Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ΣτΕ 2783/2015 (7μ.): ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΣΕΠ ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΩΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ



 Τα άρθρα 105 και 106 του ΕισνΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που ειδικότερα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε έχει ιδία νομική προσωπικότητα ούτε και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο. Εκ τούτων παρέπεται ότι το ΑΣΕΠ δεν ευθύνεται αυτό τούτο για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, αλλά το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη.




Αριθμός 2783/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κων/νο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο (Α.Μ. 2240 Δ.Σ. Πειραιώς), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1770/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μαρινάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 1770/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η 1597/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού δικάσθηκε η αγωγή αυτού, έγινε εν μέρει αυτή δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), το ποσό των 35.253 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του. Με την εν λόγω αγωγή ζητείτο, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των 35.253 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από το ότι τα αρμόδια όργανα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) παρανόμως δεν προσέδωσαν αναδρομική ισχύ (22.11.2002) στον διορισμό του στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., μετά την 218/2005 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια να αποστερηθεί τις τακτικές αποδοχές που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 22.11.2002 μέχρι 31.8.2005, ότε διορίσθηκε στη συγκεκριμένη θέση.
2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» και στο άρθρο 106 ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγουμένου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξ άλλου, στο άρθρα 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου» και στο άρθρο 72 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι «Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αξίωσης».
3. Επειδή, με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ρυθμίζονται τα της συγκροτήσεως και λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Επακολούθησε ο εκτελεστικός του άρθρου 101Α του Συντάγματος νόμος 3051/2002 «Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις» (Α΄ 220), στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Οι ανεξάρτητες αρχές απολαύουν λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε εποπτεία από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές. Οι ανεξάρτητες αρχές υπόκεινται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής. 2. Οι πιστώσεις για τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών εγγράφονται υπό ίδιο φορέα στον προϋπολογισμό των οικείων Υπουργείων. Τον προϋπολογισμό εισηγείται στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής, ο οποίος είναι διατάκτης των δαπανών της. 3. Με ειδικό κανονισμό που καταρτίζει κάθε ανεξάρτητη αρχή και εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα της οικονομικής της διαχείρισης. 4. Ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής έχει την ευθύνη λειτουργίας της σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και ασκεί όλες τις προς τούτο αρμοδιότητες. Ειδικότερα: α. Εκπροσωπεί την ανεξάρτητη αρχή δικαστικώς και εξωδίκως. β. Συντονίζει και κατευθύνει τις υπηρεσίες της. γ. Παρακολουθεί την εκτέλεση των αποφάσεων, πορισμάτων και οποιωνδήποτε άλλων πράξεων της αρχής. δ. Είναι ο διοικητικός προϊστάμενος του προσωπικού της και ασκεί την επ’ αυτού πειθαρχική εξουσία. Ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής μπορεί με απόφασή του να εξουσιοδοτεί μέλη ή άλλα όργανά της να υπογράφουν “με εντολή προέδρου” έγγραφα ή άλλες πράξεις της. 5. Η σύσταση θέσεων και γενικότερα η οργάνωση των υπηρεσιών της ανεξάρτητης αρχής καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έπειτα από πρόταση της ανεξάρτητης αρχής και γνώμη του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 6. … 7. Η λειτουργία κάθε ανεξάρτητης αρχής ρυθμίζονται από εσωτερικό Κανονισμό, ο οποίος εκδίδεται από την ίδια και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός ακολουθεί τις ρυθμίσεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας … . 8. Κατά των εκτελεστών αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόμενες στο Σύνταγμα και τη νομοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών μπορεί να ασκεί και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός. 9. Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις τους». Εξ άλλου, με το άρθρο 103 παρ. 7 εδ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει». Επακολούθησε ο ν. 2190/1994 «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), στα άρθρα 2, 3 και 11 του οποίου ορίζεται ότι: Άρθρο 2. «1. Συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Το ΑΣΕΠ δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε από άποψη νομιμότητας, εκτός από εκείνες που αφορούν το κατά το άρθρο 7 προσωπικό. Το ΑΣΕΠ υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης. 2. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού ως αποκλειστική αποστολή έχει την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού. Άρθρο 3. «1. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) προκηρύσσει την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη θέσεων ή την πρόσληψη προσωπικού που αποφασίζεται κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου, συγκροτεί τις απαιτούμενες επιτροπές και ασκεί όλες τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών διαγωνισμών ή επιλογών έως τον καθορισμό των διοριστέων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως τακτικών ή μόνιμων υπαλλήλων ή συμβασιούχων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου». Άρθρο 11 «1. Οι δαπάνες διεξαγωγής των διαδικασιών του παρόντος νόμου για την πλήρωση θέσεων ή πρόσληψη προσωπικού καταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του ΑΣΕΠ και ακολούθως επιμερίζονται με πράξη του Προέδρου στις οικείες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα ανάλογα με τον αριθμό του προσωπικού που ζήτησαν να προσλάβουν. Με την απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες, τα όργανα και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την απόδοση των δαπανών του ΑΣΕΠ. 2. Τον προϋπολογισμό του ΑΣΕΠ εισηγείται ο Υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης».
4. Επειδή, εκ των διατάξεων που εκτίθενται στις δύο προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι τα άρθρα 105 και 106 του ΕισνΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που ειδικότερα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε έχει ιδία νομική προσωπικότητα ούτε και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο. Εκ τούτων παρέπεται ότι το ΑΣΕΠ δεν ευθύνεται αυτό τούτο για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, αλλά το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη.
5. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής: Με την 1/1Γ/2002 προκήρυξη του ΑΣΕΠ (ΦΕΚ Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ 22/29.1.2002) προκηρύχθηκε η διενέργεια διαγωνισμού στις 6 και 7.4.2002 για την πλήρωση με γραπτό διαγωνισμό θέσεων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ. Στις προς πλήρωση θέσεις με τον εν λόγω διαγωνισμό περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, τετρακόσιες τριάντα έξι (436) θέσεις κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), οι οποίες είχαν κατανεμηθεί σε νομαρχίες και επαρχεία της χώρας. Στο κεφάλαιο VIII της προκηρύξεως οριζόταν ότι για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό απαιτείτο η υποβολή μιας μόνο αίτησης σε ειδικό έντυπο, ότι ο υποψήφιος παραλαμβάνει το έντυπο που αντιστοιχεί στην κατηγορία του, ότι η αίτηση απευθύνεται προς την Νομαρχεία ή το Επαρχείο που αφορούν οι προκηρυσσόμενες θέσεις, για τις οποίες εκδηλώνεται προτίμηση, ότι δεν επιτρέπεται η αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό να περιλαμβάνει δήλωση σώρευσης θέσεων Νομαρχιών ή Επαρχείων και ότι η αίτηση, που περιλαμβάνει δήλωση για θέσεις περισσοτέρων Νομαρχιών ή Επαρχείων, λαμβάνεται υπόψη μόνον για τις θέσεις της Νομαρχίας ή του Επαρχείου προς το οποίο απευθύνθηκε, αποβάλλεται δε από την διαδικασία ο υποψήφιος που υποβάλλει αίτηση για θέσεις διαφορετικών κατηγοριών. Ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την από 22.3.2002 αίτηση – υπεύθυνη δήλωση συμμετοχής στο διαγωνισμό προς την Νομαρχία Λακωνίας για τις προκηρυχθείσες θέσεις της κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) στη Νομαρχία Λακωνίας του Κλάδου Οικονομικού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος (πέντε θέσεις, η μία από τις οποίες αφορούσε την κατηγορία πολυτέκνων και τέκνων πολυτέκνων). Στην ως άνω αίτηση – υπεύθυνη δήλωση περιέλαβε δήλωση ότι, σε περίπτωση πλήρωσης όλων των θέσεων που επέλεξε, δέχεται το διορισμό του σε κενή θέση, αντίστοιχη με τα προσόντα του, της ίδιας κατηγορίας άλλης Νομαρχίας ή Επαρχείου. Ο ανωτέρω, με βάση τη συνολική βαθμολογία του (777 μονάδες), κατετάγη στην όγδοη σειρά του σχετικού πίνακα κατάταξης των υποψηφίων του διαγωνισμού στη Νομαρχία Λακωνίας και δεν περιελήφθη μεταξύ των διοριστέων. Ενόψει αυτών άσκησε κατά του προηγούμενου πίνακα κατατάξεως του διαγωνισμού την από 17.7.2002 ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ και προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας προβλέφθηκε από την προκήρυξη ότι υποψήφιοι διαγωνίζονταν για θέσεις συγκεκριμένης Νομαρχίας για την οποία είχαν προβεί σε σχετική δήλωση και ενδεχομένως για θέσεις γειτονικών Νομαρχιών, ενώ αν είχε γίνει η πλήρωση των προκηρυχθεισών θέσεων με βάση ενιαίο για όλη τη χώρα πίνακα επιτυχόντων, θα είχε περιληφθεί στους διοριστέους σε αρκετές Νομαρχίες ή Επαρχεία που μνημόνευσε συγκεκριμένως. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 1724/8.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, με την αιτιολογία ότι το κεφάλαιο VIII της προκηρύξεως ήταν δεσμευτικό. Ακολούθως με την 1812/28.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, κυρώθηκαν οι πίνακες διοριστέων στις πιο πάνω θέσεις (ΦΕΚ Παράρτημα 248/4.9.2002). Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ο αναιρεσίβλητος άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 218/2005 απόφασή του έκρινε ότι τόσον οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 5 κα 6 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι οποίες περιόριζαν τους υποψηφίους να εκφράσουν προτίμηση για μία μόνο νομαρχία, όσο και οι σχετικές προβλέψεις της ως άνω 1/1Γ/2002 προκηρύξεως, προσκρούουν στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της δημοκρατικής αρχής της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής αξίας εκάστου, τις ακύρωσε, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένστασή τούτου και δεν περιελήφθη στους κυρωθέντες πίνακες διοριστέων, ανέπεμψε δε την υπόθεση στο ΑΣΕΠ, προκειμένου τούτο να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. Το ΑΣΕΠ, συμμορφούμενο με την πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να υποβάλει συμπληρωματική αίτηση – υπεύθυνη δήλωση και να δηλώσει τις θέσεις που θέλει να διορισθεί κατά σειρά προτίμησης, ο οποίος υπέβαλε την από 13.6.2005 συμπληρωματική αίτηση – υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμούσε να διορισθεί σε θέση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Ακολούθως, το Δ΄ Τμήμα του ΑΣΕΠ με την 1039/14.6.2005 απόφασή του έκανε δεκτή την ανωτέρω από 17.7.2002 ένσταση του αναιρεσίβλητου, τον ενέταξε στον πίνακα κατατάξεως υποψηφίων της Νομαρχίας Μεσσηνίας, για την οποία είχαν προκηρυχθεί πέντε (5) θέσεις του ίδιου κλάδου, σε σειρά μεταξύ τρίτου και τετάρτου διοριστέου και τον διέθεσε στην Αγροτική Τράπεζα της ίδιας Νομαρχίας για τον Κλάδο ΔΕ Οικονομικού. Ο πίνακας διοριστέου δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 125/22.6.2005, απεστάλη δε με το 23476/ 28.6.2005 έγγραφο του ΑΣΕΠ στην ΑΤΕ στην οποία προσελήφθη στις 29.8.2005. Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 21.12.2005 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ύστερα από μετατροπή του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με το νομίμως υποβληθέν υπόμνημά του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 35.253 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη με την 1724/8.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, με την οποία παρανόμως, κατά τα εκτεθέντα, απορρίφθηκε η ανωτέρω ένστασή του κατά του πίνακα υποψηφίων του διαγωνισμού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ και τοιουτοτρόπως δεν περιλήφθηκε στον πίνακα διοριστέων που κυρώθηκε με την 1812/28.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ και δεν προσελήφθη στην ΑΤΕ από 22.11.2002, χρόνο κατά τον οποίο προσελήφθη η επόμενη από αυτόν στον πίνακα κατάταξης υποψηφία, αλλά από 31.8.2005, ούτε εξ άλλου δόθηκε στην πιο πάνω πρόσληψή του αναδρομική ισχύς [από 22.11.2002] με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2002 μέχρι 31.8.2005. Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου απορρέει από παράνομες πράξεις οργάνων του ΑΣΕΠ, το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή, που απολαύει σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3051/2002, λειτουργική ανεξαρτησία και δημοσιονομική αυτοτέλεια και δεν συνδέεται με οποιαδήποτε τυχόν παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος που στρέφεται μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. Κατά της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση και προέβαλε ότι το ΑΣΕΠ δεν έχει ανεξάρτητη και αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί αρχή του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, το γεγονός δε ότι του αναγνωρίζεται η ικανότητα να παρίσταται αυτοτελώς ενώπιον των Δικαστηρίων σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις του, δεν σημαίνει ότι καθίσταται αυτοτελές νομικό πρόσωπο ικανό να είναι διάδικο στη σχετική δίκη, ούτε ότι καθιερώνεται αστική ευθύνη του προς αποζημίωση, όσων βλάπτονται από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του. Το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αστική ευθύνη, η οποία από τις ανωτέρω ιστορούμενες παράνομες, κατά τον αναιρεσίβλητο πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ, βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο νομιμοποιείται παθητικώς στην ενώπιόν του δίκη, παρίσταται δε τούτο νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, ανεξαρτήτως της ικανότητος που θα είχε το ΑΣΕΠ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 3051/2002, να παρίστατο αυτοτελώς στη δίκη, όχι πάντως νομιμοποιούμενο παθητικώς ως επί πλέον του Δημοσίου διάδικος, αλλ’ εκπροσωπούν αυτό τούτο το Δημόσιο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου, η οποία έκρινε αντιθέτως, έπρεπε να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, περαιτέρω δε να εκδικασθεί η αγωγή αυτού. Ο αναιρεσίβλητος είχε υποστηρίξει με την αγωγή του, όπως άλλωστε κρίθηκε με τη 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες συνετάγη η προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού, οι οποίες περιόριζαν τους υποψηφίους να εκφράσουν προτίμηση για μία μόνο νομαρχία, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και την αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση παρανόμως διενήργησε την πλήρωση των θέσεων που προκηρύχθηκαν με βάση τις δηλώσεις των υποψηφίων για την επιλογή μιας μόνο θέσεως και όχι με βάση ενιαίο πίνακα επιτυχόντων για τις προκηρυχθείσες θέσεις σε όλες τις νομαρχίες και, για το λόγο αυτό ζημιώθηκε παρανόμως, δεδομένου ότι αν είχε γίνει δεκτή η ένστασή του ή αν του είχε επιτραπεί να δηλώσει σε περισσότερες από μία νομαρχίες, θα είχε διορισθεί από 22.11.2002 – χρόνο που διορίσθηκε η επόμενη από εκείνον υποψήφια στον πίνακα κατάταξης – στη θέση που διορίσθηκε στις 29.8.2005. Με τα δεδομένα αυτά, το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε, σύμφωνα με την αγωγή αυτή, να του καταβάλει ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, «τα ποσά των αποδοχών που απώλεσε από 1.12.2002 μέχρι 31.8.2005, τα οποία κατά τους υπολογισμούς του ανέρχονταν σε 35.253 ευρώ». Εξ άλλου, το Ελληνικό Δημόσιο με το υπόμνημά του προέβαλε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 18 παρ. 9 του ν. 2190/1994, το ΑΣΕΠ είναι επιφορτισμένο να προκηρύσσει και να διενεργεί την όλη διαδικασία των διαγωνισμών μέχρι και την κατάρτιση των οριστικών πινάκων των επιτυχόντων και τη διάθεση τούτων για διορισμό, ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης του ΑΣΕΠ σε ακυρωτική δικαστική απόφαση εξαντλείται με την διάθεση του ενδιαφερομένου προς διορισμό και δεν υφίστανται άλλες, περαιτέρω, ενέργειες που να ανατρέχουν αναδρομικώς, στις οποίες οφείλει να προβεί το ΑΣΕΠ, ότι στην προκειμένη περίπτωση η υποχρέωσή του προς την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εξαντλήθηκε με τη διάθεση του αναιρεσιβλήτου προς διορισμό και ειδικότερα με την έκδοση της 1039/2005 αποφάσεώς του, με την οποία εντάχθηκε στην οικεία σειρά του πίνακα κατάταξης υποψηφίων της νομαρχίας Μεσσηνίας, ο πίνακας αυτός διατέθηκε προς διορισμό στην Αγροτική Τράπεζα Μεσσηνίας, ενώ, εξ άλλου, δεν υφίσταντο άλλες ενέργειες που να ανατρέχουν αναδρομικώς στις οποίες όφειλε να είχε προβεί το ΑΣΕΠ και ότι, αντιθέτως, ο φορέας διορισμού, στον οποίο αποστέλλεται από το ΑΣΕΠ ο δημοσιευθείς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οριστικός πίνακας διοριστέων, εν προκειμένω δε η Αγροτική Τράπεζα, υποχρεούται συμμορφούμενος προς την ακυρωτική απόφαση, να προσδώσει αναδρομικότητα στην εκδιδόμενη από αυτόν πράξη διορισμού, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ευρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό του Δημοσίου με τη σκέψη ότι η ζημία, την οποία υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την απώλεια των αποδοχών του κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2002 μέχρι 29.8.2005, βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια αφ’ ενός μεν με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου με την οικεία προκήρυξη και την συνακόλουθη μη νόμιμη παράλειψη κατάταξης του αναιρεσίβλητου μεταξύ των επιτυχόντων του διορισμού, παράλειψη η οποία ακυρώθηκε με την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφ’ ετέρου δε με την ελλιπή συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, λόγω της μη πρόβλεψης με την ανωτέρω 1039/2005 πράξη του ΑΣΕΠ αναδρομικής εντάξεως του αναιρεσίβλητου στον πίνακα επιτυχόντων υποψηφίων της κατηγορίας ΔΕ για την πλήρωση των θέσεων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Περαιτέρω δε, δοθέντος ότι αφ’ ενός μεν η διαδικασία πλήρωσης των θέσεων που προκηρύχθηκαν με την ανωτέρω προκήρυξη ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, αφ’ ετέρου δε ο διορισμός του αναιρεσιβλήτου «δεν επιβλήθηκε με την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα συμμορφώσεως του ανωτέρω φορέα διορισμού» (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος) προς τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως, αλλά με την 1039/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, ο παρεμπίπτων έλεγχος της οποίας εκ μέρους των οργάνων της Αγροτικής Τράπεζας από άποψη συμμορφώσεως προς τις διατάξεις της πιο πάνω ακυρωτικής αποφάσεως είναι ανεπίτρεπτος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα των οργάνων αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 του ν. 2190/1994, περιορίζεται στην κλήση από το ΑΣΕΠ των διατιθέμενων επιτυχόντων να υποβάλουν τα, κατά τις οικείες διατάξεις, δικαιολογητικά και στο διορισμό τους σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του φορέα διορισμού (Αγροτική Τράπεζα). Το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε, εξ άλλου, ότι εφόσον δεν προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1.12.2002 – 31.8.2005) (9325/12.5.2006 έγγραφο ΔΥΟ Καλαμάτας, κατά το οποίο δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη από 2003 έως 2006), σε περίπτωση που κρινόταν ότι αυτός δικαιούταν αποζημίωση, θα τίθετο ζήτημα μειώσεως του ποσού αυτής λόγω συντρέχοντος πταίσματος, για το λόγο ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε την ηλικία και τις γνώσεις που του επέτρεπαν, αλλά και του επέβαλαν να αναζητήσει και να βρει εργασία αντίστοιχη με τα προσόντα του, οπότε θα κέρδιζε τουλάχιστον το βασικό μισθό που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ, εν τούτοις παρέλειψε επί τρία συνεχή έτη να το πράξει, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη ζημία του με δικό του πταίσμα. Επί του λόγου αυτού το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έφερε το σχετικό βάρος της αποδείξεως, ούτε προσκόμισε στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η πραγματοποίηση από τον αναιρεσίβλητο εισοδημάτων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα – αντιθέτως προσκόμισε το 9325/12.5.2006 έγγραφο ΔΥΟ Καλαμάτας, σύμφωνα με το οποίο αυτός δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη από 2003 έως 2006 – ούτε στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι κακοβούλως δεν αποδέχθηκε προσφερθείσα σε αυτόν εργασία ανάλογη με τα προσόντα του (ΑΠ 1571/2004, 1093/2003), καθόσον δεν αρκούσε η υποθετική δυνατότητα αυτού να απασχοληθεί σε άλλη εργασία, με τις σκέψεις δε αυτές το εφετείο απέρριψε του ανωτέρω ισχυρισμούς του Δημοσίου. Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει ενώπιον του διοικητικού εφετείου ότι αν γινόταν δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία, αυτή θα ανερχόταν στο ποσό των καθαρών αποδοχών που θα εισέπραττε από τον φορέα στον οποίο διορίσθηκε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και όχι στο ποσό των ακαθαρίστων αποδοχών του, καθόσον από τις μηνιαίες αποδοχές θα έπρεπε να αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις. Ο λόγος αυτός κρίθηκε βάσιμος από το δικάσαν εφετείο και έγινε δεκτός. Με τις σκέψεις αυτές, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση τούτου να καταβάλει ως αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.253 ευρώ νομιμοτόκως, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.
6. Επειδή, ενόψει των γενομένων στη σκέψη 4 δεκτών, ότι αφού το ΑΣΕΠ δεν είχε ιδία νομική προσωπικότητα ή οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, τότε το τελευταίο ευθύνεται για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ, νομιμοποιείται δε παθητικώς στις σχετικές δίκες, ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, εν προκειμένω, το Δημόσιο ενέχονταν έναντι του αναιρεσίβλητου σε αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του ΕισνΑΚ, νομιμοποιούνταν δε παθητικώς στην ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου δίκη. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως ότι, εν προκειμένω, ενέχονταν σε αποζημίωση και νομιμοποιούνταν παθητικώς το ΑΣΕΠ και όχι το Δημόσιο, ενόψει των εκτεθέντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τα δεδομένα δε αυτά, το Δημόσιο νομίμως παρέστη διά του Υπουργού Οικονομικών στην εν λόγω δίκη, είναι δε άνευ σημασίας το ότι δεν παρέστη και το ΑΣΕΠ, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου αναιρέσεως.
7.Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται η ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της παρεπομένης αξιώσεως των τόκων. Ειδικότερα προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6.1944) έκρινε το δικάσαν δικαστήριο ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά εντόκως, παρά το ότι το αίτημα της αγωγής τους είχε μετατραπεί από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, προέβαλε δε περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, τόκοι οφείλονται μόνο επί καταψηφιστικής αγωγής.
8.Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ 377/2014 Ολομ., 2272/2012, 2298/2014), ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφόσον δε ο νόμος (κ.δ. της 26.6.1944, Α΄ 139, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, δεδομένου ότι και η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει εντόκως τα επιδικασθέντα στον αναιρεσίβλητο ποσά, παρά το γεγονός ότι το αίτημα της αγωγής του τελευταίου μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
9.Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμος. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. Και,
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014 και στις 9 Ιουνίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Α' Τμήματος  Η Γραμματέας του Α' Τμήματος
 
 
 Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ΣτΕ 2783/2015 (7μ.): ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΣΕΠ ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΩΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ



 Τα άρθρα 105 και 106 του ΕισνΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που ειδικότερα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε έχει ιδία νομική προσωπικότητα ούτε και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο. Εκ τούτων παρέπεται ότι το ΑΣΕΠ δεν ευθύνεται αυτό τούτο για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, αλλά το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη.




Αριθμός 2783/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κων/νο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο (Α.Μ. 2240 Δ.Σ. Πειραιώς), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1770/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μαρινάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 1770/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η 1597/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού δικάσθηκε η αγωγή αυτού, έγινε εν μέρει αυτή δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), το ποσό των 35.253 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του. Με την εν λόγω αγωγή ζητείτο, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των 35.253 ευρώ για τη ζημία που υπέστη από το ότι τα αρμόδια όργανα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) παρανόμως δεν προσέδωσαν αναδρομική ισχύ (22.11.2002) στον διορισμό του στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., μετά την 218/2005 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια να αποστερηθεί τις τακτικές αποδοχές που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 22.11.2002 μέχρι 31.8.2005, ότε διορίσθηκε στη συγκεκριμένη θέση.
2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» και στο άρθρο 106 ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγουμένου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξ άλλου, στο άρθρα 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου» και στο άρθρο 72 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι «Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αξίωσης».
3. Επειδή, με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ρυθμίζονται τα της συγκροτήσεως και λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Επακολούθησε ο εκτελεστικός του άρθρου 101Α του Συντάγματος νόμος 3051/2002 «Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις» (Α΄ 220), στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Οι ανεξάρτητες αρχές απολαύουν λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε εποπτεία από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές. Οι ανεξάρτητες αρχές υπόκεινται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής. 2. Οι πιστώσεις για τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών εγγράφονται υπό ίδιο φορέα στον προϋπολογισμό των οικείων Υπουργείων. Τον προϋπολογισμό εισηγείται στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής, ο οποίος είναι διατάκτης των δαπανών της. 3. Με ειδικό κανονισμό που καταρτίζει κάθε ανεξάρτητη αρχή και εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα της οικονομικής της διαχείρισης. 4. Ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής έχει την ευθύνη λειτουργίας της σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και ασκεί όλες τις προς τούτο αρμοδιότητες. Ειδικότερα: α. Εκπροσωπεί την ανεξάρτητη αρχή δικαστικώς και εξωδίκως. β. Συντονίζει και κατευθύνει τις υπηρεσίες της. γ. Παρακολουθεί την εκτέλεση των αποφάσεων, πορισμάτων και οποιωνδήποτε άλλων πράξεων της αρχής. δ. Είναι ο διοικητικός προϊστάμενος του προσωπικού της και ασκεί την επ’ αυτού πειθαρχική εξουσία. Ο Πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής μπορεί με απόφασή του να εξουσιοδοτεί μέλη ή άλλα όργανά της να υπογράφουν “με εντολή προέδρου” έγγραφα ή άλλες πράξεις της. 5. Η σύσταση θέσεων και γενικότερα η οργάνωση των υπηρεσιών της ανεξάρτητης αρχής καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έπειτα από πρόταση της ανεξάρτητης αρχής και γνώμη του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 6. … 7. Η λειτουργία κάθε ανεξάρτητης αρχής ρυθμίζονται από εσωτερικό Κανονισμό, ο οποίος εκδίδεται από την ίδια και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός ακολουθεί τις ρυθμίσεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας … . 8. Κατά των εκτελεστών αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόμενες στο Σύνταγμα και τη νομοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών μπορεί να ασκεί και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός. 9. Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις τους». Εξ άλλου, με το άρθρο 103 παρ. 7 εδ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει». Επακολούθησε ο ν. 2190/1994 «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), στα άρθρα 2, 3 και 11 του οποίου ορίζεται ότι: Άρθρο 2. «1. Συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Το ΑΣΕΠ δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε από άποψη νομιμότητας, εκτός από εκείνες που αφορούν το κατά το άρθρο 7 προσωπικό. Το ΑΣΕΠ υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης. 2. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού ως αποκλειστική αποστολή έχει την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού. Άρθρο 3. «1. Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) προκηρύσσει την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη θέσεων ή την πρόσληψη προσωπικού που αποφασίζεται κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου, συγκροτεί τις απαιτούμενες επιτροπές και ασκεί όλες τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών διαγωνισμών ή επιλογών έως τον καθορισμό των διοριστέων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως τακτικών ή μόνιμων υπαλλήλων ή συμβασιούχων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου». Άρθρο 11 «1. Οι δαπάνες διεξαγωγής των διαδικασιών του παρόντος νόμου για την πλήρωση θέσεων ή πρόσληψη προσωπικού καταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του ΑΣΕΠ και ακολούθως επιμερίζονται με πράξη του Προέδρου στις οικείες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα ανάλογα με τον αριθμό του προσωπικού που ζήτησαν να προσλάβουν. Με την απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες, τα όργανα και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την απόδοση των δαπανών του ΑΣΕΠ. 2. Τον προϋπολογισμό του ΑΣΕΠ εισηγείται ο Υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης».
4. Επειδή, εκ των διατάξεων που εκτίθενται στις δύο προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι τα άρθρα 105 και 106 του ΕισνΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις που ειδικότερα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, ούτε έχει ιδία νομική προσωπικότητα ούτε και οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο. Εκ τούτων παρέπεται ότι το ΑΣΕΠ δεν ευθύνεται αυτό τούτο για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, αλλά το Δημόσιο, το οποίο, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη.
5. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής: Με την 1/1Γ/2002 προκήρυξη του ΑΣΕΠ (ΦΕΚ Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ 22/29.1.2002) προκηρύχθηκε η διενέργεια διαγωνισμού στις 6 και 7.4.2002 για την πλήρωση με γραπτό διαγωνισμό θέσεων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ. Στις προς πλήρωση θέσεις με τον εν λόγω διαγωνισμό περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, τετρακόσιες τριάντα έξι (436) θέσεις κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), οι οποίες είχαν κατανεμηθεί σε νομαρχίες και επαρχεία της χώρας. Στο κεφάλαιο VIII της προκηρύξεως οριζόταν ότι για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό απαιτείτο η υποβολή μιας μόνο αίτησης σε ειδικό έντυπο, ότι ο υποψήφιος παραλαμβάνει το έντυπο που αντιστοιχεί στην κατηγορία του, ότι η αίτηση απευθύνεται προς την Νομαρχεία ή το Επαρχείο που αφορούν οι προκηρυσσόμενες θέσεις, για τις οποίες εκδηλώνεται προτίμηση, ότι δεν επιτρέπεται η αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό να περιλαμβάνει δήλωση σώρευσης θέσεων Νομαρχιών ή Επαρχείων και ότι η αίτηση, που περιλαμβάνει δήλωση για θέσεις περισσοτέρων Νομαρχιών ή Επαρχείων, λαμβάνεται υπόψη μόνον για τις θέσεις της Νομαρχίας ή του Επαρχείου προς το οποίο απευθύνθηκε, αποβάλλεται δε από την διαδικασία ο υποψήφιος που υποβάλλει αίτηση για θέσεις διαφορετικών κατηγοριών. Ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την από 22.3.2002 αίτηση – υπεύθυνη δήλωση συμμετοχής στο διαγωνισμό προς την Νομαρχία Λακωνίας για τις προκηρυχθείσες θέσεις της κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) στη Νομαρχία Λακωνίας του Κλάδου Οικονομικού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος (πέντε θέσεις, η μία από τις οποίες αφορούσε την κατηγορία πολυτέκνων και τέκνων πολυτέκνων). Στην ως άνω αίτηση – υπεύθυνη δήλωση περιέλαβε δήλωση ότι, σε περίπτωση πλήρωσης όλων των θέσεων που επέλεξε, δέχεται το διορισμό του σε κενή θέση, αντίστοιχη με τα προσόντα του, της ίδιας κατηγορίας άλλης Νομαρχίας ή Επαρχείου. Ο ανωτέρω, με βάση τη συνολική βαθμολογία του (777 μονάδες), κατετάγη στην όγδοη σειρά του σχετικού πίνακα κατάταξης των υποψηφίων του διαγωνισμού στη Νομαρχία Λακωνίας και δεν περιελήφθη μεταξύ των διοριστέων. Ενόψει αυτών άσκησε κατά του προηγούμενου πίνακα κατατάξεως του διαγωνισμού την από 17.7.2002 ένσταση ενώπιον του ΑΣΕΠ και προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας προβλέφθηκε από την προκήρυξη ότι υποψήφιοι διαγωνίζονταν για θέσεις συγκεκριμένης Νομαρχίας για την οποία είχαν προβεί σε σχετική δήλωση και ενδεχομένως για θέσεις γειτονικών Νομαρχιών, ενώ αν είχε γίνει η πλήρωση των προκηρυχθεισών θέσεων με βάση ενιαίο για όλη τη χώρα πίνακα επιτυχόντων, θα είχε περιληφθεί στους διοριστέους σε αρκετές Νομαρχίες ή Επαρχεία που μνημόνευσε συγκεκριμένως. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 1724/8.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, με την αιτιολογία ότι το κεφάλαιο VIII της προκηρύξεως ήταν δεσμευτικό. Ακολούθως με την 1812/28.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, κυρώθηκαν οι πίνακες διοριστέων στις πιο πάνω θέσεις (ΦΕΚ Παράρτημα 248/4.9.2002). Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ο αναιρεσίβλητος άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 218/2005 απόφασή του έκρινε ότι τόσον οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 5 κα 6 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι οποίες περιόριζαν τους υποψηφίους να εκφράσουν προτίμηση για μία μόνο νομαρχία, όσο και οι σχετικές προβλέψεις της ως άνω 1/1Γ/2002 προκηρύξεως, προσκρούουν στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της δημοκρατικής αρχής της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής αξίας εκάστου, τις ακύρωσε, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένστασή τούτου και δεν περιελήφθη στους κυρωθέντες πίνακες διοριστέων, ανέπεμψε δε την υπόθεση στο ΑΣΕΠ, προκειμένου τούτο να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. Το ΑΣΕΠ, συμμορφούμενο με την πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να υποβάλει συμπληρωματική αίτηση – υπεύθυνη δήλωση και να δηλώσει τις θέσεις που θέλει να διορισθεί κατά σειρά προτίμησης, ο οποίος υπέβαλε την από 13.6.2005 συμπληρωματική αίτηση – υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμούσε να διορισθεί σε θέση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Ακολούθως, το Δ΄ Τμήμα του ΑΣΕΠ με την 1039/14.6.2005 απόφασή του έκανε δεκτή την ανωτέρω από 17.7.2002 ένσταση του αναιρεσίβλητου, τον ενέταξε στον πίνακα κατατάξεως υποψηφίων της Νομαρχίας Μεσσηνίας, για την οποία είχαν προκηρυχθεί πέντε (5) θέσεις του ίδιου κλάδου, σε σειρά μεταξύ τρίτου και τετάρτου διοριστέου και τον διέθεσε στην Αγροτική Τράπεζα της ίδιας Νομαρχίας για τον Κλάδο ΔΕ Οικονομικού. Ο πίνακας διοριστέου δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 125/22.6.2005, απεστάλη δε με το 23476/ 28.6.2005 έγγραφο του ΑΣΕΠ στην ΑΤΕ στην οποία προσελήφθη στις 29.8.2005. Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 21.12.2005 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ύστερα από μετατροπή του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με το νομίμως υποβληθέν υπόμνημά του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 35.253 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη με την 1724/8.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ, με την οποία παρανόμως, κατά τα εκτεθέντα, απορρίφθηκε η ανωτέρω ένστασή του κατά του πίνακα υποψηφίων του διαγωνισμού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ και τοιουτοτρόπως δεν περιλήφθηκε στον πίνακα διοριστέων που κυρώθηκε με την 1812/28.8.2002 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΑΣΕΠ και δεν προσελήφθη στην ΑΤΕ από 22.11.2002, χρόνο κατά τον οποίο προσελήφθη η επόμενη από αυτόν στον πίνακα κατάταξης υποψηφία, αλλά από 31.8.2005, ούτε εξ άλλου δόθηκε στην πιο πάνω πρόσληψή του αναδρομική ισχύς [από 22.11.2002] με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2002 μέχρι 31.8.2005. Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου απορρέει από παράνομες πράξεις οργάνων του ΑΣΕΠ, το οποίο είναι ανεξάρτητη αρχή, που απολαύει σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3051/2002, λειτουργική ανεξαρτησία και δημοσιονομική αυτοτέλεια και δεν συνδέεται με οποιαδήποτε τυχόν παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος που στρέφεται μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. Κατά της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση και προέβαλε ότι το ΑΣΕΠ δεν έχει ανεξάρτητη και αυτοτελή νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί αρχή του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, το γεγονός δε ότι του αναγνωρίζεται η ικανότητα να παρίσταται αυτοτελώς ενώπιον των Δικαστηρίων σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις του, δεν σημαίνει ότι καθίσταται αυτοτελές νομικό πρόσωπο ικανό να είναι διάδικο στη σχετική δίκη, ούτε ότι καθιερώνεται αστική ευθύνη του προς αποζημίωση, όσων βλάπτονται από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του. Το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αστική ευθύνη, η οποία από τις ανωτέρω ιστορούμενες παράνομες, κατά τον αναιρεσίβλητο πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ, βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο νομιμοποιείται παθητικώς στην ενώπιόν του δίκη, παρίσταται δε τούτο νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, ανεξαρτήτως της ικανότητος που θα είχε το ΑΣΕΠ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 3051/2002, να παρίστατο αυτοτελώς στη δίκη, όχι πάντως νομιμοποιούμενο παθητικώς ως επί πλέον του Δημοσίου διάδικος, αλλ’ εκπροσωπούν αυτό τούτο το Δημόσιο. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου, η οποία έκρινε αντιθέτως, έπρεπε να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, περαιτέρω δε να εκδικασθεί η αγωγή αυτού. Ο αναιρεσίβλητος είχε υποστηρίξει με την αγωγή του, όπως άλλωστε κρίθηκε με τη 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με τις οποίες συνετάγη η προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού, οι οποίες περιόριζαν τους υποψηφίους να εκφράσουν προτίμηση για μία μόνο νομαρχία, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και την αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση παρανόμως διενήργησε την πλήρωση των θέσεων που προκηρύχθηκαν με βάση τις δηλώσεις των υποψηφίων για την επιλογή μιας μόνο θέσεως και όχι με βάση ενιαίο πίνακα επιτυχόντων για τις προκηρυχθείσες θέσεις σε όλες τις νομαρχίες και, για το λόγο αυτό ζημιώθηκε παρανόμως, δεδομένου ότι αν είχε γίνει δεκτή η ένστασή του ή αν του είχε επιτραπεί να δηλώσει σε περισσότερες από μία νομαρχίες, θα είχε διορισθεί από 22.11.2002 – χρόνο που διορίσθηκε η επόμενη από εκείνον υποψήφια στον πίνακα κατάταξης – στη θέση που διορίσθηκε στις 29.8.2005. Με τα δεδομένα αυτά, το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε, σύμφωνα με την αγωγή αυτή, να του καταβάλει ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, «τα ποσά των αποδοχών που απώλεσε από 1.12.2002 μέχρι 31.8.2005, τα οποία κατά τους υπολογισμούς του ανέρχονταν σε 35.253 ευρώ». Εξ άλλου, το Ελληνικό Δημόσιο με το υπόμνημά του προέβαλε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 18 παρ. 9 του ν. 2190/1994, το ΑΣΕΠ είναι επιφορτισμένο να προκηρύσσει και να διενεργεί την όλη διαδικασία των διαγωνισμών μέχρι και την κατάρτιση των οριστικών πινάκων των επιτυχόντων και τη διάθεση τούτων για διορισμό, ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης του ΑΣΕΠ σε ακυρωτική δικαστική απόφαση εξαντλείται με την διάθεση του ενδιαφερομένου προς διορισμό και δεν υφίστανται άλλες, περαιτέρω, ενέργειες που να ανατρέχουν αναδρομικώς, στις οποίες οφείλει να προβεί το ΑΣΕΠ, ότι στην προκειμένη περίπτωση η υποχρέωσή του προς την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εξαντλήθηκε με τη διάθεση του αναιρεσιβλήτου προς διορισμό και ειδικότερα με την έκδοση της 1039/2005 αποφάσεώς του, με την οποία εντάχθηκε στην οικεία σειρά του πίνακα κατάταξης υποψηφίων της νομαρχίας Μεσσηνίας, ο πίνακας αυτός διατέθηκε προς διορισμό στην Αγροτική Τράπεζα Μεσσηνίας, ενώ, εξ άλλου, δεν υφίσταντο άλλες ενέργειες που να ανατρέχουν αναδρομικώς στις οποίες όφειλε να είχε προβεί το ΑΣΕΠ και ότι, αντιθέτως, ο φορέας διορισμού, στον οποίο αποστέλλεται από το ΑΣΕΠ ο δημοσιευθείς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οριστικός πίνακας διοριστέων, εν προκειμένω δε η Αγροτική Τράπεζα, υποχρεούται συμμορφούμενος προς την ακυρωτική απόφαση, να προσδώσει αναδρομικότητα στην εκδιδόμενη από αυτόν πράξη διορισμού, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ευρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό του Δημοσίου με τη σκέψη ότι η ζημία, την οποία υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την απώλεια των αποδοχών του κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2002 μέχρι 29.8.2005, βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια αφ’ ενός μεν με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου με την οικεία προκήρυξη και την συνακόλουθη μη νόμιμη παράλειψη κατάταξης του αναιρεσίβλητου μεταξύ των επιτυχόντων του διορισμού, παράλειψη η οποία ακυρώθηκε με την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφ’ ετέρου δε με την ελλιπή συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, λόγω της μη πρόβλεψης με την ανωτέρω 1039/2005 πράξη του ΑΣΕΠ αναδρομικής εντάξεως του αναιρεσίβλητου στον πίνακα επιτυχόντων υποψηφίων της κατηγορίας ΔΕ για την πλήρωση των θέσεων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Περαιτέρω δε, δοθέντος ότι αφ’ ενός μεν η διαδικασία πλήρωσης των θέσεων που προκηρύχθηκαν με την ανωτέρω προκήρυξη ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, αφ’ ετέρου δε ο διορισμός του αναιρεσιβλήτου «δεν επιβλήθηκε με την 218/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα συμμορφώσεως του ανωτέρω φορέα διορισμού» (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος) προς τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως, αλλά με την 1039/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, ο παρεμπίπτων έλεγχος της οποίας εκ μέρους των οργάνων της Αγροτικής Τράπεζας από άποψη συμμορφώσεως προς τις διατάξεις της πιο πάνω ακυρωτικής αποφάσεως είναι ανεπίτρεπτος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα των οργάνων αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 του ν. 2190/1994, περιορίζεται στην κλήση από το ΑΣΕΠ των διατιθέμενων επιτυχόντων να υποβάλουν τα, κατά τις οικείες διατάξεις, δικαιολογητικά και στο διορισμό τους σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του φορέα διορισμού (Αγροτική Τράπεζα). Το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε, εξ άλλου, ότι εφόσον δεν προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1.12.2002 – 31.8.2005) (9325/12.5.2006 έγγραφο ΔΥΟ Καλαμάτας, κατά το οποίο δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη από 2003 έως 2006), σε περίπτωση που κρινόταν ότι αυτός δικαιούταν αποζημίωση, θα τίθετο ζήτημα μειώσεως του ποσού αυτής λόγω συντρέχοντος πταίσματος, για το λόγο ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε την ηλικία και τις γνώσεις που του επέτρεπαν, αλλά και του επέβαλαν να αναζητήσει και να βρει εργασία αντίστοιχη με τα προσόντα του, οπότε θα κέρδιζε τουλάχιστον το βασικό μισθό που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ, εν τούτοις παρέλειψε επί τρία συνεχή έτη να το πράξει, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη ζημία του με δικό του πταίσμα. Επί του λόγου αυτού το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έφερε το σχετικό βάρος της αποδείξεως, ούτε προσκόμισε στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η πραγματοποίηση από τον αναιρεσίβλητο εισοδημάτων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα – αντιθέτως προσκόμισε το 9325/12.5.2006 έγγραφο ΔΥΟ Καλαμάτας, σύμφωνα με το οποίο αυτός δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη από 2003 έως 2006 – ούτε στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι κακοβούλως δεν αποδέχθηκε προσφερθείσα σε αυτόν εργασία ανάλογη με τα προσόντα του (ΑΠ 1571/2004, 1093/2003), καθόσον δεν αρκούσε η υποθετική δυνατότητα αυτού να απασχοληθεί σε άλλη εργασία, με τις σκέψεις δε αυτές το εφετείο απέρριψε του ανωτέρω ισχυρισμούς του Δημοσίου. Τέλος, το Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει ενώπιον του διοικητικού εφετείου ότι αν γινόταν δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία, αυτή θα ανερχόταν στο ποσό των καθαρών αποδοχών που θα εισέπραττε από τον φορέα στον οποίο διορίσθηκε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και όχι στο ποσό των ακαθαρίστων αποδοχών του, καθόσον από τις μηνιαίες αποδοχές θα έπρεπε να αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις. Ο λόγος αυτός κρίθηκε βάσιμος από το δικάσαν εφετείο και έγινε δεκτός. Με τις σκέψεις αυτές, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση τούτου να καταβάλει ως αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 35.253 ευρώ νομιμοτόκως, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.
6. Επειδή, ενόψει των γενομένων στη σκέψη 4 δεκτών, ότι αφού το ΑΣΕΠ δεν είχε ιδία νομική προσωπικότητα ή οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, τότε το τελευταίο ευθύνεται για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ΑΣΕΠ, νομιμοποιείται δε παθητικώς στις σχετικές δίκες, ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, εν προκειμένω, το Δημόσιο ενέχονταν έναντι του αναιρεσίβλητου σε αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του ΕισνΑΚ, νομιμοποιούνταν δε παθητικώς στην ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου δίκη. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως ότι, εν προκειμένω, ενέχονταν σε αποζημίωση και νομιμοποιούνταν παθητικώς το ΑΣΕΠ και όχι το Δημόσιο, ενόψει των εκτεθέντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τα δεδομένα δε αυτά, το Δημόσιο νομίμως παρέστη διά του Υπουργού Οικονομικών στην εν λόγω δίκη, είναι δε άνευ σημασίας το ότι δεν παρέστη και το ΑΣΕΠ, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου αναιρέσεως.
7.Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται η ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της παρεπομένης αξιώσεως των τόκων. Ειδικότερα προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6.1944) έκρινε το δικάσαν δικαστήριο ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά εντόκως, παρά το ότι το αίτημα της αγωγής τους είχε μετατραπεί από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, προέβαλε δε περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, τόκοι οφείλονται μόνο επί καταψηφιστικής αγωγής.
8.Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ 377/2014 Ολομ., 2272/2012, 2298/2014), ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφόσον δε ο νόμος (κ.δ. της 26.6.1944, Α΄ 139, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, δεδομένου ότι και η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει εντόκως τα επιδικασθέντα στον αναιρεσίβλητο ποσά, παρά το γεγονός ότι το αίτημα της αγωγής του τελευταίου μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
9.Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμος. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. Και,
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014 και στις 9 Ιουνίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Α' Τμήματος  Η Γραμματέας του Α' Τμήματος
 
 
 Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.