Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 3368/2015 (Ολομ.): Δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ.1 και 26 του Συντάγματος η παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες



Με την υπ' αριθμ. 6/2010 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της αντιθέσεως της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, προς τα άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.). Συγκεκριμένα, το Τμήμα παρέπεμψε το ζήτημα, διότι αφ' ενός μεν ήγετο σε κρίση περί αντιθέσεως της επίμαχης διατάξεως προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις χωρίς τούτο να έχει κριθεί προηγουμένως με απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, αφ' ετέρου δε λόγω μείζονος σπουδαιότητας του ζητήματος αν η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της παραπάνω Σύμβασης.
Επιλαμβανόμενη του ζητήματος, η Ολομέλεια έκρινε ότι "η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με συνέπεια εκκρεμείς δίκες ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων, στις οποίες οι ανάδοχοι επεδίωκαν την εφαρμογή των καταργηθεισών διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001, για τον υπολογισμό της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, να αποβαίνουν υπέρ του κυρίου του έργου, Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α., εφ’ όσον δικαιολογείται από προφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, την κατάργηση αδικαιολόγητης εξαιρέσεως από πάγια ρύθμιση προς προστασία της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας".

Αριθμός 3368/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Χρ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Μ. Τριπολιτσιώτη, Ε. Σκούρα, Πάρεδροι. Πάρεδροι.   Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Δ. Κυριλλόπουλος και Π. Μπραΐμη, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπαδοπούλου.
Για να δικάσει την από 13 Απριλίου 2007 αίτηση:
του ..., ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών και ήδη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Χαμαϊλίδη (Α.Μ. 358 ΔΣ Σερρών), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 6/2010 αποφάσεως του Στ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1107/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Π. Ευστρατίου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 2667402-4/2007 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθ. 1107/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη προσφυγή του αναιρεσείοντος, αναδόχου του δημοσίου έργου «Βελτίωση γεωμετρικών χαρακτηριστικών και βατότητας οδικού άξονα Σερρών – Βροντού (Δ΄ φάση)», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του έργου αυτού, λόγω της μη εγκρίσεως του 5ου λογαριασμού του έργου, ποσού 15.366,10 ευρώ, που αφορούσε αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001.
3. Επειδή, η υπόθεση είχε εισαχθεί αρχικώς ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την υπ’ αριθ. 6/2010 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της συμφωνίας ή μη της διατάξεως της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και προς το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Συμβάσεως.
4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν παρέστη κατά την συζήτηση αυτής ο αναιρεσείων, εφόσον αντίγραφα της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 6/2010, παραπεμπτικής αποφάσεως, καθώς και της από 26.8.2010 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κοινοποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (βλ. τα από 11.10.2010 αποδεικτικά επιδόσεως της Επιμελήτριας του Δικαστηρίου ...).
5. Επειδή, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία υπεισήλθε από 1.1.2011, ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως β΄ βαθμού, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών, νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη χωρίς άλλη διατύπωση (βλ. άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περ. β΄ και 283 παρ. 2, όπως ισχύει, του ν. 3852/2010, Α΄ 87).
6. Επειδή, από τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, με τα οποία καθιερώνονται, αντίστοιχα, η αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από δικαστήρια και η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, να μεταβάλει ακόμη και αναδρομικά, τις κείμενες ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου, αρκεί η επέμβασή του αυτή να μην αποτελεί ευθεία κύρωση της διοικητικής πράξεως, της οποίας η νομιμότητα είναι εκκρεμής ενώπιον των δικαστηρίων, να μην προσβάλλει το δεδικασμένο ή την αρχή της μη αναδρομικότητας των διατάξεων που επιβάλλουν κυρώσεις, να αιτιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και να μην προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας. Ο νομοθέτης δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, ενόψει των συνταγματικών αυτών διατάξεων, επ’ ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση των απαιτήσεων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές, εφ’ όσον, όμως, για αυτές έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου, ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές, διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, θα παραβιαζόταν δε επίσης και η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αρχή της ισότητας των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι και θα ευνοείτο ο ένας από αυτούς, συνήθως ο φορέας της δημόσιας εξουσίας (βλ. Σ.τ.Ε. 542/1999 Ολομ., 1847/2008 Ολομ., 3633/2004 Ολομ., 604/2002 Ολομ., 3651/2001, 2583, 201/2000, 3761/1999, κ.ά.).
7. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Με τη διάταξη αυτή, με την οποία κατοχυρώνονται η αρχή της νομιμότητας και ο θεσμός της δίκαιης δίκης, δεν απαγορεύεται γενικώς η θέσπιση αναδρομικών κανόνων δικαίου, όμως, είναι αντίθετες προς αυτήν νομοθετικές ρυθμίσεις μη υπαγορευόμενες από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίες θεσπίζονται με αναδρομική ισχύ, ρυθμίζουν θέμα για το οποίο υφίσταται εκκρεμής δίκη με διάδικο το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη θέσπισή τους η έκβαση της δίκης αποβαίνει υπέρ του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, [βλ. Ε.Δ.Δ.Α. 11.4.2002 - 11.7.2002 Σμοκοβίτης κ.λ.π. κατά Ελλάδος (σκ. 20 επ.), 28.6.2001 - 28.9.2001 Αγούδημος κατά Ελλάδος (σκ. 27 επ.), 28.10.1999 Zielinski κ.λ.π. κατά Γαλλίας (σκ. 50 επ.), 22.10.1997 Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος (σκ. 33 επ.), 9.12.1994 Ελληνικά Διυλιστήρια ΣΤΡΑΝ και Στρ. Ανδρεάδης κατά Ελλάδος (σκ. 41 επ.). Βλ. περίπτωση συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος Ε.Δ.Δ.Α. 23.10.1997 National and Provincial Building Society κ.λ.π. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκ. 94 επ.). Βλ. και ΣτΕ 372/2005 επταμ.].
8. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην ανωτέρω Σύμβαση, που επίσης κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται δικαίωμα του προσώπου στην περιουσία του, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Συνεπώς, προστατεύονται και τα δικαιώματα, ενοχικής φύσεως (απαιτήσεις), είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς (βλ. Σ.τ.Ε. 2032/2009). Εξ άλλου, δεν συνιστά «περιουσία» που προστατεύεται από την ανωτέρω διάταξη κάθε απαίτηση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δικαστικώς, αλλά μόνο εφόσον η εν λόγω απαίτηση ευρίσκει επαρκές έρεισμα στο εθνικό δίκαιο, όπως συμβαίνει όταν υφίσταται πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων που επιβεβαιώνει την ύπαρξή της. Κατά την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, μέσω της θεσπίσεως κανόνων δικαίου με αναδρομική ισχύ, που μπορεί να καταλαμβάνουν και εκκρεμείς δίκες, μόνο για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και εφόσον δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, [βλ. Ε.Δ.Δ.Α. 6.10.2005 Draon κατά Γαλλίας, (σκ. 59 επ.), 11.4.2002 – 11.7.2002 Σμοκοβίτης κ.λ.π. κατά Ελλάδος (σκ. 29 επ.), 1995 Pressos Compania Naviera S.A. and others κατά Βελγίου, (σκ. 28 επ.)].
9. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001 «Αναπτυξιακά, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 180), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στις 6.8.2001, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: «Στο άρθρο 10 του ν. 1418/1984, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 6 παράγραφος 21 του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α΄) και 2 παράγραφοι 15 και 16 του ν. 2229/1994, (ΦΕΚ 138 Α΄), η παράγραφος 11 αναριθμείται σε 12 και προστίθεται παράγραφος 11 που έχει ως εξής: “11. Ειδικώς από το Γ΄ τρίμηνο του 1999 και εφεξής η πληρωμή και η αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, όταν σε αυτήν περιλαμβάνεται και η αξία της ασφάλτου, γίνεται ως εξής: α. Κάθε συμβατική τιμή (ΤΣ) διαχωρίζεται στην αξία των ασφαλτικών εργασιών χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) και στην αξία της ασφάλτου (ΤΣ2), με βάση τις σχέσεις ΤΣ1 = Εοx / Eoa X ΤΣ και ΤΣ2 = Αο, όπου: Εοx: η αξία της ασφαλτικής εργασίας χωρίς την αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για κάθε εργολαβική σύμβαση. Εοa: η αξία της ασφαλτικής εργασίας μαζί με την αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για κάθε εργολαβική σύμβαση. Αο: η αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την εγκεκριμένη από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για την κάθε εργολαβική σύμβαση. β. Η πληρωμή των ασφαλτικών εργασιών γίνεται με βάση τις ποσότητες των εργασιών που έχουν εκτελεστεί, πολλαπλασιαζόμενη με την αντίστοιχη αξία χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) και με την αξία της ασφάλτου (Αο). γ. Η αναθεώρηση (ΔΤν) της αξίας των ασφαλτικών εργασιών χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) υπολογίζεται με τον τύπο της παραγράφου 5, με βάση τα άρθρα της Ανάλυσης Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) που αφορά στις ασφαλτικές εργασίες χωρίς την άσφαλτο. δ. Η αναθεώρηση (ΔΤν) της αξίας της ασφάλτου (ΤΣ2) υπολογίζεται με βάση τον τύπο ΔΤν = Αο (Αν / Αο - 1), όπου Αν είναι η αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Α.Τ.Ε.Ο. κατά την εκάστοτε αναθεωρητική περίοδο. Για τον προσδιορισμό της αξίας της ασφάλτου Αο και Αν, από το Γ΄ τρίμηνο του 1999 και εφεξής, ως τιμή της ασφάλτου λαμβάνεται ο αριθμητικός μέσος όρος των εβδομαδιαίων τιμών της ασφάλτου, σύμφωνα με τα δελτία τιμών των διϋλιστηρίων της χώρας. ε. Οι ανάδοχοι των εργολαβιών αυτών μπορούν να δηλώσουν στη διευθύνουσα το έργο υπηρεσία, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι επιμένουν στους συμβατικούς όρους για την πληρωμή και τον υπολογισμό της αναθεώρησης της αξίας των ασφαλτικών εργασιών. Στην περίπτωση αυτή ο υπολογισμός και η πληρωμή της αναθεώρησης εξακολουθούν να διέπονται από τις μέχρι σήμερα ισχύουσες διατάξεις. στ. … ζ. Με απόφαση που εκδίδεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων μπορεί να ορισθεί άλλος τρόπος λήψης της τιμής της ασφάλτου για αναθεώρηση των εργασιών αυτών”». Ακολούθως, με την παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308/31.12.2003), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στις 31.12.2003, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: «Η παράγραφος 11 του άρθρου 10 του Ν. 1418/1984, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Ν. 2940/2001, καταργείται από τότε που ίσχυσε και για την πληρωμή και αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών, που προβλέπονται στο Ν. 1418/1984. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, καθώς και στις συμβάσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί βεβαίωση περάτωσης των εργασιών. Τυχόν καταβληθέντα ποσά σε εφαρμογή της καταργούμενης διάταξης δεν αναζητούνται».
10. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1418/1984 ρυθμίζουν την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών των εκτελουμένων στο πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων εργασιών, ώστε να μη ζημιώνονται οι ανάδοχοι από την αύξηση, κατά την διάρκεια εκτελέσεως των έργων, των τιμών των εργασιών σε σχέση με εκείνες, τις οποίες είχαν λάβει υπ’ όψη για την κατάρτιση της προσφοράς τους. Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001 θεσπίσθηκε ειδικώς για την αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών, όταν σε αυτήν περιλαμβάνεται και η αξία της ασφάλτου, ευνοϊκότερη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, ρύθμιση σε σχέση με την έως τότε ισχύουσα, η οποία, πλέον, μετά την νεώτερη αυτή διάταξη, κατελάμβανε όλες τις άλλες, πλην των ασφαλτικών, εργασίες. Ειδικώτερα, αναφέρεται στην αιτιολογική αυτή έκθεση ότι με την νέα ρύθμιση «αντιμετωπίζεται το θέμα των συνεχών διακυμάνσεων της τιμής της ασφάλτου, σε σχέση με την καταβαλλόμενη στους αναδόχους δημοσίων έργων αποζημίωση, που σε αρκετές περιπτώσεις υπολείπεται του πραγματικού κόστους. Για την αντιμετώπιση του θέματος γίνεται παρέμβαση στον τρόπο πληρωμής των ασφαλτικών εργασιών και στο μηχανισμό της αναθεώρησης των τιμών». Από το περιεχόμενο, όμως, αυτό της αιτιολογικής εκθέσεως δεν προκύπτει για ποιο λόγο ήταν επιβεβλημένη, κατά τον νομοθέτη, η ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των ασφαλτικών εργασιών σε σχέση με όλες τις άλλες εργασίες και γιατί η έως τότε ισχύουσα ρύθμιση για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών όλων εν γένει των εκτελουμένων στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίων έργων εργασιών δεν ήταν επαρκής ειδικώς για τις ασφαλτικές εργασίες. Και αναφέρεται μεν στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, κατά τα προεκτεθέντα, ότι υπάρχουν συνεχείς διακυμάνσεις της τιμής της ασφάλτου και ότι η καταβαλλόμενη, υπό το έως τότε νομοθετικό καθεστώς, στους αναδόχους δημοσίων έργων «αποζημίωση», προφανώς μέσω της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, «σε αρκετές περιπτώσεις υπολείπεται του πραγματικού κόστους», δεν γίνεται, όμως, επίκληση κανενός συγκεκριμένου στοιχείου ούτε ως προς την διακύμανση της τιμής της ασφάλτου και το ύψος αυτής, ούτε ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση της διακυμάνσεως αυτής το έως τότε ισχύον και για τις ασφαλτικές εργασίες σύστημα αναθεωρήσεως της σχετικής συμβατικής τιμής. Εξ άλλου, η νεώτερη αυτή, ευνοϊκότερη, ρύθμιση καταλαμβάνει και εν εξελίξει συμβάσεις, εφ’ όσον δεν υπάρχει πρόβλεψη περί εφαρμογής της μόνον σε συμβάσεις που θα συναφθούν μετά την έναρξη ισχύος της, με συνέπεια να ανατρέπονται εκ των υστέρων, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, τα οικονομικά δεδομένα τα οποία οι κύριοι των έργων, Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είχαν υπ’ όψη τους κατά την προκήρυξη των σχετικών διαγωνισμών και την σύναψη των συναφών συμβάσεων και εν όψει των οποίων είχαν καταρτίσει τους σχετικούς με τα έργα αυτά προϋπολογισμούς, χωρίς να προκύπτει ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος που ειδικώς ως προς τις ασφαλτικές εργασίες κατέστησε τις υποχρεώσεις των αναδόχων δημοσίων έργων υπερμέτρως επαχθείς σε βαθμό που να υπερβαίνει τον κίνδυνο που θα μπορούσε να αναληφθεί από αυτούς κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και να μη μπορεί να καλυφθεί από την προβλεπόμενη για τις άλλες εργασίες αναθεώρηση των συμβατικών τιμών. Με την παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, δηλαδή δύο έτη και πέντε περίπου μήνες από την δημοσίευση του προαναφερθέντος ν. 2940/2001, καταργήθηκε η θεσπισθείσα με τον νόμο αυτόν ευνοϊκή ρύθμιση για την αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών αναδρομικώς από τότε που η εν λόγω ρύθμιση ίσχυσε (δηλαδή από 6.8.2001), ορίσθηκε δε περαιτέρω ότι η κατάργηση αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Με την τελευταία αυτή, δηλαδή, ρύθμιση του ν. 3212/2003 καταργήθηκε από τότε που ίσχυσε η θεσπισθείσα, χωρίς να δικαιολογείται από κανένα εμφανή σπουδαίο λόγο, με τον ν. 2940/2001 εξαίρεση και επαναφέρθηκε ο ισχύων προκειμένου για τις συμβατικές τιμές όλων των εργασιών, που εκτελούνται στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίων έργων, τρόπος αναθεωρήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με συνέπεια εκκρεμείς δίκες ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων, στις οποίες οι ανάδοχοι επεδίωκαν την εφαρμογή των καταργηθεισών διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001, για τον υπολογισμό της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, να αποβαίνουν υπέρ του κυρίου του έργου, Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α., εφ’ όσον δικαιολογείται από προφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, την κατάργηση αδικαιολόγητης εξαιρέσεως από πάγια ρύθμιση προς προστασία της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου ότι η ερειδομένη στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001 απαίτηση των αναδόχων δημοσίων έργων να υπολογισθεί η αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών με τον οριζόμενο στις εν λόγω διατάξεις τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εύρισκε, έως την κατάργηση των διατάξεων αυτών επαρκές έρεισμα στο εθνικό δίκαιο, ώστε να συνιστά «περιουσία» προστατευόμενη από το άρθρο 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, εν όψει του μικρού χρονικού διαστήματος ισχύος των διατάξεων αυτών (δύο έτη και πέντε περίπου μήνες), του γεγονότος ότι με αυτές θεσπιζόταν εξαίρεση από τον ισχύοντα για όλες τις άλλες εργασίες τρόπο αναθεωρήσεως των συμβατικών τιμών χωρίς να γίνεται επίκληση συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την εξαίρεση αυτή και του ότι δεν υπήρχε πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ως προς τις διατάξεις αυτές, και ειδικώτερα ως προς την συμφωνία τους – εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος τους και του ότι θεσπίσθηκαν προς όφελος του ενός εκ των δύο συμβαλλομένων χωρίς σπουδαίο λόγο – προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, αλλά και ως προς την έννοιά τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. [πρβλ. Α.Π. 1127/2006].
11. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτoυν τα εξής: Ο αναιρεσείων, ανάδοχος του δημοσίου έργου «Βελτίωση γεωμετρικών χαρακτηριστικών και βατότητας οδικού άξονα Σερρών – Βροντού (Δ΄ φάση)», δυνάμει της από 16.12.1998 συμβάσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών υπέβαλε στις 25.1.2002 στην Διευθύνουσα Υπηρεσία τον 5ο λογαριασμό του έργου, προκειμένου να του καταβληθεί η κατά τον ν. 2940/2001 αξία αναθεωρήσεως των ασφαλτικών εργασιών, που ανερχόταν στο ποσό των 15.366,10 ευρώ. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με την υπ’ αριθ. 216/1.2.2002 πράξη της, επέστρεψε στον αναιρεσείοντα τον ανωτέρω λογαριασμό, χωρίς να τον εγκρίνει, με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση και πληρωμή των ανωτέρω εργασιών σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001. Κατά της ως άνω πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.2.2002 ένσταση, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 474/11.3.2002 πράξη της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, κατά της πράξεως δε αυτής άσκησε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την από 28.5.2002 αίτηση θεραπείας, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς με την άπρακτη πάροδο της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων άσκησε, στις 25.10.2002, προσφυγή, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε αφ’ ενός μεν να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως θεραπείας, καθώς και οι προαναφερθείσες πράξεις της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, και αφ’ ετέρου να υποχρεωθεί η μεν Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει τον 5ο λογαριασμό του έργου, ποσού 15.366,10 ευρώ, που αφορούσε αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001, ο δε κύριος του έργου να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Η προσφυγή αυτή απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικώτερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι έρεισμα των αξιώσεων του αναιρεσείοντος ήσαν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001 (άρθρο 10 παρ. 11 του ν. 1418/1984), οι οποίες θέσπισαν νέα μέθοδο πληρωμής και αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, όταν σ’ αυτήν περιλαμβάνεται η τιμή της ασφάλτου, καταργήθηκαν, όμως, από τότε που ίσχυσαν, ήτοι από τις 6.8.2001, με την παρ. 10 του άρθρο 23 του ν. 3212/2003, με την οποία ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή εφαρμόζονται και για την αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών οι γενικές διατάξεις του ν. 1418/1984 για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών των δημοσίων έργων. Περαιτέρω, το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι, εφ’ όσον η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά την ρητή της πρόβλεψη, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την δημοσίευση του νόμου αυτού υποθέσεις, αυτή εφαρμόζεται και στην επίδικη υπόθεση, που εκκρεμούσε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου στις 31.12.2003, οπότε δημοσιεύθηκε ο ανωτέρω νόμος, δεδομένου ότι η προσφυγή του αναιρεσείοντος είχε ασκηθεί στις 25.10.2002 και η συζήτηση της προσφυγής αυτής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου έλαβε χώρα στις 3.12.2004. Με τα δεδομένα αυτά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι είχε εκλείψει, εν προκειμένω, η νόμιμη βάση του αιτήματος του αναιρεσείοντος και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε την προσφυγή του. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, διότι αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α. και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Συμβάσεως.
12. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι ευρώ (460 ευρώ για την παράσταση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος + 460 ευρώ για την παράσταση της Περιφέρειας ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου = 920 ευρώ). 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2013
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
 
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος   Μ. Παπαδοπούλου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
 
 
Ν. Σακελλαρίου   Μ. Παπασαράντη
 
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.


Αθήνα, ..............................................


O Προεδρεύων Αντιπρόεδρος        Η Γραμματέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΣτΕ 3368/2015 (Ολομ.): Δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ.1 και 26 του Συντάγματος η παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες



Με την υπ' αριθμ. 6/2010 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της αντιθέσεως της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, προς τα άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.). Συγκεκριμένα, το Τμήμα παρέπεμψε το ζήτημα, διότι αφ' ενός μεν ήγετο σε κρίση περί αντιθέσεως της επίμαχης διατάξεως προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις χωρίς τούτο να έχει κριθεί προηγουμένως με απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, αφ' ετέρου δε λόγω μείζονος σπουδαιότητας του ζητήματος αν η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της παραπάνω Σύμβασης.
Επιλαμβανόμενη του ζητήματος, η Ολομέλεια έκρινε ότι "η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με συνέπεια εκκρεμείς δίκες ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων, στις οποίες οι ανάδοχοι επεδίωκαν την εφαρμογή των καταργηθεισών διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001, για τον υπολογισμό της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, να αποβαίνουν υπέρ του κυρίου του έργου, Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α., εφ’ όσον δικαιολογείται από προφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, την κατάργηση αδικαιολόγητης εξαιρέσεως από πάγια ρύθμιση προς προστασία της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας".

Αριθμός 3368/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Χρ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Μ. Τριπολιτσιώτη, Ε. Σκούρα, Πάρεδροι. Πάρεδροι.   Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Δ. Κυριλλόπουλος και Π. Μπραΐμη, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπαδοπούλου.
Για να δικάσει την από 13 Απριλίου 2007 αίτηση:
του ..., ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών και ήδη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Χαμαϊλίδη (Α.Μ. 358 ΔΣ Σερρών), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 6/2010 αποφάσεως του Στ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1107/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Π. Ευστρατίου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 2667402-4/2007 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθ. 1107/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη προσφυγή του αναιρεσείοντος, αναδόχου του δημοσίου έργου «Βελτίωση γεωμετρικών χαρακτηριστικών και βατότητας οδικού άξονα Σερρών – Βροντού (Δ΄ φάση)», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του έργου αυτού, λόγω της μη εγκρίσεως του 5ου λογαριασμού του έργου, ποσού 15.366,10 ευρώ, που αφορούσε αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001.
3. Επειδή, η υπόθεση είχε εισαχθεί αρχικώς ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την υπ’ αριθ. 6/2010 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της συμφωνίας ή μη της διατάξεως της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και προς το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Συμβάσεως.
4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν παρέστη κατά την συζήτηση αυτής ο αναιρεσείων, εφόσον αντίγραφα της ανωτέρω, υπ’ αριθ. 6/2010, παραπεμπτικής αποφάσεως, καθώς και της από 26.8.2010 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κοινοποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (βλ. τα από 11.10.2010 αποδεικτικά επιδόσεως της Επιμελήτριας του Δικαστηρίου ...).
5. Επειδή, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία υπεισήλθε από 1.1.2011, ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως β΄ βαθμού, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών, νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη χωρίς άλλη διατύπωση (βλ. άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περ. β΄ και 283 παρ. 2, όπως ισχύει, του ν. 3852/2010, Α΄ 87).
6. Επειδή, από τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, με τα οποία καθιερώνονται, αντίστοιχα, η αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από δικαστήρια και η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, να μεταβάλει ακόμη και αναδρομικά, τις κείμενες ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου, αρκεί η επέμβασή του αυτή να μην αποτελεί ευθεία κύρωση της διοικητικής πράξεως, της οποίας η νομιμότητα είναι εκκρεμής ενώπιον των δικαστηρίων, να μην προσβάλλει το δεδικασμένο ή την αρχή της μη αναδρομικότητας των διατάξεων που επιβάλλουν κυρώσεις, να αιτιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και να μην προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας. Ο νομοθέτης δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, ενόψει των συνταγματικών αυτών διατάξεων, επ’ ευκαιρία τέτοιων αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση των απαιτήσεων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές, εφ’ όσον, όμως, για αυτές έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου, ούτε μπορεί να καταργεί τις δίκες αυτές, διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, θα παραβιαζόταν δε επίσης και η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η αρχή της ισότητας των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι και θα ευνοείτο ο ένας από αυτούς, συνήθως ο φορέας της δημόσιας εξουσίας (βλ. Σ.τ.Ε. 542/1999 Ολομ., 1847/2008 Ολομ., 3633/2004 Ολομ., 604/2002 Ολομ., 3651/2001, 2583, 201/2000, 3761/1999, κ.ά.).
7. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Με τη διάταξη αυτή, με την οποία κατοχυρώνονται η αρχή της νομιμότητας και ο θεσμός της δίκαιης δίκης, δεν απαγορεύεται γενικώς η θέσπιση αναδρομικών κανόνων δικαίου, όμως, είναι αντίθετες προς αυτήν νομοθετικές ρυθμίσεις μη υπαγορευόμενες από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίες θεσπίζονται με αναδρομική ισχύ, ρυθμίζουν θέμα για το οποίο υφίσταται εκκρεμής δίκη με διάδικο το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη θέσπισή τους η έκβαση της δίκης αποβαίνει υπέρ του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, [βλ. Ε.Δ.Δ.Α. 11.4.2002 - 11.7.2002 Σμοκοβίτης κ.λ.π. κατά Ελλάδος (σκ. 20 επ.), 28.6.2001 - 28.9.2001 Αγούδημος κατά Ελλάδος (σκ. 27 επ.), 28.10.1999 Zielinski κ.λ.π. κατά Γαλλίας (σκ. 50 επ.), 22.10.1997 Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος (σκ. 33 επ.), 9.12.1994 Ελληνικά Διυλιστήρια ΣΤΡΑΝ και Στρ. Ανδρεάδης κατά Ελλάδος (σκ. 41 επ.). Βλ. περίπτωση συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος Ε.Δ.Δ.Α. 23.10.1997 National and Provincial Building Society κ.λ.π. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκ. 94 επ.). Βλ. και ΣτΕ 372/2005 επταμ.].
8. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην ανωτέρω Σύμβαση, που επίσης κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται δικαίωμα του προσώπου στην περιουσία του, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Συνεπώς, προστατεύονται και τα δικαιώματα, ενοχικής φύσεως (απαιτήσεις), είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς (βλ. Σ.τ.Ε. 2032/2009). Εξ άλλου, δεν συνιστά «περιουσία» που προστατεύεται από την ανωτέρω διάταξη κάθε απαίτηση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δικαστικώς, αλλά μόνο εφόσον η εν λόγω απαίτηση ευρίσκει επαρκές έρεισμα στο εθνικό δίκαιο, όπως συμβαίνει όταν υφίσταται πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων που επιβεβαιώνει την ύπαρξή της. Κατά την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, μέσω της θεσπίσεως κανόνων δικαίου με αναδρομική ισχύ, που μπορεί να καταλαμβάνουν και εκκρεμείς δίκες, μόνο για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και εφόσον δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, [βλ. Ε.Δ.Δ.Α. 6.10.2005 Draon κατά Γαλλίας, (σκ. 59 επ.), 11.4.2002 – 11.7.2002 Σμοκοβίτης κ.λ.π. κατά Ελλάδος (σκ. 29 επ.), 1995 Pressos Compania Naviera S.A. and others κατά Βελγίου, (σκ. 28 επ.)].
9. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001 «Αναπτυξιακά, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 180), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στις 6.8.2001, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: «Στο άρθρο 10 του ν. 1418/1984, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 6 παράγραφος 21 του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α΄) και 2 παράγραφοι 15 και 16 του ν. 2229/1994, (ΦΕΚ 138 Α΄), η παράγραφος 11 αναριθμείται σε 12 και προστίθεται παράγραφος 11 που έχει ως εξής: “11. Ειδικώς από το Γ΄ τρίμηνο του 1999 και εφεξής η πληρωμή και η αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, όταν σε αυτήν περιλαμβάνεται και η αξία της ασφάλτου, γίνεται ως εξής: α. Κάθε συμβατική τιμή (ΤΣ) διαχωρίζεται στην αξία των ασφαλτικών εργασιών χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) και στην αξία της ασφάλτου (ΤΣ2), με βάση τις σχέσεις ΤΣ1 = Εοx / Eoa X ΤΣ και ΤΣ2 = Αο, όπου: Εοx: η αξία της ασφαλτικής εργασίας χωρίς την αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για κάθε εργολαβική σύμβαση. Εοa: η αξία της ασφαλτικής εργασίας μαζί με την αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για κάθε εργολαβική σύμβαση. Αο: η αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την εγκεκριμένη από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων Ανάλυση Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) κατά το χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης για την κάθε εργολαβική σύμβαση. β. Η πληρωμή των ασφαλτικών εργασιών γίνεται με βάση τις ποσότητες των εργασιών που έχουν εκτελεστεί, πολλαπλασιαζόμενη με την αντίστοιχη αξία χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) και με την αξία της ασφάλτου (Αο). γ. Η αναθεώρηση (ΔΤν) της αξίας των ασφαλτικών εργασιών χωρίς την άσφαλτο (ΤΣ1) υπολογίζεται με τον τύπο της παραγράφου 5, με βάση τα άρθρα της Ανάλυσης Τιμών Έργων Οδοποιίας (Α.Τ.Ε.Ο.) που αφορά στις ασφαλτικές εργασίες χωρίς την άσφαλτο. δ. Η αναθεώρηση (ΔΤν) της αξίας της ασφάλτου (ΤΣ2) υπολογίζεται με βάση τον τύπο ΔΤν = Αο (Αν / Αο - 1), όπου Αν είναι η αξία της ασφάλτου, σύμφωνα με την Α.Τ.Ε.Ο. κατά την εκάστοτε αναθεωρητική περίοδο. Για τον προσδιορισμό της αξίας της ασφάλτου Αο και Αν, από το Γ΄ τρίμηνο του 1999 και εφεξής, ως τιμή της ασφάλτου λαμβάνεται ο αριθμητικός μέσος όρος των εβδομαδιαίων τιμών της ασφάλτου, σύμφωνα με τα δελτία τιμών των διϋλιστηρίων της χώρας. ε. Οι ανάδοχοι των εργολαβιών αυτών μπορούν να δηλώσουν στη διευθύνουσα το έργο υπηρεσία, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι επιμένουν στους συμβατικούς όρους για την πληρωμή και τον υπολογισμό της αναθεώρησης της αξίας των ασφαλτικών εργασιών. Στην περίπτωση αυτή ο υπολογισμός και η πληρωμή της αναθεώρησης εξακολουθούν να διέπονται από τις μέχρι σήμερα ισχύουσες διατάξεις. στ. … ζ. Με απόφαση που εκδίδεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων μπορεί να ορισθεί άλλος τρόπος λήψης της τιμής της ασφάλτου για αναθεώρηση των εργασιών αυτών”». Ακολούθως, με την παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308/31.12.2003), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στις 31.12.2003, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: «Η παράγραφος 11 του άρθρου 10 του Ν. 1418/1984, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Ν. 2940/2001, καταργείται από τότε που ίσχυσε και για την πληρωμή και αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών, που προβλέπονται στο Ν. 1418/1984. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, καθώς και στις συμβάσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί βεβαίωση περάτωσης των εργασιών. Τυχόν καταβληθέντα ποσά σε εφαρμογή της καταργούμενης διάταξης δεν αναζητούνται».
10. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1418/1984 ρυθμίζουν την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών των εκτελουμένων στο πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων εργασιών, ώστε να μη ζημιώνονται οι ανάδοχοι από την αύξηση, κατά την διάρκεια εκτελέσεως των έργων, των τιμών των εργασιών σε σχέση με εκείνες, τις οποίες είχαν λάβει υπ’ όψη για την κατάρτιση της προσφοράς τους. Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001 θεσπίσθηκε ειδικώς για την αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών, όταν σε αυτήν περιλαμβάνεται και η αξία της ασφάλτου, ευνοϊκότερη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, ρύθμιση σε σχέση με την έως τότε ισχύουσα, η οποία, πλέον, μετά την νεώτερη αυτή διάταξη, κατελάμβανε όλες τις άλλες, πλην των ασφαλτικών, εργασίες. Ειδικώτερα, αναφέρεται στην αιτιολογική αυτή έκθεση ότι με την νέα ρύθμιση «αντιμετωπίζεται το θέμα των συνεχών διακυμάνσεων της τιμής της ασφάλτου, σε σχέση με την καταβαλλόμενη στους αναδόχους δημοσίων έργων αποζημίωση, που σε αρκετές περιπτώσεις υπολείπεται του πραγματικού κόστους. Για την αντιμετώπιση του θέματος γίνεται παρέμβαση στον τρόπο πληρωμής των ασφαλτικών εργασιών και στο μηχανισμό της αναθεώρησης των τιμών». Από το περιεχόμενο, όμως, αυτό της αιτιολογικής εκθέσεως δεν προκύπτει για ποιο λόγο ήταν επιβεβλημένη, κατά τον νομοθέτη, η ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των ασφαλτικών εργασιών σε σχέση με όλες τις άλλες εργασίες και γιατί η έως τότε ισχύουσα ρύθμιση για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών όλων εν γένει των εκτελουμένων στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίων έργων εργασιών δεν ήταν επαρκής ειδικώς για τις ασφαλτικές εργασίες. Και αναφέρεται μεν στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, κατά τα προεκτεθέντα, ότι υπάρχουν συνεχείς διακυμάνσεις της τιμής της ασφάλτου και ότι η καταβαλλόμενη, υπό το έως τότε νομοθετικό καθεστώς, στους αναδόχους δημοσίων έργων «αποζημίωση», προφανώς μέσω της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, «σε αρκετές περιπτώσεις υπολείπεται του πραγματικού κόστους», δεν γίνεται, όμως, επίκληση κανενός συγκεκριμένου στοιχείου ούτε ως προς την διακύμανση της τιμής της ασφάλτου και το ύψος αυτής, ούτε ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση της διακυμάνσεως αυτής το έως τότε ισχύον και για τις ασφαλτικές εργασίες σύστημα αναθεωρήσεως της σχετικής συμβατικής τιμής. Εξ άλλου, η νεώτερη αυτή, ευνοϊκότερη, ρύθμιση καταλαμβάνει και εν εξελίξει συμβάσεις, εφ’ όσον δεν υπάρχει πρόβλεψη περί εφαρμογής της μόνον σε συμβάσεις που θα συναφθούν μετά την έναρξη ισχύος της, με συνέπεια να ανατρέπονται εκ των υστέρων, εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, τα οικονομικά δεδομένα τα οποία οι κύριοι των έργων, Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είχαν υπ’ όψη τους κατά την προκήρυξη των σχετικών διαγωνισμών και την σύναψη των συναφών συμβάσεων και εν όψει των οποίων είχαν καταρτίσει τους σχετικούς με τα έργα αυτά προϋπολογισμούς, χωρίς να προκύπτει ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος που ειδικώς ως προς τις ασφαλτικές εργασίες κατέστησε τις υποχρεώσεις των αναδόχων δημοσίων έργων υπερμέτρως επαχθείς σε βαθμό που να υπερβαίνει τον κίνδυνο που θα μπορούσε να αναληφθεί από αυτούς κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και να μη μπορεί να καλυφθεί από την προβλεπόμενη για τις άλλες εργασίες αναθεώρηση των συμβατικών τιμών. Με την παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, δηλαδή δύο έτη και πέντε περίπου μήνες από την δημοσίευση του προαναφερθέντος ν. 2940/2001, καταργήθηκε η θεσπισθείσα με τον νόμο αυτόν ευνοϊκή ρύθμιση για την αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών αναδρομικώς από τότε που η εν λόγω ρύθμιση ίσχυσε (δηλαδή από 6.8.2001), ορίσθηκε δε περαιτέρω ότι η κατάργηση αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Με την τελευταία αυτή, δηλαδή, ρύθμιση του ν. 3212/2003 καταργήθηκε από τότε που ίσχυσε η θεσπισθείσα, χωρίς να δικαιολογείται από κανένα εμφανή σπουδαίο λόγο, με τον ν. 2940/2001 εξαίρεση και επαναφέρθηκε ο ισχύων προκειμένου για τις συμβατικές τιμές όλων των εργασιών, που εκτελούνται στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίων έργων, τρόπος αναθεωρήσεως. Με τα δεδομένα αυτά, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που ορίζει ότι καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, με συνέπεια εκκρεμείς δίκες ενώπιον των Διοικητικών Εφετείων, στις οποίες οι ανάδοχοι επεδίωκαν την εφαρμογή των καταργηθεισών διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001, για τον υπολογισμό της αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, να αποβαίνουν υπέρ του κυρίου του έργου, Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α., εφ’ όσον δικαιολογείται από προφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, την κατάργηση αδικαιολόγητης εξαιρέσεως από πάγια ρύθμιση προς προστασία της περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου ότι η ερειδομένη στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001 απαίτηση των αναδόχων δημοσίων έργων να υπολογισθεί η αναθεώρηση της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών με τον οριζόμενο στις εν λόγω διατάξεις τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εύρισκε, έως την κατάργηση των διατάξεων αυτών επαρκές έρεισμα στο εθνικό δίκαιο, ώστε να συνιστά «περιουσία» προστατευόμενη από το άρθρο 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, εν όψει του μικρού χρονικού διαστήματος ισχύος των διατάξεων αυτών (δύο έτη και πέντε περίπου μήνες), του γεγονότος ότι με αυτές θεσπιζόταν εξαίρεση από τον ισχύοντα για όλες τις άλλες εργασίες τρόπο αναθεωρήσεως των συμβατικών τιμών χωρίς να γίνεται επίκληση συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την εξαίρεση αυτή και του ότι δεν υπήρχε πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ως προς τις διατάξεις αυτές, και ειδικώτερα ως προς την συμφωνία τους – εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος τους και του ότι θεσπίσθηκαν προς όφελος του ενός εκ των δύο συμβαλλομένων χωρίς σπουδαίο λόγο – προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, αλλά και ως προς την έννοιά τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. [πρβλ. Α.Π. 1127/2006].
11. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτoυν τα εξής: Ο αναιρεσείων, ανάδοχος του δημοσίου έργου «Βελτίωση γεωμετρικών χαρακτηριστικών και βατότητας οδικού άξονα Σερρών – Βροντού (Δ΄ φάση)», δυνάμει της από 16.12.1998 συμβάσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών υπέβαλε στις 25.1.2002 στην Διευθύνουσα Υπηρεσία τον 5ο λογαριασμό του έργου, προκειμένου να του καταβληθεί η κατά τον ν. 2940/2001 αξία αναθεωρήσεως των ασφαλτικών εργασιών, που ανερχόταν στο ποσό των 15.366,10 ευρώ. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με την υπ’ αριθ. 216/1.2.2002 πράξη της, επέστρεψε στον αναιρεσείοντα τον ανωτέρω λογαριασμό, χωρίς να τον εγκρίνει, με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση και πληρωμή των ανωτέρω εργασιών σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001. Κατά της ως άνω πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.2.2002 ένσταση, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 474/11.3.2002 πράξη της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, κατά της πράξεως δε αυτής άσκησε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την από 28.5.2002 αίτηση θεραπείας, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς με την άπρακτη πάροδο της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων άσκησε, στις 25.10.2002, προσφυγή, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε αφ’ ενός μεν να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως θεραπείας, καθώς και οι προαναφερθείσες πράξεις της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, και αφ’ ετέρου να υποχρεωθεί η μεν Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει τον 5ο λογαριασμό του έργου, ποσού 15.366,10 ευρώ, που αφορούσε αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2940/2001, ο δε κύριος του έργου να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Η προσφυγή αυτή απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικώτερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι έρεισμα των αξιώσεων του αναιρεσείοντος ήσαν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2940/2001 (άρθρο 10 παρ. 11 του ν. 1418/1984), οι οποίες θέσπισαν νέα μέθοδο πληρωμής και αναθεωρήσεως της συμβατικής τιμής των ασφαλτικών εργασιών, όταν σ’ αυτήν περιλαμβάνεται η τιμή της ασφάλτου, καταργήθηκαν, όμως, από τότε που ίσχυσαν, ήτοι από τις 6.8.2001, με την παρ. 10 του άρθρο 23 του ν. 3212/2003, με την οποία ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή εφαρμόζονται και για την αναθεώρηση των ασφαλτικών εργασιών οι γενικές διατάξεις του ν. 1418/1984 για την αναθεώρηση των συμβατικών τιμών των δημοσίων έργων. Περαιτέρω, το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι, εφ’ όσον η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά την ρητή της πρόβλεψη, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την δημοσίευση του νόμου αυτού υποθέσεις, αυτή εφαρμόζεται και στην επίδικη υπόθεση, που εκκρεμούσε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου στις 31.12.2003, οπότε δημοσιεύθηκε ο ανωτέρω νόμος, δεδομένου ότι η προσφυγή του αναιρεσείοντος είχε ασκηθεί στις 25.10.2002 και η συζήτηση της προσφυγής αυτής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου έλαβε χώρα στις 3.12.2004. Με τα δεδομένα αυτά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι είχε εκλείψει, εν προκειμένω, η νόμιμη βάση του αιτήματος του αναιρεσείοντος και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε την προσφυγή του. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, κατά το μέρος που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, διότι αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α. και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Συμβάσεως.
12. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι ευρώ (460 ευρώ για την παράσταση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος + 460 ευρώ για την παράσταση της Περιφέρειας ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου = 920 ευρώ). 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2013
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
 
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος   Μ. Παπαδοπούλου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
 
 
Ν. Σακελλαρίου   Μ. Παπασαράντη
 
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.


Αθήνα, ..............................................


O Προεδρεύων Αντιπρόεδρος        Η Γραμματέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.