Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 3679/2015 (7μ.): Παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010



Κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως (εν προκειμένω της κοινής υπουργικής αποφάσεως) δεδομένου ότι, εκτός από την περίπτωση που έχει διατυπωθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ρητή κρίση ότι η κανονιστική υπουργική απόφαση είναι απλώς εκτός εξουσιοδοτήσεως, στις λοιπές περιπτώσεις η πλημμέλεια της κανονιστικής αποφάσεως αντανακλά, στην πραγματικότητα, στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εξ αυτής της απόψεως παραδεκτώς. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και ο λόγος θεσπίσεως της σχετικής ρυθμίσεως, να μην καταλείπεται, δηλαδή, στην έννομη τάξη ανεπίλυτο το ζήτημα ισχύος ή μη κανονιστικού επιπέδου ρυθμίσεων, ανεξάρτητα από την μορφή τους, που αξιώνουν εφαρμογή σε μη προσδιορίσιμο αριθμό περιπτώσεων. 
 
Αριθμός 3679/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Β. Αραβαντινός, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Σ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 13 Μαρτίου 2014 αίτηση: 

του Ελληνικού Δημοσίου, το οπίο παρέστη με τον Κωνστ. Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 

κατά του ..., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που την διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4174/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Μαρίνου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 4174/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9093/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, αστυφύλακα της ΕΛ.ΑΣ. το ποσό των 26.505 δολαρίων Η.Π.Α., με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία δολλαρίου Η.Π.Α. και ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης, που αντιστοιχεί στην προσαύξηση επιδόματος αλλοδαπής λόγω στέγασης και τέκνων, για το χρονικό διάστημα που ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε ως προσωπικό ασφαλείας στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Μόσχα.
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον το παρόντος σχηματισμού κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2369/2015 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητος.
3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…». Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου ν. 3900/2010 προβλέπεται ότι: «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας,…». Κατά την έννοια δε της εν λόγω διατάξεως, το κρίσιμο νομικό ζήτημα της αντίθεσης ορισμένης διατάξεως τυπικού νόμου προς το Σύνταγμα ή διεθνή συνθήκη, που έχει ισχύ υπέρτερη των κοινών νόμων κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει να μην έχει ήδη επιλυθεί, κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, κατά μείζονα λόγο, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΣτΕ 374/2014, 2659/2013 7μ, 855/2013 7μ).
4. Επειδή, στο άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 1481/1984 (Α’ 152) ορίζεται ότι : «Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως μπορεί να αποσπάται προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, σε υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό ή σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών στο εξωτερικό, στους οποίους μετέχει και η Ελλάδα. Προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως, μπορεί να συμμετέχει σε ειδικές αποστολές στο εξωτερικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 (Α’ 221). Τα ειδικότερα καθήκοντα, η διοικητική υπαγωγή, οι αποδοχές, το ωράριο εργασίας, η διάρκεια απόσπασης στο εξωτερικό, οι σχέσεις με τους λοιπούς Έλληνες υπαλλήλους και όλα τα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ρυθμίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως». Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εξεδόθη η 4804/2/1-14046/21.9.1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως (φ.. Β’ 629), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής : «Οι προϋποθέσεις, τα προσόντα και η διαδικασία απόσπασης ή ειδικών αποστολών του αστυνομικού προσωπικού στο εξωτερικό, καθορίζονται για κάθε μία από τις καταστάσεις αυτές του προσωπικού ως ακολούθως : 1. Απόσπαση για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό. α. Για την ασφάλεια των Ελληνικών Υπηρεσιών στο εξωτερικό (Διπλωματικές Αρχές) δύναται να αποσπάται αστυνομικό προσωπικό που φέρει βαθμό από Αστυφύλακα μέχρι Αστυνόμου Β’ ... β. ... β. ... γ. ... 2. Συμμετοχή προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως σε ειδικές αποστολές του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 (Α 221)... 3. Στα πλαίσια των ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, αποσπώνται σε Υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ως Αστυνομικοί Σύνδεσμοι (ΑΣΣΥΝ) με βαθμό Αστυνόμου Β’ και άνω ... 4. Απόσπαση προσωπικού σε Υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών...». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αυτού αντικαταστάθηκαν με τη 1027/4/2-ε/9.1.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως (φ. Β’, 35), ορίζονται τα εξής : «1. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού της παραγράφου 1 του άρθρου 1 καθορίζεται σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Π. 343556/ΑΣ 1988/8.3.90 (ΦΕΚ Β’ 145/9.3.1990) κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως σε ποσοστό 45% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της χώρας στην οποία αποσπάται άνευ προσαυξήσεων και επιδομάτων και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εξωτερικών. 2. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 1 χορηγείται σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ.083-58 από11.3.88 (Β’ 177/31.3.1988) απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της χώρας στην οποία αποσπάται. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται με βάση την αντιστοιχία των βαθμών των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας προς τους βαθμούς των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως. 3. ...».
5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 της ανωτέρω υπ’ αρ. 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με την υπ’ αρ. 1027/4/2-ε/9.1.1992 όμοια απόφαση, με τις οποίες προεβλέφθη η καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στο αστυνομικό προσωπικό του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως που υπηρετεί στο εξωτερικό, προκύπτει ότι ειδικώς το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό, δεν δικαιούται των λοιπών προσαυξήσεων που συνθέτουν το επίδομα αλλοδαπής και, συνεπώς, δεν δικαιούται της προσαυξήσεως του επιδόματος λόγω μη παροχής δωρεάν κατοικίας και λόγω τέκνων. Αντιθέτως, το αστυνομικό προσωπικό των παραγράφων 2, 3 και 4 της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως, ήτοι το προσωπικό που αποσπάται είτε στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως είτε σε Υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών, δικαιούται να εισπράττει το χορηγούμενο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται συνολικά μετά από συνεκτίμηση όλων των συνθηκών στη χώρα που υπηρετούν, συμπεριλαμβανομένης και της προσαυξήσεως αυτού όταν δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, καθώς και της προσαυξήσεως λόγω υπάρξεως τέκνων. Κατά τα ήδη, όμως, κριθέντα, εφόσον ο κανονιστικός νομοθέτης προέβλεψε την κατ’ αρχήν χορήγηση στο αστυνομικό προσωπικό, που αποσπάται σε υπηρεσίες του εξωτερικού, του θεσπισθέντος αρχικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, εξομοιώνοντας, ως προς το εν λόγω επίδομα, τους αστυνομικούς υπαλλήλους με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό την αντίληψη προδήλως ότι ως προς τις ανάγκες, στην κάλυψη των οποίων απέβλεπε το εν λόγω επίδομα, και οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, η διαφοροποίηση που επιφύλαξε ειδικώς σε ορισμένη κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, σε εκείνη δηλαδή που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 1 της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως, σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού της ίδιας κοινής υπουργικής αποφάσεως, καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή προσωπικού, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετεί στο εξωτερικό, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβιώσεως και στεγάσεως τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών όσο και με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού που υπηρετούν στο εξωτερικό (βλ. Σ.τ.Ε. 2791/2011).
6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 4861/5/1-2/01/26.3.2001 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο αναιρεσίβλητος, αστυφύλακας της ΕΛ.ΑΣ., αποσπάσθηκε στην ελληνική Πρεσβεία στη Μόσχα για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας της Υπηρεσίας αυτής και υπηρέτησε στη θέση αυτή από 6.5.2001 έως 25.10.2003. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έλαβε το 45% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη στη Μόσχα, όπως προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις. Με αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 18.750 δολαρίων Η.Π.Α. και το ποσό των 52.500 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχούν το μεν πρώτο στην προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω στέγασης, εφόσον δεν του παρασχέθηκε δωρεάν κατοικία, το δε δεύτερο στην προσαύξηση του ιδίου επιδόματος, λόγω των δύο ανηλίκων τέκνων του και συνολικά το ποσό των 71.250 δολαρίων Η.Π.Α., ισχυριζόμενος ότι η μη καταβολή των προσαυξήσεων αυτών αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Η αγωγή του αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 62.225 δολαρίων Η.Π.Α. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι η, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 50 παρ. 4 του ν. 1481/1984 εκδοθείσα, υπ’ αριθμ. 4804/2/1-14046/90 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, καθό μέρος με αυτήν προεβλέφθη ότι το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό, δεν δικαιούται των λοιπών προσαυξήσεων και επιδομάτων που συνθέτουν το επίδομα αλλοδαπής, όπως είναι η προσαύξηση του επιδόματος λόγω μη παροχής δωρεάν κατοικίας και λόγω υπάρξεως τέκνων (σε αντίθεση με το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται είτε στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως είτε σε υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών καθώς και το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, που δικαιούται την προσαύξηση αυτή), αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση δε τα ανωτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει προσαύξηση λόγω στέγασης υπολογιζόμενη σε 10% επί του επιδόματος του Πρέσβη καθώς και προσαύξηση λόγω τέκνων. Κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσείον άσκησε έφεση αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, την ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου και υποστηρίζοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εδικαιούτο να λάβει τις σχετικές προσαυξήσεις. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη αρχικώς η 2975/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που, αφού επέλυσε το πλείστον των τιθεμένων ζητημάτων, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, εν αναμονή εκδόσεως αποφάσεως του Α.Ε.Δ. για το ζήτημα του καθοριστέου επιτοκίου, το οποίο ανέκυπτε και επί της κρινομένης υποθέσεως. Τελικώς εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, σε συνδυασμό με την προδικαστική, επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση και ειδικότερα έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο τις επίδικες προσαυξήσεις πλην κρίθηκε ότι τμήμα των αξιώσεων είχε υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αναγνωρίστηκε δε, εν τέλει, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 26.505 δολαρίων Η.Π.Α., εντόκως, με επιτόκιο 6%, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία δολλαρίου Η.Π.Α. και ευρώ κατά το χρόνο της εξοφλήσεως. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη και η 2975/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (βλ. ΣτΕ 1029/2015).
7. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε την 21.3.2014 και επομένως διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 2177/2011 7μ). Όπως δε προκύπτει από από το από 18.2.2015 υπηρεσιακό σημείωμα της ΣΤ΄ Γενικής Διευθύνσεως του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, υπολείπεται προδήλως των 40.000 ευρώ (14.535 ευρώ). Το αναιρεσείον, με το εισαγωγικό δικόγραφο, ισχυρίζεται ότι αυτή ασκείται παραδεκτώς, διότι το αμφισβητούμενο ποσό είναι υπολογισμένο σε δολάρια, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο ακριβής προσδιορισμός του σε ευρώ, ενόψει της αδήλου ισοτιμίας δολαρίου-ευρώ που θα ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι, πάντως, το ποσό που διεκδικείται, εν όψει του συγκεκριμένου ύψους του, υπολείπεται προδήλως των 40.000 ευρώ (βλ. ΣτΕ 267/2015, 916/2013). Περαιτέρω, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι ναι μεν με την κρινόμενη αίτηση δεν πλήσσεται το κεφάλαιο των τόκων, πλην ενόψει του ότι το κύριο ποσό της διαφοράς έχει επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο εντόκως και είναι άδηλος ο χρόνος εξοφλήσεως της απαιτήσεως, το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι προσδιορισμένο και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι, εφόσον με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται το ποσό της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς, από το ύψος του οποίου εξαρτάται το παραδεκτό ή μη της αίτησης αυτής, προσδιορίζεται με βάση το ποσό αυτό (βλ. Σ.τ.Ε. 3756/2013, 2251/2012 4435/2011, 1676/2011, 4031/2009 κ.ά.), το δε ύψος του ποσού της παρεπόμενης απαίτησης των τόκων δεν ασκεί επιρροή (ΣτΕ 3756/2013, 1282/2012).
8. Επειδή, εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων 3 και 4 του εν λόγω άρθρου ήτοι του ελάχιστου ποσού διαφοράς και της προβολής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, των αναφερομένων στην παρ. 3 ισχυρισμών (ΣτΕ 3514/2014, 1875/2012 7μ, 2147, 2300, 2416, 2929, 3008, 3012/2013). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με το εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμός περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης προς την απόφαση 4974/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι απορριπτέος προεχόντως διότι το κύριο αντικείμενο της διαφοράς υπολείπεται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, του ως άνω νομίμου ορίου (βλ. ΣτΕ 1026-27/2015).
9. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η αίτηση ασκείται παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εξέφερε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της εφαρμοστέας, εν προκειμένω, υπ’ αριθμ. 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως, δεν υπάρχει δε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία να αντιμετωπίζει «συνδυαστικά» τα ζητήματα α) της χορηγήσεως ή μη, καταρχάς, του προβλεπομένου από το άρθρο 4 παρ. 2 της 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως αυξημένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στο αστυνομικό προσωπικό ασφαλείας των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους στο εξωτερικό, όπως τυγχάνει ο αναιρεσίβλητος, προς αντιμετώπιση οικογενειακών βαρών, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας και β) της βάσεως υπολογισμού της εν λόγω προσαυξήσεως. Με την ανωτέρω 2369/2015 προδικαστική απόφαση ετέθη το ζήτημα αν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ενόψει του ότι το Διοικητικό Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας ρυθμίσεως της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως και όχι τυπικού νόμου, ειδικότερα δε αν η διατύπωση της κρίσεως αυτής επιτρέπει την παραδεκτή προβολή ισχυρισμού στηριζομένου στο άρθρο 2 του ν. 3900/2010 στα πλαίσια ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
10. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως (εν προκειμένω της κοινής υπουργικής αποφάσεως) δεδομένου ότι, εκτός από την περίπτωση που έχει διατυπωθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ρητή κρίση ότι η κανονιστική υπουργική απόφαση είναι απλώς εκτός εξουσιοδοτήσεως, στις λοιπές περιπτώσεις η πλημμέλεια της κανονιστικής αποφάσεως αντανακλά, στην πραγματικότητα, στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εξ αυτής της απόψεως παραδεκτώς. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και ο λόγος θεσπίσεως της σχετικής ρυθμίσεως, να μην καταλείπεται, δηλαδή, στην έννομη τάξη ανεπίλυτο το ζήτημα ισχύος ή μη κανονιστικού επιπέδου ρυθμίσεων, ανεξάρτητα από την μορφή τους, που αξιώνουν εφαρμογή σε μη προσδιορίσιμο αριθμό περιπτώσεων.
11. Επειδή, περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι δεν πληρούται, εν προκειμένω, η δεύτερη προϋπόθεση που τάσσεται σωρευτικά από την ως άνω διάταξη του άρθρου 2 και ειδικότερα η προϋπόθεση να μην έχει λυθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το θέμα για το οποίο διατυπώθηκε κρίση περί αντισυνταγματικότητας. Εν προκειμένω δε, το ζήτημα αυτό έχει ήδη λυθεί με την απόφαση 2791/2011, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα περί ελλείψεως νομολογίας που να αντιμετωπίζει «συνδυαστικά» τα ζητήματα, είναι απορριπτέα, εκτός από την ουσιαστική αβασιμότητά τους, διότι αναφέρονται σε προϋπόθεση μη τασσόμενη από το άρθρο 2 του ν. 3900/2010.
12. Επειδή, κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου Κ. Μαρίνου, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του αφενός μεν διότι στην έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 δεν εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, οι κανονιστικές πράξεις, εκτός εάν αυτές, κατά τις διατάξεις τους που εκρίθησαν αντισυνταγματικές, συνιστούν επανάληψη του εξουσιοδοτικού νόμου, οπότε και μόνον είναι νοητό η πλημμέλειά τους να αντανακλά στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Εν προκειμένω δε, δεν είναι δυνατόν, και επί τω τέλει όπως καταστεί παραδεκτή κατ’ άρθρ. 2 του ν. 3900/2010 η κρινόμενη αίτηση, να θεωρηθεί ότι το δικαστήριο, δεχόμενο ότι η προαναφερθείσα κανονιστική πράξη, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δέχθηκε, στην πραγματικότητα, ότι πάσχει ο νόμος κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του οποίου αυτή εξεδόθη. Και τούτο, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της περί αντισυνταγματικότητας αποκλειστικά και μόνον στην πλημμέλεια που έχει αυτή καθεαυτή η κανονιστική πράξη, έτσι όπως αυτή η πλημμέλεια έχει διαγνωσθεί ήδη και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως εξετέθη στη σκέψη 5. Το δικάσαν δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη έκρινε, δηλαδή, ότι οι ουσιαστικές ρυθμίσεις της κανονιστικής πράξεως, η οποία, πάντως, δεν επαναλαμβάνει αυτούσιες τις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, αντίκεινται σε συνταγματικές διατάξεις, χωρίς να διαγνώσει, περαιτέρω, πλημμέλεια της εξουσιοδοτικής διατάξεως. Ενόψει των ανωτέρω, ο προαναφερθείς ισχυρισμός θα έπρεπε να απορριφθεί καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της ως απαράδεκτη. Αφετέρου, ο ως άνω ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι η προβαλλόμενη με αυτόν αντισυνταγματικότητα δεν σχετίζεται με παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ως προς τον οποίο και μόνον, θα ήταν, εξάλλου, εξεταστέα η αίτηση αναιρέσεως (βλ. ΣτΕ 29/2014 Ολομ.).
13. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ανερχόμενη στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
 
 
 Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα
 
 
 
 
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
   Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ..............................................
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 3679/2015 (7μ.): Παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010



Κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως (εν προκειμένω της κοινής υπουργικής αποφάσεως) δεδομένου ότι, εκτός από την περίπτωση που έχει διατυπωθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ρητή κρίση ότι η κανονιστική υπουργική απόφαση είναι απλώς εκτός εξουσιοδοτήσεως, στις λοιπές περιπτώσεις η πλημμέλεια της κανονιστικής αποφάσεως αντανακλά, στην πραγματικότητα, στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εξ αυτής της απόψεως παραδεκτώς. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και ο λόγος θεσπίσεως της σχετικής ρυθμίσεως, να μην καταλείπεται, δηλαδή, στην έννομη τάξη ανεπίλυτο το ζήτημα ισχύος ή μη κανονιστικού επιπέδου ρυθμίσεων, ανεξάρτητα από την μορφή τους, που αξιώνουν εφαρμογή σε μη προσδιορίσιμο αριθμό περιπτώσεων. 
 
Αριθμός 3679/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Β. Αραβαντινός, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Σ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 13 Μαρτίου 2014 αίτηση: 

του Ελληνικού Δημοσίου, το οπίο παρέστη με τον Κωνστ. Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 

κατά του ..., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που την διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4174/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Μαρίνου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 4174/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9093/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, αστυφύλακα της ΕΛ.ΑΣ. το ποσό των 26.505 δολαρίων Η.Π.Α., με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία δολλαρίου Η.Π.Α. και ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης, που αντιστοιχεί στην προσαύξηση επιδόματος αλλοδαπής λόγω στέγασης και τέκνων, για το χρονικό διάστημα που ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε ως προσωπικό ασφαλείας στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Μόσχα.
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον το παρόντος σχηματισμού κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2369/2015 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητος.
3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…». Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου ν. 3900/2010 προβλέπεται ότι: «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας,…». Κατά την έννοια δε της εν λόγω διατάξεως, το κρίσιμο νομικό ζήτημα της αντίθεσης ορισμένης διατάξεως τυπικού νόμου προς το Σύνταγμα ή διεθνή συνθήκη, που έχει ισχύ υπέρτερη των κοινών νόμων κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει να μην έχει ήδη επιλυθεί, κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, κατά μείζονα λόγο, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΣτΕ 374/2014, 2659/2013 7μ, 855/2013 7μ).
4. Επειδή, στο άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 1481/1984 (Α’ 152) ορίζεται ότι : «Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως μπορεί να αποσπάται προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, σε υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό ή σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών στο εξωτερικό, στους οποίους μετέχει και η Ελλάδα. Προσωπικό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως, μπορεί να συμμετέχει σε ειδικές αποστολές στο εξωτερικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 (Α’ 221). Τα ειδικότερα καθήκοντα, η διοικητική υπαγωγή, οι αποδοχές, το ωράριο εργασίας, η διάρκεια απόσπασης στο εξωτερικό, οι σχέσεις με τους λοιπούς Έλληνες υπαλλήλους και όλα τα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ρυθμίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως». Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εξεδόθη η 4804/2/1-14046/21.9.1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως (φ.. Β’ 629), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής : «Οι προϋποθέσεις, τα προσόντα και η διαδικασία απόσπασης ή ειδικών αποστολών του αστυνομικού προσωπικού στο εξωτερικό, καθορίζονται για κάθε μία από τις καταστάσεις αυτές του προσωπικού ως ακολούθως : 1. Απόσπαση για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό. α. Για την ασφάλεια των Ελληνικών Υπηρεσιών στο εξωτερικό (Διπλωματικές Αρχές) δύναται να αποσπάται αστυνομικό προσωπικό που φέρει βαθμό από Αστυφύλακα μέχρι Αστυνόμου Β’ ... β. ... β. ... γ. ... 2. Συμμετοχή προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως σε ειδικές αποστολές του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 419/1976 (Α 221)... 3. Στα πλαίσια των ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως, αποσπώνται σε Υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ως Αστυνομικοί Σύνδεσμοι (ΑΣΣΥΝ) με βαθμό Αστυνόμου Β’ και άνω ... 4. Απόσπαση προσωπικού σε Υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών...». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αυτού αντικαταστάθηκαν με τη 1027/4/2-ε/9.1.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως (φ. Β’, 35), ορίζονται τα εξής : «1. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού της παραγράφου 1 του άρθρου 1 καθορίζεται σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Π. 343556/ΑΣ 1988/8.3.90 (ΦΕΚ Β’ 145/9.3.1990) κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξεως σε ποσοστό 45% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της χώρας στην οποία αποσπάται άνευ προσαυξήσεων και επιδομάτων και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εξωτερικών. 2. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 1 χορηγείται σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ.083-58 από11.3.88 (Β’ 177/31.3.1988) απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της χώρας στην οποία αποσπάται. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται με βάση την αντιστοιχία των βαθμών των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας προς τους βαθμούς των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών και βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξεως. 3. ...».
5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 της ανωτέρω υπ’ αρ. 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με την υπ’ αρ. 1027/4/2-ε/9.1.1992 όμοια απόφαση, με τις οποίες προεβλέφθη η καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στο αστυνομικό προσωπικό του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως που υπηρετεί στο εξωτερικό, προκύπτει ότι ειδικώς το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό, δεν δικαιούται των λοιπών προσαυξήσεων που συνθέτουν το επίδομα αλλοδαπής και, συνεπώς, δεν δικαιούται της προσαυξήσεως του επιδόματος λόγω μη παροχής δωρεάν κατοικίας και λόγω τέκνων. Αντιθέτως, το αστυνομικό προσωπικό των παραγράφων 2, 3 και 4 της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως, ήτοι το προσωπικό που αποσπάται είτε στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως είτε σε Υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών, δικαιούται να εισπράττει το χορηγούμενο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται συνολικά μετά από συνεκτίμηση όλων των συνθηκών στη χώρα που υπηρετούν, συμπεριλαμβανομένης και της προσαυξήσεως αυτού όταν δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, καθώς και της προσαυξήσεως λόγω υπάρξεως τέκνων. Κατά τα ήδη, όμως, κριθέντα, εφόσον ο κανονιστικός νομοθέτης προέβλεψε την κατ’ αρχήν χορήγηση στο αστυνομικό προσωπικό, που αποσπάται σε υπηρεσίες του εξωτερικού, του θεσπισθέντος αρχικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, εξομοιώνοντας, ως προς το εν λόγω επίδομα, τους αστυνομικούς υπαλλήλους με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό την αντίληψη προδήλως ότι ως προς τις ανάγκες, στην κάλυψη των οποίων απέβλεπε το εν λόγω επίδομα, και οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, η διαφοροποίηση που επιφύλαξε ειδικώς σε ορισμένη κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, σε εκείνη δηλαδή που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 1 της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως, σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού της ίδιας κοινής υπουργικής αποφάσεως, καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή προσωπικού, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετεί στο εξωτερικό, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβιώσεως και στεγάσεως τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών όσο και με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού που υπηρετούν στο εξωτερικό (βλ. Σ.τ.Ε. 2791/2011).
6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 4861/5/1-2/01/26.3.2001 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο αναιρεσίβλητος, αστυφύλακας της ΕΛ.ΑΣ., αποσπάσθηκε στην ελληνική Πρεσβεία στη Μόσχα για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας της Υπηρεσίας αυτής και υπηρέτησε στη θέση αυτή από 6.5.2001 έως 25.10.2003. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έλαβε το 45% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη στη Μόσχα, όπως προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις. Με αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 18.750 δολαρίων Η.Π.Α. και το ποσό των 52.500 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχούν το μεν πρώτο στην προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω στέγασης, εφόσον δεν του παρασχέθηκε δωρεάν κατοικία, το δε δεύτερο στην προσαύξηση του ιδίου επιδόματος, λόγω των δύο ανηλίκων τέκνων του και συνολικά το ποσό των 71.250 δολαρίων Η.Π.Α., ισχυριζόμενος ότι η μη καταβολή των προσαυξήσεων αυτών αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Η αγωγή του αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 62.225 δολαρίων Η.Π.Α. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι η, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 50 παρ. 4 του ν. 1481/1984 εκδοθείσα, υπ’ αριθμ. 4804/2/1-14046/90 κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, καθό μέρος με αυτήν προεβλέφθη ότι το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας Υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους στο εξωτερικό, δεν δικαιούται των λοιπών προσαυξήσεων και επιδομάτων που συνθέτουν το επίδομα αλλοδαπής, όπως είναι η προσαύξηση του επιδόματος λόγω μη παροχής δωρεάν κατοικίας και λόγω υπάρξεως τέκνων (σε αντίθεση με το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται είτε στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως είτε σε υπηρεσίες Διεθνών Οργανισμών καθώς και το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, που δικαιούται την προσαύξηση αυτή), αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση δε τα ανωτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει προσαύξηση λόγω στέγασης υπολογιζόμενη σε 10% επί του επιδόματος του Πρέσβη καθώς και προσαύξηση λόγω τέκνων. Κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσείον άσκησε έφεση αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, την ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου και υποστηρίζοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εδικαιούτο να λάβει τις σχετικές προσαυξήσεις. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη αρχικώς η 2975/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που, αφού επέλυσε το πλείστον των τιθεμένων ζητημάτων, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, εν αναμονή εκδόσεως αποφάσεως του Α.Ε.Δ. για το ζήτημα του καθοριστέου επιτοκίου, το οποίο ανέκυπτε και επί της κρινομένης υποθέσεως. Τελικώς εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, σε συνδυασμό με την προδικαστική, επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση και ειδικότερα έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο τις επίδικες προσαυξήσεις πλην κρίθηκε ότι τμήμα των αξιώσεων είχε υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αναγνωρίστηκε δε, εν τέλει, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 26.505 δολαρίων Η.Π.Α., εντόκως, με επιτόκιο 6%, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία δολλαρίου Η.Π.Α. και ευρώ κατά το χρόνο της εξοφλήσεως. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής, με την οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη και η 2975/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (βλ. ΣτΕ 1029/2015).
7. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε την 21.3.2014 και επομένως διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 2177/2011 7μ). Όπως δε προκύπτει από από το από 18.2.2015 υπηρεσιακό σημείωμα της ΣΤ΄ Γενικής Διευθύνσεως του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, υπολείπεται προδήλως των 40.000 ευρώ (14.535 ευρώ). Το αναιρεσείον, με το εισαγωγικό δικόγραφο, ισχυρίζεται ότι αυτή ασκείται παραδεκτώς, διότι το αμφισβητούμενο ποσό είναι υπολογισμένο σε δολάρια, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο ακριβής προσδιορισμός του σε ευρώ, ενόψει της αδήλου ισοτιμίας δολαρίου-ευρώ που θα ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι, πάντως, το ποσό που διεκδικείται, εν όψει του συγκεκριμένου ύψους του, υπολείπεται προδήλως των 40.000 ευρώ (βλ. ΣτΕ 267/2015, 916/2013). Περαιτέρω, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι ναι μεν με την κρινόμενη αίτηση δεν πλήσσεται το κεφάλαιο των τόκων, πλην ενόψει του ότι το κύριο ποσό της διαφοράς έχει επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο εντόκως και είναι άδηλος ο χρόνος εξοφλήσεως της απαιτήσεως, το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι προσδιορισμένο και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι, εφόσον με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται το ποσό της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς, από το ύψος του οποίου εξαρτάται το παραδεκτό ή μη της αίτησης αυτής, προσδιορίζεται με βάση το ποσό αυτό (βλ. Σ.τ.Ε. 3756/2013, 2251/2012 4435/2011, 1676/2011, 4031/2009 κ.ά.), το δε ύψος του ποσού της παρεπόμενης απαίτησης των τόκων δεν ασκεί επιρροή (ΣτΕ 3756/2013, 1282/2012).
8. Επειδή, εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων 3 και 4 του εν λόγω άρθρου ήτοι του ελάχιστου ποσού διαφοράς και της προβολής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, των αναφερομένων στην παρ. 3 ισχυρισμών (ΣτΕ 3514/2014, 1875/2012 7μ, 2147, 2300, 2416, 2929, 3008, 3012/2013). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με το εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμός περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης προς την απόφαση 4974/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι απορριπτέος προεχόντως διότι το κύριο αντικείμενο της διαφοράς υπολείπεται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, του ως άνω νομίμου ορίου (βλ. ΣτΕ 1026-27/2015).
9. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η αίτηση ασκείται παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη εξέφερε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της εφαρμοστέας, εν προκειμένω, υπ’ αριθμ. 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως, δεν υπάρχει δε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία να αντιμετωπίζει «συνδυαστικά» τα ζητήματα α) της χορηγήσεως ή μη, καταρχάς, του προβλεπομένου από το άρθρο 4 παρ. 2 της 4804/2/2-14046/21.9.1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως αυξημένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στο αστυνομικό προσωπικό ασφαλείας των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους στο εξωτερικό, όπως τυγχάνει ο αναιρεσίβλητος, προς αντιμετώπιση οικογενειακών βαρών, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας και β) της βάσεως υπολογισμού της εν λόγω προσαυξήσεως. Με την ανωτέρω 2369/2015 προδικαστική απόφαση ετέθη το ζήτημα αν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ενόψει του ότι το Διοικητικό Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας ρυθμίσεως της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως και όχι τυπικού νόμου, ειδικότερα δε αν η διατύπωση της κρίσεως αυτής επιτρέπει την παραδεκτή προβολή ισχυρισμού στηριζομένου στο άρθρο 2 του ν. 3900/2010 στα πλαίσια ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
10. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 είναι, κατ’ αρχήν, παραδεκτή η προβολή ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας κανονιστικής πράξεως (εν προκειμένω της κοινής υπουργικής αποφάσεως) δεδομένου ότι, εκτός από την περίπτωση που έχει διατυπωθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ρητή κρίση ότι η κανονιστική υπουργική απόφαση είναι απλώς εκτός εξουσιοδοτήσεως, στις λοιπές περιπτώσεις η πλημμέλεια της κανονιστικής αποφάσεως αντανακλά, στην πραγματικότητα, στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εξ αυτής της απόψεως παραδεκτώς. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και ο λόγος θεσπίσεως της σχετικής ρυθμίσεως, να μην καταλείπεται, δηλαδή, στην έννομη τάξη ανεπίλυτο το ζήτημα ισχύος ή μη κανονιστικού επιπέδου ρυθμίσεων, ανεξάρτητα από την μορφή τους, που αξιώνουν εφαρμογή σε μη προσδιορίσιμο αριθμό περιπτώσεων.
11. Επειδή, περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι δεν πληρούται, εν προκειμένω, η δεύτερη προϋπόθεση που τάσσεται σωρευτικά από την ως άνω διάταξη του άρθρου 2 και ειδικότερα η προϋπόθεση να μην έχει λυθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως με οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το θέμα για το οποίο διατυπώθηκε κρίση περί αντισυνταγματικότητας. Εν προκειμένω δε, το ζήτημα αυτό έχει ήδη λυθεί με την απόφαση 2791/2011, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα περί ελλείψεως νομολογίας που να αντιμετωπίζει «συνδυαστικά» τα ζητήματα, είναι απορριπτέα, εκτός από την ουσιαστική αβασιμότητά τους, διότι αναφέρονται σε προϋπόθεση μη τασσόμενη από το άρθρο 2 του ν. 3900/2010.
12. Επειδή, κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου Κ. Μαρίνου, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του αφενός μεν διότι στην έννοια του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 δεν εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, οι κανονιστικές πράξεις, εκτός εάν αυτές, κατά τις διατάξεις τους που εκρίθησαν αντισυνταγματικές, συνιστούν επανάληψη του εξουσιοδοτικού νόμου, οπότε και μόνον είναι νοητό η πλημμέλειά τους να αντανακλά στο κύρος του εξουσιοδοτικού νόμου. Εν προκειμένω δε, δεν είναι δυνατόν, και επί τω τέλει όπως καταστεί παραδεκτή κατ’ άρθρ. 2 του ν. 3900/2010 η κρινόμενη αίτηση, να θεωρηθεί ότι το δικαστήριο, δεχόμενο ότι η προαναφερθείσα κανονιστική πράξη, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δέχθηκε, στην πραγματικότητα, ότι πάσχει ο νόμος κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του οποίου αυτή εξεδόθη. Και τούτο, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της περί αντισυνταγματικότητας αποκλειστικά και μόνον στην πλημμέλεια που έχει αυτή καθεαυτή η κανονιστική πράξη, έτσι όπως αυτή η πλημμέλεια έχει διαγνωσθεί ήδη και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως εξετέθη στη σκέψη 5. Το δικάσαν δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη έκρινε, δηλαδή, ότι οι ουσιαστικές ρυθμίσεις της κανονιστικής πράξεως, η οποία, πάντως, δεν επαναλαμβάνει αυτούσιες τις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, αντίκεινται σε συνταγματικές διατάξεις, χωρίς να διαγνώσει, περαιτέρω, πλημμέλεια της εξουσιοδοτικής διατάξεως. Ενόψει των ανωτέρω, ο προαναφερθείς ισχυρισμός θα έπρεπε να απορριφθεί καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της ως απαράδεκτη. Αφετέρου, ο ως άνω ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι η προβαλλόμενη με αυτόν αντισυνταγματικότητα δεν σχετίζεται με παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ως προς τον οποίο και μόνον, θα ήταν, εξάλλου, εξεταστέα η αίτηση αναιρέσεως (βλ. ΣτΕ 29/2014 Ολομ.).
13. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ανερχόμενη στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
 
 
 Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα
 
 
 
 
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
   Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ..............................................
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.