχόντων μετά την ολοκλήρωση των αθλητικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών, ενώ η ως άνω εκκρεμότητα για την 3η θέση, αποτυπώθηκε και στον από 7.1.2009 τελικό πίνακα επιτυχόντων κατηγορίας ΠΕ. Μετά τη γέννηση του παιδιού της, η εφεσίβλητη, με την από 10.11.2009 πρόσκληση της Επιτροπής του άρθρου 6 του π.δ. 135/2006, κλήθηκε για εξέτασή της στις αθλητικές δοκιμασίες στις 18.11.2009. Κατά τις αθλητικές αυτές δοκιμασίες, η εφεσίβλητη ανταποκρίθηκε με επιτυχία στα αγωνίσματα της ρίψης σφαίρας, του άλματος σε μήκος, του άλματος σε ύψος και του δρόμου 100μ., απέτυχε, όμως, στο αγώνισμα του δρόμου 1000μ., καθώς πέτυχε χρόνο 4΄36΄΄ και 7 κλάσματα του δευτερολέπτου αντί του προβλεπόμενου 4΄ και 20΄΄, με συνέπεια να κριθεί ακατάλληλη και να μην περιληφθεί στον από 18.11.2009 τελικό πίνακα επιτυχόντων – επιλαχόντων. Αίτηση – ένσταση που υπέβαλε η εφεσίβλητη για την επανεξέτασή της στο επίμαχο αγώνισμα απορρίφθηκε με το 23/17.12.2009 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 6 του π.δ. 135/2006 του διαγωνισμού για το Δήμο ... . Κατά της από 18.11.2009 «Κατάστασης Επιτυχόντων» και του από 18.11.2009 τελικού Πίνακα Κατάταξης η εφεσίβλητη άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η θέσπιση με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006 κοινών επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες για τους υποψηφίους αδιακρίτως φύλου, με αξιοσημείωτη αύξηση των ορίων των επιδόσεων για τις γυναίκες σε σύγκριση με τις προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 23/2002, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου - αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι γυναίκες υστερούν των ανδρών στα σωματικά προσόντα λόγω των βιολογικών διαφορών τους με αυτούς - η οποία δεν δικαιολογείται από το είδος και τις συνθήκες άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας.
9. Επειδή, η ως άνω κρίση του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 7, ο καθορισμός με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, κοινών ορίων επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες για άνδρες και γυναίκες κατά τη διαδικασία πρόσληψης του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από την αρχή της ισότητας των φύλων. Επομένως, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την υπό κρίση έφεση, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Δ. Βανδώρου ορθώς το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω ρύθμιση είναι μη ανεκτή από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, γι’ αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση.
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να εκδικασθεί, ακολούθως, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 64 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), η αίτηση ακυρώσεως και να απορριφθεί ο αντίστοιχος μοναδικός λόγος ακυρώσεως, καθώς και η αίτηση αυτή στο σύνολό της. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η εφεσίβλητη πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 496/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως ακυρώσεως.
Απαλλάσσει την εφεσίβλητη-αιτούσα από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2014
Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος
 
Αικ. Συγγούνα     Δ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας του Γ' Τμήματος
 
Δ. Σκαλτσούνης       Δ. Τετράδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4302/2015 (7μ.): Αρχή της ισότητας των φύλων & κοινά όρια επιδόσεων σε αθλητικές δοκιμασίες για την πρόσληψη στη Δημοτική Αστυνομία



Ο καθορισμός με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ.135/2006 κοινών – και για τα δύο φύλα- ορίων των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για πρόσληψη στο ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, βρίσκεται σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και του επιδιωκόμενου από τον κανονιστικό νομοθέτη σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη στελέχωση της Δημοτικής Αστυνομίας με προσωπικό που διαθέτει ορισμένα σωματικά προσόντα αναγκαία, κατά την ουσιαστική του εκτίμηση, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του. Η ρύθμιση αυτή δεν συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε άνδρες και γυναίκες. Η έμμεση, όμως, διάκριση, η οποία προκύπτει από το δεδομένο της κοινής πείρας ότι οι γυναίκες, λόγω βιολογικών διαφορών, υστερούν κατά κανόνα των ανδρών στα σωματικά και φυσικά προσόντα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν χαμηλότερες επιδόσεις στα αθλητικά αγωνίσματα, δικαιολογείται αντικειμενικά από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους προς το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι η ύπαρξη ορισμένων ανάλογων ή κατάλληλων, κατά τα ανωτέρω, σωματικών προσόντων, που διαπιστώνεται με τις εν λόγω αθλητικές δοκιμασίες, αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου του ως άνω προσωπικού, το οποίο, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ειδικότερα, οι –περιγραφόμενες στο άρθρο 2 του π.δ.23/2002- αρμοδιότητες του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τα αντίστοιχα, αστυνομικής φύσεως, καθήκοντα, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, συνιστούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, τη θεσπιζόμενη ως άνω έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες, ώστε να μπορούν να ασκούν, όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού (πρβλ ΣτΕ 1247/2008, 2368/2010). Υπό τα δεδομένα αυτά η επίμαχη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 135/2006 δεν εισάγει ανεπίτρεπτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών, διότι δεν είναι απρόσφορη και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπού. Μειοψ.



Αριθμός 4302/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 3 Αυγούστου 2011 έφεση:
του Υπουργού Εσωτερικών και ήδη Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ο οποίος παρέστη με τον Στ. Κίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ..., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ..., που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
και κατά της υπ’ αριθμ. 496/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Θ. Τζοβαρίδου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται, κατά νόμον, η καταβολή παραβόλου.
2.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 496/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης, υποψήφιας στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την 1/25.044/2008 προκήρυξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, πέντε (5) θέσεων της κατηγορίας ΠΕ 23 της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, κατά: α. της από 18.11.2009 «Κατάστασης Επιτυχόντων» και β. του από 18.11.2009 τελικού Πίνακα Κατάταξης για την πλήρωση των ανωτέρω θέσεων, κατά το μέρος, που εκδόθηκαν κατά παράλειψη της εφεσίβλητης.
3. Επειδή, στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167/23.7.2013) ορίστηκαν τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου … ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας… Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η.7.2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Αʼ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου… Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. 2. α)…, στ)… Οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού … διπλώματος εκ των υπαλλήλων της παραγράφου 1 που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, μετατάσσονται αυτοδικαίως από τις 23.9.2013 σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις κλάδου ή ειδικότητας με τον βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν αντιστοίχως ΠΕ Διοικητικού, ΤΕ Διοικητικού, ΔΕ Διοικητικού ή ΥΕ συναφούς κλάδου ειδικότητας με διοικητικά καθήκοντα στον Δήμο στον οποίο ανήκε η θέση τους πριν την κατάργησή της με την παράγραφο 1. …3. … 6. …». Όπως σαφώς προκύπτει από τις προμνησθείσες διατάξεις, ναι μεν καταργήθηκαν, από 12.9.2013, οι θέσεις ΠΕ, ΤΕ ΔΕ και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας, οι οποίες είχαν συσταθεί στους οικείους Δήμους της Χώρας, όμως, όσοι υπηρετούσαν στις εν λόγω θέσεις έως και την 9η.7.2013, εντάχθηκαν σε πρόγραμμα κινητικότητας, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί δυνάμει των εκδοθεισών, σύμφωνα με τις ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις, αποφάσεων, ήτοι: α) την κοινή απόφαση 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 (Β΄ 2631/17.10.2013) των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης/Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης/Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία» και β) την ανακοίνωση 5/2013 του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, η οποία περιεβλήθη τον τύπο της υπουργικής απόφασης με αριθμό Α 31890/2013 (Β΄ 2999/26.11.2013). Με αυτήν καλούνται οι υπάλληλοι των Δήμων που ανήκαν στους κλάδους ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογή του ως άνω άρθρου 81 του ν. 4172/2013, να υποβάλουν αρμοδίως τις αιτήσεις-υπεύθυνες δηλώσεις τους για την μετάταξή τους. Με τα δεδομένα αυτά, η εφεσίβλητη-αιτούσα εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων, διότι, σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως ακυρώσεως, διατηρεί, κατά τα ανωτέρω, το δικαίωμά της να προσληφθεί (πρβλ. 3768/2010, 5/2006). Το Δημόσιο, στο κατατεθέν στις 5.2.2014 υπόμνημά του, προβάλλει ότι κατ’ αποδοχή της εφέσεώς του θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκείται πλέον άνευ εννόμου συμφέροντος και ότι για το λόγο αυτόν θα έπρεπε να απορριφθεί διότι, και υπό την εκδοχή ότι η αιτούσα μη νομίμως δεν περιλήφθηκε στον σχετικό πίνακα κατάταξης, θα έπρεπε στη συνέχεια να εξεταστεί ως προς την συνδρομή στο πρόσωπό της των λοιπών ιδιοτήτων και προσόντων (ανάστημα, υγεία, αθλητικές επιδόσεις, προσωπικότητα, επιτυχής αποφοίτηση) από Επιτροπές, οι οποίες επίσης καταργήθηκαν και δεν είναι δυνατό να επανασυσταθούν. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι στην περίπτωση που κριθεί ακυρωτέα η παράλειψη της Διοίκησης να συμπεριλάβει την εκκαλούσα στον επίμαχο πίνακα, αρμόδια όργανα για να ελέγξουν, τυχόν, τις ανωτέρω ιδιότητες και προσόντα της εκκαλούσας θα είναι τα όργανα που προβλέπονται στις ήδη ισχύουσες ρυθμίσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα κοινή ΥΑ 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 (βλ. ΣτΕ 4592/2014).
4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις 3 . . .». Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής : «2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι : «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Επίσης, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζει τα εξής : «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου «Περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν 39/40 της 14.2.1976), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Ε.Ε. L 269 της 5.10.2002), και, ακολούθως, μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το ν.3488/2006 (Α΄191/11.9.2006), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2 τα εξής: «1. … η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα … 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: - «άμεση διάκριση»: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση. – «έμμεση διάκριση»: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία. …6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και την κατάρτιση με σκοπό την απασχόληση, ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σχετικά με το φύλο δεν συνιστά διάκριση, όταν ως εκ της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου στο οποίο ασκούνται, το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί πραγματική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι νόμιμος και η προϋπόθεση είναι ανάλογη. 7 …» (βλ. άρθρα 3 παρ.1 και 4 παρ.1 του ν.3488/2006). Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της ίδιας Οδηγίας προβλέπεται ότι «Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά: α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, τη μη μισθωτή απασχόληση ή την επαγγελματική ζωή, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ασχέτως του κλάδου δραστηριότητας … β) …» (βλ. άρθρα 2 και 5 παρ.1 και 2 του ν.3488/2006).
5. Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, τόσο αυτές του Συντάγματος, όσο και αυτές της Οδηγίας, οι οποίες είναι άμεσα εφαρμοστέες από τα εθνικά δικαστήρια (ΔΕΚ απόφαση της 26.2.1986, υπόθεση 152/84, απόφαση της 15.5.1986, υπόθεση 222/84), διέπουν δε και την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις (ΔΕΚ απόφαση της 21.5.1985, υπόθεση 248/83, απόφαση της 30.6.1988, υπόθεση 318/86), θεσπίζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, ο συντακτικός νομοθέτης παρέχει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών με σκοπό να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και προσβάσεώς τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, προκειμένου να εξασφαλιστεί πραγματική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή της ισότητας των φύλων. Εξάλλου, δικαιολογημένες αποκλίσεις δεν απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, ούτε από τις προεκτεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω, απόκλιση από την αρχή αυτή, πέρα από την περίπτωση των θετικών μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην επίσπευση της αποκατάστασης μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι κατ΄ εξαίρεση συνταγματικά θεμιτή μόνον εφόσον προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από το νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η απόκλιση αυτή θεσπίστηκε με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και τα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η εισαγόμενη απόκλιση δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους και είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα, η απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, την οποία θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης με τον περιορισμό ή και με τον αποκλεισμό της πρόσβασης των γυναικών σε ορισμένες θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου, δεν αντιβαίνει στις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως διατάξεις, ούτε σε άλλες διατάξεις ή αρχές του συνταγματικού δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, γενικότερα, του διεθνούς δικαίου, εφόσον προκύπτει ότι ο παράγοντας του φύλου διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης, ενώ, απεναντίας, η εν λόγω απόκλιση δεν δικαιολογείται και αντιβαίνει στις προαναφερόμενες διατάξεις, αν προκύπτει ότι ο παράγοντας του φύλου δεν παίζει κανένα ρόλο ή έχει ασήμαντη επιρροή στην άσκηση των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης (βλ. ΣτΕ 3018/2014 Ολομ., 146 – 7/2013 Ολομ., 1986 - 1990/2005 Ολομ. 1082-90/2011 7μ., 2368/2010, 1247-9/2008 7μ , 622-635/2004). Τέλος, έμμεση διάκριση υφίσταται, κατά την πάγια, πλέον, νομολογία του ΔΕΚ, όταν η εφαρμογή εθνικού μέτρου, το οποίο έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (απόφαση της 2.10.1997, C-1/95, υπόθεση Gerster , απόφαση της 10.2.2000, C-50/96, υπόθεση Schröder, απόφαση της 6.4.2000, C-226/98, υπόθεση Jørgensen, απόφαση της 20.10.2011, C-123/10, υπόθεση Brachner,), εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (απόφαση της 13.5.1986, C-170/84, υπόθεση Bilka, απόφαση της 9.2.1999, C-167/97, υπόθεση Seymour – Smith και Perez).
6. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 24 του π.δ. 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (Δ.Κ.Κ.)» (A΄ 231) και του άρθρου 26 του ν.2819/2000 (Α΄ 85), εκδόθηκε το π.δ. 23/2002 «Αρμοδιότητες, σύστημα πρόσληψης, προσόντα, καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας» (Α΄ 19/2002). Στο εν λόγω π.δ. ορίζεται στο μεν άρθρο 1 ότι «1. Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας διακρίνεται σε α) ειδικό ένστολο και β) σε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό … 2… 3. Το ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας κατατάσσεται σε κατηγορίες και κλάδους ΠΕ23, ΤΕ23 και ΔΕ23. …», στο δε άρθρο 2 ορίζονται οι αρμοδιότητες του ειδικού ενστόλου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, που έχουν ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που αφορούν την καθαριότητα, την κυκλοφορία και στάθμευση των οχημάτων, την οικοδόμηση, την ύδρευση, την άρδευση, την αποχέτευση, την ηχορύπανση, τη ρύπανση των θαλασσών από πηγές ξηράς, την προστασία των επίγειων και υπόγειων υδάτινων αποθεμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος, τη λειτουργία των εμποροπανηγύρεων, των πάσης φύσεως επιτηδευμάτων και επαγγελμάτων, των δημοτικών ή κοινοτικών εργαστηρίων, των καταστημάτων και επιχειρήσεων υγειονομικού ενδιαφέροντος, θεάτρων, κινηματογράφων και παρεμφερών επιχειρήσεων, τη δραστηριότητα των μικροπωλητών και τη λειτουργία κυλικείων σε κοινόχρηστους χώρους, τις υποχρεώσεις αυτών που εκτελούν έργα και εναποθέτουν υλικά και εργαλεία στις οδούς στο δημοτικό ή κοινοτικό δίκτυο, τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (Γ.Ο.Κ.), την επίβλεψη εφαρμογής διακοπής εργασιών λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας και υγιεινής, την αφαίρεση αδείας οικοδομής για ασφαλιστικές εισφορές, την επιθεώρηση αμαξωμάτων καντινών, τον έλεγχο επιχειρήσεων τουριστικού ενδιαφέροντος, την προστασία των σπηλαίων, την αλιεία στα εσωτερικά ύδατα, τους χώρους εγκαταστάσεως πλανοδίων νομάδων, την προστασία του αστικού και περιαστικού πρασίνου, τις αρμοδιότητες της Αγροφυλακής, την κατάληψη κοινοχρήστων χώρων, το υπαίθριο εμπόριο και τις λαϊκές αγορές, τη βεβαίωση μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση, τη θεώρηση τιμοκαταλόγων των δωματίων των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και καταλυμάτων, τη φύλαξη των δημοτικών ή κοινοτικών εγκαταστάσεων και της δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας, κ.λπ. Εξάλλου, στο άρθρο 15 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «…8. Η Υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας λειτουργεί όλο το 24ωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας … Τα όργανα της Δημοτικής Αστυνομίας τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την ταχεία επέμβασή τους όταν και όπου παρίσταται ανάγκη …10. Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας παρέχει συνδρομή στο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 159 και 169 του Π.Δ/τος 141/1991 (Α΄ 58)». Περαιτέρω, το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. προέβλεπε αθλητικές δοκιμασίες για την εξέταση των σωματικών προσόντων των υποψηφίων με διαφορετικά όρια στα αγωνίσματα για άνδρες και γυναίκες, ήτοι: α) Άλμα σε μήκος τουλάχιστον 2,5 μ. για τους άνδρες και 1,5 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). β) Άλμα σε ύψος τουλάχιστον 0,80 μ. για τους άνδρες και 0,60 μ. για τις γυναίκες (τρεις προσπάθειες). γ) Δρόμος 1000 μ. για τους άνδρες και 800 μ. για τις γυναίκες, μέσα σε μέγιστο χρόνο 5΄και 20΄΄(μία προσπάθεια). Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 3448/2006 (Α΄ 57/15.3.2006) καταργήθηκε η ποσόστωση σε βάρος των γυναικών, που είχε προβλεφθεί για την πρόσληψη στη δημοτική αστυνομία με το άρθρο 27 παρ. 7 του ν. 3013/2002 (Α΄ 102). Ακολούθως, εκδόθηκε το π.δ. 135/2006 «Σύστημα πρόσληψης ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τρόπος εκπαίδευσης αυτού» (Α΄ 153/20.7.2006), με το άρθρο 12 του οποίου καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, το ως άνω άρθρο 5 του π.δ. 23/2002, ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «… Άρθρο 2 1. Η πρόσληψη του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια). …Άρθρο 4. Για την πρόσληψη εκδίδεται προκήρυξη από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας για τους Ο.Τ.Α. κάθε νομού ή νομαρχίας χωριστά … Άρθρο 7 1. Για κάθε ΟΤΑ καταρτίζεται ιδιαίτερος πίνακας σειράς κατάταξης των υποψηφίων για πρόσληψη, που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος. Ο πίνακας αυτός καταρτίζεται από την επιτροπή του προηγούμενου άρθρου και αναρτάται στο κεντρικό κατάστημα της Περιφέρειας και στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α. Από την ίδια επιτροπή καταρτίζεται πίνακας υποψηφίων που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ….2. Όσοι κρίνονται ικανοί από την Υγειονομική Επιτροπή καλούνται να προσέλθουν στην Επιτροπή Επιλογής, προκειμένου να υποβληθούν στις αθλητικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν: α) Δρόμο 100 μ. σε χρόνο 16΄΄ (μία προσπάθεια) β) Δρόμο 1.000 μ. σε χρόνο 4 και 20΄΄ (μία προσπάθεια) γ) Άλμα σε ύψος με φόρα τουλάχιστον 1.00 μ. (τρεις προσπάθειες) δ) Άλμα σε μήκος με φόρα τουλάχιστον 3.60 μ. (τρεις προσπάθειες) ε) Ρίψη σφαίρας (7,275 χλγ.) σε απόσταση τουλάχιστον 4,50 μ., ως μέσο όρο ρίψης με το δεξί και το αριστερό χέρι (τρεις προσπάθειες ανά χέρι) … 6. Μετά το πέρας των εξετάσεων η Επιτροπή Επιλογής καταρτίζει πίνακες όσων πληρούν ή μη τις προϋποθέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά στήλη, και όλα τα σχετικά με την εξέτασή τους στοιχεία (ανάστημα, αθλητικές επιδόσεις). Οι πίνακες αυτοί δημοσιεύονται αμέσως με τοιχοκόλληση στο κατάστημα που γίνεται η εξέταση, όμοιοι δε πίνακες κοινοποιούνται τόσο στον οικείο Δήμο όσο και στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας».
7. Επειδή, ο καθορισμός με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ.135/2006 των προαναφερόμενων κοινών – και για τα δύο φύλα- ορίων των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για πρόσληψη στο ειδικό ένστολο προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας, βρίσκεται σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και του επιδιωκόμενου από τον κανονιστικό νομοθέτη σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη στελέχωση της Δημοτικής Αστυνομίας με προσωπικό που διαθέτει ορισμένα σωματικά προσόντα αναγκαία, κατά την ουσιαστική του εκτίμηση, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του. Η ρύθμιση αυτή δεν συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε άνδρες και γυναίκες. Η έμμεση, όμως, διάκριση, η οποία προκύπτει από το δεδομένο της κοινής πείρας ότι οι γυναίκες, λόγω βιολογικών διαφορών, υστερούν κατά κανόνα των ανδρών στα σωματικά και φυσικά προσόντα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν χαμηλότερες επιδόσεις στα αθλητικά αγωνίσματα, δικαιολογείται αντικειμενικά από λόγους δημοσίου συμφέροντος άσχετους προς το φύλο των υποψηφίων, συναπτόμενους προς τις απαιτήσεις του επαγγέλματος του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι η ύπαρξη ορισμένων ανάλογων ή κατάλληλων, κατά τα ανωτέρω, σωματικών προσόντων, που διαπιστώνεται με τις εν λόγω αθλητικές δοκιμασίες, αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου του ως άνω προσωπικού, το οποίο, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ειδικότερα, οι –περιγραφόμενες στο ως άνω άρθρο 2 του π.δ.23/2002- αρμοδιότητες του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και τα αντίστοιχα, αστυνομικής φύσεως, καθήκοντα, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών, συνιστούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, τη θεσπιζόμενη ως άνω έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες, ώστε να μπορούν να ασκούν, όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού (πρβλ ΣτΕ 1247/2008, 2368/2010). Υπό τα δεδομένα αυτά η επίμαχη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 135/2006 δεν εισάγει ανεπίτρεπτη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών, διότι δεν είναι απρόσφορη και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπού. Αν και κατά τη γνώμη του Παρέδρου Δ. Βανδώρου, οι ποικίλες αρμοδιότητες του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας και οι συνθήκες άσκησής τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, όπως, άλλωστε, έγινε δεκτό και με τις αποφάσεις 146 και 147/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (σκέψεις 8 και 9 αντίστοιχα). Αντιθέτως, ιδιαίτερα αυξημένα φυσικά και σωματικά προσόντα απαιτούνται, καταρχήν, για την άσκηση των κυρίων αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛΑΣ) και του Λιμενικού Σώματος (ΛΣ), δηλαδή των επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξης στην ελληνική επικράτεια Σωμάτων Ασφαλείας (για την ΕΛΑΣ βλ. ΣτΕ 1082/2011, 7μ, σκ. 7 κ.α.). Όμως, με την παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, τα όρια των επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων για τη Δημοτική Αστυνομία, πέραν του ότι κατέστησαν κοινά για άνδρες και γυναίκες, αυξήθηκαν σημαντικά, ιδίως για τις γυναίκες, με αποτέλεσμα να εξομοιωθούν με τα όρια που ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, για την εισαγωγή στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της ΕΛΑΣ (βλ. άρθρο 5 παρ. 4 του π.δ. 4/1995, Α΄ 1) και την κατάταξη Δοκίμων Υπαξιωματικών του ΛΣ (βλ. άρθρο 6 παρ. 2 της 1211.2/17/07/25.9.2007 απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, Β΄ 1955). Υπό τα δεδομένα αυτά, η επίμαχη διάταξη, με την οποία θεσπίζονται υψηλά όρια επιδόσεων, τα οποία, καταρχήν, στοιχούν σε αυξημένα (και όχι απλώς σε στοιχειώδη ή συνήθη) φυσικά και σωματικά προσόντα, κοινά για άνδρες και γυναίκες, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι αυτό δικαιολογείται από τη φύση των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας και τις συνθήκες άσκησής τους, εισάγει έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών υποψηφίων, μη ανεκτή από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, τέθηκε κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής της διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου.
8. Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1/25.044/2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση εκατόν πέντε (105) θέσεων ειδικού ένστολου προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας σε δήμους του Ν. Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και πέντε (5) θέσεων, κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ΠΕ 23, στο Δήμο ... . Στο Κεφάλαιο Ε΄ παρ. 2 της προκήρυξης επαναλαμβάνεται αυτούσια η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006 όσον αφορά τις αθλητικές δοκιμασίες των υποψηφίων. Η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον ως άνω διαγωνισμό για μια από τις ως άνω θέσεις στο Δήμο ... και, μετά τον έλεγχο των αιτήσεων συμμετοχής, κατατάχθηκε 18η στον από 24.10.2008 πίνακα επιτυχόντων, ακολούθως δε και αφού είχε γίνει δεκτό αίτημα αναβολής της εξέτασής της στις αθλητικές δοκιμασίες, λόγω κύησης, κατατάχθηκε 3η, με μνεία της αποδοχής του αιτήματός για αναβολή, στην από 15.12.2008 κατάσταση επιτυχόντων μετά την ολοκλήρωση των αθλητικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών, ενώ η ως άνω εκκρεμότητα για την 3η θέση, αποτυπώθηκε και στον από 7.1.2009 τελικό πίνακα επιτυχόντων κατηγορίας ΠΕ. Μετά τη γέννηση του παιδιού της, η εφεσίβλητη, με την από 10.11.2009 πρόσκληση της Επιτροπής του άρθρου 6 του π.δ. 135/2006, κλήθηκε για εξέτασή της στις αθλητικές δοκιμασίες στις 18.11.2009. Κατά τις αθλητικές αυτές δοκιμασίες, η εφεσίβλητη ανταποκρίθηκε με επιτυχία στα αγωνίσματα της ρίψης σφαίρας, του άλματος σε μήκος, του άλματος σε ύψος και του δρόμου 100μ., απέτυχε, όμως, στο αγώνισμα του δρόμου 1000μ., καθώς πέτυχε χρόνο 4΄36΄΄ και 7 κλάσματα του δευτερολέπτου αντί του προβλεπόμενου 4΄ και 20΄΄, με συνέπεια να κριθεί ακατάλληλη και να μην περιληφθεί στον από 18.11.2009 τελικό πίνακα επιτυχόντων – επιλαχόντων. Αίτηση – ένσταση που υπέβαλε η εφεσίβλητη για την επανεξέτασή της στο επίμαχο αγώνισμα απορρίφθηκε με το 23/17.12.2009 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 6 του π.δ. 135/2006 του διαγωνισμού για το Δήμο ... . Κατά της από 18.11.2009 «Κατάστασης Επιτυχόντων» και του από 18.11.2009 τελικού Πίνακα Κατάταξης η εφεσίβλητη άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η θέσπιση με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006 κοινών επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες για τους υποψηφίους αδιακρίτως φύλου, με αξιοσημείωτη αύξηση των ορίων των επιδόσεων για τις γυναίκες σε σύγκριση με τις προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 23/2002, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου - αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι γυναίκες υστερούν των ανδρών στα σωματικά προσόντα λόγω των βιολογικών διαφορών τους με αυτούς - η οποία δεν δικαιολογείται από το είδος και τις συνθήκες άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας.
9. Επειδή, η ως άνω κρίση του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 7, ο καθορισμός με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 135/2006, κοινών ορίων επιδόσεων στις αθλητικές δοκιμασίες για άνδρες και γυναίκες κατά τη διαδικασία πρόσληψης του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από την αρχή της ισότητας των φύλων. Επομένως, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την υπό κρίση έφεση, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Δ. Βανδώρου ορθώς το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω ρύθμιση είναι μη ανεκτή από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, γι’ αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση.
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να εκδικασθεί, ακολούθως, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 64 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), η αίτηση ακυρώσεως και να απορριφθεί ο αντίστοιχος μοναδικός λόγος ακυρώσεως, καθώς και η αίτηση αυτή στο σύνολό της. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η εφεσίβλητη πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 496/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως ακυρώσεως.
Απαλλάσσει την εφεσίβλητη-αιτούσα από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2014
Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος
 
Αικ. Συγγούνα     Δ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας του Γ' Τμήματος
 
Δ. Σκαλτσούνης       Δ. Τετράδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.