Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4199/2015: Διασφαλιστικά μέτρα άρθρου 14 του ν. 2523/1997 & προηγούμενη ακρόαση



Η λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του (φερομένου ως) παραβάτη, ώστε να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Επομένως, νομίμως επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση. Περαιτέρω, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο καθ' ου τα επίμαχα μέτρα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκθέσει, κατά τρόπο λυσιτελή, στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του επ’ αυτών, ώστε να πετύχει, κατόπιν επανεκτίμησης της υπόθεσης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, την ολική ή μερική ανάκλησή τους. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται μέσω της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή κοινοποιεί αμελλητί στο φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων, μαζί με τη σχετική ειδική έκθεση ελέγχου που τη στηρίζει, ο δε θιγόμενος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική άρση των επιβληθέντων μέτρων. Η εν λόγω διάταξη είναι μεταγενέστερη και ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β΄ και γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι οποίες, επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση λήψης των παραπάνω μέτρων. Εξάλλου, σε τέτοια περίπτωση, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλεται κλήση του ενδιαφερόμενου σε προηγούμενη ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του αυτού άρθρου (ΣτΕ 1567, 1587/2015, πρβλ. ΣτΕ 397/2015). 


 Αριθμός 4199/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Ε. Νίκα, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος και σε αναπλήρωση των αρχαιοτέρων της Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Γ. Τσιμέκας, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.
Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:
του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των : 1) ... και 2) ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 683/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 683/2011 ανέκκλητης αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Mε την απόφαση αυτή, κατ’ αποδοχήν προσφυγής των αναιρεσιβλήτων ακυρώθηκαν: α) η σιωπηρή απόρριψη από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων για άρση των μέτρων που είχαν ληφθεί σε βάρος τους κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 και β) οι υπ’ αριθμ. ΕΜΠ/.../20-4-2011 και ΕΜΠ/.../20-4-2011 αποφάσεις του ιδίου Υπουργού, με τις οποίες απορρίφθηκε και ρητώς η ανωτέρω αίτηση για καθέναν εξ αυτών.
2. Επειδή, όπως προκύπτει απ’ την υπ’ αριθμ. 677/29-9-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σωτηρίας Ε. Μπακράτση, αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως, καθώς και της από 4-6-2015 πράξης του Προέδρου του Β Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ορίστηκαν αρχική δικάσιμος και εισηγητής της υπόθεσης επιδόθηκαν νομότυπα, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α 8) όπως ισχύει, στο δικηγόρο ..., που εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους στο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Επομένως, παρά τη μη παράσταση των αναιρεσιβλήτων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την ανωτέρω άποψη και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, ή η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την δικονομική υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου ζητήματος είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία -επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητος για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων- του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 3714/2015, 3964/2014 7μ., 3630/2014 7μ, 4877/2012 7μ. κ.α.).
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στις 9-1-2012 και, επομένως, διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3900/2010, δεν έχει δε άμεσο χρηματικό αντικείμενο, προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι για την έκδοση της πράξεως περί επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων δεν υφίσταται μεν υποχρέωση κλήσεως του θιγομένου σε προηγουμένη ακρόαση, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τον καλέσει να εκθέσει τις απόψεις του εντός δεκαπενθημέρου από την έκδοση της πράξεως, διαφορετικά η τελευταία παύει να ισχύει. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ζητήματος εάν, στην περίπτωση που έχουν επιβληθεί τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, επιβάλλεται η τήρηση του δικαιώματος ακρόασης του διοικουμένου εκ των υστέρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 του ν. 2690/1999. Ο ανωτέρω προς θεμελίωση του παραδεκτού προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι βάσιμος δεδομένου ότι, πράγματι, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως, δεν υπήρχε νομολογία επί του ανωτέρω ζητήματος και, συνεπώς, ο παραδεκτώς προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς το βάσιμό του.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.». Εξάλλου, το άρθρο 6 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ορίζει ότι: «1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου. 3. Αν ή άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η χωρίς προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου ρύθμιση. Αν η κατάσταση που ρυθμίσθηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε και προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ενέργεια, να ισχύει. 4. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με τη δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής.».
6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 (Α 179), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3296/2004 (Α΄ 253), ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. […] 2. Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 του ν. 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του Φ.Π.Α. […] ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. […] 3. […] 4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας».
7. Επειδή, η λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του (φερομένου ως) παραβάτη, ώστε να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Επομένως, νομίμως επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση. Περαιτέρω, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο καθ' ου τα επίμαχα μέτρα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκθέσει, κατά τρόπο λυσιτελή, στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του επ’ αυτών, ώστε να πετύχει, κατόπιν επανεκτίμησης της υπόθεσης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, την ολική ή μερική ανάκλησή τους. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται μέσω της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή κοινοποιεί αμελλητί στο φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων, μαζί με τη σχετική ειδική έκθεση ελέγχου που τη στηρίζει, ο δε θιγόμενος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική άρση των επιβληθέντων μέτρων. Η εν λόγω διάταξη είναι μεταγενέστερη και ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β΄ και γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι οποίες, επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση λήψης των παραπάνω μέτρων. Εξάλλου, σε τέτοια περίπτωση, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλεται κλήση του ενδιαφερόμενου σε προηγούμενη ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του αυτού άρθρου (ΣτΕ 1567, 1587/2015, πρβλ. ΣτΕ 397/2015).
8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την από 28-9-2010 Ειδική Έκθεση Ελέγχου του αρμόδιου ελεγκτή του ΔΕΚ Αθηνών προκύπτουν τα εξής: μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην ασφαλιστική εταιρία «...», διαπιστώθηκε ότι η ως άνω επιχείρηση για τις χρήσεις 2005 και 2006 δεν υπέβαλε τις προβλεπόμενες κατά νόμο προσωρινές δηλώσεις και δεν απέδωσε τους οφειλόμενους φόρους (Φ.Κ.Ε., τελών χαρτοσήμου, Φ.Μ.Υ., φόρο Ελευθέρων επαγγελματιών, φόρο Εργολάβου και φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου), συνολικού ύψους 455.855,60 ευρώ, υπερβαίνοντος, δηλαδή, τα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Για το λόγο αυτό ελήφθησαν με την υπ’ αριθμ. .../28-9-2010 Πράξη του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (Πρόεδρος του Δ.Σ. και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., αντίστοιχα), τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Κατά της πράξης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την προβλεπόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (διοικητική) προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Υπουργού, ζητώντας την άρση, ως προς αυτούς, των ένδικων μέτρων, η οποία απορρίφθηκε ρητώς και αυτοτελώς για καθέναν από τους αναιρεσίβλητους με τις υπ’ αριθμ. ΕΜΠ/.../20-4-2011 και ΕΜΠ/.../20-4-2011 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Κατά των δυο αυτών αποφάσεων οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κοινή προσφυγή, με την οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκαν ότι δεν κλήθηκαν να εκθέσουν τις απόψεις τους, κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περαιτέρω δε προέβαλαν ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περί του ότι δεν είναι υπαίτιοι της μη εκπλήρωσης των επίμαχων φορολογικών υποχρεώσεων. Το δικάσαν δικαστήριο, αφού καταρχάς θεώρησε ότι τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 λαμβάνονται σε βάρος των υποχρέων φορολογουμένων, χωρίς την προηγούμενη ακρόασή τους, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δεδομένου ότι συντρέχουν λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και επείγουσας ανάγκης, που συνίστανται στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, έτσι ώστε να εισπραχθούν οι επιβληθέντες φόροι και τα πρόστιμα, πριν προλάβουν οι υπόχρεοι να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία τους και να αποσύρουν τις καταθέσεις τους, έκρινε, ακολούθως, ότι, στην περίπτωση αυτή, η φορολογική αρχή υποχρεούται, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την έκδοση της πράξης αυτής, να καλέσει τον υπόχρεο προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, διαφορετικά η πράξη παύει να ισχύει. Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη του ότι εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι δεν κλήθηκαν σε ακρόαση, ούτε μετά την έκδοση της πράξης με την οποία λήφθηκαν σε βάρος τους τα ένδικα μέτρα, μέσα στην ανωτέρω δεκαπενθήμερη προθεσμία, προκειμένου να εκθέσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, το βάσιμο των οποίων θεώρησε ότι θα μπορούσε να αποτρέψει την επιβολή των ληφθέντων σε βάρος τους διασφαλιστικών μέτρων, έκρινε, τελικώς, κατ’ αποδοχή λόγου της προσφυγής τους, ότι η ισχύς της πράξης με την οποία λήφθηκαν σε βάρος τους τα μέτρα αυτά, έχει αρθεί αυτοδικαίως μετά την πάροδο δεκαπενθημέρου από την έκδοσή της. Η κρίση, όμως, αυτή, ενόψει των γενομένων δεκτών στην προηγουμένη σκέψη, δεν είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, νόμιμη, δεδομένου ότι η δυνατότητα ακροάσεως του φορολογουμένου από τη διοίκηση διασφαλίζεται στις περιπτώσεις αυτές από την υποχρέωση της τελευταίας να του κοινοποιήσει την πράξη της περί επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να υποβάλει ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών αίτηση περί άρσεως αυτών. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση. 

Δια ταύτα 

Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 683/2011 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2015
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος    Η Γραμματέας
 
Ε. Νίκα          Κ. Κεχρολόγου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος      Η Γραμματέας
 
Α.-Γ. Βώρος        Κ. Κεχρολόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 4199/2015: Διασφαλιστικά μέτρα άρθρου 14 του ν. 2523/1997 & προηγούμενη ακρόαση



Η λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του (φερομένου ως) παραβάτη, ώστε να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Επομένως, νομίμως επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση. Περαιτέρω, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο καθ' ου τα επίμαχα μέτρα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκθέσει, κατά τρόπο λυσιτελή, στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του επ’ αυτών, ώστε να πετύχει, κατόπιν επανεκτίμησης της υπόθεσης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, την ολική ή μερική ανάκλησή τους. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται μέσω της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή κοινοποιεί αμελλητί στο φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων, μαζί με τη σχετική ειδική έκθεση ελέγχου που τη στηρίζει, ο δε θιγόμενος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική άρση των επιβληθέντων μέτρων. Η εν λόγω διάταξη είναι μεταγενέστερη και ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β΄ και γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι οποίες, επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση λήψης των παραπάνω μέτρων. Εξάλλου, σε τέτοια περίπτωση, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλεται κλήση του ενδιαφερόμενου σε προηγούμενη ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του αυτού άρθρου (ΣτΕ 1567, 1587/2015, πρβλ. ΣτΕ 397/2015). 


 Αριθμός 4199/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Ε. Νίκα, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος και σε αναπλήρωση των αρχαιοτέρων της Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Γ. Τσιμέκας, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.
Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:
του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των : 1) ... και 2) ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 683/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 683/2011 ανέκκλητης αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Mε την απόφαση αυτή, κατ’ αποδοχήν προσφυγής των αναιρεσιβλήτων ακυρώθηκαν: α) η σιωπηρή απόρριψη από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων για άρση των μέτρων που είχαν ληφθεί σε βάρος τους κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 και β) οι υπ’ αριθμ. ΕΜΠ/.../20-4-2011 και ΕΜΠ/.../20-4-2011 αποφάσεις του ιδίου Υπουργού, με τις οποίες απορρίφθηκε και ρητώς η ανωτέρω αίτηση για καθέναν εξ αυτών.
2. Επειδή, όπως προκύπτει απ’ την υπ’ αριθμ. 677/29-9-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σωτηρίας Ε. Μπακράτση, αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως, καθώς και της από 4-6-2015 πράξης του Προέδρου του Β Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ορίστηκαν αρχική δικάσιμος και εισηγητής της υπόθεσης επιδόθηκαν νομότυπα, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α 8) όπως ισχύει, στο δικηγόρο ..., που εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους στο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Επομένως, παρά τη μη παράσταση των αναιρεσιβλήτων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την ανωτέρω άποψη και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, ή η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την δικονομική υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου ζητήματος είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία -επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητος για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων- του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 3714/2015, 3964/2014 7μ., 3630/2014 7μ, 4877/2012 7μ. κ.α.).
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία κατατέθηκε στις 9-1-2012 και, επομένως, διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3900/2010, δεν έχει δε άμεσο χρηματικό αντικείμενο, προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι για την έκδοση της πράξεως περί επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων δεν υφίσταται μεν υποχρέωση κλήσεως του θιγομένου σε προηγουμένη ακρόαση, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τον καλέσει να εκθέσει τις απόψεις του εντός δεκαπενθημέρου από την έκδοση της πράξεως, διαφορετικά η τελευταία παύει να ισχύει. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ζητήματος εάν, στην περίπτωση που έχουν επιβληθεί τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, επιβάλλεται η τήρηση του δικαιώματος ακρόασης του διοικουμένου εκ των υστέρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 του ν. 2690/1999. Ο ανωτέρω προς θεμελίωση του παραδεκτού προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι βάσιμος δεδομένου ότι, πράγματι, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως, δεν υπήρχε νομολογία επί του ανωτέρω ζητήματος και, συνεπώς, ο παραδεκτώς προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς το βάσιμό του.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.». Εξάλλου, το άρθρο 6 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999, Α 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ορίζει ότι: «1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου. 3. Αν ή άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η χωρίς προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου ρύθμιση. Αν η κατάσταση που ρυθμίσθηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε και προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ενέργεια, να ισχύει. 4. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν οι σχετικές με τη δυσμενή διοικητική πράξη διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής.».
6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 (Α 179), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3296/2004 (Α΄ 253), ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. […] 2. Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 του ν. 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του Φ.Π.Α. […] ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. […] 3. […] 4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας».
7. Επειδή, η λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του (φερομένου ως) παραβάτη, ώστε να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Επομένως, νομίμως επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση. Περαιτέρω, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο καθ' ου τα επίμαχα μέτρα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκθέσει, κατά τρόπο λυσιτελή, στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του επ’ αυτών, ώστε να πετύχει, κατόπιν επανεκτίμησης της υπόθεσης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, την ολική ή μερική ανάκλησή τους. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται μέσω της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή κοινοποιεί αμελλητί στο φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων, μαζί με τη σχετική ειδική έκθεση ελέγχου που τη στηρίζει, ο δε θιγόμενος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική άρση των επιβληθέντων μέτρων. Η εν λόγω διάταξη είναι μεταγενέστερη και ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β΄ και γ΄ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι οποίες, επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση λήψης των παραπάνω μέτρων. Εξάλλου, σε τέτοια περίπτωση, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλεται κλήση του ενδιαφερόμενου σε προηγούμενη ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του αυτού άρθρου (ΣτΕ 1567, 1587/2015, πρβλ. ΣτΕ 397/2015).
8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την από 28-9-2010 Ειδική Έκθεση Ελέγχου του αρμόδιου ελεγκτή του ΔΕΚ Αθηνών προκύπτουν τα εξής: μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην ασφαλιστική εταιρία «...», διαπιστώθηκε ότι η ως άνω επιχείρηση για τις χρήσεις 2005 και 2006 δεν υπέβαλε τις προβλεπόμενες κατά νόμο προσωρινές δηλώσεις και δεν απέδωσε τους οφειλόμενους φόρους (Φ.Κ.Ε., τελών χαρτοσήμου, Φ.Μ.Υ., φόρο Ελευθέρων επαγγελματιών, φόρο Εργολάβου και φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου), συνολικού ύψους 455.855,60 ευρώ, υπερβαίνοντος, δηλαδή, τα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Για το λόγο αυτό ελήφθησαν με την υπ’ αριθμ. .../28-9-2010 Πράξη του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (Πρόεδρος του Δ.Σ. και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., αντίστοιχα), τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Κατά της πράξης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την προβλεπόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (διοικητική) προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Υπουργού, ζητώντας την άρση, ως προς αυτούς, των ένδικων μέτρων, η οποία απορρίφθηκε ρητώς και αυτοτελώς για καθέναν από τους αναιρεσίβλητους με τις υπ’ αριθμ. ΕΜΠ/.../20-4-2011 και ΕΜΠ/.../20-4-2011 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Κατά των δυο αυτών αποφάσεων οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κοινή προσφυγή, με την οποία, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκαν ότι δεν κλήθηκαν να εκθέσουν τις απόψεις τους, κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περαιτέρω δε προέβαλαν ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περί του ότι δεν είναι υπαίτιοι της μη εκπλήρωσης των επίμαχων φορολογικών υποχρεώσεων. Το δικάσαν δικαστήριο, αφού καταρχάς θεώρησε ότι τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 λαμβάνονται σε βάρος των υποχρέων φορολογουμένων, χωρίς την προηγούμενη ακρόασή τους, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, δεδομένου ότι συντρέχουν λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και επείγουσας ανάγκης, που συνίστανται στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, έτσι ώστε να εισπραχθούν οι επιβληθέντες φόροι και τα πρόστιμα, πριν προλάβουν οι υπόχρεοι να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία τους και να αποσύρουν τις καταθέσεις τους, έκρινε, ακολούθως, ότι, στην περίπτωση αυτή, η φορολογική αρχή υποχρεούται, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την έκδοση της πράξης αυτής, να καλέσει τον υπόχρεο προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, διαφορετικά η πράξη παύει να ισχύει. Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη του ότι εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι δεν κλήθηκαν σε ακρόαση, ούτε μετά την έκδοση της πράξης με την οποία λήφθηκαν σε βάρος τους τα ένδικα μέτρα, μέσα στην ανωτέρω δεκαπενθήμερη προθεσμία, προκειμένου να εκθέσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, το βάσιμο των οποίων θεώρησε ότι θα μπορούσε να αποτρέψει την επιβολή των ληφθέντων σε βάρος τους διασφαλιστικών μέτρων, έκρινε, τελικώς, κατ’ αποδοχή λόγου της προσφυγής τους, ότι η ισχύς της πράξης με την οποία λήφθηκαν σε βάρος τους τα μέτρα αυτά, έχει αρθεί αυτοδικαίως μετά την πάροδο δεκαπενθημέρου από την έκδοσή της. Η κρίση, όμως, αυτή, ενόψει των γενομένων δεκτών στην προηγουμένη σκέψη, δεν είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, νόμιμη, δεδομένου ότι η δυνατότητα ακροάσεως του φορολογουμένου από τη διοίκηση διασφαλίζεται στις περιπτώσεις αυτές από την υποχρέωση της τελευταίας να του κοινοποιήσει την πράξη της περί επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να υποβάλει ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών αίτηση περί άρσεως αυτών. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση. 

Δια ταύτα 

Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 683/2011 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2015
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος    Η Γραμματέας
 
Ε. Νίκα          Κ. Κεχρολόγου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος      Η Γραμματέας
 
Α.-Γ. Βώρος        Κ. Κεχρολόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.