Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΣτΕ 2151/2015 (Ολομ.): ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 90 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ Ν 4172/2013



 Κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, όπως αυτή φωτίζεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, δεν επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων προκειμένου να επιτευχθούν αριθμητικώς προσδιορισμένοι εκ των προτέρων στόχοι· προβλέπεται αντιθέτως ότι είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την επίμαχη ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών και δευτερευόντως και μόνο θεσπίσθηκε η ρύθμιση αυτή για την θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Είναι δε εν όψει τούτων απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ειδικότερος ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 81, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται. Απορριπτέα είναι, εξ άλλου, και τα συναφώς προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος, θεσμός, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως, προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής, καθ’ όσον, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως του δικαιώματος των εργαζομένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που ανήκουν στην αιτούσα, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ή της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Και τούτο, το μεν διότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣτΕ 2719, 2722/2003, 2902/1984), το δε διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.).




Αριθμός 2151/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Β. Καλαντζή, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Σ. Παπακωνσταντίνου, Χ. Ευαγγελίου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής και Α. - Μ. Παπαδημητρίου, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 21 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση:
της Ανώτατης Διοικήσεως Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Ψύλλα 2 και Φιλελλήνων), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα (Α.Μ. 21969), που τη διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρός της,
κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους: α) Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και β) Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Οκτωβρίου 2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν οι υπ’ αριθ.: α) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013) «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» και β) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634 Υπουργική Απόφαση του ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013) «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων», καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ηλ. Μάζου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1302429, 3666347/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση των αποφάσεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης α) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), και β) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013).
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 18.10.2013 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
4. Επειδή, η αιτούσα «Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων» (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.) αποτελεί, κατά το άρθρο 1 του καταστατικού της, τριτοβάθμια συνδικαλιστική ένωση των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών δημοσιοϋπαλληλικών οργανώσεων Ελλάδος. Μέλη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. γίνονται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου καταστατικού, οι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες δικαίωμα εγγραφής έχουν οι εργαζόμενοι με μόνιμη σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που απασχολούνται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, «καθώς και σε Νομικά Πρόσωπα που είναι στον αμιγή και αποκλειστικό έλεγχο του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α.». Εξ άλλου, σκοπός της αιτούσης είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 2 περ. β΄ του καταστατικού της, η προστασία των οικονομικών, εργασιακών, ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και γενικότερων συμφερόντων των εργαζομένων στο Δημόσιο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το εν λόγω νομικό πρόσωπο με έννομο, κατ’ αρχήν, συμφέρον ζητεί την ακύρωση των προσβαλλομένων κανονιστικών πράξεων, με την πρώτη από τις οποίες (ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013, ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013) ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως, ενώ με την δεύτερη (ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013, ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013) ρυθμίζονται (βλ. άρθρο 1 αυτής) ειδικότερα θέματα σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων των ανωτέρω φορέων, που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Και τούτο διότι με την εφαρμογή των μέτρων αυτών θίγονται τα συμφέροντα των μελών των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων, τα οποία υπάγονται στις επίδικες ρυθμίσεις (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013). Οι δύο ως άνω κανονιστικές αποφάσεις είναι, εξ άλλου, συναφείς, καθ’ όσον έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας, κατά τα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, νομοθεσίας (άρθρα 90 και 91 ν. 4172/2013, βλ. κατωτέρω) και ρυθμίζουν ενιαίως ζητήματα που ανακύπτουν επί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων· ως εκ τούτου, παραδεκτώς συμπροσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, η οποία, ασκουμένη εμπροθέσμως, αποβαίνει περαιτέρω εξεταστέα ως προς τους προβαλλόμενους επί μέρους λόγους ακυρώσεως.
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. …» και στο άρθρο 103 ότι «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. …[αφορά τις κατηγορίες υπαλλήλων που εξαιρούνται με νόμο από την μονιμότητα] 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή … και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ., 2934/1993), δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συμπτύσσει την βαθμολογική κλίμακα, εφ’ όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 466/1984, Ολομ. 1003/1977). Επί απολύσεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξ άλλου ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013, 3226, 2587/2011, 2747/2010, 4237/2005). Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του, ωστόσο οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει αφ’ ενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφ’ ετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.).
7. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/2012 (Α΄ 28/14.2.2012), γνωστό ως Μνημόνιο II, εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος ως προϋπόθεση για την υπογραφή και την θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως παραρτήματα I - IV (άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ανωτέρω ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων αναφέρονται, στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική», τα εξής (βλ. την προσαρτώμενη στον ανωτέρω νόμο ελληνική μετάφραση του επίσημου πρωτοτύπου στην αγγλική γλώσσα, Παράρτημα V_1_ΕΛΛ): «… 6. Για να διασφαλίσει την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος η κυβέρνηση θα αναλάβει τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά των δαπανών … Το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτευχθεί μέσω περικοπών δαπανών που αποσκοπούν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων του κλεισίματος φορέων που δεν παρέχουν πλέον αποτελεσματικές σε όρους κόστους δημόσιες υπηρεσίες και στοχευμένων μειώσεων της απασχόλησης στο δημόσιο … Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ [Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: Μειώσεις στη μισθολογική δαπάνη του δημόσιου τομέα. … Για την επίτευξη του στόχου αυτού, θα συνδυάσουμε μεταρρυθμίσεις που αφορούν την αποζημίωση των υπαλλήλων με μειώσεις του προσωπικού … Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011 – 2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις – αποχωρήσεις καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση των συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος του 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης … και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους … Αναδιάρθρωση της κυβερνητικής λειτουργίας. Η Ελληνική δημόσια διοίκηση είναι σε μεγάλο βαθμό διασπασμένη, έχει δομές που αλληλοκαλύπτονται και έχει ελλιπή συντονισμό και ανεπαρκή συστήματα πληροφορικής (IT). Προς αντιμετώπιση αυτών θα υλοποιήσουμε κάποιες αρχικές δράσεις και θα καθορίσουμε βαθύτερες αλλαγές που θα εφαρμοσθούν κατά τη διάρκεια του προγράμματος: Έμφαση θα δοθεί στο κλείσιμο και τη μείωση του μεγέθους των φορέων της κεντρικής κυβέρνησης, στον εντοπισμό ευκαιριών για ανάθεση εργασιών σε τρίτους, στον εντοπισμό πλεονάζοντος προσωπικού και στην αναδιάρθρωση τόσο της κεντρικής όσο και της τοπικής δημόσιας διοίκησης …». Περαιτέρω, στο Παράρτημα I, κεφάλαιο Α΄ του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, που εγκρίθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. Α΄ του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012), προβλέπονται, στο Κεφάλαιο Α΄, σε «συγκεντρωτικό πίνακα μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού προσλήψεων 2013-2016 μετά τις παρεμβάσεις» για το έτος 2013 25.372 αποχωρήσεις έναντι 3.571 προσλήψεων, ενώ στο Κεφάλαιο Β΄ περιλαμβάνεται, μεταξύ των «προτεινομένων παρεμβάσεων του ΜΠΔΣ 2013-2016», και το «πρόγραμμα κινητικότητας / αποχωρήσεων δημοσίων υπαλλήλων» (παρέμβαση υπ’ αριθμ. 3.17). Μέτρα και δράσεις προς την ίδια κατεύθυνση της μειώσεως του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως περιελήφθησαν εξ άλλου τόσο στο Μνημόνιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών του μηνός Δεκεμβρίου 2012 όσο και στα Μνημόνια Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 και του Μαΐου 2013.
8. Επειδή, η περί της θέσεως σε διαθεσιμότητα του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πρώτη προσβαλλόμενη, ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 υπουργική απόφαση εξεδόθη κατ’ επίκληση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. Ε΄ του ν. 4172/2013 («Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις», Α΄ 167/23.7.2013). Το εν λόγω άρθρο 90, με τίτλο «Διαθεσιμότητα», εντάσσεται στο Κεφάλαιο Δ΄ του ως άνω νόμου («Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης») και, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης ως άνω υπουργικής αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (7.8.2013), πριν δηλαδή από τις τροποποιήσεις που επέφεραν στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 αυτού τα άρθρα 53 παρ. 1 ν. 4186/2013 (Α΄ 193/17.9.2013), 125 ν. 4199/2013 (Α΄ 216/11.10.2013) και 28 παρ. 3 και 29 ν. 4210/2013 (Α΄ 254/21.11.2013), όριζε στις ανωτέρω παραγράφους 1 και 2 τα εξής: «1. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 2. Εάν καταργηθούν ορισμένες θέσεις του ίδιου κλάδου ή και ειδικότητας, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά τα ανωτέρω διενεργείται με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας που ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφόσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Α. Η αποτίμηση προσόντων του υπαλλήλου στηρίζεται σε επί μέρους κριτήρια που αφορούν τη βασική και επαγγελματική του εκπαίδευση, την εν γένει εργασιακή και διοικητική του εμπειρία, τα ειδικά καθήκοντα όπως των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση σε Διεθνείς Οργανισμούς και την εργασιακή του φυσιογνωμία, όπως (δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή του κατάσταση συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού των τέκνων κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση ε΄. Όσοι επιθυμούν να αποχωρήσουν τίθενται κατά προτεραιότητα σε διαθεσιμότητα χωρίς αποτίμηση των προσόντων. Β. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, όπως καθορίζεται από την περίπτωση ε΄, και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα». Με την περίπτωση Γ΄ της εν λόγω παραγράφου 2 ορίζεται ότι «για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και την κατάρτιση βαθμολογικών πινάκων» συνιστάται, με απόφαση του οικείου κατά περίπτωση υπουργού, τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, συγκροτούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. ως πρόεδρο, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης ή της Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα στον οποίο συνιστάται, ως εισηγητή, και έναν προϊστάμενο άλλης Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης του ίδιου φορέα, με τους αναπληρωτές τους. Με την ίδια διάταξη ρυθμίζονται εξ άλλου ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τη συγκρότηση, αρμοδιότητα και λειτουργία των ως άνω ειδικών υπηρεσιακών συμβουλίων (σύσταση κοινού συμβουλίου για ομάδα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθορισμός της αρμοδιότητας των τριμελών ειδικών υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται στις αποκεντρωμένες διοικήσεις και είναι, κατά την διάταξη αυτή, αρμόδια και για τους μόνιμους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης Α΄ και Β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών, κ.λπ.). Περαιτέρω, στην περίπτωση Δ΄ της ιδίας παραγράφου 2 αναφέρονται οι περιπτώσεις των υπαλλήλων, οι οποίοι δεν τίθενται κατ’ εξαίρεση σε διαθεσιμότητα (ανάπηροι σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, πολύτεκνοι κ.λπ.). Τέλος, οι περιπτώσεις Ε΄ και ΣΤ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 περιλαμβάνουν εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων και ορίζουν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Ε. Η διαδικασία αποτίμησης των προσόντων, τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια μεταξύ των οποίων λαμβάνεται υπόψη και ο τρόπος εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1, τα λοιπά ειδικότερα θέματα της αποτίμησης των προσόντων και τα ζητήματα λειτουργίας των Ειδικών Τριμελών Υπηρεσιακών Συμβουλίων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. ΣΤ. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται πρόσθετα ειδικά κριτήρια ή να διαφοροποιείται η μοριοδότηση των γενικών κριτηρίων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας του οικείου φορέα».
9. Επειδή, εν συνεχεία η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου 90 του ν. 4172/2013 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 125 του ν. 4199/2013, με το οποίο, χωρίς να θιγούν οι ρυθμίσεις της αρχικής διατάξεως περί καταργήσεως και συστάσεως θέσεων, προβλέπεται (ήδη παράγραφος 1α εδαφ. β΄ του άρθρου 90) η αυτοδίκαιη μετάταξη ή μεταφορά σε κενές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις («κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας») του φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα των υπαλλήλων που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 περίπτωση Δ΄ του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, «εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας». Ακολούθως, με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 η φράση «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1α του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 αντικαταστάθηκε με την φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης». Περαιτέρω, με τα άρθρα 53 παρ. 1 του ν. 4186/2013 και 28 παρ. 3 του ν. 4210/2013 προστέθηκαν και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων στους εξαιρούμενους από την διαθεσιμότητα κατά την περίπτωση Δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν.4172/2013.
10. Επειδή, εξ άλλου η διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Ζ υποπαράγραφος Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012), στην οποία παραπέμπει, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 8), η παράγραφος 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, προβλέπει (περίπτωση 1) ότι τίθενται σε διαθεσιμότητα οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, των οποίων οι θέσεις καταργούνται. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους οι υπάλληλοι μπορεί α) να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007, Α΄ 26) και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (άρθρο 158 παρ. 4 ν. 3584/2007, Α΄ 143), β) να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τη διαδικασία της υποπαραγράφου Ζ.1 της αυτής παραγράφου του ιδίου άρθρου, γ) να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και δ) να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η κατά τις ως άνω διατάξεις διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του (περίπτωση 2 της ανωτέρω υποπαραγράφου Ζ.2, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με την οποία περαιτέρω ορίσθηκαν τα εξής: «Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές, μετά τη θέση σε διαθεσιμότητα, υπολογίζονται στο ύψος των μειωμένων κατά 25% των αποδοχών του υπαλλήλου που τέθηκε σε διαθεσιμότητα»). Οι ανωτέρω ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΣΤ υποπαρ.ΣΤ.12 του ν. 4152/2013, Α΄ 107). Κατά τα οριζόμενα δε στην περίπτωση 4 της ιδίας υποπαραγράφου Ζ.2, «η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας».
11. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως μπορούν, κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας, μεταξύ άλλων, να μετατάσσονται ή να μεταφέρονται κατά τα προβλεπόμενα στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Η διάταξη αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε κυρίως με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013, ορίζει, στην περίπτωση 1, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και β) η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν την δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης … Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος» (άρθρο 91 παρ. 1 ν. 4172/2013). Η περίπτωση 4 της ιδίας υποπαραγράφου Ζ.1 προβλέπει τα κριτήρια και καθορίζει την διαδικασία επιλογής προσωπικού για την πλήρωση κενών θέσεων με μετάταξη ή μεταφορά. Ορίζει ειδικότερα, εκτός των άλλων, τα ακόλουθα: «Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των [υπαλλήλων] που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευσή της εντός της οποίας οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι υποβάλλουν αίτηση μετάταξης/μεταφοράς, καθορίζοντας τη σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό υπηρεσιακής κατάστασης που εκδίδεται από τη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα προέλευσης και από το οποίο προκύπτει η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μετά τον έλεγχο της νομιμότητας πρόσληψης και των πιστοποιητικών και στοιχείων που συγκροτούν το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου …Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν. Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευση τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. Οι τρίτεκνοι υπάλληλοι καθώς και οι πολύτεκνοι υπάλληλοι, για τους οποίους δεν εφαρμόστηκε η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης Δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, εφόσον έχουν τρία τέκνα που συνοικούν με αυτούς και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον [Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος], όπως ισχύει, μετατάσσονται ή μεταφέρονται κατά προτεραιότητα. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται εισοδηματικά ή άλλα κριτήρια, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Σε περίπτωση ισοβαθμίας μεταξύ των υπαλλήλων λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου. Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί να καλεί τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους σε συνέντευξη με σκοπό την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της προσωπικότητας τους … Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα … Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται πρόσθετα ειδικά κριτήρια ή να διαφοροποιείται η μοριοδότηση των γενικών κριτηρίων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας του οικείου φορέα. Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (91 παρ. 2 ν. 4172/2013, όπως τροποποιήθηκε). Τέλος, στην περίπτωση 8 της αυτής υποπαραγράφου Ζ.1 προβλέπονται τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης υποπαραγράφου».
12. Επειδή, κατ’ επίκληση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. Ε΄ του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψη 8) εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/33/οικ. 27653/11.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2560/11.10.2013), φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» και έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, την «ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία αποτίμησης των προσόντων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης, δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και ε) τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων». Στο άρθρο 2 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως ρυθμίζεται η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα· ορίζεται ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι η κατά τα ανωτέρω επιλογή «διενεργείται με βάση τα κριτήρια και τη διαδικασία της παρ. 2 (περ. α΄, β΄ και γ΄) του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 καθώς και με τις ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 και τις διατάξεις της παρούσης και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από το βαθμολογικό πίνακα» (παρ. 1), ενώ, περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 2, τα επί μέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως, κατά τα ανωτέρω, και ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων παρατίθενται στους Πίνακες I, II και III του Παραρτήματος Α΄ της υπουργικής αποφάσεως, προβλέπεται δε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, η οποία μοριοδοτείται σύμφωνα με τον Πίνακα IV του ως άνω Παραρτήματος Α΄. Τα κριτήρια, τα οποία βαθμολογούνται κατά την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα, αναφέρονται στους Πίνακες I, II και III του εν λόγω Παραρτήματος Α΄, ανά κατηγορία υπαλλήλων (ΠΕ και ΤΕ [I], ΔΕ [II] και ΥΕ [III], αντιστοίχως), και κατατάσσονται σε ομάδες (τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, πειθαρχικές ποινές, για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ – Πίνακας I – και ΔΕ – Πίνακας II -, τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, οικογενειακή κατάσταση, πειθαρχικές ποινές, για την Κατηγορία ΥΕ – Πίνακας III). Συναφώς, στα άρθρα 3, 4 και 5 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως ορίζονται τα εξής: «3. Μοριοδότηση τρόπου εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση. Για τη μοριοδότηση του κριτηρίου 3 του Παραρτήματος Α΄, ως τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση νοείται η διαδικασία πρόσληψης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή διορισμού σε θέση μόνιμου προσωπικού και όχι αυτή της μετατροπής της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε αορίστου χρόνου. 4. Αρνητική μοριοδότηση πειθαρχικών ποινών. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων, λαμβάνονται υπόψη για την αρνητική μοριοδότηση αυτών οι πειθαρχικές αποφάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν διαγραφεί από το προσωπικό τους μητρώο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 5. Μοριοδότηση υπηρεσιακής αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων, λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά στο κριτήριο της υπηρεσιακής αξιολόγησης οι εκθέσεις αξιολόγησης των τελευταίων οκτώ (8) ετών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να βαθμολογηθεί το κριτήριο αυτό, είναι η ύπαρξη μίας (1) τουλάχιστον έκθεσης αξιολόγησης κατά την τελευταία οκταετία». Τέλος, στο άρθρο 6 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ρυθμίζονται ζητήματα της λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων των άρθρων 90 παρ. 2 περ. Γ΄ (ανωτέρω σκέψη 8) και 91 παρ. 2 (ανωτέρω σκέψη 11) του ν. 4172/2013.
13. Επειδή, εξ άλλου, με την συμπροσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013), η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση των οριζομένων στις περιπτώσεις 4 και 8 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της μεταξύ άλλων και με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013 (βλ. ανωτέρω σκέψη 11), επιδιώκεται (άρθρο 1) «η ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά … υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης και δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια». Ειδικότερα, η απόφαση αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με τις ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/84/οικ. 32361/28.11.2013 (ΦΕΚ Β΄ 3035/29.11.2013) και ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/84/οικ. 33459/10.12.2013 (ΦΕΚ Β΄ 3206/17.12.2013), ορίζει, στο άρθρο 2 παρ. 1, ότι η μετάταξη των μονίμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διενεργούνται «σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013 [ανωτέρω σκέψη 11] καθώς και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων», κατά τα προβλεπόμενα δε στις παραγράφους 10 και 11 του ιδίου άρθρου 2, τα επί μέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού, το οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται, καθώς και ο αριθμός των μορίων, που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων, παρατίθενται στους Πίνακες I, II και III του Παραρτήματος Α΄ της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως (παρ. 10), ενώ, σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, η οποία μοριοδοτείται σύμφωνα με τον Πίνακα IV του ως άνω Παραρτήματος Α΄. Τα κριτήρια, τα οποία βαθμολογούνται κατά την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων για την επιλογή του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, αναφέρονται στους Πίνακες I, II και III του εν λόγω Παραρτήματος Α΄, ανά κατηγορία υπαλλήλων (ΠΕ και ΤΕ [I], ΔΕ [II] και ΥΕ [III], αντιστοίχως), όπως, εν συνεχεία, αυτοί τροποποιήθηκαν με την ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ. 29040/23.10.2013 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 2757/29.10.2013), και κατατάσσονται σε ομάδες (τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, πειθαρχικές ποινές, για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ – Πίνακας I – και ΔΕ – Πίνακας II -, τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, οικογενειακή κατάσταση, πειθαρχικές ποινές, για την Κατηγορία ΥΕ – Πίνακας III). Και η απόφαση αυτή περιέχει στα άρθρα 3, 4 και 5 διατάξεις αντίστοιχες με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιλογής του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα στην περίπτωση καταργήσεως θέσεων (βλ. την προηγούμενη σκέψη). Ορίζονται ειδικότερα τα ακόλουθα: «3. Μοριοδότηση τρόπου εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση. Για τη μοριοδότηση του κριτηρίου 3 του Παραρτήματος Α΄, ως τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση νοείται η διαδικασία πρόσληψης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή διορισμού σε θέση μόνιμου προσωπικού και όχι αυτή της μετατροπής της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε αορίστου χρόνου. 4. Αρνητική μοριοδότηση πειθαρχικών ποινών. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων για τη μετάταξη / μεταφορά τους, λαμβάνονται υπόψη για την αρνητική μοριοδότηση αυτών οι πειθαρχικές αποφάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν διαγραφεί από το προσωπικό τους μητρώο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 5. Μοριοδότηση υπηρεσιακής αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων για τη μετάταξη/μεταφορά τους, λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά στο κριτήριο της υπηρεσιακής αξιολόγησης, οι εκθέσεις αξιολόγησης των τελευταίων οκτώ (8) ετών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να βαθμολογηθεί το κριτήριο αυτό, είναι η ύπαρξη μίας (1) τουλάχιστον έκθεσης αξιολόγησης κατά την τελευταία οκταετία». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 2 - 10 της αποφάσεως καθορίζεται η διαδικασία επιλογής του προς μετάταξη ή μεταφορά προσωπικού, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σχετική ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, την υποβολή αιτήσεων – υπευθύνων δηλώσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, την μοριοδότηση των προσόντων των υπαλλήλων σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια ανά κατηγορία προσωπικού και την σύνταξη σχετικών πινάκων. Η διαδικασία τελειούται με την έκδοση απόφασης μετάταξης / μεταφοράς από τον οικείο φορέα υποδοχής ενώ, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 2, «Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δεν υποβάλλει αίτηση – υπεύθυνη δήλωση για τη μετάταξη, σε περίπτωση που ο υπάλληλος που υποβάλλει αίτηση – υπεύθυνη δήλωση χωρίς την αναγραφή σειράς προτίμησης θέσεων και σε περίπτωση που ο υπάλληλος που δεν καταλαμβάνει κάποια από τις θέσεις προτίμησής του, επειδή σε αυτές διατίθενται υπάλληλοι που συγκεντρώνουν μεγαλύτερο αριθμό μορίων, παραμένει σε διαθεσιμότητα».
14. Επειδή, στο άρθρο 74 παρ. 5 εδαφ. β΄ και στ΄ του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή». Από την τελευταία αυτή διάταξη, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά μέχρι σήμερα (βλ. ΣτΕ 1721/1991 Ολομ., 161/2010 Ολομ. κ.ά.), συνάγεται ότι το Σύνταγμα έχει αναθέσει στην ίδια την Βουλή και όχι στην δικαστική εξουσία τον έλεγχο της τηρήσεως της επιταγής που περιέχεται στο ως άνω δεύτερο εδάφιο της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 74. Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, περιελήφθησαν σε νομοσχέδιο (ήδη ν. 4172/2013) οι άσχετες με το κύριο αντικείμενό του (φορολογία εισοδήματος) διατάξεις των άρθρων 90 και 91 αυτού, περί διαθεσιμότητας και κινητικότητας των υπαλλήλων, επί των οποίων ερείδονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ανωτέρω σκέψεις 12 και 13), οι προσβαλλόμενες κανονιστικές αποφάσεις. Αορίστως δε προβάλλεται περαιτέρω με τον ίδιο λόγο ακυρώσεως παράβαση των άρθρων 73 και 80 του Συντάγματος.
15. Επειδή, προβάλλεται αντίθεση στο Σύνταγμα και σε άλλους υπερκείμενους κανόνες δικαίου του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, περί της καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων (ανωτέρω σκέψη 8). Αν και οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις έχουν εκδοθεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ’ επίκληση άλλων διατάξεων του ως άνω νόμου, ήτοι της παραγράφου 2 περ. ε΄ του άρθρου 90 η πρώτη (περί της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεων) και του άρθρου 91 η δεύτερη (περί της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα), οι σχετικές αιτιάσεις της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως προβάλλονται παραδεκτώς, από της απόψεως αυτής. Και τούτο, διότι τυχόν ανίσχυρο της περί της καταργήσεως θέσεων διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 συνεπάγεται την ακύρωση των προσβαλλομένων κανονιστικών πράξεων, οι οποίες προϋποθέτουν έγκυρη, από συνταγματικής απόψεως, κατάργηση των θέσεων τις οποίες κατελάμβαναν οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα και κινητικότητα, σύμφωνα με τις προσβαλλόμενες (πρβλ. ΣτΕ 3266/2008 κ.ά.). Περαιτέρω, με το ως άνω άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 προβλέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, η δυνατότητα καταργήσεως θέσεων, ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινή υπουργική απόφαση «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων [και εν συνεχεία, όπως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή, «σε υλοποίηση σχετικών αποφάσεων», βλ. σκέψη 9] του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, «η [ως άνω κοινή υπουργική] απόφαση περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις ορθολογικότητας και αξιοκρατίας, καθώς εκδίδεται με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων αξιολόγησης των οργανικών μονάδων των φορέων και τα σχέδια στελέχωσής τους. Και εκτός αυτής της άρτιας τεχνικής της τεκμηρίωσης, η οποία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των υπαλλήλων από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και κακόβουλες σκοπιμότητες, η απόφαση νομιμοποιείται και ως πράξη εφαρμογής των πολιτικών που διαμορφώνονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί στην ουσία μια πράξη συλλογικής επιλογής και ευθύνης της Κυβέρνησης, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ορθολογικά καταστρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση».
16. Επειδή, ειδικότερα προβάλλεται λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως των απορρεουσών από το Σύνταγμα αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης, διότι: α) οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών καθ’ όσον επιδιώκεται με αυτές η εξυπηρέτηση αλλοτρίων σκοπών (ταμειακοί – τήρηση δεσμεύσεων έναντι των δανειστών της Χώρας) και όχι η βελτίωση της οργανωτικής δομής του Δημοσίου, σκοπός δηλαδή δημοσίου συμφέροντος, και β) της επεμβάσεως αυτής δεν προηγήθηκε εμπεριστατωμένη μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση να είναι οριζόντια, καθώς ήταν εκ των προτέρων γνωστός ο αναγκαίος για την κατάργηση αριθμός οργανικών θέσεων (βλ. σκέψη 7). Συναφώς προβάλλεται παραβίαση και της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή επιδίωξη από τον νόμο σκοπών αλλοτρίων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του (ΣτΕ 1722/1983 Ολομ., 276/1986). Επί πλέον, από τη συνταγματική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της “διακριτικής τους εξουσίας” εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (ΣτΕ Ολομ. 1094/1987, 2289/1987). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως παρίσταται, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, όπως αυτή φωτίζεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου (βλ. προηγούμενη σκέψη), δεν επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων προκειμένου να επιτευχθούν αριθμητικώς προσδιορισμένοι εκ των προτέρων στόχοι· προβλέπεται αντιθέτως ότι είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την επίμαχη ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών και δευτερευόντως και μόνο θεσπίσθηκε η ρύθμιση αυτή για την θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Είναι δε εν όψει τούτων απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ειδικότερος ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 81, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται. Απορριπτέα είναι, εξ άλλου, και τα συναφώς προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος, θεσμός, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως, προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής, καθ’ όσον, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως του δικαιώματος των εργαζομένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που ανήκουν στην αιτούσα, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ή της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Και τούτο, το μεν διότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣτΕ 2719, 2722/2003, 2902/1984), το δε διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Με το άρθρο 103 του Συντάγματος τίθενται συνταγματικοί περιορισμοί, οι οποίοι δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη αφ' ενός μεν ως προς την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, αφ' ετέρου δε ως προς την νομική θέση των υπαλλήλων αυτής. Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται κατ' αρχήν επί της οργανικής θέσεως ως ελαχίστου μορίου αυτής, η έννοια δε της οργανικής θέσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αντίστοιχη διοικητική αρμοδιότητα πληρούσα διαρκή ανάγκη του Κράτους. Εν προκειμένω, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4046/2012) από την Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της χώρας για την μείωση της μισθολογικής δαπάνης του δημοσίου, δηλαδή σκοπός των επιδίκων ρυθμίσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε εκ των προτέρων και χωρίς προηγουμένως να γίνει ανακαθορισμός των λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης και διοικητική αναδιοργάνωση του Κράτους κατ' εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, την αθρόα κατάργηση μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων (μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 150.000 θέσεις την περίοδο 2011-15 και κατά 15.000 θέσεις κατά το τέλος του 2012, βλ. σκέψη 7 της παρούσης αποφάσεως). Επομένως, οι επίδικες ρυθμίσεις δεν συνδέονται με τις πραγματικές οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης αλλά υπαγορεύονται από δημοσιονομικούς σκοπούς και δεν είναι οργανωτικές αλλά ψευδοοργανωτικές (πρβλ. ΣτΕ 2152/1993 Ολομ.) και με αυτές δεν διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους δικαίου (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.). Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις κατ' αποδοχήν του εξεταζομένου λόγου ακυρώσεως.
17. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων αντίκειται στο κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα των μελών των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων στην εργασία. Καθ’ ό μέρος αναφέρεται σε μονίμους υπαλλήλους ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης εκδοχής διότι φορείς του κατά την ως άνω συνταγματική διάταξη δικαιώματος στην εργασία είναι μόνο οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 4436/2012, 2516/2003, 389/2000) και όχι οι μόνιμοι υπάλληλοι, εν όψει της ειδικής νομικής σχέσεως που τους συνδέει με τους δημόσιους φορείς και των αυστηρών κανόνων που διέπουν τη σχέση αυτή. Καθ’ ό μέρος δε αναφέρεται σε μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συναπαρτίζουν την αιτούσα ένωση και απασχολούνται στο Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι δεν κωλύεται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ο κοινός νομοθέτης να προβεί για οργανωτικούς λόγους στην κατάργηση θέσεων που καταλαμβάνονται από εργαζομένους στο Δημόσιο με την ως άνω σχέση εργασίας. Η εξουσία αυτή του νομοθέτη δεν προσκρούει ούτε στο σχετικό με το δικαίωμα προς εργασία, άρθρο 15 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διατάξεις του οποίου διέπουν άλλωστε τις δράσεις των κρατών - μελών μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, όχι δε και όταν λαμβάνουν μέτρα αμιγώς εσωτερικής πολιτικής. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλονται τα αντίθετα.
18. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου σύμφωνα με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζομένους, αντίκειται στην Οδηγία 2002/14/ΕΚ («Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα», ΕΕ L 80), ερμηνευομένη εν όψει των διατάξεων της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διαβουλεύσεως και διαλόγου των κοινωνικών εταίρων (άρθρα 154 και 155) και των ρυθμίσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος προεχόντως διότι η ανωτέρω οδηγία, η οποία, σημειωτέον, μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το π.δ. 240/2006 (Α΄ 252), καταλαμβάνει «επιχειρήσεις» και «εγκαταστάσεις» όπου αναπτύσσεται οικονομική δραστηριότητα (βλ. άρθρο 2 της οδηγίας και του διατάγματος) και δεν έχει πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω.
19. Επειδή, την αιτούσα Ένωση συναπαρτίζουν συνδικαλιστικές οργανώσεις με μέλη εργαζομένους σε δημόσιους φορείς και υπηρεσίες, των οποίων προφανώς οι αμοιβές ποικίλουν. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, προβάλλεται ότι με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 4172/2013, που προβλέπει την καταβολή στους υπαλλήλους που τίθενται σε διαθεσιμότητα των τριών τετάρτων των αποδοχών τους (ανωτέρω σκέψη 10), παραβιάζεται το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης, απορρέει από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.
20. Επειδή, ο νόμος (άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, ανωτέρω σκέψη 8) προβλέπει την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα στην περίπτωση καταργήσεως ορισμένων θέσεων του ίδιου κλάδου ή ειδικότητας, με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας στην οποία ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφ’ όσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου. Στον νόμο προσδιορίζονται επίσης τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων του υπαλλήλου (βασική και επαγγελματική εκπαίδευση, εργασιακή και διοικητική εμπειρία, «ειδικά καθήκοντα», τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο φορέα), προβλέπεται δε περαιτέρω ότι η αποτίμηση των προσόντων «γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης» και ότι «η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα», η κατάρτιση του οποίου καθώς και η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ανατίθεται από τον νόμο σε ειδικώς συνιστώμενο όργανο («τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο» αποτελούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του οικείου φορέα). Την ρύθμιση του νόμου συμπληρώνει η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013, βλ. ανωτέρω σκέψη 12). Εξ άλλου, αντίστοιχες διατάξεις σχετικές με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων των δημοσίων φορέων, που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, περιλαμβάνει ο νόμος στο άρθρο πρώτο παρ. Ζ, υποπαρ. Ζ.1. του ν. 4093/2012, όπως τροποποιήθηκε κυρίως με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψη 11). Οι ρυθμίσεις αυτές του νόμου συμπληρώνονται με την δεύτερη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013, ανωτέρω σκέψη 13), η οποία ευρίσκει εξουσιοδοτικό έρεισμα στις διατάξεις των περιπτώσεων 4 και 8 της ανωτέρω υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου ακυρώσεως.
21. Επειδή, τα κατά τα ανωτέρω κριτήρια επιλογής, τα οποία προβλέπονται από τον νόμο (και προσδιορίζεται η βαρύτητά τους με τις προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις), είναι γενικά και αντικειμενικά, ενώ εξ άλλου ο δημόσιος σκοπός, του οποίου η θεραπεία διώκεται με τις επίμαχες ρυθμίσεις, ήτοι η εξασφάλιση της επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα και της πραγματοποιήσεως της κινητικότητας υπό όρους αξιοκρατίας, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων, ανάλογα με την διαδικασία διορισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η μοριοδότηση, σύμφωνα με τον νόμο, εκείνων των υπαλλήλων που έχουν διορισθεί μέσω ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά τρόπο κλιμακωτό, ήτοι με την αύξηση του αριθμού των μορίων ανάλογα με τον βαθμό «παρεμβάσεως» του ΑΣΕΠ στην διαδικασία διορισμών, κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στις προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο διαφοροποιήσεως, εν όψει και των εχεγγύων που παρέχει ο έλεγχος που ασκεί στους διορισμούς η εν λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή. Περαιτέρω και η προβλεπόμενη διαδικασία είναι σύμφωνη με τις αρχές της αμεροληψίας και της διαφάνειας. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, ενώ παρίστανται απορριπτέοι ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενοι οι λόγοι ακυρώσεως, τυχόν αποδοχή των οποίων αφορά την προστασία των συμφερόντων ορισμένων μόνον από τα μέλη των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων, εις βάρος άλλων, όπως ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται δυσμενής μεταχείριση κατά την μοριοδότηση, σύμφωνα με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, των εργαζομένων στο Δημόσιο κατόπιν μετατροπής σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Οι ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψεις 8 και 20), με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο τομέα και η κατάρτιση πίνακα υπαλλήλων κατά φθίνουσα σειρά μορίων από ειδικώς συνιστώμενο όργανο (τριμελές ειδικό συμβούλιο), αντίκεινται στον θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και στο κράτος δικαίου. Τούτο δε διότι με τις επίδικες ρυθμίσεις εισάγεται αυθαίρετη, συμπτωματική και αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των υπαλλήλων που δεν διορίστηκαν με παρέμβαση του ΑΣΕΠ. Η δυσμενής, όμως, αξιολόγηση της κατηγορίας εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν με νόμιμες διαδικασίες σε χρόνο ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και όλες οι επίδικες διαδικασίες υπέκειντο σε κανονική κρίση από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα όργανα και υπό τον έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων και του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 1889, 4572/1986 κ.ά.) αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Τέλος, και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε τριμελές ειδικό συμβούλιο ευκαιριακά συγκροτημένο για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και όχι στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με πάγια συγκρότηση και ορισμένη θητεία, αντίκειται στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν.
22. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου, και
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2015. 

 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΣτΕ 2151/2015 (Ολομ.): ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 90 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ Ν 4172/2013



 Κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, όπως αυτή φωτίζεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, δεν επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων προκειμένου να επιτευχθούν αριθμητικώς προσδιορισμένοι εκ των προτέρων στόχοι· προβλέπεται αντιθέτως ότι είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την επίμαχη ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών και δευτερευόντως και μόνο θεσπίσθηκε η ρύθμιση αυτή για την θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Είναι δε εν όψει τούτων απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ειδικότερος ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 81, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται. Απορριπτέα είναι, εξ άλλου, και τα συναφώς προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος, θεσμός, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως, προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής, καθ’ όσον, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως του δικαιώματος των εργαζομένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που ανήκουν στην αιτούσα, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ή της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Και τούτο, το μεν διότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣτΕ 2719, 2722/2003, 2902/1984), το δε διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.).




Αριθμός 2151/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Β. Καλαντζή, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Σ. Παπακωνσταντίνου, Χ. Ευαγγελίου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής και Α. - Μ. Παπαδημητρίου, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 21 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση:
της Ανώτατης Διοικήσεως Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Ψύλλα 2 και Φιλελλήνων), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα (Α.Μ. 21969), που τη διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρός της,
κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους: α) Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και β) Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 18 Οκτωβρίου 2013 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν οι υπ’ αριθ.: α) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013) «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» και β) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634 Υπουργική Απόφαση του ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013) «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων», καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ηλ. Μάζου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1302429, 3666347/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση των αποφάσεων του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης α) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), και β) ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013, «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους καθώς και του τρόπου μοριοδότησής τους» (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013).
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 18.10.2013 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).
4. Επειδή, η αιτούσα «Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων» (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.) αποτελεί, κατά το άρθρο 1 του καταστατικού της, τριτοβάθμια συνδικαλιστική ένωση των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών δημοσιοϋπαλληλικών οργανώσεων Ελλάδος. Μέλη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. γίνονται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου καταστατικού, οι δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες δικαίωμα εγγραφής έχουν οι εργαζόμενοι με μόνιμη σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που απασχολούνται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, «καθώς και σε Νομικά Πρόσωπα που είναι στον αμιγή και αποκλειστικό έλεγχο του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α.». Εξ άλλου, σκοπός της αιτούσης είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 2 περ. β΄ του καταστατικού της, η προστασία των οικονομικών, εργασιακών, ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και γενικότερων συμφερόντων των εργαζομένων στο Δημόσιο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το εν λόγω νομικό πρόσωπο με έννομο, κατ’ αρχήν, συμφέρον ζητεί την ακύρωση των προσβαλλομένων κανονιστικών πράξεων, με την πρώτη από τις οποίες (ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013, ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013) ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως, ενώ με την δεύτερη (ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013, ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013) ρυθμίζονται (βλ. άρθρο 1 αυτής) ειδικότερα θέματα σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων των ανωτέρω φορέων, που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Και τούτο διότι με την εφαρμογή των μέτρων αυτών θίγονται τα συμφέροντα των μελών των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων, τα οποία υπάγονται στις επίδικες ρυθμίσεις (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013). Οι δύο ως άνω κανονιστικές αποφάσεις είναι, εξ άλλου, συναφείς, καθ’ όσον έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας, κατά τα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, νομοθεσίας (άρθρα 90 και 91 ν. 4172/2013, βλ. κατωτέρω) και ρυθμίζουν ενιαίως ζητήματα που ανακύπτουν επί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων· ως εκ τούτου, παραδεκτώς συμπροσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, η οποία, ασκουμένη εμπροθέσμως, αποβαίνει περαιτέρω εξεταστέα ως προς τους προβαλλόμενους επί μέρους λόγους ακυρώσεως.
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. …» και στο άρθρο 103 ότι «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. …[αφορά τις κατηγορίες υπαλλήλων που εξαιρούνται με νόμο από την μονιμότητα] 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή … και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».
6. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ., 2934/1993), δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συμπτύσσει την βαθμολογική κλίμακα, εφ’ όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 466/1984, Ολομ. 1003/1977). Επί απολύσεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξ άλλου ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013, 3226, 2587/2011, 2747/2010, 4237/2005). Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του, ωστόσο οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει αφ’ ενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφ’ ετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.).
7. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/2012 (Α΄ 28/14.2.2012), γνωστό ως Μνημόνιο II, εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος ως προϋπόθεση για την υπογραφή και την θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως παραρτήματα I - IV (άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στον ανωτέρω ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων αναφέρονται, στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική», τα εξής (βλ. την προσαρτώμενη στον ανωτέρω νόμο ελληνική μετάφραση του επίσημου πρωτοτύπου στην αγγλική γλώσσα, Παράρτημα V_1_ΕΛΛ): «… 6. Για να διασφαλίσει την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος η κυβέρνηση θα αναλάβει τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά των δαπανών … Το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτευχθεί μέσω περικοπών δαπανών που αποσκοπούν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων του κλεισίματος φορέων που δεν παρέχουν πλέον αποτελεσματικές σε όρους κόστους δημόσιες υπηρεσίες και στοχευμένων μειώσεων της απασχόλησης στο δημόσιο … Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ [Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Στρατηγική] και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: Μειώσεις στη μισθολογική δαπάνη του δημόσιου τομέα. … Για την επίτευξη του στόχου αυτού, θα συνδυάσουμε μεταρρυθμίσεις που αφορούν την αποζημίωση των υπαλλήλων με μειώσεις του προσωπικού … Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011 – 2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις – αποχωρήσεις καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση των συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος του 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης … και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους … Αναδιάρθρωση της κυβερνητικής λειτουργίας. Η Ελληνική δημόσια διοίκηση είναι σε μεγάλο βαθμό διασπασμένη, έχει δομές που αλληλοκαλύπτονται και έχει ελλιπή συντονισμό και ανεπαρκή συστήματα πληροφορικής (IT). Προς αντιμετώπιση αυτών θα υλοποιήσουμε κάποιες αρχικές δράσεις και θα καθορίσουμε βαθύτερες αλλαγές που θα εφαρμοσθούν κατά τη διάρκεια του προγράμματος: Έμφαση θα δοθεί στο κλείσιμο και τη μείωση του μεγέθους των φορέων της κεντρικής κυβέρνησης, στον εντοπισμό ευκαιριών για ανάθεση εργασιών σε τρίτους, στον εντοπισμό πλεονάζοντος προσωπικού και στην αναδιάρθρωση τόσο της κεντρικής όσο και της τοπικής δημόσιας διοίκησης …». Περαιτέρω, στο Παράρτημα I, κεφάλαιο Α΄ του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, που εγκρίθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. Α΄ του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012), προβλέπονται, στο Κεφάλαιο Α΄, σε «συγκεντρωτικό πίνακα μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού προσλήψεων 2013-2016 μετά τις παρεμβάσεις» για το έτος 2013 25.372 αποχωρήσεις έναντι 3.571 προσλήψεων, ενώ στο Κεφάλαιο Β΄ περιλαμβάνεται, μεταξύ των «προτεινομένων παρεμβάσεων του ΜΠΔΣ 2013-2016», και το «πρόγραμμα κινητικότητας / αποχωρήσεων δημοσίων υπαλλήλων» (παρέμβαση υπ’ αριθμ. 3.17). Μέτρα και δράσεις προς την ίδια κατεύθυνση της μειώσεως του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως περιελήφθησαν εξ άλλου τόσο στο Μνημόνιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών του μηνός Δεκεμβρίου 2012 όσο και στα Μνημόνια Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής του Δεκεμβρίου 2012 και του Μαΐου 2013.
8. Επειδή, η περί της θέσεως σε διαθεσιμότητα του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πρώτη προσβαλλόμενη, ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 υπουργική απόφαση εξεδόθη κατ’ επίκληση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. Ε΄ του ν. 4172/2013 («Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις», Α΄ 167/23.7.2013). Το εν λόγω άρθρο 90, με τίτλο «Διαθεσιμότητα», εντάσσεται στο Κεφάλαιο Δ΄ του ως άνω νόμου («Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης») και, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης ως άνω υπουργικής αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (7.8.2013), πριν δηλαδή από τις τροποποιήσεις που επέφεραν στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 αυτού τα άρθρα 53 παρ. 1 ν. 4186/2013 (Α΄ 193/17.9.2013), 125 ν. 4199/2013 (Α΄ 216/11.10.2013) και 28 παρ. 3 και 29 ν. 4210/2013 (Α΄ 254/21.11.2013), όριζε στις ανωτέρω παραγράφους 1 και 2 τα εξής: «1. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού. 2. Εάν καταργηθούν ορισμένες θέσεις του ίδιου κλάδου ή και ειδικότητας, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά τα ανωτέρω διενεργείται με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας που ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφόσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Α. Η αποτίμηση προσόντων του υπαλλήλου στηρίζεται σε επί μέρους κριτήρια που αφορούν τη βασική και επαγγελματική του εκπαίδευση, την εν γένει εργασιακή και διοικητική του εμπειρία, τα ειδικά καθήκοντα όπως των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση σε Διεθνείς Οργανισμούς και την εργασιακή του φυσιογνωμία, όπως (δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή του κατάσταση συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού των τέκνων κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση ε΄. Όσοι επιθυμούν να αποχωρήσουν τίθενται κατά προτεραιότητα σε διαθεσιμότητα χωρίς αποτίμηση των προσόντων. Β. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, όπως καθορίζεται από την περίπτωση ε΄, και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα». Με την περίπτωση Γ΄ της εν λόγω παραγράφου 2 ορίζεται ότι «για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και την κατάρτιση βαθμολογικών πινάκων» συνιστάται, με απόφαση του οικείου κατά περίπτωση υπουργού, τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, συγκροτούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. ως πρόεδρο, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης ή της Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα στον οποίο συνιστάται, ως εισηγητή, και έναν προϊστάμενο άλλης Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης του ίδιου φορέα, με τους αναπληρωτές τους. Με την ίδια διάταξη ρυθμίζονται εξ άλλου ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τη συγκρότηση, αρμοδιότητα και λειτουργία των ως άνω ειδικών υπηρεσιακών συμβουλίων (σύσταση κοινού συμβουλίου για ομάδα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθορισμός της αρμοδιότητας των τριμελών ειδικών υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται στις αποκεντρωμένες διοικήσεις και είναι, κατά την διάταξη αυτή, αρμόδια και για τους μόνιμους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης Α΄ και Β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών, κ.λπ.). Περαιτέρω, στην περίπτωση Δ΄ της ιδίας παραγράφου 2 αναφέρονται οι περιπτώσεις των υπαλλήλων, οι οποίοι δεν τίθενται κατ’ εξαίρεση σε διαθεσιμότητα (ανάπηροι σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, πολύτεκνοι κ.λπ.). Τέλος, οι περιπτώσεις Ε΄ και ΣΤ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 περιλαμβάνουν εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων και ορίζουν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Ε. Η διαδικασία αποτίμησης των προσόντων, τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια μεταξύ των οποίων λαμβάνεται υπόψη και ο τρόπος εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1, τα λοιπά ειδικότερα θέματα της αποτίμησης των προσόντων και τα ζητήματα λειτουργίας των Ειδικών Τριμελών Υπηρεσιακών Συμβουλίων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. ΣΤ. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται πρόσθετα ειδικά κριτήρια ή να διαφοροποιείται η μοριοδότηση των γενικών κριτηρίων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας του οικείου φορέα».
9. Επειδή, εν συνεχεία η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου 90 του ν. 4172/2013 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 125 του ν. 4199/2013, με το οποίο, χωρίς να θιγούν οι ρυθμίσεις της αρχικής διατάξεως περί καταργήσεως και συστάσεως θέσεων, προβλέπεται (ήδη παράγραφος 1α εδαφ. β΄ του άρθρου 90) η αυτοδίκαιη μετάταξη ή μεταφορά σε κενές ή συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις («κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας») του φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα των υπαλλήλων που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 περίπτωση Δ΄ του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, «εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας». Ακολούθως, με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 η φράση «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1α του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 αντικαταστάθηκε με την φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης». Περαιτέρω, με τα άρθρα 53 παρ. 1 του ν. 4186/2013 και 28 παρ. 3 του ν. 4210/2013 προστέθηκαν και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων στους εξαιρούμενους από την διαθεσιμότητα κατά την περίπτωση Δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν.4172/2013.
10. Επειδή, εξ άλλου η διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Ζ υποπαράγραφος Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222/12.11.2012), στην οποία παραπέμπει, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 8), η παράγραφος 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, προβλέπει (περίπτωση 1) ότι τίθενται σε διαθεσιμότητα οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, των οποίων οι θέσεις καταργούνται. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους οι υπάλληλοι μπορεί α) να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007, Α΄ 26) και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (άρθρο 158 παρ. 4 ν. 3584/2007, Α΄ 143), β) να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τη διαδικασία της υποπαραγράφου Ζ.1 της αυτής παραγράφου του ιδίου άρθρου, γ) να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και δ) να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. Η κατά τις ως άνω διατάξεις διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του (περίπτωση 2 της ανωτέρω υποπαραγράφου Ζ.2, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με την οποία περαιτέρω ορίσθηκαν τα εξής: «Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές, μετά τη θέση σε διαθεσιμότητα, υπολογίζονται στο ύψος των μειωμένων κατά 25% των αποδοχών του υπαλλήλου που τέθηκε σε διαθεσιμότητα»). Οι ανωτέρω ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΣΤ υποπαρ.ΣΤ.12 του ν. 4152/2013, Α΄ 107). Κατά τα οριζόμενα δε στην περίπτωση 4 της ιδίας υποπαραγράφου Ζ.2, «η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας».
11. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως μπορούν, κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας, μεταξύ άλλων, να μετατάσσονται ή να μεταφέρονται κατά τα προβλεπόμενα στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Η διάταξη αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε κυρίως με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013, ορίζει, στην περίπτωση 1, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και β) η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν την δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης … Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος» (άρθρο 91 παρ. 1 ν. 4172/2013). Η περίπτωση 4 της ιδίας υποπαραγράφου Ζ.1 προβλέπει τα κριτήρια και καθορίζει την διαδικασία επιλογής προσωπικού για την πλήρωση κενών θέσεων με μετάταξη ή μεταφορά. Ορίζει ειδικότερα, εκτός των άλλων, τα ακόλουθα: «Ο αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας. Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των [υπαλλήλων] που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευσή της εντός της οποίας οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι υποβάλλουν αίτηση μετάταξης/μεταφοράς, καθορίζοντας τη σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό υπηρεσιακής κατάστασης που εκδίδεται από τη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα προέλευσης και από το οποίο προκύπτει η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μετά τον έλεγχο της νομιμότητας πρόσληψης και των πιστοποιητικών και στοιχείων που συγκροτούν το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου …Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας τους, σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης, εφόσον υπάρχει, στην οποία θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν. Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 90, και ιδίως αν πρόκειται για διαδικασία γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ή για διαδικασία πλήρωσης θέσεων με σειρά προτεραιότητας η οποία διενεργείται εξ ολοκλήρου από το ΑΣΕΠ, ή για διαδικασία που εποπτεύει το ΑΣΕΠ, καθώς και για Διαγωνισμό Εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευση τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. Οι τρίτεκνοι υπάλληλοι καθώς και οι πολύτεκνοι υπάλληλοι, για τους οποίους δεν εφαρμόστηκε η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης Δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, εφόσον έχουν τρία τέκνα που συνοικούν με αυτούς και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον [Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος], όπως ισχύει, μετατάσσονται ή μεταφέρονται κατά προτεραιότητα. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται εισοδηματικά ή άλλα κριτήρια, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Σε περίπτωση ισοβαθμίας μεταξύ των υπαλλήλων λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου. Το τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί να καλεί τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους σε συνέντευξη με σκοπό την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της προσωπικότητας τους … Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων, τη λειτουργία του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα … Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται πρόσθετα ειδικά κριτήρια ή να διαφοροποιείται η μοριοδότηση των γενικών κριτηρίων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας του οικείου φορέα. Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο. Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (91 παρ. 2 ν. 4172/2013, όπως τροποποιήθηκε). Τέλος, στην περίπτωση 8 της αυτής υποπαραγράφου Ζ.1 προβλέπονται τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης υποπαραγράφου».
12. Επειδή, κατ’ επίκληση του άρθρου 90 παρ. 2 περ. Ε΄ του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψη 8) εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/33/οικ. 27653/11.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2560/11.10.2013), φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» και έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, την «ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία αποτίμησης των προσόντων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης, δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και ε) τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων». Στο άρθρο 2 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως ρυθμίζεται η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα· ορίζεται ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι η κατά τα ανωτέρω επιλογή «διενεργείται με βάση τα κριτήρια και τη διαδικασία της παρ. 2 (περ. α΄, β΄ και γ΄) του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 καθώς και με τις ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 και τις διατάξεις της παρούσης και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από το βαθμολογικό πίνακα» (παρ. 1), ενώ, περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 2, τα επί μέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως, κατά τα ανωτέρω, και ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων παρατίθενται στους Πίνακες I, II και III του Παραρτήματος Α΄ της υπουργικής αποφάσεως, προβλέπεται δε ότι σε περίπτωση ισοβαθμίας λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, η οποία μοριοδοτείται σύμφωνα με τον Πίνακα IV του ως άνω Παραρτήματος Α΄. Τα κριτήρια, τα οποία βαθμολογούνται κατά την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα, αναφέρονται στους Πίνακες I, II και III του εν λόγω Παραρτήματος Α΄, ανά κατηγορία υπαλλήλων (ΠΕ και ΤΕ [I], ΔΕ [II] και ΥΕ [III], αντιστοίχως), και κατατάσσονται σε ομάδες (τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, πειθαρχικές ποινές, για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ – Πίνακας I – και ΔΕ – Πίνακας II -, τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, οικογενειακή κατάσταση, πειθαρχικές ποινές, για την Κατηγορία ΥΕ – Πίνακας III). Συναφώς, στα άρθρα 3, 4 και 5 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως ορίζονται τα εξής: «3. Μοριοδότηση τρόπου εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση. Για τη μοριοδότηση του κριτηρίου 3 του Παραρτήματος Α΄, ως τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση νοείται η διαδικασία πρόσληψης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή διορισμού σε θέση μόνιμου προσωπικού και όχι αυτή της μετατροπής της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε αορίστου χρόνου. 4. Αρνητική μοριοδότηση πειθαρχικών ποινών. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων, λαμβάνονται υπόψη για την αρνητική μοριοδότηση αυτών οι πειθαρχικές αποφάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν διαγραφεί από το προσωπικό τους μητρώο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 5. Μοριοδότηση υπηρεσιακής αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων, λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά στο κριτήριο της υπηρεσιακής αξιολόγησης οι εκθέσεις αξιολόγησης των τελευταίων οκτώ (8) ετών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να βαθμολογηθεί το κριτήριο αυτό, είναι η ύπαρξη μίας (1) τουλάχιστον έκθεσης αξιολόγησης κατά την τελευταία οκταετία». Τέλος, στο άρθρο 6 της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως ρυθμίζονται ζητήματα της λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων των άρθρων 90 παρ. 2 περ. Γ΄ (ανωτέρω σκέψη 8) και 91 παρ. 2 (ανωτέρω σκέψη 11) του ν. 4172/2013.
13. Επειδή, εξ άλλου, με την συμπροσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013), η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση των οριζομένων στις περιπτώσεις 4 και 8 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της μεταξύ άλλων και με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013 (βλ. ανωτέρω σκέψη 11), επιδιώκεται (άρθρο 1) «η ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά … υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης και δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια». Ειδικότερα, η απόφαση αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με τις ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/84/οικ. 32361/28.11.2013 (ΦΕΚ Β΄ 3035/29.11.2013) και ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/84/οικ. 33459/10.12.2013 (ΦΕΚ Β΄ 3206/17.12.2013), ορίζει, στο άρθρο 2 παρ. 1, ότι η μετάταξη των μονίμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διενεργούνται «σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013 [ανωτέρω σκέψη 11] καθώς και τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων», κατά τα προβλεπόμενα δε στις παραγράφους 10 και 11 του ιδίου άρθρου 2, τα επί μέρους κριτήρια μοριοδότησης για την επιλογή του προσωπικού, το οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται, καθώς και ο αριθμός των μορίων, που αντιστοιχούν σε αυτά ανά κατηγορία υπαλλήλων, παρατίθενται στους Πίνακες I, II και III του Παραρτήματος Α΄ της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως (παρ. 10), ενώ, σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, η οποία μοριοδοτείται σύμφωνα με τον Πίνακα IV του ως άνω Παραρτήματος Α΄. Τα κριτήρια, τα οποία βαθμολογούνται κατά την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων για την επιλογή του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, αναφέρονται στους Πίνακες I, II και III του εν λόγω Παραρτήματος Α΄, ανά κατηγορία υπαλλήλων (ΠΕ και ΤΕ [I], ΔΕ [II] και ΥΕ [III], αντιστοίχως), όπως, εν συνεχεία, αυτοί τροποποιήθηκαν με την ΔΙΔΑΔ/48Α/58/οικ. 29040/23.10.2013 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 2757/29.10.2013), και κατατάσσονται σε ομάδες (τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, πειθαρχικές ποινές, για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ – Πίνακας I – και ΔΕ – Πίνακας II -, τυπικά προσόντα, διοικητική εμπειρία, τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση, υπηρεσιακή αξιολόγηση, οικογενειακή κατάσταση, πειθαρχικές ποινές, για την Κατηγορία ΥΕ – Πίνακας III). Και η απόφαση αυτή περιέχει στα άρθρα 3, 4 και 5 διατάξεις αντίστοιχες με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιλογής του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα στην περίπτωση καταργήσεως θέσεων (βλ. την προηγούμενη σκέψη). Ορίζονται ειδικότερα τα ακόλουθα: «3. Μοριοδότηση τρόπου εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση. Για τη μοριοδότηση του κριτηρίου 3 του Παραρτήματος Α΄, ως τρόπος εισαγωγής στη Δημόσια Διοίκηση νοείται η διαδικασία πρόσληψης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή διορισμού σε θέση μόνιμου προσωπικού και όχι αυτή της μετατροπής της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε αορίστου χρόνου. 4. Αρνητική μοριοδότηση πειθαρχικών ποινών. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων για τη μετάταξη / μεταφορά τους, λαμβάνονται υπόψη για την αρνητική μοριοδότηση αυτών οι πειθαρχικές αποφάσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν διαγραφεί από το προσωπικό τους μητρώο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 5. Μοριοδότηση υπηρεσιακής αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση των υπαλλήλων για τη μετάταξη/μεταφορά τους, λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά στο κριτήριο της υπηρεσιακής αξιολόγησης, οι εκθέσεις αξιολόγησης των τελευταίων οκτώ (8) ετών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να βαθμολογηθεί το κριτήριο αυτό, είναι η ύπαρξη μίας (1) τουλάχιστον έκθεσης αξιολόγησης κατά την τελευταία οκταετία». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 2 - 10 της αποφάσεως καθορίζεται η διαδικασία επιλογής του προς μετάταξη ή μεταφορά προσωπικού, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σχετική ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, την υποβολή αιτήσεων – υπευθύνων δηλώσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, την μοριοδότηση των προσόντων των υπαλλήλων σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια ανά κατηγορία προσωπικού και την σύνταξη σχετικών πινάκων. Η διαδικασία τελειούται με την έκδοση απόφασης μετάταξης / μεταφοράς από τον οικείο φορέα υποδοχής ενώ, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 2, «Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δεν υποβάλλει αίτηση – υπεύθυνη δήλωση για τη μετάταξη, σε περίπτωση που ο υπάλληλος που υποβάλλει αίτηση – υπεύθυνη δήλωση χωρίς την αναγραφή σειράς προτίμησης θέσεων και σε περίπτωση που ο υπάλληλος που δεν καταλαμβάνει κάποια από τις θέσεις προτίμησής του, επειδή σε αυτές διατίθενται υπάλληλοι που συγκεντρώνουν μεγαλύτερο αριθμό μορίων, παραμένει σε διαθεσιμότητα».
14. Επειδή, στο άρθρο 74 παρ. 5 εδαφ. β΄ και στ΄ του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή». Από την τελευταία αυτή διάταξη, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά μέχρι σήμερα (βλ. ΣτΕ 1721/1991 Ολομ., 161/2010 Ολομ. κ.ά.), συνάγεται ότι το Σύνταγμα έχει αναθέσει στην ίδια την Βουλή και όχι στην δικαστική εξουσία τον έλεγχο της τηρήσεως της επιταγής που περιέχεται στο ως άνω δεύτερο εδάφιο της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 74. Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, περιελήφθησαν σε νομοσχέδιο (ήδη ν. 4172/2013) οι άσχετες με το κύριο αντικείμενό του (φορολογία εισοδήματος) διατάξεις των άρθρων 90 και 91 αυτού, περί διαθεσιμότητας και κινητικότητας των υπαλλήλων, επί των οποίων ερείδονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ανωτέρω σκέψεις 12 και 13), οι προσβαλλόμενες κανονιστικές αποφάσεις. Αορίστως δε προβάλλεται περαιτέρω με τον ίδιο λόγο ακυρώσεως παράβαση των άρθρων 73 και 80 του Συντάγματος.
15. Επειδή, προβάλλεται αντίθεση στο Σύνταγμα και σε άλλους υπερκείμενους κανόνες δικαίου του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, περί της καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων (ανωτέρω σκέψη 8). Αν και οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις έχουν εκδοθεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ’ επίκληση άλλων διατάξεων του ως άνω νόμου, ήτοι της παραγράφου 2 περ. ε΄ του άρθρου 90 η πρώτη (περί της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεων) και του άρθρου 91 η δεύτερη (περί της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα), οι σχετικές αιτιάσεις της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως προβάλλονται παραδεκτώς, από της απόψεως αυτής. Και τούτο, διότι τυχόν ανίσχυρο της περί της καταργήσεως θέσεων διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 συνεπάγεται την ακύρωση των προσβαλλομένων κανονιστικών πράξεων, οι οποίες προϋποθέτουν έγκυρη, από συνταγματικής απόψεως, κατάργηση των θέσεων τις οποίες κατελάμβαναν οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα και κινητικότητα, σύμφωνα με τις προσβαλλόμενες (πρβλ. ΣτΕ 3266/2008 κ.ά.). Περαιτέρω, με το ως άνω άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 προβλέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, η δυνατότητα καταργήσεως θέσεων, ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινή υπουργική απόφαση «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων [και εν συνεχεία, όπως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή, «σε υλοποίηση σχετικών αποφάσεων», βλ. σκέψη 9] του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, «η [ως άνω κοινή υπουργική] απόφαση περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις ορθολογικότητας και αξιοκρατίας, καθώς εκδίδεται με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων αξιολόγησης των οργανικών μονάδων των φορέων και τα σχέδια στελέχωσής τους. Και εκτός αυτής της άρτιας τεχνικής της τεκμηρίωσης, η οποία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των υπαλλήλων από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και κακόβουλες σκοπιμότητες, η απόφαση νομιμοποιείται και ως πράξη εφαρμογής των πολιτικών που διαμορφώνονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί στην ουσία μια πράξη συλλογικής επιλογής και ευθύνης της Κυβέρνησης, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ορθολογικά καταστρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση».
16. Επειδή, ειδικότερα προβάλλεται λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως των απορρεουσών από το Σύνταγμα αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης, διότι: α) οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών καθ’ όσον επιδιώκεται με αυτές η εξυπηρέτηση αλλοτρίων σκοπών (ταμειακοί – τήρηση δεσμεύσεων έναντι των δανειστών της Χώρας) και όχι η βελτίωση της οργανωτικής δομής του Δημοσίου, σκοπός δηλαδή δημοσίου συμφέροντος, και β) της επεμβάσεως αυτής δεν προηγήθηκε εμπεριστατωμένη μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση να είναι οριζόντια, καθώς ήταν εκ των προτέρων γνωστός ο αναγκαίος για την κατάργηση αριθμός οργανικών θέσεων (βλ. σκέψη 7). Συναφώς προβάλλεται παραβίαση και της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή επιδίωξη από τον νόμο σκοπών αλλοτρίων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του (ΣτΕ 1722/1983 Ολομ., 276/1986). Επί πλέον, από τη συνταγματική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της “διακριτικής τους εξουσίας” εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (ΣτΕ Ολομ. 1094/1987, 2289/1987). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως παρίσταται, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, όπως αυτή φωτίζεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου (βλ. προηγούμενη σκέψη), δεν επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων προκειμένου να επιτευχθούν αριθμητικώς προσδιορισμένοι εκ των προτέρων στόχοι· προβλέπεται αντιθέτως ότι είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την επίμαχη ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών και δευτερευόντως και μόνο θεσπίσθηκε η ρύθμιση αυτή για την θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Είναι δε εν όψει τούτων απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ειδικότερος ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 81, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται. Απορριπτέα είναι, εξ άλλου, και τα συναφώς προβαλλόμενα περί παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος, θεσμός, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης συνδικαλιστικής ενώσεως, προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής, καθ’ όσον, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως του δικαιώματος των εργαζομένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που ανήκουν στην αιτούσα, στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ή της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Και τούτο, το μεν διότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣτΕ 2719, 2722/2003, 2902/1984), το δε διότι ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί, όπως εν προκειμένω, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Με το άρθρο 103 του Συντάγματος τίθενται συνταγματικοί περιορισμοί, οι οποίοι δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη αφ' ενός μεν ως προς την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, αφ' ετέρου δε ως προς την νομική θέση των υπαλλήλων αυτής. Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται κατ' αρχήν επί της οργανικής θέσεως ως ελαχίστου μορίου αυτής, η έννοια δε της οργανικής θέσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αντίστοιχη διοικητική αρμοδιότητα πληρούσα διαρκή ανάγκη του Κράτους. Εν προκειμένω, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4046/2012) από την Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της χώρας για την μείωση της μισθολογικής δαπάνης του δημοσίου, δηλαδή σκοπός των επιδίκων ρυθμίσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε εκ των προτέρων και χωρίς προηγουμένως να γίνει ανακαθορισμός των λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης και διοικητική αναδιοργάνωση του Κράτους κατ' εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, την αθρόα κατάργηση μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων (μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 150.000 θέσεις την περίοδο 2011-15 και κατά 15.000 θέσεις κατά το τέλος του 2012, βλ. σκέψη 7 της παρούσης αποφάσεως). Επομένως, οι επίδικες ρυθμίσεις δεν συνδέονται με τις πραγματικές οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης αλλά υπαγορεύονται από δημοσιονομικούς σκοπούς και δεν είναι οργανωτικές αλλά ψευδοοργανωτικές (πρβλ. ΣτΕ 2152/1993 Ολομ.) και με αυτές δεν διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους δικαίου (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.). Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις κατ' αποδοχήν του εξεταζομένου λόγου ακυρώσεως.
17. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων αντίκειται στο κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα των μελών των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων στην εργασία. Καθ’ ό μέρος αναφέρεται σε μονίμους υπαλλήλους ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης εκδοχής διότι φορείς του κατά την ως άνω συνταγματική διάταξη δικαιώματος στην εργασία είναι μόνο οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 4436/2012, 2516/2003, 389/2000) και όχι οι μόνιμοι υπάλληλοι, εν όψει της ειδικής νομικής σχέσεως που τους συνδέει με τους δημόσιους φορείς και των αυστηρών κανόνων που διέπουν τη σχέση αυτή. Καθ’ ό μέρος δε αναφέρεται σε μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συναπαρτίζουν την αιτούσα ένωση και απασχολούνται στο Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι δεν κωλύεται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ο κοινός νομοθέτης να προβεί για οργανωτικούς λόγους στην κατάργηση θέσεων που καταλαμβάνονται από εργαζομένους στο Δημόσιο με την ως άνω σχέση εργασίας. Η εξουσία αυτή του νομοθέτη δεν προσκρούει ούτε στο σχετικό με το δικαίωμα προς εργασία, άρθρο 15 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διατάξεις του οποίου διέπουν άλλωστε τις δράσεις των κρατών - μελών μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, όχι δε και όταν λαμβάνουν μέτρα αμιγώς εσωτερικής πολιτικής. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλονται τα αντίθετα.
18. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου σύμφωνα με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζομένους, αντίκειται στην Οδηγία 2002/14/ΕΚ («Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα», ΕΕ L 80), ερμηνευομένη εν όψει των διατάξεων της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διαβουλεύσεως και διαλόγου των κοινωνικών εταίρων (άρθρα 154 και 155) και των ρυθμίσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος προεχόντως διότι η ανωτέρω οδηγία, η οποία, σημειωτέον, μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το π.δ. 240/2006 (Α΄ 252), καταλαμβάνει «επιχειρήσεις» και «εγκαταστάσεις» όπου αναπτύσσεται οικονομική δραστηριότητα (βλ. άρθρο 2 της οδηγίας και του διατάγματος) και δεν έχει πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω.
19. Επειδή, την αιτούσα Ένωση συναπαρτίζουν συνδικαλιστικές οργανώσεις με μέλη εργαζομένους σε δημόσιους φορείς και υπηρεσίες, των οποίων προφανώς οι αμοιβές ποικίλουν. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, προβάλλεται ότι με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 4172/2013, που προβλέπει την καταβολή στους υπαλλήλους που τίθενται σε διαθεσιμότητα των τριών τετάρτων των αποδοχών τους (ανωτέρω σκέψη 10), παραβιάζεται το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης, απορρέει από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.
20. Επειδή, ο νόμος (άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, ανωτέρω σκέψη 8) προβλέπει την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα στην περίπτωση καταργήσεως ορισμένων θέσεων του ίδιου κλάδου ή ειδικότητας, με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας στην οποία ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφ’ όσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου. Στον νόμο προσδιορίζονται επίσης τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων του υπαλλήλου (βασική και επαγγελματική εκπαίδευση, εργασιακή και διοικητική εμπειρία, «ειδικά καθήκοντα», τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο φορέα), προβλέπεται δε περαιτέρω ότι η αποτίμηση των προσόντων «γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης» και ότι «η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα», η κατάρτιση του οποίου καθώς και η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ανατίθεται από τον νόμο σε ειδικώς συνιστώμενο όργανο («τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο» αποτελούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του οικείου φορέα). Την ρύθμιση του νόμου συμπληρώνει η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του πρώτη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013, βλ. ανωτέρω σκέψη 12). Εξ άλλου, αντίστοιχες διατάξεις σχετικές με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων των δημοσίων φορέων, που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, περιλαμβάνει ο νόμος στο άρθρο πρώτο παρ. Ζ, υποπαρ. Ζ.1. του ν. 4093/2012, όπως τροποποιήθηκε κυρίως με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψη 11). Οι ρυθμίσεις αυτές του νόμου συμπληρώνονται με την δεύτερη προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ. 22274/9.8.2013 (ΦΕΚ Β΄ 1992/14.8.2013, ανωτέρω σκέψη 13), η οποία ευρίσκει εξουσιοδοτικό έρεισμα στις διατάξεις των περιπτώσεων 4 και 8 της ανωτέρω υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 91 του ν. 4172/2013, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου ακυρώσεως.
21. Επειδή, τα κατά τα ανωτέρω κριτήρια επιλογής, τα οποία προβλέπονται από τον νόμο (και προσδιορίζεται η βαρύτητά τους με τις προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις), είναι γενικά και αντικειμενικά, ενώ εξ άλλου ο δημόσιος σκοπός, του οποίου η θεραπεία διώκεται με τις επίμαχες ρυθμίσεις, ήτοι η εξασφάλιση της επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα και της πραγματοποιήσεως της κινητικότητας υπό όρους αξιοκρατίας, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων, ανάλογα με την διαδικασία διορισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η μοριοδότηση, σύμφωνα με τον νόμο, εκείνων των υπαλλήλων που έχουν διορισθεί μέσω ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά τρόπο κλιμακωτό, ήτοι με την αύξηση του αριθμού των μορίων ανάλογα με τον βαθμό «παρεμβάσεως» του ΑΣΕΠ στην διαδικασία διορισμών, κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στις προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο διαφοροποιήσεως, εν όψει και των εχεγγύων που παρέχει ο έλεγχος που ασκεί στους διορισμούς η εν λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή. Περαιτέρω και η προβλεπόμενη διαδικασία είναι σύμφωνη με τις αρχές της αμεροληψίας και της διαφάνειας. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, ενώ παρίστανται απορριπτέοι ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενοι οι λόγοι ακυρώσεως, τυχόν αποδοχή των οποίων αφορά την προστασία των συμφερόντων ορισμένων μόνον από τα μέλη των ανηκουσών στο αιτούν νομικό πρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων, εις βάρος άλλων, όπως ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται δυσμενής μεταχείριση κατά την μοριοδότηση, σύμφωνα με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, των εργαζομένων στο Δημόσιο κατόπιν μετατροπής σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή σύμβασης μίσθωσης έργου σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Οι ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013 (ανωτέρω σκέψεις 8 και 20), με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο τομέα και η κατάρτιση πίνακα υπαλλήλων κατά φθίνουσα σειρά μορίων από ειδικώς συνιστώμενο όργανο (τριμελές ειδικό συμβούλιο), αντίκεινται στον θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και στο κράτος δικαίου. Τούτο δε διότι με τις επίδικες ρυθμίσεις εισάγεται αυθαίρετη, συμπτωματική και αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των υπαλλήλων που δεν διορίστηκαν με παρέμβαση του ΑΣΕΠ. Η δυσμενής, όμως, αξιολόγηση της κατηγορίας εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν με νόμιμες διαδικασίες σε χρόνο ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και όλες οι επίδικες διαδικασίες υπέκειντο σε κανονική κρίση από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα όργανα και υπό τον έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων και του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 1889, 4572/1986 κ.ά.) αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Τέλος, και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε τριμελές ειδικό συμβούλιο ευκαιριακά συγκροτημένο για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και όχι στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με πάγια συγκρότηση και ορισμένη θητεία, αντίκειται στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν.
22. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου, και
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2015. 

 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.