Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΕλΣυν 1001/2015 (Ολομ.): Συνταγματική η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν. 2362/1995 (διετής παραγραφή)

 Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του συνταξιοδοτικού κώδικα (π.δ. 169/2007) και προβλέπει διετή παραγραφή για τις κατά του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, δεν αντίκειται σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και είναι ισχυρή και εφαρμοστέα.

Απόφαση   1001/2015
 

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης (εισηγητής), Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δημήτριος Τσακανίκας μετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη.
Οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνα Ζώη, Γεωργία Τζομάκα, Στυλιανός Λεντιδάκης και Βασιλική Σοφιανού απουσίασαν δικαιολογημένα.
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για  να δικάσει την από 19.12.2012 (αρ. κατ. 207/24.12.2012) για αναίρεση της 3156/2011 οριστικής απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους  Νικολάου Καραγιώργη,
Κ α τ ά των: 1) 28) από τους οποίους οι μεν ένατη, ενδέκατη, εικοστή πρώτη και εικοστή τέταρτη εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, και ζήτησαν να εκδικαστεί η υπόθεσή τους, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που εφέροντο οι υπό στοιχείο 14 από αυτούς ως κληρονόμοι πολιτικού συνταξιούχου και οι λοιποί ως πολιτικοί συνταξιούχοι οι ίδιοι, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής: α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο μεταποβιώσας στις 5.4.2003 δικαιοπάροχός τους … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001.  
Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του II Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε, επίσης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Ευφροσύνη Κραμποβίτη και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Γεωργία Μαραγκού και Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα που απουσίασαν λόγω κωλύματος. Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχε επίσης η Σύμβουλος Χριστίνα Ρασσιά (αναπληρωματικό μέλος). Γραμματέας η Μάρθα Δήμου.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :

Ι.  Η υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3156/2011 οριστικής απόφασης του II Τμήματος, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρα 61 παρ. 1 και 117 του π.δ/τος 1225/1981), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, χωρίς η πρόοδος δίκης να εμποδίζεται από τη δικονομική απουσία των ένατης, ενδέκατης, εικοστής πρώτης και εικοστής τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, και ζήτησαν να εκδικασθεί η υπόθεσή τους (άρθρα 16, 27, 65 παρ. 2 και 117 του π.δ/τος 1225/1981), ούτε από την απουσία αφενός των νόμιμων κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 3.1.2013 δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης … (βλ. την .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου, το …/10.1.2013 πιστοποιητικό του Δημάρχου … περί των εγγυτέρων συγγενών της θανούσης και τα … και …/27.1.2014 πιστοποιητικά για τη μη δημοσίευση διαθήκης της), οι οποίοι, με τις κατατεθείσες στο Ελεγκτικό Συνέδριο από 27.1.2014 υπεύθυνες δηλώσεις τους, συνεχίζουν την ανοιγείσα με την ένδικη αίτηση δίκη, υπεισελθόντες στη δικονομική θέση εκείνης, αφετέρου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτησή της, αν και όλοι τους κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τούτο (βλ. αντιστοίχως τις από 12.2.2014, 4.3.2014, 4.3.2014, 25.2.2014, 28.2.2014, 27.2.2014, 4.3.2014, 28.2.2014, 13.2.2014, 6.2.2014, 19.2.2014, 4.2.2014, 4.2.2014, 4.2.2014, 30.1.2014, 10.2.2014, 19.2.2014, 7.2.2014, 7.2.2014, 19.2.2014, 10.2.2014, 4.3.2014, 3.2.2014, 7.2.2014, 5.3.2014 και 7.2.2014 εκθέσεις για τις επιδόσεις των σχετικών κλήσεων).
II. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 1.6.2005 κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τα ποσά της οικογενειακής παροχής που δικαιούντο ως πολιτικοί συνταξιούχοι οι ίδιοι και, στην περίπτωση των υπό στοιχείο 14 από τους αναιρεσιβλήτους, ο αποβιώσας στις 5.4.2003 εκ κληρονομίας δικαιοπάροχός τους …, ήτοι α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο τότε εν ζωή … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001. Διώκεται δε, με την ένδικη αίτηση, η αναίρεση της πληττόμενης απόφασης, με τις, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, αιτιάσεις: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, καθόσον το Τμήμα έκρινε μη ισχυρή τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού περί διετούς παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων από καθυστερούμενες παροχές και εφάρμοσε τη γενική διάταξη της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου περί πενταετούς παραγραφής, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων επί της οικογενειακής παροχής δεν είχαν υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή, και β) όσον αφορά το δέκατο των αναιρεσιβλήτων …, της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ιδιότητας αυτού ως πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου και, κατ’ επέκταση, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου να επιληφθεί της σχετικής αξίωσής του.
III.  Με το άρθρο 98 παρ. 1(στ) του Συντάγματος, θεσπίζεται πρωτογενής δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις διαφορές από την απονομή συντάξεων. Ως εκ τούτου, διαφορές των οποίων η υποκείμενη σχέση αφορά σε παρακολούθημα της σύνταξης που ορίζεται και οφείλεται ευθέως εκ του νόμου, όπως η προβλεπόμενη για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, ως μέρος των αποδοχών τους, οικογενειακή παροχή συζύγου και τέκνων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997 (Α΄ 40), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), χορηγείτο, υπό τους αυτούς με τους προαναφερόμενους υπαλλήλους όρους, και στους έγγαμους συνταξιούχους του Δημοσίου, ως προσαύξηση της σύνταξής τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα πρόσθετα βάρη που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, ανήκουν στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος συνταξιούχος δύναται να προσφύγει είτε με ένσταση, ενώπιον του αρμοδίου (Α΄) Κλιμακίου, κατά της σχετικής άρνησης του Υπουργού Οικονομικών, είτε με καταψηφιστική (ή και αναγνωριστική) αγωγή, ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος, για την επιδίκαση των οφειλόμενων ποσών της οικογενειακής παροχής (βλ. 2119/2005 Ολομ. Ελ. Συν.). Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο, προκειμένου για εν ενεργεία υπάλληλο του Δημοσίου, καθόσον από την αμφισβήτηση περί την καταβολή ή μη της ίδιας ως άνω παροχής ανακύπτει διαφορά με υποκείμενη σχέση το δικαίωμα επί των αποδοχών αυτού, με συνέπεια το Ελεγκτικό Συνέδριο να στερείται δικαιοδοσίας και η διαφορά να υπάγεται στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο.
IV. Α. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007, 1, 2/2012). 
Εξ άλλου, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), ο οποίος, κατά το άρθρο 119 αυτού, ισχύει από 1.1.1996, ορίζει, επαναλαμβάνοντας παρόμοιες ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος ν.δ/τος 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», στο άρθρο 86 ότι: «1. Καμιά χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία) (…) 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) (…) ε) αφορά σε περιοδικές παροχές (…) παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής», στο άρθρο 90 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής (…) 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της (…) 5. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα (…)», στο άρθρο 91 ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (…)» και στο άρθρο 93 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) (…) β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή (…)».
Με την προεκτεθείσα διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000 και ήδη π.δ. 169/2007), θεσπίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή για τις έναντι του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, που γεννώνται ευθέως εκ του νόμου λόγω της άρνησης ή καθυστέρησης των αρμοδίων οργάνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) να τους καταβάλουν τις οικείες συνταξιοδοτικές παροχές. Η βραχυπρόθεσμη αυτή διετής παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου (πενταετία), όσο και από τις παραγράφους 2 (πενταετία) και 3 (εικοσαετία) του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, ενόψει της ανάγκης ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που είναι επιβεβλημένη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ειδικότερα, η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις εν λόγω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, παρίσταται αναγκαία προς αποφυγή της ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργάνωσης και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοίκησης, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2362/1995), και προς αποτροπή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του υπερβολικού συνολικού ύψους των σχετικών απαιτήσεων, συνεπεία του μεγάλου αριθμού των διαφορών που ανακύπτουν από την άσκηση ευθειών αγωγών των συνταξιούχων του Δημοσίου κατ’ αυτού, ο δε ως άνω στόχος του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικού ύψους ανεξόφλητα χρέη παρελθόντων ετών, δικαιολογεί την θέσπιση βραχύτερου χρόνου παραγραφής των οικείων αξιώσεων. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Ομοίως, άλλωστε, έχει αποφανθεί το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο επί παρόμοιου περιεχομένου διατάξεων για τις αξιώσεις από περιοδικές παροχές των εν ενεργεία υπαλλήλων του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δοθέντος ότι, κατά πρώτον, με την 9/2009 απόφασή του, έκρινε σύμφωνη με το Σύνταγμα τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, η οποία προβλέπει διετή παραγραφή για τις ευθέως εκ του νόμου οφειλόμενες αξιώσεις των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές, ακολούθως δε, με την 2/2012 απόφασή του, έκρινε συνταγματική τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ν.δ/τος 321/1969, η οποία προέβλεπε διετή, επίσης, παραγραφή των αντίστοιχων αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ, με την  1/2012 απόφασή του, έκρινε ωσαύτως σύμφωνη με το Σύνταγμα τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με την οποία καθιερώνεται διετής παραγραφή όλων των απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων από αποδοχές, απολαβές και αποζημιώσεις, είτε οφείλονται ευθέως εκ του νόμου, είτε ερείδονται σε παρανομία της Διοίκησης.
 Β.  Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, όπως και η Σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία επιτρέπεται να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της προστατευόμενης περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ’ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, επομένως, και οι ήδη γεννημένες απαιτήσεις για συνταξιοδοτικές και κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει παροχές, εναπόκειται, ωστόσο, στον εθνικό νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, αρκεί η εκτίμηση αυτή να μην στερείται προδήλως λογικής βάσης και, σε κάθε περίπτωση τέτοιας επέμβασης, να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των προσώπων και να πληρούνται οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (ΕΔΔΑ απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, αρ. 57665 και 57657/2012, σκ. 31 και 39). Κατά την έννοια, εξ άλλου, του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, που εφαρμόζεται και εν προκειμένω, αφού οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και στην προστασία της περιουσίας που αυτό εγγυάται (ΕΔΔΑ, απόφαση της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας, αρ. 25816/09, σκ. 40), τα συμβαλλόμενα Κράτη απολαμβάνουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια, προκειμένου να καθορίσουν εάν και σε ποιο βαθμό διαφορές μεταξύ ανάλογων, ως προς άλλα σημεία, καταστάσεων, δικαιολογούν μια διαφορετική μεταχείριση από τον εθνικό νομοθέτη. Καθίσταται δε αντίθετη προς το άρθρο 14 μια τέτοια νομοθετική διάκριση, εάν «στερείται αντικειμενικής και λογικής αιτιολογίας», εάν, δηλαδή, δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό ή δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (ΕΔΔΑ απόφαση της 9.7.2006, Ζεϊμπέκ κατά Ελλάδας, αρ. 46368/06, σκ. 46, και απόφαση Γιαβή κατά Ελλάδας,  σκ. 38).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 εισάγεται περιορισμός στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου, αυτός, όμως, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των απαιτήσεων από μηνιαίες συνταξιοδοτικές παροχές, η οποία καθίσταται επιβεβλημένη για την προστασία της οικονομικής κατάστασης και της περιουσίας του Δημοσίου και την ορθή άσκηση της δημόσιας αποστολής του Κράτους, λαμβανομένων, μάλιστα, υπόψη και των εξαιρετικών δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν στη Χώρα και καθιστούν ακόμη περισσότερο επιτακτική για το Δημόσιο την αποφυγή της ανατροπής των οικονομικών δεδομένων, με βάση τα οποία προγραμματίζει τη λειτουργία και τις δαπάνες του, από τη συσσώρευση ανεξόφλητων χρεών, σημαντικού, λόγω και του μεγάλου αριθμού των δικαιούχων, ύψους (πρβλ. ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48). Η διαφύλαξη δε της οικονομικής ευρωστίας του Κράτους, μέσω της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του, συνιστά λόγο δημόσιας ωφέλειας που δικαιολογεί τον περιορισμό στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου, τον οποίο επιφέρει η επίμαχη ρύθμιση (πρβλ. 2341, 2333 και 2311/2013 Ολομ. Ελ. Συν. επί του ποσοστού του τόκου υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου, όπου και μειοψηφία), καθόσον με αυτήν εξυπηρετείται, όχι το στενώς εννοούμενο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά ευρύτερος δημοσιονομικός σκοπός, συναρτώμενος με την αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων εσόδων και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, σκ. 38 και 39). Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τη γνώμη που εκράτησε στο Δικαστήριο, τηρείται εν προκειμένω η απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του σεβασμού της περιουσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου, η δε επέμβαση στο συγκεκριμένο δικαίωμα παρίσταται πρόσφορη για την επίτευξη των προαναφερόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο, ενόψει των σκοπών αυτών, μέτρο, μη ανακύπτουσας, ως εκ τούτου, παραβίασης του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ. Επομένως, η επίμαχη διάταξη, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 14 της Σύμβασης αυτής (πρβλ. 2348, 2341, 2333 και 2311/2013 Ολομ. Ελ. Συν). Ούτε, περαιτέρω, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης (βλ. και άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα), αφού, ενόψει του οριζομένου με αυτήν διετούς χρόνου παραγραφής, δεν περιορίζεται υπερβολικά η δυνατότητα των συνταξιούχων του Δημοσίου να διεκδικήσουν δικαστικά τις παροχές που τους οφείλονται (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 51), πέραν του ότι οι ως άνω διατάξεις δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ του Δημοσίου, όταν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν θεσπίζεται δικονομικό, σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, αλλά ανεκτό - κατά τα προεκτεθέντα -  ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. για το ποσοστό του τόκου υπερημερίας  2311/2013, 3026/2012 Ολομ. Ελ. Συν.). Κατά τη γνώμη, όμως, έξι (6) μελών του Δικαστηρίου, που μειοψήφησαν, ήτοι του Αντιπροέδρου Ευάγγελου Νταή και των Συμβούλων Μαρίας Βλαχάκη, Ευαγγελίας-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Χριστίνας Ρασσιά, Θεολογίας Γναρδέλλη και Δέσποινας Τζούμα, με τη διάταξη αυτή περιορίζεται το δικαίωμα της κατηγορίας αυτής προσώπων να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα ή βοηθήματα, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφέλειας. Ακόμη δε και αν γινόταν δεκτό ότι η διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του κράτους σε περιόδους δημοσιονομικών κρίσεων υπερβαίνει το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου και ανάγεται σε λόγο δημοσίου ή γενικότερου συμφέροντος, πάντως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι  η επίμαχη ρύθμιση  είναι αναγκαία και ικανή για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού δημόσιας ωφελείας, καθόσον, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται από μακρού, σε συνδυασμό με άλλα όμοιου περιεχομένου μέτρα, δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα δημοσιονομικά προβλήματα της Χώρας, τα οποία, αντιθέτως, οξύνθηκαν τα τελευταία έτη (πρβλ. μειοψ. στις 2311, 2341/2013 Ολομ. Ελ. Συν.). Συνεπώς, η ως άνω διάταξη αντίκειται αφενός μεν στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού εισάγει άνιση (δυσμενέστερη) μεταχείριση της κατηγορίας αυτής δικαιούχων και αξιώσεων τόσο έναντι αυτού τούτου του Δημοσίου, οι αξιώσεις του οποίου κατά το άρθρο 86 παρ. 2 και 3 του ν. 2362/1995 υπόκεινται σε πενταετή ή και σε εικοσαετή, κατά περίπτωση, παραγραφή, όσο και έναντι άλλων κατηγοριών δικαιούχων και αξιώσεων κατά του Δημοσίου, στις οποίες έχει εφαρμογή η γενική πενταετής παραγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αφετέρου δε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού περιορίζει τις σχετικές περιουσιακής φύσης αξιώσεις της κατηγορίας αυτής προσώπων, των συνταξιούχων, δηλαδή, του Δημοσίου, για την αναδρομική διεκδίκηση συντάξεων, επιδομάτων και βοηθημάτων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίου ή γενικού συμφέροντος, δυνάμενοι να δικαιολογήσουν τη θέσπιση εξαίρεσης από το γενικότερο κανόνα της μακροπρόθεσμης παραγραφής, για ορισμένη μόνον κατηγορία απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Παρά δε το γεγονός ότι η ως άνω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού περιεχομένου, η καθιέρωση με αυτήν της βραχυπρόθεσμης παραγραφής για τις αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου έχει άμεση δυσμενή επίπτωση στην εκ μέρους τους δυνατότητα δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών τους και οδηγεί έμμεσα σε ανεπίτρεπτη παραβίαση της καθιερούμενης από τα άρθρα 20 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ δικονομικής ισότητας μεταξύ των διαδίκων, εν προκειμένω, δηλαδή, του Δημοσίου και των συνταξιούχων αυτού. Συνεπώς, η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, πρέπει δε να τύχει εφαρμογής και για τις αξιώσεις αυτές η γενική πενταετής παραγραφή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 (2442/2008, όπου και μειοψηφία, 148, 416/2010, 1575/2011 Ολομ. Ελ. Συν., Ειδ. Δικ. 1/2005). Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
V. Στην ένδικη υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού, κατά νομικό χαρακτηρισμό, εκτιμήθηκε ως ευθεία η από 1.6.2005 και με αρ. κατ. 250/30.6.2005 κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους το Τμήμα διέλαβε ότι «όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο [Δημόσιο], ήταν [οι ίδιοι και, στην περίπτωση των υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτων, ο εκ κληρονομίας δικαιοπάροχός τους …] κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνταξιούχοι του εναγομένου», έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοσή της, α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο τότε εν ζωή … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με την παραδοχή ότι οι ως άνω αξιώσεις τους - ενόψει του χρόνου κατάθεσης της αγωγής (30.6.2005) και, ειδικώς όσον αφορά τον εικοστό αναιρεσίβλητο, για τον οποίον και μόνον γίνεται σχετική μνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της εκ μέρους του προηγούμενης υποβολής της 181000/28.12.2001 αίτησης στο Γ.Λ.Κ. για τις απαιτήσεις του που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.1999 - δεν είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995.  Αυτά δεχθέν το Τμήμα το μεν, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο πρώτο αναιρετικό λόγο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, αφού η διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του συνταξιοδοτικού κώδικα (π.δ. 169/2007) και προβλέπει διετή παραγραφή για τις κατά του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, δεν αντίκειται, όπως προεκτέθηκε, σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και είναι ισχυρή και εφαρμοστέα, το δε ανεπαρκώς, ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς σε συγκεκριμένη πράξη κανονισμού σύνταξης, αιτιολόγησε την κρίση του αναφορικά με την ιδιότητα του δέκατου των αναιρεσιβλήτων …, ως συνταξιούχου του Δημοσίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως, βασίμως προβάλλεται, ειδικώς για τον τελευταίο, με τον έτερο αναιρετικό λόγο, μολονότι επρόκειτο για ζήτημα αναγόμενο στη θεμελίωση της δικαιοδοσίας του και, ως εκ τούτου, αυτεπαγγέλτως ερευνητέο από αυτό, ως Δικαστήριο της ουσίας.
Αντιθέτως, κατά τη μειοψηφούσα, ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, γνώμη, ορθώς το δικάσαν Τμήμα έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εφαρμοστέα, όχι τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, αλλά εκείνη της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου περί πενταετούς παραγραφής, δεχθέν, περαιτέρω, ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν, σε κάθε περίπτωση, υποπέσει σε παραγραφή.
VI. Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να αναπεμφθεί στο II Τμήμα, προκειμένου να εξετασθεί εκ νέου με διαφορετική σύνθεση, όχι μόνον ως προς τον …, αλλά, καθόσον το Τμήμα δεν αποφάνθηκε επί του προβληθέντος με την αγωγή ισχυρισμού τους ότι όλοι τους είχαν διακόψει την παραγραφή των απαιτήσεών τους έναντι του Δημοσίου διά της υποβολής σχετικών αιτήσεων στο Γ.Λ.Κ. στις 31.12.2002, και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, συμπεριλαμβανομένου του …, επί του ιδίου ισχυρισμού του οποίου, επίσης, δεν εκφέρθηκε κρίση, όσον αφορά την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών του για το επόμενο της 31.12.1999 χρονικό διάστημα.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την από 19.12.2012 (αρ. κατ. 207/24.12.2012) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναιρεί, ως προς τους αναιρεσίβλητους, την προσβαλλόμενη 3156/2011 οριστική απόφαση του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αναπέμπει την υπόθεση στο II Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την εκ νέου εξέτασή της με διαφορετική σύνθεση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  23 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΕΦΕΝΤΑΚΗΣ


Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΘΑ  ΔΗΜΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις  4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ
ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΕλΣυν 1001/2015 (Ολομ.): Συνταγματική η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν. 2362/1995 (διετής παραγραφή)

 Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του συνταξιοδοτικού κώδικα (π.δ. 169/2007) και προβλέπει διετή παραγραφή για τις κατά του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, δεν αντίκειται σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και είναι ισχυρή και εφαρμοστέα.

Απόφαση   1001/2015
 

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης (εισηγητής), Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου και Δημήτριος Τσακανίκας μετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη.
Οι Σύμβουλοι Κωνσταντίνα Ζώη, Γεωργία Τζομάκα, Στυλιανός Λεντιδάκης και Βασιλική Σοφιανού απουσίασαν δικαιολογημένα.
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για  να δικάσει την από 19.12.2012 (αρ. κατ. 207/24.12.2012) για αναίρεση της 3156/2011 οριστικής απόφασης του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους  Νικολάου Καραγιώργη,
Κ α τ ά των: 1) 28) από τους οποίους οι μεν ένατη, ενδέκατη, εικοστή πρώτη και εικοστή τέταρτη εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, και ζήτησαν να εκδικαστεί η υπόθεσή τους, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που εφέροντο οι υπό στοιχείο 14 από αυτούς ως κληρονόμοι πολιτικού συνταξιούχου και οι λοιποί ως πολιτικοί συνταξιούχοι οι ίδιοι, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής: α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο μεταποβιώσας στις 5.4.2003 δικαιοπάροχός τους … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001.  
Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του II Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε, επίσης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Ευφροσύνη Κραμποβίτη και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Γεωργία Μαραγκού και Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα που απουσίασαν λόγω κωλύματος. Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχε επίσης η Σύμβουλος Χριστίνα Ρασσιά (αναπληρωματικό μέλος). Γραμματέας η Μάρθα Δήμου.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :

Ι.  Η υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3156/2011 οριστικής απόφασης του II Τμήματος, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρα 61 παρ. 1 και 117 του π.δ/τος 1225/1981), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, χωρίς η πρόοδος δίκης να εμποδίζεται από τη δικονομική απουσία των ένατης, ενδέκατης, εικοστής πρώτης και εικοστής τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, και ζήτησαν να εκδικασθεί η υπόθεσή τους (άρθρα 16, 27, 65 παρ. 2 και 117 του π.δ/τος 1225/1981), ούτε από την απουσία αφενός των νόμιμων κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 3.1.2013 δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης … (βλ. την .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου, το …/10.1.2013 πιστοποιητικό του Δημάρχου … περί των εγγυτέρων συγγενών της θανούσης και τα … και …/27.1.2014 πιστοποιητικά για τη μη δημοσίευση διαθήκης της), οι οποίοι, με τις κατατεθείσες στο Ελεγκτικό Συνέδριο από 27.1.2014 υπεύθυνες δηλώσεις τους, συνεχίζουν την ανοιγείσα με την ένδικη αίτηση δίκη, υπεισελθόντες στη δικονομική θέση εκείνης, αφετέρου των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτησή της, αν και όλοι τους κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τούτο (βλ. αντιστοίχως τις από 12.2.2014, 4.3.2014, 4.3.2014, 25.2.2014, 28.2.2014, 27.2.2014, 4.3.2014, 28.2.2014, 13.2.2014, 6.2.2014, 19.2.2014, 4.2.2014, 4.2.2014, 4.2.2014, 30.1.2014, 10.2.2014, 19.2.2014, 7.2.2014, 7.2.2014, 19.2.2014, 10.2.2014, 4.3.2014, 3.2.2014, 7.2.2014, 5.3.2014 και 7.2.2014 εκθέσεις για τις επιδόσεις των σχετικών κλήσεων).
II. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 1.6.2005 κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τα ποσά της οικογενειακής παροχής που δικαιούντο ως πολιτικοί συνταξιούχοι οι ίδιοι και, στην περίπτωση των υπό στοιχείο 14 από τους αναιρεσιβλήτους, ο αποβιώσας στις 5.4.2003 εκ κληρονομίας δικαιοπάροχός τους …, ήτοι α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο τότε εν ζωή … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001. Διώκεται δε, με την ένδικη αίτηση, η αναίρεση της πληττόμενης απόφασης, με τις, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, αιτιάσεις: α) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, καθόσον το Τμήμα έκρινε μη ισχυρή τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού περί διετούς παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων από καθυστερούμενες παροχές και εφάρμοσε τη γενική διάταξη της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου περί πενταετούς παραγραφής, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων επί της οικογενειακής παροχής δεν είχαν υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή, και β) όσον αφορά το δέκατο των αναιρεσιβλήτων …, της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ιδιότητας αυτού ως πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου και, κατ’ επέκταση, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου να επιληφθεί της σχετικής αξίωσής του.
III.  Με το άρθρο 98 παρ. 1(στ) του Συντάγματος, θεσπίζεται πρωτογενής δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις διαφορές από την απονομή συντάξεων. Ως εκ τούτου, διαφορές των οποίων η υποκείμενη σχέση αφορά σε παρακολούθημα της σύνταξης που ορίζεται και οφείλεται ευθέως εκ του νόμου, όπως η προβλεπόμενη για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου, ως μέρος των αποδοχών τους, οικογενειακή παροχή συζύγου και τέκνων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997 (Α΄ 40), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), χορηγείτο, υπό τους αυτούς με τους προαναφερόμενους υπαλλήλους όρους, και στους έγγαμους συνταξιούχους του Δημοσίου, ως προσαύξηση της σύνταξής τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα πρόσθετα βάρη που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, ανήκουν στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος συνταξιούχος δύναται να προσφύγει είτε με ένσταση, ενώπιον του αρμοδίου (Α΄) Κλιμακίου, κατά της σχετικής άρνησης του Υπουργού Οικονομικών, είτε με καταψηφιστική (ή και αναγνωριστική) αγωγή, ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος, για την επιδίκαση των οφειλόμενων ποσών της οικογενειακής παροχής (βλ. 2119/2005 Ολομ. Ελ. Συν.). Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο, προκειμένου για εν ενεργεία υπάλληλο του Δημοσίου, καθόσον από την αμφισβήτηση περί την καταβολή ή μη της ίδιας ως άνω παροχής ανακύπτει διαφορά με υποκείμενη σχέση το δικαίωμα επί των αποδοχών αυτού, με συνέπεια το Ελεγκτικό Συνέδριο να στερείται δικαιοδοσίας και η διαφορά να υπάγεται στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο.
IV. Α. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007, 1, 2/2012). 
Εξ άλλου, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), ο οποίος, κατά το άρθρο 119 αυτού, ισχύει από 1.1.1996, ορίζει, επαναλαμβάνοντας παρόμοιες ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος ν.δ/τος 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», στο άρθρο 86 ότι: «1. Καμιά χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία) (…) 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) (…) ε) αφορά σε περιοδικές παροχές (…) παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής», στο άρθρο 90 ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής (…) 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της (…) 5. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα (…)», στο άρθρο 91 ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (…)» και στο άρθρο 93 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) (…) β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή (…)».
Με την προεκτεθείσα διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000 και ήδη π.δ. 169/2007), θεσπίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή για τις έναντι του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, που γεννώνται ευθέως εκ του νόμου λόγω της άρνησης ή καθυστέρησης των αρμοδίων οργάνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) να τους καταβάλουν τις οικείες συνταξιοδοτικές παροχές. Η βραχυπρόθεσμη αυτή διετής παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου (πενταετία), όσο και από τις παραγράφους 2 (πενταετία) και 3 (εικοσαετία) του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, ενόψει της ανάγκης ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που είναι επιβεβλημένη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ειδικότερα, η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις εν λόγω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, παρίσταται αναγκαία προς αποφυγή της ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργάνωσης και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοίκησης, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2362/1995), και προς αποτροπή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του υπερβολικού συνολικού ύψους των σχετικών απαιτήσεων, συνεπεία του μεγάλου αριθμού των διαφορών που ανακύπτουν από την άσκηση ευθειών αγωγών των συνταξιούχων του Δημοσίου κατ’ αυτού, ο δε ως άνω στόχος του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικού ύψους ανεξόφλητα χρέη παρελθόντων ετών, δικαιολογεί την θέσπιση βραχύτερου χρόνου παραγραφής των οικείων αξιώσεων. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Ομοίως, άλλωστε, έχει αποφανθεί το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο επί παρόμοιου περιεχομένου διατάξεων για τις αξιώσεις από περιοδικές παροχές των εν ενεργεία υπαλλήλων του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δοθέντος ότι, κατά πρώτον, με την 9/2009 απόφασή του, έκρινε σύμφωνη με το Σύνταγμα τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, η οποία προβλέπει διετή παραγραφή για τις ευθέως εκ του νόμου οφειλόμενες αξιώσεις των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές, ακολούθως δε, με την 2/2012 απόφασή του, έκρινε συνταγματική τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ν.δ/τος 321/1969, η οποία προέβλεπε διετή, επίσης, παραγραφή των αντίστοιχων αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ, με την  1/2012 απόφασή του, έκρινε ωσαύτως σύμφωνη με το Σύνταγμα τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με την οποία καθιερώνεται διετής παραγραφή όλων των απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων από αποδοχές, απολαβές και αποζημιώσεις, είτε οφείλονται ευθέως εκ του νόμου, είτε ερείδονται σε παρανομία της Διοίκησης.
 Β.  Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, όπως και η Σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία επιτρέπεται να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της προστατευόμενης περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ’ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, επομένως, και οι ήδη γεννημένες απαιτήσεις για συνταξιοδοτικές και κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει παροχές, εναπόκειται, ωστόσο, στον εθνικό νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, αρκεί η εκτίμηση αυτή να μην στερείται προδήλως λογικής βάσης και, σε κάθε περίπτωση τέτοιας επέμβασης, να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των προσώπων και να πληρούνται οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (ΕΔΔΑ απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, αρ. 57665 και 57657/2012, σκ. 31 και 39). Κατά την έννοια, εξ άλλου, του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, που εφαρμόζεται και εν προκειμένω, αφού οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και στην προστασία της περιουσίας που αυτό εγγυάται (ΕΔΔΑ, απόφαση της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας, αρ. 25816/09, σκ. 40), τα συμβαλλόμενα Κράτη απολαμβάνουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια, προκειμένου να καθορίσουν εάν και σε ποιο βαθμό διαφορές μεταξύ ανάλογων, ως προς άλλα σημεία, καταστάσεων, δικαιολογούν μια διαφορετική μεταχείριση από τον εθνικό νομοθέτη. Καθίσταται δε αντίθετη προς το άρθρο 14 μια τέτοια νομοθετική διάκριση, εάν «στερείται αντικειμενικής και λογικής αιτιολογίας», εάν, δηλαδή, δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό ή δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (ΕΔΔΑ απόφαση της 9.7.2006, Ζεϊμπέκ κατά Ελλάδας, αρ. 46368/06, σκ. 46, και απόφαση Γιαβή κατά Ελλάδας,  σκ. 38).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 εισάγεται περιορισμός στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου, αυτός, όμως, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των απαιτήσεων από μηνιαίες συνταξιοδοτικές παροχές, η οποία καθίσταται επιβεβλημένη για την προστασία της οικονομικής κατάστασης και της περιουσίας του Δημοσίου και την ορθή άσκηση της δημόσιας αποστολής του Κράτους, λαμβανομένων, μάλιστα, υπόψη και των εξαιρετικών δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν στη Χώρα και καθιστούν ακόμη περισσότερο επιτακτική για το Δημόσιο την αποφυγή της ανατροπής των οικονομικών δεδομένων, με βάση τα οποία προγραμματίζει τη λειτουργία και τις δαπάνες του, από τη συσσώρευση ανεξόφλητων χρεών, σημαντικού, λόγω και του μεγάλου αριθμού των δικαιούχων, ύψους (πρβλ. ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48). Η διαφύλαξη δε της οικονομικής ευρωστίας του Κράτους, μέσω της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του, συνιστά λόγο δημόσιας ωφέλειας που δικαιολογεί τον περιορισμό στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου, τον οποίο επιφέρει η επίμαχη ρύθμιση (πρβλ. 2341, 2333 και 2311/2013 Ολομ. Ελ. Συν. επί του ποσοστού του τόκου υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου, όπου και μειοψηφία), καθόσον με αυτήν εξυπηρετείται, όχι το στενώς εννοούμενο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά ευρύτερος δημοσιονομικός σκοπός, συναρτώμενος με την αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων εσόδων και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, σκ. 38 και 39). Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τη γνώμη που εκράτησε στο Δικαστήριο, τηρείται εν προκειμένω η απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του σεβασμού της περιουσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου, η δε επέμβαση στο συγκεκριμένο δικαίωμα παρίσταται πρόσφορη για την επίτευξη των προαναφερόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο, ενόψει των σκοπών αυτών, μέτρο, μη ανακύπτουσας, ως εκ τούτου, παραβίασης του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ. Επομένως, η επίμαχη διάταξη, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 14 της Σύμβασης αυτής (πρβλ. 2348, 2341, 2333 και 2311/2013 Ολομ. Ελ. Συν). Ούτε, περαιτέρω, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης (βλ. και άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα), αφού, ενόψει του οριζομένου με αυτήν διετούς χρόνου παραγραφής, δεν περιορίζεται υπερβολικά η δυνατότητα των συνταξιούχων του Δημοσίου να διεκδικήσουν δικαστικά τις παροχές που τους οφείλονται (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 51), πέραν του ότι οι ως άνω διατάξεις δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ του Δημοσίου, όταν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν θεσπίζεται δικονομικό, σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, αλλά ανεκτό - κατά τα προεκτεθέντα -  ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. για το ποσοστό του τόκου υπερημερίας  2311/2013, 3026/2012 Ολομ. Ελ. Συν.). Κατά τη γνώμη, όμως, έξι (6) μελών του Δικαστηρίου, που μειοψήφησαν, ήτοι του Αντιπροέδρου Ευάγγελου Νταή και των Συμβούλων Μαρίας Βλαχάκη, Ευαγγελίας-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Χριστίνας Ρασσιά, Θεολογίας Γναρδέλλη και Δέσποινας Τζούμα, με τη διάταξη αυτή περιορίζεται το δικαίωμα της κατηγορίας αυτής προσώπων να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα ή βοηθήματα, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφέλειας. Ακόμη δε και αν γινόταν δεκτό ότι η διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του κράτους σε περιόδους δημοσιονομικών κρίσεων υπερβαίνει το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου και ανάγεται σε λόγο δημοσίου ή γενικότερου συμφέροντος, πάντως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι  η επίμαχη ρύθμιση  είναι αναγκαία και ικανή για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού δημόσιας ωφελείας, καθόσον, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται από μακρού, σε συνδυασμό με άλλα όμοιου περιεχομένου μέτρα, δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα δημοσιονομικά προβλήματα της Χώρας, τα οποία, αντιθέτως, οξύνθηκαν τα τελευταία έτη (πρβλ. μειοψ. στις 2311, 2341/2013 Ολομ. Ελ. Συν.). Συνεπώς, η ως άνω διάταξη αντίκειται αφενός μεν στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού εισάγει άνιση (δυσμενέστερη) μεταχείριση της κατηγορίας αυτής δικαιούχων και αξιώσεων τόσο έναντι αυτού τούτου του Δημοσίου, οι αξιώσεις του οποίου κατά το άρθρο 86 παρ. 2 και 3 του ν. 2362/1995 υπόκεινται σε πενταετή ή και σε εικοσαετή, κατά περίπτωση, παραγραφή, όσο και έναντι άλλων κατηγοριών δικαιούχων και αξιώσεων κατά του Δημοσίου, στις οποίες έχει εφαρμογή η γενική πενταετής παραγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αφετέρου δε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού περιορίζει τις σχετικές περιουσιακής φύσης αξιώσεις της κατηγορίας αυτής προσώπων, των συνταξιούχων, δηλαδή, του Δημοσίου, για την αναδρομική διεκδίκηση συντάξεων, επιδομάτων και βοηθημάτων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίου ή γενικού συμφέροντος, δυνάμενοι να δικαιολογήσουν τη θέσπιση εξαίρεσης από το γενικότερο κανόνα της μακροπρόθεσμης παραγραφής, για ορισμένη μόνον κατηγορία απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Παρά δε το γεγονός ότι η ως άνω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού περιεχομένου, η καθιέρωση με αυτήν της βραχυπρόθεσμης παραγραφής για τις αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου έχει άμεση δυσμενή επίπτωση στην εκ μέρους τους δυνατότητα δικαστικής διεκδίκησης των αξιώσεών τους και οδηγεί έμμεσα σε ανεπίτρεπτη παραβίαση της καθιερούμενης από τα άρθρα 20 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ δικονομικής ισότητας μεταξύ των διαδίκων, εν προκειμένω, δηλαδή, του Δημοσίου και των συνταξιούχων αυτού. Συνεπώς, η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, πρέπει δε να τύχει εφαρμογής και για τις αξιώσεις αυτές η γενική πενταετής παραγραφή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 (2442/2008, όπου και μειοψηφία, 148, 416/2010, 1575/2011 Ολομ. Ελ. Συν., Ειδ. Δικ. 1/2005). Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
V. Στην ένδικη υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού, κατά νομικό χαρακτηρισμό, εκτιμήθηκε ως ευθεία η από 1.6.2005 και με αρ. κατ. 250/30.6.2005 κοινή με άλλους ομοδίκους τους αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους το Τμήμα διέλαβε ότι «όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο [Δημόσιο], ήταν [οι ίδιοι και, στην περίπτωση των υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτων, ο εκ κληρονομίας δικαιοπάροχός τους …] κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνταξιούχοι του εναγομένου», έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοσή της, α) σε καθέναν από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έβδομη και εικοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 447,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 21.1.2001, γ) στους υπό στοιχείο 14 αναιρεσιβλήτους, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός από αυτούς, το συνολικό ποσό των 493,03 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει ο τότε εν ζωή … για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, δ) σε καθέναν από τους δέκατο πέμπτο, εικοστή πρώτη και εικοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 739,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση ενός τέκνου, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, ε) στη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 633,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με προσαύξηση ενός τέκνου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.8.2000, στ) στον εικοστό αναιρεσίβλητο το ποσό των 915,63 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου που δεν είχε λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 28.2.2001, και ζ) σε καθεμία από τις εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 986,06 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, με προσαύξηση δύο τέκνων, που δεν είχαν λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001, με την παραδοχή ότι οι ως άνω αξιώσεις τους - ενόψει του χρόνου κατάθεσης της αγωγής (30.6.2005) και, ειδικώς όσον αφορά τον εικοστό αναιρεσίβλητο, για τον οποίον και μόνον γίνεται σχετική μνεία στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της εκ μέρους του προηγούμενης υποβολής της 181000/28.12.2001 αίτησης στο Γ.Λ.Κ. για τις απαιτήσεις του που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.1999 - δεν είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995.  Αυτά δεχθέν το Τμήμα το μεν, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο πρώτο αναιρετικό λόγο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, αφού η διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του συνταξιοδοτικού κώδικα (π.δ. 169/2007) και προβλέπει διετή παραγραφή για τις κατά του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων αυτού, δεν αντίκειται, όπως προεκτέθηκε, σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και είναι ισχυρή και εφαρμοστέα, το δε ανεπαρκώς, ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς σε συγκεκριμένη πράξη κανονισμού σύνταξης, αιτιολόγησε την κρίση του αναφορικά με την ιδιότητα του δέκατου των αναιρεσιβλήτων …, ως συνταξιούχου του Δημοσίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως, βασίμως προβάλλεται, ειδικώς για τον τελευταίο, με τον έτερο αναιρετικό λόγο, μολονότι επρόκειτο για ζήτημα αναγόμενο στη θεμελίωση της δικαιοδοσίας του και, ως εκ τούτου, αυτεπαγγέλτως ερευνητέο από αυτό, ως Δικαστήριο της ουσίας.
Αντιθέτως, κατά τη μειοψηφούσα, ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, γνώμη, ορθώς το δικάσαν Τμήμα έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εφαρμοστέα, όχι τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, αλλά εκείνη της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου περί πενταετούς παραγραφής, δεχθέν, περαιτέρω, ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν, σε κάθε περίπτωση, υποπέσει σε παραγραφή.
VI. Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να αναπεμφθεί στο II Τμήμα, προκειμένου να εξετασθεί εκ νέου με διαφορετική σύνθεση, όχι μόνον ως προς τον …, αλλά, καθόσον το Τμήμα δεν αποφάνθηκε επί του προβληθέντος με την αγωγή ισχυρισμού τους ότι όλοι τους είχαν διακόψει την παραγραφή των απαιτήσεών τους έναντι του Δημοσίου διά της υποβολής σχετικών αιτήσεων στο Γ.Λ.Κ. στις 31.12.2002, και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, συμπεριλαμβανομένου του …, επί του ιδίου ισχυρισμού του οποίου, επίσης, δεν εκφέρθηκε κρίση, όσον αφορά την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών του για το επόμενο της 31.12.1999 χρονικό διάστημα.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την από 19.12.2012 (αρ. κατ. 207/24.12.2012) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναιρεί, ως προς τους αναιρεσίβλητους, την προσβαλλόμενη 3156/2011 οριστική απόφαση του II Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αναπέμπει την υπόθεση στο II Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την εκ νέου εξέτασή της με διαφορετική σύνθεση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  23 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΕΦΕΝΤΑΚΗΣ


Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΘΑ  ΔΗΜΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις  4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ
ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.