Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΣτΕ 2618/2015: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ



Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της απόφασης της 13.11.2003, C-313/01, Morgenbesser, έχει ήδη κριθεί με την 2770/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ιδίως σκέψη 15 της απόφασης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως ίσχυσε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ) όταν κράτος μέλος της Ένωσης (εφεξής «κράτος υποδοχής») εξετάζει αν θα επιτρέψει σε «κοινοτικό υπήκοο», ακόμη και πολίτη του ιδίου, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος («κράτος προέλευσης») και οι οποίοι συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. Η υποχρέωση αυτή δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία των εν λόγω τίτλων ούτε περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους υποδοχής να καθορίζει το ίδιο τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης, καθώς και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα, αλλά στηρίζεται στο γεγονός ότι οι πιο πάνω τίτλοι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπόψη εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο (ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση) διαφορών μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Αντιθέτως, το κράτος υποδοχής πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάζει τους εν λόγω τίτλους, να συγκρίνει τις ικανότητες που πιστοποιούνται με αυτούς με τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται κατά τη δική του νομοθεσία για το συγκεκριμένο επάγγελμα, και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της σύγκρισης, είτε (επί αντιστοιχίας των προσόντων) να επιτρέπει άνευ άλλου την πρόσβαση στο επάγγελμα είτε (επί μερικής μόνον αντιστοιχίας) να αξιώνει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει με άλλους τρόπους τα υπολειπόμενα προσόντα. Αρμόδιο, εξάλλου, για την κρίση αυτή, περί επαγγελματικής ισοτιμίας των τίτλων, είναι, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής σχετική διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού στο οποίο έχει ανατεθεί από την οικεία εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων· και, επομένως, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε κράτος μέλος την πρακτική άσκηση που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και επικαλείται προς τούτο τίτλους, τους οποίους έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει, κατά τα προεκτεθέντα, να λάβει υπόψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαίδευσης και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει αν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προέλευσης προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα, την οποία έχει αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις σχετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος. Κατά την αξιολόγηση δε αυτή, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων, δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε στο κράτος προέλευσης δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής (ΣτΕ 513/2015, βλ. και Πρακτικό 8/2013 του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας).

 
Αριθμός 2618/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Σκαλτσούνης, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Σ. Κωνσταντίνου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Γ. Μουλοπούλου.
Για να δικάσει την από 5 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση:
του … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παύλο Καρκάλη (Α.Μ. 4213 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της από .../… .5.2014 αίτησης του αιτούντος και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (Α΄ 1318494, 3888932/2014 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης της …/… .5.2014 αίτησης του αιτούντος, πτυχιούχου της Νομικής Σχολής (Bachelor of Laws) του βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
3. Επειδή, η συζήτηση νομίμως χωρεί απολιπομένου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διότι αυτός, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του 1321/10.2.2015 εγγράφου των απόψεών του προς το Δικαστήριο, γνώριζε το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 3216/2013, 225/2011, 3570/2008, 2036/2007).
4. Επειδή, στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται στο μεν άρθρο 45 (πρώην άρθρο 39 ΣΕΚ) ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο δε άρθρο 49 (πρώην άρθρο 43 ΣΕΚ) ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται […]» και ότι «η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων […]».
5. Επειδή, όπως, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της απόφασης της 13.11.2003, C-313/01, Morgenbesser, έχει ήδη κριθεί με την 2770/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ιδίως σκέψη 15 της απόφασης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως ίσχυσε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ) όταν κράτος μέλος της Ένωσης (εφεξής «κράτος υποδοχής») εξετάζει αν θα επιτρέψει σε «κοινοτικό υπήκοο», ακόμη και πολίτη του ιδίου, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος («κράτος προέλευσης») και οι οποίοι συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. Η υποχρέωση αυτή δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία των εν λόγω τίτλων ούτε περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους υποδοχής να καθορίζει το ίδιο τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης, καθώς και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα, αλλά στηρίζεται στο γεγονός ότι οι πιο πάνω τίτλοι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπόψη εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο (ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση) διαφορών μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Αντιθέτως, το κράτος υποδοχής πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάζει τους εν λόγω τίτλους, να συγκρίνει τις ικανότητες που πιστοποιούνται με αυτούς με τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται κατά τη δική του νομοθεσία για το συγκεκριμένο επάγγελμα, και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της σύγκρισης, είτε (επί αντιστοιχίας των προσόντων) να επιτρέπει άνευ άλλου την πρόσβαση στο επάγγελμα είτε (επί μερικής μόνον αντιστοιχίας) να αξιώνει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει με άλλους τρόπους τα υπολειπόμενα προσόντα. Αρμόδιο, εξάλλου, για την κρίση αυτή, περί επαγγελματικής ισοτιμίας των τίτλων, είναι, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής σχετική διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού στο οποίο έχει ανατεθεί από την οικεία εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων· και, επομένως, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε κράτος μέλος την πρακτική άσκηση που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και επικαλείται προς τούτο τίτλους, τους οποίους έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει, κατά τα προεκτεθέντα, να λάβει υπόψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαίδευσης και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει αν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προέλευσης προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα, την οποία έχει αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις σχετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος. Κατά την αξιολόγηση δε αυτή, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων, δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε στο κράτος προέλευσης δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής (ΣτΕ 513/2015, βλ. και Πρακτικό 8/2013 του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας).
6. Επειδή, αρχικά, στο άρθρο 15 παρ. 1 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ΚΔ - ν. 4194/2013, Α΄ 208/27.9.2013), το οποίο περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Β΄ αυτού («Απόκτηση δικηγορικής ιδιότητας - άσκηση - εξετάσεις») και ειδικότερα στο Β΄ Τμήμα του εν λόγω Κεφαλαίου («Προϋποθέσεις άσκησης των κατόχων τίτλων πανεπιστημίων της αλλοδαπής και ασκούμενων δικηγόρων της αλλοδαπής»), ορίζονταν τα εξής : «1. Πτυχιούχοι ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής μπορούν να πραγματοποιούν άσκηση στην Ελλάδα, εφόσον : α) είναι πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο (sic) με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».
7. Επειδή, με το άρθρο 7 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 4205/2013 (Α΄ 242/6.11.2013), η περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΔ, αντικαταστάθηκε ως εξής : «β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αντίστοιχο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».
8. Επειδή, ακολούθως, με την υποπαράγραφο ΙΕ.1 της παρ. ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014), η πιο πάνω διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου, ως εξής : «β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων των ανωτέρω υπό (α) Κρατών».
9. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4285/2014 (Α΄ 191/10.9.2014) ορίστηκε ότι : «α. Μετά την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4194/2013, μετά τις περιπτώσεις α΄ και β΄ προστίθεται παράγραφος 1Α ως εξής : «1Α. Για το αίτημα εγγραφής στο Μητρώο ασκουμένων αποφαίνεται Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. Η Επιτροπή αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων : α) Αθηνών, ως Πρόεδρο, β) Θεσσαλονίκης, γ) Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους και δ) έναν Πρόεδρο άλλου Δικηγορικού Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του. ... Στην Επιτροπή μετέχει ως πέμπτο μέλος ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ... Εφόσον πληρούνται οι κατά τα ανωτέρω υπό α΄ και β΄ προϋποθέσεις, η Επιτροπή διερευνά αν τα εν γένει προσόντα του ενδιαφερομένου είναι αντίστοιχα προς εκείνα που κατά τον παρόντα κώδικα απαιτούνται για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής ως ασκουμένου. Κατά την κρίση της αυτή λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι σπουδών του υποψηφίου, τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία έχει διδαχθεί, τα δικαιολογητικά που προσκομίζει και η εν γένει εμπειρία του σε εργασίες νομικής φύσεως. Λαμβάνονται επίσης, υπόψη οι διαφορές των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων. Σε περίπτωση διαπίστωσης μη αντιστοιχίας των επαγγελματικών προσόντων, η Επιτροπή αξιολόγησης παραπέμπει το φάκελο του αιτούντος στην Επιτροπή του άρθρου 16. ...» β. ... γ. Μετά την παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4194/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 3Α, ως εξής : «Η επιτροπή είναι αρμόδια για τον εξατομικευμένο προσδιορισμό των αντικειμένων για τα οποία οι αιτούντες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15 υποχρεούνται να αποδείξουν τη γνώση τους, λόγω της αναντιστοιχίας των ουσιαστικών προσόντων. Προς τούτο παρέχεται σε αυτούς το δικαίωμα συμμετοχής στη δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 17 και μόνον ως προς εκείνα τα γνωστικά αντικείμενα, για τα οποία έχει διαπιστωθεί έλλειψη αντιστοιχίας». δ. Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4194/2013, όπως τροποποιείται, καταλαμβάνει και όλες τις εκκρεμείς κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου αιτήσεις. ε. ...».
10. Επειδή, κατά γενική αρχή του δικαίου, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης κρίνεται, καταρχήν, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης ή εκδήλωσής της αντίστοιχα (βλ. ΣτΕ 1981/2005, Ολομ., 3563/2008, 869/2010, 2861/2013, 3358/2014 κ.α.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 18), που ρυθμίζουν τα της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ακύρωση διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της πράξης [ή συντέλεσης της παράλειψης] που ακυρώθηκε, ενώ η τυχόν εκδιδόμενη νέα πράξη ανάγεται στο χρόνο εκείνο και διέπεται, καταρχήν, από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς. Εξάλλου, από την υποχρέωση συμμόρφωσης στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν κωλύεται η νομοθετική εξουσία ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να προβαίνουν εφεξής, με γενικές διατάξεις, σε νέες ρυθμίσεις που μεταβάλλουν το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, το νέο δε αυτό νομοθετικό καθεστώς καταλαμβάνει τις, μετά την ακυρωτική απόφαση, εκκρεμείς ενώπιον της Διοίκησης υποθέσεις μόνον όταν το νεότερο νομοθέτημα έχει αναδρομική ισχύ ή προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται εφεξής την εφαρμογή των παλαιών διατάξεων (βλ. α) ΣτΕ 107/1991, Ολομ., 419/2000, 1665/2013, 1418/2013, 7μ., 4470/2013, 3167/2014, Ολομ. κ.α., β) ΣτΕ 2911/1989, 1614/1993, 3988/2005, 7μ., 2267/2007, 7μ. κ.α.). Κατά μείζονα δε λόγο, τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και όταν το νεότερο νομοθετικό καθεστώς άρχισε να ισχύει πριν καν εκδοθεί η ακυρωτική απόφαση (βλ. ΣτΕ 4315/2005, πρβλ. 616/2011, 1418/2013, 7μ., 4470/2013, 3167/2014, Ολομ.).
11. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (Bachelor of Laws) του βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, με την …/… .5.2014 αίτησή του ζήτησε την εγγραφή του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του ΔΣΘ, επικαλούμενος τα ανωτέρω πτυχία του και το ν. 4254/2014. Ο εν λόγω δικηγορικός σύλλογος δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού.
12. Επειδή, ο αιτών προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από την αίτησή του προς το ΔΣΘ και τα συνημμένα σ’ αυτήν δικαιολογητικά, διέθετε τις απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΕ.1 στοιχείο α΄ του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014), που υλοποιεί υποχρέωση του ελληνικού κράτους, που συνάγεται από το ενωσιακό δίκαιο, προϋποθέσεις για την εγγραφή του στα βιβλία ασκουμένων, ήτοι είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πτυχιούχος νομικής σχολής πανεπιστημίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, κατά τον αιτούντα, με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αίτησής του συντελέστηκε παράλειψη της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων. Εξάλλου, εφαρμοστέος ήταν ο ν. 4254/2014, υπό την ισχύ του οποίου συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παράλειψη και όχι ο μεταγενέστερος ν. 4285/2014, που δημοσιεύθηκε στις 10.9.2014.
13. Επειδή, ο ΔΣΘ με το από 10.2.2015 έγγραφο των απόψεών του προς το Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι : α) από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 και 6 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ως ίσχυαν κατά το χρόνο συντέλεσης της προσβαλλόμενης παράλειψης, συνάγεται ότι η αίτηση του αιτούντος για την εγγραφή του στα βιβλία ασκουμένων ήταν απορριπτέα, διότι αυτός δεν υπέβαλε αποδεικτικά της αναγνώρισης του πτυχίου του, β) υπό την εκδοχή ότι δεν είναι εφαρμοστέες οι ανωτέρω διατάξεις, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 4285/2014 (Α΄ 191/10.9.2014), η οποία καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το εδάφιο δ΄ αυτής. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η οικεία Επιτροπή Αξιολόγησης ερευνά αν τα προσόντα του πτυχιούχου Νομικής πανεπιστημίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αντίστοιχα με τα απαιτούμενα για την εγγραφή πτυχιούχου Νομικής ελληνικού πανεπιστημίου στο βιβλίο ασκουμένων και αποφασίζει αναλόγως.
14. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, η μη εγγραφή πτυχιούχου Νομικής Σχολής πανεπιστημίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μόνο το λόγο της μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης του πτυχίου του, εν προκειμένω από τον ΔΟΑΤΑΠ, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 15 του ΚΔ, ως ίσχυε μετά το ν. 4254/2014, η οποία ρυθμίζει ειδικώς το ζήτημα της εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων δικηγόρων, δεν προβλέπει, κατά τη γραμματική της διατύπωση, τέτοια προϋπόθεση. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΚΔ, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεση της κτήσης της δικηγορικής ιδιότητας είναι και η κατοχή πτυχίου Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής ΑΕΙ στην Ελλάδα ή ισότιμου και αντίστοιχου πτυχίου άλλης χώρας, εφόσον αυτό έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες, ανεξαρτήτως της αληθούς εννοίας της, δεν ασκεί επιρροή, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, οι δε ανωτέρω ισχυρισμοί του ΔΣΘ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, δεν ευσταθούν. Επομένως, η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος, δεν ευρίσκει νόμιμη αιτιολογία στο γεγονός ότι η ισοτιμία και αντιστοιχία των επίμαχων πτυχίων του δεν είχε αναγνωρισθεί από το ΔΟΑΤΑΠ.
15. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 4 στ. δ΄ του ν. 4285/2014, ως «εκκρεμείς αιτήσεις» εγγραφής στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων δεν νοούνται αυτές των οποίων είχε συντελεστεί, ήδη κατά το χρόνο δημοσίευσής του, η σιωπηρή τους απόρριψη με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, η σιωπηρή απόρριψη της επίμαχης αίτησης του αιτούντος, που υποβλήθηκε στις … .5.2014 συντελέστηκε με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, συνεπώς, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου (12.9.2014), δεν ήταν «εκκρεμής», αλλά είχε ήδη απορριφθεί.
16. Επειδή, η σιωπηρή απόρριψη της αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων, η οποία συντελέστηκε μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, είναι μη νόμιμη, διότι, κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΔ, ως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της περ. β΄ με την υποπαράγραφο ΙΕ.1 της παρ. ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, ο καθ’ ου δικηγορικός σύλλογος όφειλε να εξετάσει εάν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή προϋποθέσεις και, σε καταφατική περίπτωση, να εγγράψει τον αιτούντα στα οικεία βιβλία. Το ζήτημα, δε, του εφαρμοστέου μετ’ ακύρωση νομοθετικού καθεστώτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σκέψη 9, θα κριθεί κατά το στάδιο της συμμόρφωσης του καθ’ ου δικηγορικού συλλόγου στην παρούσα απόφαση. Για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη της …/… .5.2014 αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του ΔΣΘ και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικηγορικό αυτό σύλλογο, για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της .../... .5.2014 αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Αναπέμπει την υπόθεση στον ανωτέρω δικηγορικό σύλλογο, για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (460 + 460) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2015
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος    Η Γραμματέας
 
 
Μ. Βηλαράς    Γ. Μουλοπούλου
 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ης Ιουνίου 2015.
 Η Πρόεδρος του Γ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Γ' Τμήματος
 
 
 Αικ. Συγγούνα  Δ. Τετράδη
 
 
 
 
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
   Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ..............................................
Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΣτΕ 2618/2015: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ - ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ



Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της απόφασης της 13.11.2003, C-313/01, Morgenbesser, έχει ήδη κριθεί με την 2770/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ιδίως σκέψη 15 της απόφασης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως ίσχυσε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ) όταν κράτος μέλος της Ένωσης (εφεξής «κράτος υποδοχής») εξετάζει αν θα επιτρέψει σε «κοινοτικό υπήκοο», ακόμη και πολίτη του ιδίου, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος («κράτος προέλευσης») και οι οποίοι συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. Η υποχρέωση αυτή δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία των εν λόγω τίτλων ούτε περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους υποδοχής να καθορίζει το ίδιο τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης, καθώς και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα, αλλά στηρίζεται στο γεγονός ότι οι πιο πάνω τίτλοι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπόψη εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο (ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση) διαφορών μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Αντιθέτως, το κράτος υποδοχής πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάζει τους εν λόγω τίτλους, να συγκρίνει τις ικανότητες που πιστοποιούνται με αυτούς με τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται κατά τη δική του νομοθεσία για το συγκεκριμένο επάγγελμα, και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της σύγκρισης, είτε (επί αντιστοιχίας των προσόντων) να επιτρέπει άνευ άλλου την πρόσβαση στο επάγγελμα είτε (επί μερικής μόνον αντιστοιχίας) να αξιώνει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει με άλλους τρόπους τα υπολειπόμενα προσόντα. Αρμόδιο, εξάλλου, για την κρίση αυτή, περί επαγγελματικής ισοτιμίας των τίτλων, είναι, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής σχετική διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού στο οποίο έχει ανατεθεί από την οικεία εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων· και, επομένως, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε κράτος μέλος την πρακτική άσκηση που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και επικαλείται προς τούτο τίτλους, τους οποίους έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει, κατά τα προεκτεθέντα, να λάβει υπόψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαίδευσης και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει αν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προέλευσης προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα, την οποία έχει αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις σχετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος. Κατά την αξιολόγηση δε αυτή, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων, δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε στο κράτος προέλευσης δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής (ΣτΕ 513/2015, βλ. και Πρακτικό 8/2013 του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας).

 
Αριθμός 2618/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Σκαλτσούνης, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Σ. Κωνσταντίνου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Γ. Μουλοπούλου.
Για να δικάσει την από 5 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση:
του … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παύλο Καρκάλη (Α.Μ. 4213 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της από .../… .5.2014 αίτησης του αιτούντος και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (Α΄ 1318494, 3888932/2014 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης της …/… .5.2014 αίτησης του αιτούντος, πτυχιούχου της Νομικής Σχολής (Bachelor of Laws) του βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
3. Επειδή, η συζήτηση νομίμως χωρεί απολιπομένου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, διότι αυτός, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του 1321/10.2.2015 εγγράφου των απόψεών του προς το Δικαστήριο, γνώριζε το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 3216/2013, 225/2011, 3570/2008, 2036/2007).
4. Επειδή, στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται στο μεν άρθρο 45 (πρώην άρθρο 39 ΣΕΚ) ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο δε άρθρο 49 (πρώην άρθρο 43 ΣΕΚ) ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται […]» και ότι «η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων […]».
5. Επειδή, όπως, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της απόφασης της 13.11.2003, C-313/01, Morgenbesser, έχει ήδη κριθεί με την 2770/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ιδίως σκέψη 15 της απόφασης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως ίσχυσε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ) όταν κράτος μέλος της Ένωσης (εφεξής «κράτος υποδοχής») εξετάζει αν θα επιτρέψει σε «κοινοτικό υπήκοο», ακόμη και πολίτη του ιδίου, την άσκηση επαγγέλματος για την οποία, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, απαιτούνται προσόντα πιστοποιούμενα με την κατοχή ορισμένου τίτλου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους τους οποίους έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος («κράτος προέλευσης») και οι οποίοι συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. Η υποχρέωση αυτή δεν οφείλεται στην εγγενή ακαδημαϊκή αξία των εν λόγω τίτλων ούτε περιορίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους υποδοχής να καθορίζει το ίδιο τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης, καθώς και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα, αλλά στηρίζεται στο γεγονός ότι οι πιο πάνω τίτλοι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνονται υπόψη εξαιτίας ακαδημαϊκών και μόνο (ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση) διαφορών μεταξύ κράτους προέλευσης και κράτους υποδοχής. Αντιθέτως, το κράτος υποδοχής πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάζει τους εν λόγω τίτλους, να συγκρίνει τις ικανότητες που πιστοποιούνται με αυτούς με τα αντίστοιχα προσόντα που απαιτούνται κατά τη δική του νομοθεσία για το συγκεκριμένο επάγγελμα, και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της σύγκρισης, είτε (επί αντιστοιχίας των προσόντων) να επιτρέπει άνευ άλλου την πρόσβαση στο επάγγελμα είτε (επί μερικής μόνον αντιστοιχίας) να αξιώνει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει με άλλους τρόπους τα υπολειπόμενα προσόντα. Αρμόδιο, εξάλλου, για την κρίση αυτή, περί επαγγελματικής ισοτιμίας των τίτλων, είναι, αν δεν έχει θεσπισθεί στο κράτος υποδοχής σχετική διαδικασία, το όργανο του κράτους αυτού στο οποίο έχει ανατεθεί από την οικεία εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων πρόσβασης στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων· και, επομένως, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε κράτος μέλος την πρακτική άσκηση που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου και επικαλείται προς τούτο τίτλους, τους οποίους έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει, κατά τα προεκτεθέντα, να λάβει υπόψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαίδευσης και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει αν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προέλευσης προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα, την οποία έχει αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις σχετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος. Κατά την αξιολόγηση δε αυτή, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων, δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε στο κράτος προέλευσης δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής (ΣτΕ 513/2015, βλ. και Πρακτικό 8/2013 του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 του ν. 3068/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας).
6. Επειδή, αρχικά, στο άρθρο 15 παρ. 1 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ΚΔ - ν. 4194/2013, Α΄ 208/27.9.2013), το οποίο περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Β΄ αυτού («Απόκτηση δικηγορικής ιδιότητας - άσκηση - εξετάσεις») και ειδικότερα στο Β΄ Τμήμα του εν λόγω Κεφαλαίου («Προϋποθέσεις άσκησης των κατόχων τίτλων πανεπιστημίων της αλλοδαπής και ασκούμενων δικηγόρων της αλλοδαπής»), ορίζονταν τα εξής : «1. Πτυχιούχοι ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής μπορούν να πραγματοποιούν άσκηση στην Ελλάδα, εφόσον : α) είναι πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο (sic) με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».
7. Επειδή, με το άρθρο 7 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 4205/2013 (Α΄ 242/6.11.2013), η περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΔ, αντικαταστάθηκε ως εξής : «β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αντίστοιχο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».
8. Επειδή, ακολούθως, με την υποπαράγραφο ΙΕ.1 της παρ. ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014), η πιο πάνω διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου, ως εξής : «β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων των ανωτέρω υπό (α) Κρατών».
9. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4285/2014 (Α΄ 191/10.9.2014) ορίστηκε ότι : «α. Μετά την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4194/2013, μετά τις περιπτώσεις α΄ και β΄ προστίθεται παράγραφος 1Α ως εξής : «1Α. Για το αίτημα εγγραφής στο Μητρώο ασκουμένων αποφαίνεται Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. Η Επιτροπή αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων : α) Αθηνών, ως Πρόεδρο, β) Θεσσαλονίκης, γ) Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους και δ) έναν Πρόεδρο άλλου Δικηγορικού Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του. ... Στην Επιτροπή μετέχει ως πέμπτο μέλος ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ... Εφόσον πληρούνται οι κατά τα ανωτέρω υπό α΄ και β΄ προϋποθέσεις, η Επιτροπή διερευνά αν τα εν γένει προσόντα του ενδιαφερομένου είναι αντίστοιχα προς εκείνα που κατά τον παρόντα κώδικα απαιτούνται για την εγγραφή πτυχιούχου νομικής ως ασκουμένου. Κατά την κρίση της αυτή λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι σπουδών του υποψηφίου, τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία έχει διδαχθεί, τα δικαιολογητικά που προσκομίζει και η εν γένει εμπειρία του σε εργασίες νομικής φύσεως. Λαμβάνονται επίσης, υπόψη οι διαφορές των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων. Σε περίπτωση διαπίστωσης μη αντιστοιχίας των επαγγελματικών προσόντων, η Επιτροπή αξιολόγησης παραπέμπει το φάκελο του αιτούντος στην Επιτροπή του άρθρου 16. ...» β. ... γ. Μετά την παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 4194/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 3Α, ως εξής : «Η επιτροπή είναι αρμόδια για τον εξατομικευμένο προσδιορισμό των αντικειμένων για τα οποία οι αιτούντες των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 15 υποχρεούνται να αποδείξουν τη γνώση τους, λόγω της αναντιστοιχίας των ουσιαστικών προσόντων. Προς τούτο παρέχεται σε αυτούς το δικαίωμα συμμετοχής στη δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 17 και μόνον ως προς εκείνα τα γνωστικά αντικείμενα, για τα οποία έχει διαπιστωθεί έλλειψη αντιστοιχίας». δ. Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4194/2013, όπως τροποποιείται, καταλαμβάνει και όλες τις εκκρεμείς κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου αιτήσεις. ε. ...».
10. Επειδή, κατά γενική αρχή του δικαίου, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης κρίνεται, καταρχήν, με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης ή εκδήλωσής της αντίστοιχα (βλ. ΣτΕ 1981/2005, Ολομ., 3563/2008, 869/2010, 2861/2013, 3358/2014 κ.α.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 18), που ρυθμίζουν τα της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ακύρωση διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της πράξης [ή συντέλεσης της παράλειψης] που ακυρώθηκε, ενώ η τυχόν εκδιδόμενη νέα πράξη ανάγεται στο χρόνο εκείνο και διέπεται, καταρχήν, από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς. Εξάλλου, από την υποχρέωση συμμόρφωσης στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν κωλύεται η νομοθετική εξουσία ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να προβαίνουν εφεξής, με γενικές διατάξεις, σε νέες ρυθμίσεις που μεταβάλλουν το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, το νέο δε αυτό νομοθετικό καθεστώς καταλαμβάνει τις, μετά την ακυρωτική απόφαση, εκκρεμείς ενώπιον της Διοίκησης υποθέσεις μόνον όταν το νεότερο νομοθέτημα έχει αναδρομική ισχύ ή προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται εφεξής την εφαρμογή των παλαιών διατάξεων (βλ. α) ΣτΕ 107/1991, Ολομ., 419/2000, 1665/2013, 1418/2013, 7μ., 4470/2013, 3167/2014, Ολομ. κ.α., β) ΣτΕ 2911/1989, 1614/1993, 3988/2005, 7μ., 2267/2007, 7μ. κ.α.). Κατά μείζονα δε λόγο, τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και όταν το νεότερο νομοθετικό καθεστώς άρχισε να ισχύει πριν καν εκδοθεί η ακυρωτική απόφαση (βλ. ΣτΕ 4315/2005, πρβλ. 616/2011, 1418/2013, 7μ., 4470/2013, 3167/2014, Ολομ.).
11. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (Bachelor of Laws) του βρετανικού Πανεπιστημίου του Essex, με την …/… .5.2014 αίτησή του ζήτησε την εγγραφή του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του ΔΣΘ, επικαλούμενος τα ανωτέρω πτυχία του και το ν. 4254/2014. Ο εν λόγω δικηγορικός σύλλογος δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού.
12. Επειδή, ο αιτών προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από την αίτησή του προς το ΔΣΘ και τα συνημμένα σ’ αυτήν δικαιολογητικά, διέθετε τις απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 15 του ΚΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΕ.1 στοιχείο α΄ του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014), που υλοποιεί υποχρέωση του ελληνικού κράτους, που συνάγεται από το ενωσιακό δίκαιο, προϋποθέσεις για την εγγραφή του στα βιβλία ασκουμένων, ήτοι είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πτυχιούχος νομικής σχολής πανεπιστημίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, κατά τον αιτούντα, με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αίτησής του συντελέστηκε παράλειψη της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων. Εξάλλου, εφαρμοστέος ήταν ο ν. 4254/2014, υπό την ισχύ του οποίου συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παράλειψη και όχι ο μεταγενέστερος ν. 4285/2014, που δημοσιεύθηκε στις 10.9.2014.
13. Επειδή, ο ΔΣΘ με το από 10.2.2015 έγγραφο των απόψεών του προς το Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι : α) από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 και 6 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ως ίσχυαν κατά το χρόνο συντέλεσης της προσβαλλόμενης παράλειψης, συνάγεται ότι η αίτηση του αιτούντος για την εγγραφή του στα βιβλία ασκουμένων ήταν απορριπτέα, διότι αυτός δεν υπέβαλε αποδεικτικά της αναγνώρισης του πτυχίου του, β) υπό την εκδοχή ότι δεν είναι εφαρμοστέες οι ανωτέρω διατάξεις, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 4285/2014 (Α΄ 191/10.9.2014), η οποία καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το εδάφιο δ΄ αυτής. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η οικεία Επιτροπή Αξιολόγησης ερευνά αν τα προσόντα του πτυχιούχου Νομικής πανεπιστημίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αντίστοιχα με τα απαιτούμενα για την εγγραφή πτυχιούχου Νομικής ελληνικού πανεπιστημίου στο βιβλίο ασκουμένων και αποφασίζει αναλόγως.
14. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, η μη εγγραφή πτυχιούχου Νομικής Σχολής πανεπιστημίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μόνο το λόγο της μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης του πτυχίου του, εν προκειμένω από τον ΔΟΑΤΑΠ, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 15 του ΚΔ, ως ίσχυε μετά το ν. 4254/2014, η οποία ρυθμίζει ειδικώς το ζήτημα της εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων δικηγόρων, δεν προβλέπει, κατά τη γραμματική της διατύπωση, τέτοια προϋπόθεση. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΚΔ, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεση της κτήσης της δικηγορικής ιδιότητας είναι και η κατοχή πτυχίου Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής ΑΕΙ στην Ελλάδα ή ισότιμου και αντίστοιχου πτυχίου άλλης χώρας, εφόσον αυτό έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες, ανεξαρτήτως της αληθούς εννοίας της, δεν ασκεί επιρροή, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, οι δε ανωτέρω ισχυρισμοί του ΔΣΘ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, δεν ευσταθούν. Επομένως, η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος του αιτούντος, δεν ευρίσκει νόμιμη αιτιολογία στο γεγονός ότι η ισοτιμία και αντιστοιχία των επίμαχων πτυχίων του δεν είχε αναγνωρισθεί από το ΔΟΑΤΑΠ.
15. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 4 στ. δ΄ του ν. 4285/2014, ως «εκκρεμείς αιτήσεις» εγγραφής στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων δεν νοούνται αυτές των οποίων είχε συντελεστεί, ήδη κατά το χρόνο δημοσίευσής του, η σιωπηρή τους απόρριψη με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, η σιωπηρή απόρριψη της επίμαχης αίτησης του αιτούντος, που υποβλήθηκε στις … .5.2014 συντελέστηκε με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, συνεπώς, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου (12.9.2014), δεν ήταν «εκκρεμής», αλλά είχε ήδη απορριφθεί.
16. Επειδή, η σιωπηρή απόρριψη της αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων, η οποία συντελέστηκε μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της, είναι μη νόμιμη, διότι, κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΔ, ως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της περ. β΄ με την υποπαράγραφο ΙΕ.1 της παρ. ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, ο καθ’ ου δικηγορικός σύλλογος όφειλε να εξετάσει εάν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή προϋποθέσεις και, σε καταφατική περίπτωση, να εγγράψει τον αιτούντα στα οικεία βιβλία. Το ζήτημα, δε, του εφαρμοστέου μετ’ ακύρωση νομοθετικού καθεστώτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σκέψη 9, θα κριθεί κατά το στάδιο της συμμόρφωσης του καθ’ ου δικηγορικού συλλόγου στην παρούσα απόφαση. Για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη της …/… .5.2014 αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του ΔΣΘ και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικηγορικό αυτό σύλλογο, για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της .../... .5.2014 αίτησης του αιτούντος περί εγγραφής του στα βιβλία ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
Αναπέμπει την υπόθεση στον ανωτέρω δικηγορικό σύλλογο, για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (460 + 460) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2015
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος    Η Γραμματέας
 
 
Μ. Βηλαράς    Γ. Μουλοπούλου
 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ης Ιουνίου 2015.
 Η Πρόεδρος του Γ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Γ' Τμήματος
 
 
 Αικ. Συγγούνα  Δ. Τετράδη
 
 
 
 
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
   Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ..............................................
Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.