Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

ΣτΕ 2562/2015 (Ολομ.): ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΠΠ ΤΗΣ ΕΣΔΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡ. 3 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 91 ΤΟΥ Ν.Δ. 321/1969

Η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων που επέρχεται με τον συνεπεία της θεσπιζομένης παραγραφής περιορισμό του χρόνου, εντός του οποίου μπορούν να διεκδικήσουν χρηματικές αξιώσεις τους κατά του Δημοσίου, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην εξασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών και δεν υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια.
 
Αριθμός 2562/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση:

του Νικολάου Παπακωνσταντίνου, κατοίκου Πύλας Θεσσαλονίκης (Παλαιά Συμμαχία 29), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά o δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Νίκη Μαριόλη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, μετά την 2/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί η αμφισβήτηση που είχε προκύψει μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθμός αποφάσεως 954/2011) και του Αρείου Πάγου (αριθμός αποφάσεως 1270/1983 και εμμέσως και από τις όμοιες αποφάσεις 882/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992, 1010/1993 και 1110/1994) ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2273/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Π. Ευστρατίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, λόγω κωλύματος των Συμβούλων Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου και Κ. Κουσούλη, τακτικών μελών της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, έλαβαν μέρος στη διάσκεψη, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος, αναπληρωματικά μέχρι τότε μέλη της συνθέσεως [άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), με το οποίο προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)· βλ. το υπ’ αριθ. 130/2013 Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου].

2. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1001006/2003 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου).

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθ. 2273/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθ. 2578/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος, υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι το Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει το αναφερόμενο σ’ αυτήν ποσό ως διαφορά αποδοχών λόγω μη καταβολής προσαυξήσεως 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή κατά το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987.

4. Επειδή, η υπόθεση είχε εισαχθεί αρχικώς ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την υπ’ αριθ. 71/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ/τος 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» (Α΄ 205), με την οποία θεσπιζόταν διετής παραγραφή των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαυές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την υπ’ αριθ. 954/2011 απόφασή της, έκρινε ότι η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας, διότι είναι μικρότερος από τον χρόνο της πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται αφενός μεν από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφετέρου δε από το άρθρο 87 παρ. 1 του εν λόγω ν. δ/τος για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. Ενόψει, όμως, της υπάρξεως αφενός μεν αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1270/1983), που δέχεται ρητώς, ως προς το ζήτημα αυτό, αντίθετη γνώμη, και αφετέρου αποφάσεων του Αρείου Πάγου, οι οποίες, εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη, δέχονται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (Α.Π. 852/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992, 1010/1993, 1110/1994), η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την προαναφερθείσα απόφασή της, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και παρέπεμψε το ζήτημα τούτο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και το άρθρο 48 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (Α΄ 141) Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, προς άρση της αμφισβητήσεως. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 2/2012 απόφασή του, ήρε την αμφισβήτηση και απεφάνθη ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατόπιν τούτου η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την διάταξη του δευτέρου εδαφίου της προαναφερθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 48 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.    

5. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν παρέστη κατά την συζήτηση αυτής ο αναιρεσείων, εφόσον αντίγραφο της από 27.7.2012 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (βλ. το από 25.9.2012 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας του Δικαστηρίου Μαρίνας Σταυροπούλου).

6. Επειδή το προαναφερόμενο ν. δ/γμα 321/1969, το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 87 παρ. 1 ότι «Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία). …», στο άρθρο 91 ότι «1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφ’ όσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. …   3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ’ αυτού συνδεομένων εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλης πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι δύο ετών. 4. …», στο άρθρο 93 ότι «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις» και στο άρθρο 95 ότι «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το δικαστήριον … β) Δια της υποβολής προς την δημοσίαν αρχήν αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως, η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) …».

7. Επειδή, με την προαναφερθείσα 2/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη, για τις μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από την παράγραφο 1 του άρθρου 87 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του Αστικού Κώδικα για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού καθώς και προς αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.

8. Επειδή, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν. δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 3428/2006, 2031/2009, 6/2010, 730/2010, 668/2012 Ολομ., 1285/2012 Ολομ., Α.Π. 40/1998 Ολομ., 123/2011, 2/2011 Ολομ., 372/2010, Ε.Δ.Δ.Α. Pressos Compania Naviera S.A. κ.λπ. κατά Βελγίου της 20.11.1995 σκ. 28 επ., Draon κατά Γαλλίας της 6.10.2005 σκ. 65 επ.). Είναι, όμως, επιτρεπτός ο περιορισμός των ενοχικών δικαιωμάτων, εφόσον, υπό τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, είναι πρόσφορος, αναγκαίος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. Στο νομοθέτη δε εναπόκειται να αξιολογήσει τους λόγους δημόσιας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην περιουσία, ύστερα από στάθμιση ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσεως (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας σκ. 36). Μόνη, πάντως, η πρόβλεψη του θεσμού της παραγραφής δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος της 25ης Ιουνίου 2009 σκ. 31, J.A. Pye (Oxford) Ltd et J.A. Pye (Oxford) Land Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], Stubbings και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 22ας Οκτωβρίου 1996).

9. Επειδή, όπως ήδη εκτέθηκε, η προβλεπόμενη με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. δ/τος 321/1969 βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που συνίστανται στην ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές, ανά μήνα, παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ειδικότερα, η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως και τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού, ενόψει και του μεγάλου ύψους των αξιώσεων που ενδέχεται να εγερθούν συνολικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου με την άσκηση αγωγών από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό και των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων. Η επιδίωξη δε της δυνατότητας του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, προκειμένου να ασκήσει ορθώς την δημόσια εξουσία και να εκπληρώσει τις έναντι των πολιτών υποχρεώσεις του, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων χρονικών ορίων για την άσκηση των σχετικών αγωγών, λαμβανομένων υπόψη και των διαπιστωθέντων με την γνωστή στο Δικαστήριο από άλλες ενέργειές του υπ’ αριθ. 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται ότι το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από το δέκατο ένατο αιώνα και εφεξής από διαδοχικές σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας και ότι προς αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων έχουν ληφθεί δυσμενή μέτρα που επιβαρύνουν μεγάλες κατηγορίες πολιτών, όπως αύξηση υφισταμένων φόρων, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, ακόμη και αναδρομικές. Ενόψει των ανωτέρω δικαιολογείται η πρόβλεψη διαφορετικής, μικρότερης, παραγραφής για τις χρηματικές απαιτήσεις των υπηρετούντων στο Δημόσιο υπαλλήλων κατ’ αυτού από εκείνη, η οποία ισχύει για τους υπαλλήλους και εργάτες ιδιωτικών επιχειρήσεων, εργαζομένων δηλαδή των οποίων η μισθοδοσία δεν βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και των οποίων οι χρηματικές αξιώσεις κατά του εργοδότη τους δεν αυξάνουν το δημόσιο χρέος. Εξάλλου, η διετής παραγραφή είναι εύλογη από την άποψη ότι παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα στον υπάλληλο για την διεκδίκηση τυχόν χρηματικών αξιώσεών του κατά του Δημοσίου, σχετικών με αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ως εκ της καθιερώσεως της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής, καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση του δικαιώματος του υπαλλήλου να διεκδικήσει αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται, κατ’ αυτόν, συνεπεία της σχέσεως που τον συνδέει με το Δημόσιο. Ο περιορισμός δε του επιμάχου μέτρου στις παραπάνω διαφορές, από τις οποίες, λόγω του αντικειμένου τους, ενδέχεται να εγερθεί μεγάλος αριθμός ένδικων βοηθημάτων με αξιώσεις ανερχόμενες συνολικά σε μεγάλο ύψος και η διαφοροποίηση από την εξεταζόμενη άποψη σε σχέση με τις λοιπές αξιώσεις κατά του Δημοσίου δικαιολογείται από τους προαναφερόμενους λόγους δημοσίου συμφέροντος. Με τα δεδομένα αυτά η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων που επέρχεται με τον συνεπεία της θεσπιζομένης παραγραφής περιορισμό του χρόνου, εντός του οποίου μπορούν να διεκδικήσουν χρηματικές αξιώσεις τους κατά του Δημοσίου, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην εξασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών και δεν υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Αικ. Σακελλαροπούλου, Ιω. Γράβαρη, Σπ. Μαρκάτη, Α. Ντέμσια, Θ. Αραβάνη και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή και του Παρέδρου Δ. Βασιλειάδη, η θέσπιση της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής, η οποία συνεπάγεται περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις, και της τηρήσεως της δημοσιονομικής τάξεως, με την αποφυγή ανατροπής των δεδομένων, κατ’ εκτίμηση των οποίων έχει καταρτισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Και τούτο διότι η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη παραγραφή έχει θεσπισθεί μόνον για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, ενώ για όλες τις άλλες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής, αν και των απαιτήσεων αυτών ενδείκνυται, προς διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η ταχεία εκκαθάριση. Εξάλλου, η θέσπιση της ανωτέρω διετούς παραγραφής δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση της εννόμου σχέσεως, που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του, εφόσον οι χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατ’ αυτών δεν υπόκεινται στην ίδια βραχεία παραγραφή. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ν. δ/τος 321/1969 δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με συνέπεια οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως, ή αποζημιώσεις να υπόκεινται στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 91 και ισχύουσα για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου πενταετή παραγραφή (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος σκ. 35).

10. Επειδή, εξάλλου, από τις παρατεθείσες στην σκέψη 6 διατάξεις του ν.δ/τος 321/1969 προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαυές οποιασδήποτε φύσεως, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Σε περίπτωση δε που η παραγραφή διακοπεί με την υποβολή αιτήσεως, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, κατά την έννοια της ρυθμίζουσας ειδικώς την περίπτωση αυτή διατάξεως του άρθρου 95 περ. β΄ του ν. δ/τος 321/1969 – που αποβλέπει στην κατά το δυνατόν σύντομη εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων με τον περιορισμό του χρόνου εντός του οποίου είναι δυνατή η επιδίωξη των απαιτήσεων επί διακοπής της παραγραφής αυτών – από την ημερομηνία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής, εφόσον η απάντηση εκδοθεί εντός εξαμήνου, άλλως η παραγραφή αρχίζει από τη συμπλήρωση του εξαμήνου. Συνεπώς, επί διακοπής της παραγραφής για τον χρόνο επανεκκινήσεως αυτής δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 93 του ν.δ/τος 321/1969, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς και μόνον την αρχική έναρξη της παραγραφής.

11. Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, μόνιμος υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με βαθμό Γραμματέα Α΄, που αντιστοιχεί σε γραμματέα πρεσβείας, με την από 29.12.1987 αίτησή του, ζήτησε να του χορηγηθεί το αναφερόμενο στην εν λόγω αίτηση ποσό (16.437,32 δολάρια ΗΠΑ) ως προσαύξηση κατά 10% του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή για το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987, κατά το οποίο υπηρέτησε ως Ακόλουθος Τύπου στο Γραφείο Τύπου της Ουάσιγκτον χωρίς να του παραχωρηθεί δωρεάν κατοικία. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 3152/Ε/510/3.2.1988 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις, που προβλέπουν την χορήγηση της προσαυξήσεως αυτής στους διπλωματικούς υπαλλήλους, δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής για τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. Αγωγή του αναιρεσείοντος έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθ. 2578/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφανίσθηκε με την υπ’ αριθ. 3841/1995 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή εφέσεως του Δημοσίου. Η απόφαση, όμως, αυτή αναιρέθηκε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του αναιρεσείοντος, με την υπ’ αριθ. 2829/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι το μόνιμο προσωπικό των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού, στο οποίο ανήκει ο αναιρεσείων, δικαιούται, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 506/1976 (Α΄ 354), σε συνδυασμό προς το άρθρο 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 (Α΄ 221) και την παρ. Γ΄ της υπ’ αριθ. Φ.083-58/11.3.1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εξωτερικών (ΦΕΚ Β΄ 177), της οποίας οι διατάξεις έχουν αναδρομική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ Α΄ 81), να εισπράττει το χορηγούμενο στους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται συνολικά μετά από συνεκτίμηση όλων των συνθηκών στην χώρα, όπου υπηρετεί, συμπεριλαμβανομένης και της προσαυξήσεως κατά 10% ή 20%, κατά περίπτωση, όταν δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία. Κατόπιν αυτού η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για νέα νόμιμη κρίση. Το εν λόγω δικαστήριο, επιληφθέν μετά ταύτα της υποθέσεως, δέχθηκε και πάλι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση του Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε ήδη παραγραφεί στις 16.10.1990, όταν κατατέθηκε η από 12.10.1990 αγωγή του. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση αυτή, την οποία ο αναιρεσείων είχε εγείρει με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 506/1976, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 και της παραγράφου Γ΄ της υπ’ αριθ. Φ.083-58/11.3.1988 κοινής υπουργικής αποφάσεως, υπέκειτο στην προβλεπόμενη από το άρθρο 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 διετή παραγραφή, η οποία διεκόπη στις 29.12.1987 με την υποβολή από τον αναιρεσείοντα στην υπηρεσία του της από 29.12.1987 σχετικής αιτήσεως, κινήθηκε δε πάλι στις 4.2.1988, την επομένη δηλαδή της εκδόσεως της απορριπτικής της εν λόγω αιτήσεως υπ’ αριθ. 3152/Ε/510/3.2.1988 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, και συμπληρώθηκε στις 4.2.1990, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής. Κατόπιν τούτου του Διοικητικό Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτήν.

12. Επειδή, ενόψει των κριθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση 2/12012 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 7) και εκτεθέντων στις σκέψεις 9 και 10, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ. 321/1969 στις 16.10.1990, οπότε κατατέθηκε η από 12.10.1990 αγωγή του, διότι η εν λόγω παραγραφή διακόπηκε στις 29.12.1987 με την υποβολή από αυτόν σχετικής αιτήσεως στην υπηρεσία του και άρχισε και πάλι στις 4.2.1988, την επομένη της εκδόσεως της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, με αποτέλεσμα να έχει αυτή συμπληρωθεί την 4.2.1990, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, αφενός μεν διότι δεν παρατίθεται σ’ αυτήν ειδικότερη αιτιολογία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του ν. δ/τος 321/1969, ενόψει μάλιστα του ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου περί παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, και αφετέρου διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, κατά την έννοια των άρθρων 91 παρ. 3, 93 και 95 του ν. δ/τος 321/1969, όταν η παραγραφή έχει διακοπεί με αίτηση κατατιθέμενη στην υπηρεσία, αρχίζει εκ νέου, εφόσον δοθεί ρητή απάντηση, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου δόθηκε η απάντηση αυτή, πράγμα που, κατ’ αυτόν, προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 95 περ. β του ν. δ/τος 321/1969, όπου αναφέρεται η λέξη «χρονολογία» και όχι «ημερομηνία», καθώς και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει δικαιολογητικός λόγος που να επιβάλλει διαφορετικό χρόνο ενάρξεως της παραγραφής πριν και μετά την διακοπή της. Κατά την διατυπωθείσα, όμως, στη σκέψη 9 μειοψηφούσα γνώμη, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε υποπέσει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής του (16.10.1990) στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 91 του ν.δ/τος 321/1969 διετή παραγραφή δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, η εν λόγω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα, ως αντικειμένη στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., και, ως εκ τούτου, η ανωτέρω αξίωση, αφορώσα προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987, υπέκειτο στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 91 πενταετή παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να αναιρεθεί.

13. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, το Δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσείων πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989).

 

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013

Ο Πρόεδρος   Η Γραμματέας

 

 

Κ. Μενουδάκος    Μ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

 

 

Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

ΣτΕ 2562/2015 (Ολομ.): ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΠΠ ΤΗΣ ΕΣΔΑ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡ. 3 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 91 ΤΟΥ Ν.Δ. 321/1969

Η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων που επέρχεται με τον συνεπεία της θεσπιζομένης παραγραφής περιορισμό του χρόνου, εντός του οποίου μπορούν να διεκδικήσουν χρηματικές αξιώσεις τους κατά του Δημοσίου, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην εξασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών και δεν υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια.
 
Αριθμός 2562/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση:

του Νικολάου Παπακωνσταντίνου, κατοίκου Πύλας Θεσσαλονίκης (Παλαιά Συμμαχία 29), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά o δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Νίκη Μαριόλη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, μετά την 2/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί η αμφισβήτηση που είχε προκύψει μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθμός αποφάσεως 954/2011) και του Αρείου Πάγου (αριθμός αποφάσεως 1270/1983 και εμμέσως και από τις όμοιες αποφάσεις 882/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992, 1010/1993 και 1110/1994) ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2273/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Π. Ευστρατίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, λόγω κωλύματος των Συμβούλων Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου και Κ. Κουσούλη, τακτικών μελών της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, έλαβαν μέρος στη διάσκεψη, ως τακτικά μέλη, οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Μ. Πικραμένος, αναπληρωματικά μέχρι τότε μέλη της συνθέσεως [άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), με το οποίο προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)· βλ. το υπ’ αριθ. 130/2013 Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου].

2. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1001006/2003 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου).

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθ. 2273/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθ. 2578/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος, υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι το Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει το αναφερόμενο σ’ αυτήν ποσό ως διαφορά αποδοχών λόγω μη καταβολής προσαυξήσεως 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή κατά το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987.

4. Επειδή, η υπόθεση είχε εισαχθεί αρχικώς ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την υπ’ αριθ. 71/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ/τος 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» (Α΄ 205), με την οποία θεσπιζόταν διετής παραγραφή των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαυές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την υπ’ αριθ. 954/2011 απόφασή της, έκρινε ότι η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας, διότι είναι μικρότερος από τον χρόνο της πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται αφενός μεν από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφετέρου δε από το άρθρο 87 παρ. 1 του εν λόγω ν. δ/τος για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. Ενόψει, όμως, της υπάρξεως αφενός μεν αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1270/1983), που δέχεται ρητώς, ως προς το ζήτημα αυτό, αντίθετη γνώμη, και αφετέρου αποφάσεων του Αρείου Πάγου, οι οποίες, εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη, δέχονται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα (Α.Π. 852/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992, 1010/1993, 1110/1994), η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την προαναφερθείσα απόφασή της, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και παρέπεμψε το ζήτημα τούτο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και το άρθρο 48 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (Α΄ 141) Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, προς άρση της αμφισβητήσεως. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 2/2012 απόφασή του, ήρε την αμφισβήτηση και απεφάνθη ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατόπιν τούτου η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την διάταξη του δευτέρου εδαφίου της προαναφερθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 48 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.    

5. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι δεν παρέστη κατά την συζήτηση αυτής ο αναιρεσείων, εφόσον αντίγραφο της από 27.7.2012 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού δικασίμου της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (βλ. το από 25.9.2012 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας του Δικαστηρίου Μαρίνας Σταυροπούλου).

6. Επειδή το προαναφερόμενο ν. δ/γμα 321/1969, το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 87 παρ. 1 ότι «Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία). …», στο άρθρο 91 ότι «1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφ’ όσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. …   3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ’ αυτού συνδεομένων εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλης πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι δύο ετών. 4. …», στο άρθρο 93 ότι «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις» και στο άρθρο 95 ότι «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το δικαστήριον … β) Δια της υποβολής προς την δημοσίαν αρχήν αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως, η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) …».

7. Επειδή, με την προαναφερθείσα 2/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη, για τις μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από την παράγραφο 1 του άρθρου 87 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του Αστικού Κώδικα για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού καθώς και προς αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.

8. Επειδή, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν. δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 3428/2006, 2031/2009, 6/2010, 730/2010, 668/2012 Ολομ., 1285/2012 Ολομ., Α.Π. 40/1998 Ολομ., 123/2011, 2/2011 Ολομ., 372/2010, Ε.Δ.Δ.Α. Pressos Compania Naviera S.A. κ.λπ. κατά Βελγίου της 20.11.1995 σκ. 28 επ., Draon κατά Γαλλίας της 6.10.2005 σκ. 65 επ.). Είναι, όμως, επιτρεπτός ο περιορισμός των ενοχικών δικαιωμάτων, εφόσον, υπό τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, είναι πρόσφορος, αναγκαίος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. Στο νομοθέτη δε εναπόκειται να αξιολογήσει τους λόγους δημόσιας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην περιουσία, ύστερα από στάθμιση ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσεως (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας σκ. 36). Μόνη, πάντως, η πρόβλεψη του θεσμού της παραγραφής δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος της 25ης Ιουνίου 2009 σκ. 31, J.A. Pye (Oxford) Ltd et J.A. Pye (Oxford) Land Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], Stubbings και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 22ας Οκτωβρίου 1996).

9. Επειδή, όπως ήδη εκτέθηκε, η προβλεπόμενη με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν. δ/τος 321/1969 βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που συνίστανται στην ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές, ανά μήνα, παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ειδικότερα, η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως και τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού, ενόψει και του μεγάλου ύψους των αξιώσεων που ενδέχεται να εγερθούν συνολικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου με την άσκηση αγωγών από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό και των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων. Η επιδίωξη δε της δυνατότητας του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, προκειμένου να ασκήσει ορθώς την δημόσια εξουσία και να εκπληρώσει τις έναντι των πολιτών υποχρεώσεις του, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων χρονικών ορίων για την άσκηση των σχετικών αγωγών, λαμβανομένων υπόψη και των διαπιστωθέντων με την γνωστή στο Δικαστήριο από άλλες ενέργειές του υπ’ αριθ. 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται ότι το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από το δέκατο ένατο αιώνα και εφεξής από διαδοχικές σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας και ότι προς αντιμετώπιση των κατά καιρούς δημοσιονομικών προβλημάτων έχουν ληφθεί δυσμενή μέτρα που επιβαρύνουν μεγάλες κατηγορίες πολιτών, όπως αύξηση υφισταμένων φόρων, επιβολή νέων φόρων και εκτάκτων εισφορών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, ακόμη και αναδρομικές. Ενόψει των ανωτέρω δικαιολογείται η πρόβλεψη διαφορετικής, μικρότερης, παραγραφής για τις χρηματικές απαιτήσεις των υπηρετούντων στο Δημόσιο υπαλλήλων κατ’ αυτού από εκείνη, η οποία ισχύει για τους υπαλλήλους και εργάτες ιδιωτικών επιχειρήσεων, εργαζομένων δηλαδή των οποίων η μισθοδοσία δεν βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και των οποίων οι χρηματικές αξιώσεις κατά του εργοδότη τους δεν αυξάνουν το δημόσιο χρέος. Εξάλλου, η διετής παραγραφή είναι εύλογη από την άποψη ότι παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα στον υπάλληλο για την διεκδίκηση τυχόν χρηματικών αξιώσεών του κατά του Δημοσίου, σχετικών με αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ως εκ της καθιερώσεως της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής, καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση του δικαιώματος του υπαλλήλου να διεκδικήσει αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται, κατ’ αυτόν, συνεπεία της σχέσεως που τον συνδέει με το Δημόσιο. Ο περιορισμός δε του επιμάχου μέτρου στις παραπάνω διαφορές, από τις οποίες, λόγω του αντικειμένου τους, ενδέχεται να εγερθεί μεγάλος αριθμός ένδικων βοηθημάτων με αξιώσεις ανερχόμενες συνολικά σε μεγάλο ύψος και η διαφοροποίηση από την εξεταζόμενη άποψη σε σχέση με τις λοιπές αξιώσεις κατά του Δημοσίου δικαιολογείται από τους προαναφερόμενους λόγους δημοσίου συμφέροντος. Με τα δεδομένα αυτά η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων που επέρχεται με τον συνεπεία της θεσπιζομένης παραγραφής περιορισμό του χρόνου, εντός του οποίου μπορούν να διεκδικήσουν χρηματικές αξιώσεις τους κατά του Δημοσίου, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην εξασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών και δεν υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από την αρχή της αναλογικότητας όρια. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Αικ. Σακελλαροπούλου, Ιω. Γράβαρη, Σπ. Μαρκάτη, Α. Ντέμσια, Θ. Αραβάνη και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή και του Παρέδρου Δ. Βασιλειάδη, η θέσπιση της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής, η οποία συνεπάγεται περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις, και της τηρήσεως της δημοσιονομικής τάξεως, με την αποφυγή ανατροπής των δεδομένων, κατ’ εκτίμηση των οποίων έχει καταρτισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Και τούτο διότι η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη παραγραφή έχει θεσπισθεί μόνον για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, ενώ για όλες τις άλλες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής, αν και των απαιτήσεων αυτών ενδείκνυται, προς διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η ταχεία εκκαθάριση. Εξάλλου, η θέσπιση της ανωτέρω διετούς παραγραφής δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση της εννόμου σχέσεως, που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του, εφόσον οι χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατ’ αυτών δεν υπόκεινται στην ίδια βραχεία παραγραφή. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ν. δ/τος 321/1969 δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντίθετη προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με συνέπεια οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως, ή αποζημιώσεις να υπόκεινται στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 91 και ισχύουσα για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου πενταετή παραγραφή (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος σκ. 35).

10. Επειδή, εξάλλου, από τις παρατεθείσες στην σκέψη 6 διατάξεις του ν.δ/τος 321/1969 προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαυές οποιασδήποτε φύσεως, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Σε περίπτωση δε που η παραγραφή διακοπεί με την υποβολή αιτήσεως, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, κατά την έννοια της ρυθμίζουσας ειδικώς την περίπτωση αυτή διατάξεως του άρθρου 95 περ. β΄ του ν. δ/τος 321/1969 – που αποβλέπει στην κατά το δυνατόν σύντομη εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων με τον περιορισμό του χρόνου εντός του οποίου είναι δυνατή η επιδίωξη των απαιτήσεων επί διακοπής της παραγραφής αυτών – από την ημερομηνία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής, εφόσον η απάντηση εκδοθεί εντός εξαμήνου, άλλως η παραγραφή αρχίζει από τη συμπλήρωση του εξαμήνου. Συνεπώς, επί διακοπής της παραγραφής για τον χρόνο επανεκκινήσεως αυτής δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 93 του ν.δ/τος 321/1969, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς και μόνον την αρχική έναρξη της παραγραφής.

11. Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, μόνιμος υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με βαθμό Γραμματέα Α΄, που αντιστοιχεί σε γραμματέα πρεσβείας, με την από 29.12.1987 αίτησή του, ζήτησε να του χορηγηθεί το αναφερόμενο στην εν λόγω αίτηση ποσό (16.437,32 δολάρια ΗΠΑ) ως προσαύξηση κατά 10% του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή για το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987, κατά το οποίο υπηρέτησε ως Ακόλουθος Τύπου στο Γραφείο Τύπου της Ουάσιγκτον χωρίς να του παραχωρηθεί δωρεάν κατοικία. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 3152/Ε/510/3.2.1988 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις, που προβλέπουν την χορήγηση της προσαυξήσεως αυτής στους διπλωματικούς υπαλλήλους, δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης εφαρμογής για τους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών. Αγωγή του αναιρεσείοντος έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθ. 2578/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφανίσθηκε με την υπ’ αριθ. 3841/1995 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή εφέσεως του Δημοσίου. Η απόφαση, όμως, αυτή αναιρέθηκε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του αναιρεσείοντος, με την υπ’ αριθ. 2829/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι το μόνιμο προσωπικό των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού, στο οποίο ανήκει ο αναιρεσείων, δικαιούται, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 506/1976 (Α΄ 354), σε συνδυασμό προς το άρθρο 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 (Α΄ 221) και την παρ. Γ΄ της υπ’ αριθ. Φ.083-58/11.3.1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εξωτερικών (ΦΕΚ Β΄ 177), της οποίας οι διατάξεις έχουν αναδρομική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ Α΄ 81), να εισπράττει το χορηγούμενο στους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται συνολικά μετά από συνεκτίμηση όλων των συνθηκών στην χώρα, όπου υπηρετεί, συμπεριλαμβανομένης και της προσαυξήσεως κατά 10% ή 20%, κατά περίπτωση, όταν δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία. Κατόπιν αυτού η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για νέα νόμιμη κρίση. Το εν λόγω δικαστήριο, επιληφθέν μετά ταύτα της υποθέσεως, δέχθηκε και πάλι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση του Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε ήδη παραγραφεί στις 16.10.1990, όταν κατατέθηκε η από 12.10.1990 αγωγή του. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξίωση αυτή, την οποία ο αναιρεσείων είχε εγείρει με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 506/1976, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 και της παραγράφου Γ΄ της υπ’ αριθ. Φ.083-58/11.3.1988 κοινής υπουργικής αποφάσεως, υπέκειτο στην προβλεπόμενη από το άρθρο 91 παρ. 3 του ν. δ/τος 321/1969 διετή παραγραφή, η οποία διεκόπη στις 29.12.1987 με την υποβολή από τον αναιρεσείοντα στην υπηρεσία του της από 29.12.1987 σχετικής αιτήσεως, κινήθηκε δε πάλι στις 4.2.1988, την επομένη δηλαδή της εκδόσεως της απορριπτικής της εν λόγω αιτήσεως υπ’ αριθ. 3152/Ε/510/3.2.1988 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, και συμπληρώθηκε στις 4.2.1990, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής. Κατόπιν τούτου του Διοικητικό Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή του αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτήν.

12. Επειδή, ενόψει των κριθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση 2/12012 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 7) και εκτεθέντων στις σκέψεις 9 και 10, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ. 321/1969 στις 16.10.1990, οπότε κατατέθηκε η από 12.10.1990 αγωγή του, διότι η εν λόγω παραγραφή διακόπηκε στις 29.12.1987 με την υποβολή από αυτόν σχετικής αιτήσεως στην υπηρεσία του και άρχισε και πάλι στις 4.2.1988, την επομένη της εκδόσεως της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, με αποτέλεσμα να έχει αυτή συμπληρωθεί την 4.2.1990, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, αφενός μεν διότι δεν παρατίθεται σ’ αυτήν ειδικότερη αιτιολογία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του ν. δ/τος 321/1969, ενόψει μάλιστα του ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου περί παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, και αφετέρου διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, κατά την έννοια των άρθρων 91 παρ. 3, 93 και 95 του ν. δ/τος 321/1969, όταν η παραγραφή έχει διακοπεί με αίτηση κατατιθέμενη στην υπηρεσία, αρχίζει εκ νέου, εφόσον δοθεί ρητή απάντηση, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου δόθηκε η απάντηση αυτή, πράγμα που, κατ’ αυτόν, προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 95 περ. β του ν. δ/τος 321/1969, όπου αναφέρεται η λέξη «χρονολογία» και όχι «ημερομηνία», καθώς και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει δικαιολογητικός λόγος που να επιβάλλει διαφορετικό χρόνο ενάρξεως της παραγραφής πριν και μετά την διακοπή της. Κατά την διατυπωθείσα, όμως, στη σκέψη 9 μειοψηφούσα γνώμη, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος είχε υποπέσει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής του (16.10.1990) στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 91 του ν.δ/τος 321/1969 διετή παραγραφή δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με την γνώμη αυτή, η εν λόγω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα, ως αντικειμένη στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., και, ως εκ τούτου, η ανωτέρω αξίωση, αφορώσα προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 8.1.1985 έως 31.12.1987, υπέκειτο στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 91 πενταετή παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να αναιρεθεί.

13. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, το Δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσείων πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989).

 

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013

Ο Πρόεδρος   Η Γραμματέας

 

 

Κ. Μενουδάκος    Μ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

 

 

Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.