Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΕλΣυν 992/2015 (Ολομ.): ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΩΣ ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΩΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ

 Mε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. θεσπίζεται γενικός συνταξιοδοτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος υπηρεσίας (με οποιαδήποτε έννομη σχέση) των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημοσίου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, και λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το Δημόσιο ούτε από άλλους ασφαλιστικούς φορείς, πλην των ρητά καθοριζομένων στο νόμο εξαιρέσεων (καταβολή σύνταξης πολεμικής, προσωπικής κ.λπ.) (Ε.Σ. 1939, 3431/2009, 1391/2012). Συνταξιούχοι του Δημοσίου, κατά την έννοια του άρθρου 58 του Σ.Κ., είναι αυτοί που λαμβάνουν από το Δημόσιο Ταμείο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα ή από μεταβίβαση, με βάση θεμελιωτική συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπηρεσία ή εργασία που έχει προσφερθεί στο Δημόσιο. Ωστόσο, το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου δεν αίρεται, στην περίπτωση που αυτοί, με αίτησή τους προς την αρμόδια υπηρεσία, ζητήσουν την αναστολή της καταβολής της σύνταξής τους και περιορισθούν στη λήψη μόνο αποδοχών ενεργείας (Ε.Σ. 2482/2011). Περαιτέρω, ο χρόνος υπηρεσίας, κατά τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, δύναται να αναγνωριστεί ως συντάξιμος, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει τη σύνταξη που έλαβε, όπως το ποσό αυτής υπολογίζεται σύμφωνα με το νόμο, κατόπιν υποβολής σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Επομένως, η επιστροφή εκ μέρους του συνταξιούχου της ληφθείσας από αυτόν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης, το ποσό της οποίας καταλογίζεται σε βάρος του με πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και εισπράττεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 του Σ.Κ., συνιστά αναγκαίο όρο για να αναγνωριστεί ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας ως συντάξιμος (Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010). Η ρύθμιση του Σ.Κ., σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα που λαμβάνουν συγχρόνως αποδοχές ενεργείας και σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αποτελεί επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων.  

Ο εν λόγω περιορισμός δεν παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον υπηρετούμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος μάλιστα ότι δεν άγει σε οριστική απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αφού με την άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 96 του Σ.Κ. δυνατότητας επιστροφής εκ μέρους του ενδιαφερομένου της σύνταξης που εισέπραξε συγχρόνως με αποδοχές ενεργείας - και μάλιστα σε δόσεις που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτόν σύνταξης - ενεργοποιείται η αξίωσή του για αναγνώριση ως συνταξίμου του χρόνου υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία στο βαθμό που συνιστά όρο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής καταβολής σύνταξης και αποδοχών ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο. Ενόψει τούτων, με τη θέσπιση του ως άνω εύλογου περιορισμού δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιταγών του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης προστασίας της περιουσίας των προσώπων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις του Σ.Κ. δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος (πρβλ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010), ούτε αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα.

Αριθμός 992/2015 

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, ’ννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ιωάννα Αντωνογιαννάκη.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας : Διονύσιος Λασκαράτος.
Για να δικάσει την από 30.11.2011 (αριθμ. κατάθ. 179/2011) αίτηση:
Της…... , κατοίκου Θεσσαλονίκης ,η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της …
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, που παρέστη με τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους …
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει την αναίρεση της 2419/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, η οποία ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 4.12.2013 γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Ιωάννη Καραβοκύρη και τους Αντιπροέδρους Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελο Νταή που αποχώρησαν από την Υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, τον Αντιπρόεδρο και ήδη Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμή, καθώς και την Αντιπρόεδρο Σωτηρία Ντούνη και τις Συμβούλους Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά και Γεωργία Τζομάκα, οι οποίες απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Δέσποινας Τζούμα. Και 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο 

Ι. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το 2970808, Σειράς Α΄, ειδικό έντυπο παραβόλου).
ΙΙ. Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2419/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 15419/24.9.2009 πράξης του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, απορριπτικής αίτησης αυτής για κανονισμό σύνταξης, με την αιτιολογία ότι ο χρόνος υπηρεσίας της στο Δημόσιο από έτη 34-08-14 δεν λογίζεται συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 169/2007, λόγω της ταυτόχρονης λήψης αποδοχών ενεργείας και κατά μεταβίβαση στρατιωτικής σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο.
IIΙ. Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο επιτρέπεται να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 25.3.1999 Ιατρίδης κατά Ελλάδας σκ. 54, της 19.6.2008 Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας σκ. 49, της 24.7.2008 Kemp και λοιποί κατά Λουξεμβούργου σκ. 72), περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 9.12.1994 Ελληνικά Διυλιστήρια Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας σκ. 59, της 20.11.1995 Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου σκ. 31, της 19.6.2008 Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας σκ. 49-50). Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση κοινωνικοασφαλιστικών εν γένει παροχών (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 14.12.1999 Αντωνακόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδας, της 28.3.2000 Γεωργιάδης κατά Ελλάδας, της 20.6.2002 Αζίνας κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, Σ.τ.Ε. 1022/2005, 4338/2009). Και τούτο, ανεξαρτήτως του αν η χορήγηση μιας παροχής κοινωνικής προστασίας προϋποθέτει ή μη την προηγούμενη καταβολή εισφορών. Αρκεί ότι η νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους προβλέπει, ως δικαίωμα, τη χορήγησή της και συντρέχουν για την καταβολή της οι προϋποθέσεις του νόμου (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 18.2.2009 Andrejeva κατά Λετονίας σκ. 77, της 28.4.2009 Rasmussen κατά Πολωνίας σκ. 71, της 15.9.2009 Moskal κατά Πολωνίας σκ. 38-40, Ε.Σ. 984/2010). Τέτοιο δικαίωμα υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία έχει αναληφθεί μία γενικότερη υποχρέωση για την καταβολή σύνταξης υπό όρους που μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της σύμβασης εργασίας, όπως στην περίπτωση συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων (Ε.Δ.Δ.Α. απoφάσεις της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδας σκ. 29 και 35, της 9.7.2009 Zeibek κατά Ελλάδας σκ. 37, απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13.7.1988 Sture Stigson κατά Σουηδίας αρ. 12264/86, Ε.Σ. 2482/2011, Σ.τ.Ε. 121/2012, 2001/2014). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 1.6.1999 Skorkiewicz κατά Πολωνίας, της 12.10.2000 Jankovic κατά Κροατίας, της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος). Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να επιδιώκει ένα θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, εναπόκειται δηλαδή στον εθνικό νομοθέτη η αξιολόγηση των λόγων δημοσίας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν την επέμβαση, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, πρέπει να πληρούνται οι όροι της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (Ε.Σ. 2704/2014, Σ.τ.Ε. 1283/2012 σκ. 30, 1285/2012 σκ. 15, 2705/2014 σκ. 18, 3663/2014 σκ. 11), ειδικότερα δε πρέπει να εξασφαλίζεται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ώστε αυτός στον οποίο αφορά η επέμβαση να μην υφίσταται μια δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας, της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, της 8.10.2013 Mateus και Januario κατά Πορτογαλίας).
ΙV. Ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, Α΄ 210) (εφεξής Σ.Κ.) ορίζει στο άρθρο 58 [άρθρα 1, 2 (όπως αντικ. με άρθρο 1 ν.δ. 1209/1972), 3, 4, 5, 6 παρ. 4 και 5 του ν.δ. 641/1970, όπως αντικ. από τα άρθρα 6 παρ. 1 ν. 1379/1983, 17 παρ. 1 ν. 1489/1984 και 3 παρ. 12 του ν. 3513/2006] ότι: «1. Ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων του δημοσίου γενικά που υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημόσιου τομέα, που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 και λαμβάνουν σύνταξη και αποδοχές συγχρόνως, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το δημόσιο ούτε και από άλλους ασφαλιστικούς φορείς. Η προηγούμενη διάταξη δεν ισχύει όταν η σύνταξη είναι προσωπική ή πολεμική ή στρατιωτική που εξομοιώνεται με πολεμική ή γενικά σύνταξη παθόντος στην Υπηρεσία και εξαιτίας της Υπηρεσίας. 2. Το συντάξιμο του χρόνου του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου δεν αίρεται αν ο συνταξιούχος περιορισθεί στη λήψη μόνο των αποδοχών, οπότε αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης. Η αναστολή της καταβολής της σύνταξης, καθώς και η επαναχορήγησή της, γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου στην αρμόδια υπηρεσία και αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. … 5. Όσοι από τους συνταξιούχους προτιμήσουν τη σύγχρονη καταβολή αποδοχών και σύνταξης με συνέπεια τη μη αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας τους, δεν απαλλάσσονται κατά τη διάρκεια αυτού από την υποχρέωση καταβολής των κρατήσεων για κύρια σύνταξη (άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1379/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2320/1995). ... 7. Οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν σύνταξη και αποδοχές μαζί, δικαιούνται να επιλέγουν για υγειονομική περίθαλψη είτε αυτή που δικαιούνται ως συνταξιούχοι, είτε αυτή που προβλέπεται για τη θέση στην οποία υπηρετούν…». Περαιτέρω, το άρθρο 96 του ίδιου ως άνω Σ.Κ. ορίζει στην παρ. 1, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 955/1979, ότι: «Ο χρόνος υπηρεσίας συνταξιούχων του Δημοσίου από δική τους υπηρεσία ή από δικό τους πάθημα ή από μεταβίβαση σε θέσεις του Ν.Δ. 641/1970, για τον οποίο μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 955/1979 έπαιρναν σύνταξη και αποδοχές μαζί, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, εφόσον αυτοί επιστρέψουν τη σύνταξη που εισέπραξαν», στην παρ. 2, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 955/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 12 του ν. 1489/1984, ότι: «Για την επιστροφή του παραπάνω ποσού με σκοπό την αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου της προηγούμενης παραγράφου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει σχετική δήλωση στην αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία και προβαίνει στον καταλογισμό του ποσού. Το ποσό που καταλογίσθηκε με αυτόν τον τρόπο εισπράττεται με μηνιαίες δόσεις που συνίστανται στο 1/100 αυτού και παρακρατείται από το μισθό ή σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο. Το ποσό που παρακρατείται δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 1/4 και μικρότερο από το 1/10 του μισθού ή σύνταξης που καταβάλλεται…» και στην παρ. 4, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1694/1987, ότι: «Ο χρόνος υπηρεσίας από την ισχύ του Ν. 955/1979 των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά σε θέσεις που προβλέπονται από το Ν.Δ. 641/1970 και από το άρθρο 6 του Ν. 1379/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1489/1984, για τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι επιστρέψουν τη σύνταξη που έλαβαν, όπως ορίζεται παρακάτω. … Το ποσό της σύνταξης που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του κλιμακίου συνταξιοδότησής τους, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης επιστροφής και εισπράττεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του παρόντος…».
V. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγονται τα εξής: Mε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. θεσπίζεται γενικός συνταξιοδοτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος υπηρεσίας (με οποιαδήποτε έννομη σχέση) των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημοσίου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, και λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το Δημόσιο ούτε από άλλους ασφαλιστικούς φορείς, πλην των ρητά καθοριζομένων στο νόμο εξαιρέσεων (καταβολή σύνταξης πολεμικής, προσωπικής κ.λπ.) (Ε.Σ. 1939, 3431/2009, 1391/2012). Συνταξιούχοι του Δημοσίου, κατά την έννοια του άρθρου 58 του Σ.Κ., είναι αυτοί που λαμβάνουν από το Δημόσιο Ταμείο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα ή από μεταβίβαση, με βάση θεμελιωτική συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπηρεσία ή εργασία που έχει προσφερθεί στο Δημόσιο. Ωστόσο, το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου δεν αίρεται, στην περίπτωση που αυτοί, με αίτησή τους προς την αρμόδια υπηρεσία, ζητήσουν την αναστολή της καταβολής της σύνταξής τους και περιορισθούν στη λήψη μόνο αποδοχών ενεργείας (Ε.Σ. 2482/2011). Περαιτέρω, ο χρόνος υπηρεσίας, κατά τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, δύναται να αναγνωριστεί ως συντάξιμος, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει τη σύνταξη που έλαβε, όπως το ποσό αυτής υπολογίζεται σύμφωνα με το νόμο, κατόπιν υποβολής σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Επομένως, η επιστροφή εκ μέρους του συνταξιούχου της ληφθείσας από αυτόν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης, το ποσό της οποίας καταλογίζεται σε βάρος του με πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και εισπράττεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 του Σ.Κ., συνιστά αναγκαίο όρο για να αναγνωριστεί ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας ως συντάξιμος (Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010). Η ρύθμιση του Σ.Κ., σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα που λαμβάνουν συγχρόνως αποδοχές ενεργείας και σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αποτελεί επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος σκ. 29 και 35, της 9.7.2009 Zeibek κατά Ελλάδας σκ. 37, απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13.7.1988 Sture Stigson κατά Σουηδίας αρ. 12264/86, Ε.Σ. 2482/2011, Σ.τ.Ε. 121/2012, 2001/2014) και εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Σκοπός της ανωτέρω ρύθμισης είναι, πέραν του περιορισμού της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης στο πλαίσιο του δημοσίου τομέα (Ε.Σ. 3431/2009), η διασφάλιση ενός δίκαιου και βιώσιμου συνταξιοδοτικού συστήματος, με την αποφυγή της υπέρμετρης επιβάρυνσης του Δημοσίου Ταμείου λόγω της σωρευτικής καταβολής συντάξεων και αποδοχών ενεργείας στα ίδια πρόσωπα και την εξοικονόμηση κονδυλίων, ενόψει της αρχής της δημοσιονομικής βιωσιμότητας (πρβ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010, αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 12.10.2004 K. Asmundsson κατά Ισλανδίας σκ. 42-43, της 15.4.2014 Stefanetti κατά Ιταλίας σκ. 56, της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας σκ. 48), ενώ περαιτέρω η εν λόγω ρύθμιση υπαγορεύεται και από την ανάγκη διασφάλισης δημοσιονομικής ισορροπίας στη διανομή των δημοσίων πόρων, στο πλαίσιο εμπέδωσης της κοινωνικής δικαιοσύνης (πρβ. αποφάσεις ΕΔ.Δ.Α. της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 8.9.2005 Ackermann και Fuhrmann κατά Γερμανίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας). Ο θεσπισθείς με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Σ.Κ. περιορισμός, όσον αφορά το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους, συνιστά μέτρο αφενός μεν κατάλληλο για την επίτευξη του ως άνω αποτελέσματος, αφετέρου δε απολύτως αναγκαίο, με την έννοια ότι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου. Τούτο, διότι ο συνταξιούχος του Δημοσίου (από ίδιο δικαίωμα ή κατά μεταβίβαση) που υπηρετεί σε θέση του δημοσίου τομέα έχει ήδη εξασφαλίσει την υπαγωγή του σε καθεστώς σύνταξης, που καλύπτει και άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης (υγειονομική περίθαλψη) και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας των στοιχειωδών μέσων βιοπορισμού του και διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσής του, ενώ απολαμβάνει καθ’ όλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρονικού διαστήματος τα ωφελήματα από τη σωρευτική καταβολή αποδοχών ενεργείας και σύνταξης. Απόκειται δε στη βούληση του ιδίου του συνταξιούχου να επιλέξει είτε την παράλληλη λήψη αποδοχών και σύνταξης, είτε την αναστολή της καταβολής της σύνταξής του κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του Σ.Κ., είτε την επιστροφή των συντάξεων που έλαβε συγχρόνως με αποδοχές κατά το άρθρο 96 του Σ.Κ., προκειμένου να αναγνωρισθεί ως συντάξιμος ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας του στο δημόσιο τομέα. Ο εν λόγω περιορισμός δεν παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον υπηρετούμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος μάλιστα ότι δεν άγει σε οριστική απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αφού με την άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 96 του Σ.Κ. δυνατότητας επιστροφής εκ μέρους του ενδιαφερομένου της σύνταξης που εισέπραξε συγχρόνως με αποδοχές ενεργείας - και μάλιστα σε δόσεις που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτόν σύνταξης - ενεργοποιείται η αξίωσή του για αναγνώριση ως συνταξίμου του χρόνου υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία στο βαθμό που συνιστά όρο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής καταβολής σύνταξης και αποδοχών ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο. Ενόψει τούτων, με τη θέσπιση του ως άνω εύλογου περιορισμού δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιταγών του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης προστασίας της περιουσίας των προσώπων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις του Σ.Κ. δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος (πρβλ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010), ούτε αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα (Ε.Σ. 1938/2009, 827/2011, πρβ. Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος 1/2005, Α.Π. 1780/2005, 478/2006, 541/2011, Σ.τ.Ε. 668/2012). Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοϊλη, οι ρυθμίσεις του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον αυτές καλύπτουν απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, όχι όμως δικαιώματα που δεν γεννήθηκαν ποτέ, λόγω μη πλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων (Ε.Σ. 3431/2009, πρβ. Ε.Σ. 963/2003, 1351/2008).
VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, τα ακόλουθα: Με την 12381/1972 πράξη της τότε αρμόδιας 3ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε στην ήδη αναιρεσείουσα, άγαμη θυγατέρα του αποβιώσαντος στις 5.10.1972 στρατιωτικού συνταξιούχου (απόστρατου Συνταγματάρχη)…, και στη χήρα σύζυγο αυτού, κατά μεταβίβαση στρατιωτική σύνταξη, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο από 6.1.1973. Η αναιρεσείουσα υπηρετούσε ήδη από τις 23.11.1970 σε θέση μόνιμου μέλους Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (ΕΤΕΠ), κατηγορίας ΔΕ3, του Τομέα Φυτών Μεγάλης Καλλιέργειας και Οικολογίας της Γεωπονικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μετά την αποχώρησή της από την υπηρεσία, στις 31.12.2008, λόγω συμπλήρωσης τριακονταπενταετίας και του 60ού έτους της ηλικίας της, υπέβαλε αίτηση για κανονισμό σύνταξης από το Δημόσιο με βάση τη συνολική δημόσια υπηρεσία που παρείχε, κατά το χρονικό διάστημα από 23.11.1970 έως 31.12.2008. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 15419/24.9.2009 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Σ.Κ., το χρονικό διάστημα της δημόσιας υπηρεσίας της από 6.1.1973 έως 31.12.2008 (με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 27.7.1983 έως 7.11.1984) δεν αναγνωρίζεται από το Δημόσιο ως συντάξιμη υπηρεσία, διότι ελάμβανε ταυτόχρονα αποδοχές ενεργείας, ως υπάλληλος (μέλος ΕΤΕΠ) σε Α.Ε.Ι., και κατά μεταβίβαση στρατιωτική σύνταξη, ως άγαμη θυγατέρα αποβιώσαντος στρατιωτικού συνταξιούχου. Έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εν λόγω πράξης, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ως συντάξιμος ο ως άνω χρόνος υπηρεσίας της και να της κανονιστεί σύνταξη πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο αναδρομικά από 1.1.2009, απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε η ανωτέρω αίτηση της αναιρεσείουσας με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. περί μη αναγνώρισης ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων που λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές από το Δημόσιο Ταμείο δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το μέτρο αυτό είναι αφενός μεν κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, δηλαδή τον περιορισμό της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης στις θέσεις εντός του δημοσίου τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του ν.1256/1982, αλλά και την καταπολέμηση της ανεργίας, αφετέρου δε το απολύτως αναγκαίο, με την έννοια ότι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνταξιούχος του Δημοσίου (κατά μείζονα δε λόγο ο κατά μεταβίβαση συνταξιούχος) που εξακολουθεί να υπηρετεί σε θέση του δημοσίου τομέα έχει ήδη εξασφαλίσει την υπαγωγή του σε καθεστώς σύνταξης και συνακόλουθα σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (έχει δηλαδή διασφαλίσει ένα επίπεδο διαβίωσης), απολαμβάνει επί μακρό χρόνο τα ωφελήματα από τη διπλή καταβολή αποδοχών και σύνταξης, ενώ το άρθρο 96 του Σ.Κ. παρέχει τη δυνατότητα στους ήδη συνταξιούχους να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο τον ως άνω χρόνο υπηρεσίας τους, επιστρέφοντας - και μάλιστα σε δόσεις, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτούς σύνταξης - τη σύνταξη που έλαβαν παράλληλα με αποδοχές κατά το διάστημα αυτό. Ακολούθως, με την ως άνω συνταξιοδοτική ρύθμιση δεν ανατρέπεται η δίκαιη σχέση ισορροπίας που απαιτείται να υφίσταται μεταξύ του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού και του θεσπιζόμενου περιορισμού του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Επίσης, κατά την κρίση του Τμήματος, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία και την θέτουν υπό την προστασία του Κράτους, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του ανθρώπου, καθόσον αυτές καλύπτουν εκτός από εμπράγματα δικαιώματα και δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, όχι όμως δικαιώματα που δεν γεννήθηκαν ποτέ, λόγω μη πλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που το επικαλούμενο συνταξιοδοτικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας δεν γεννήθηκε ποτέ, διότι η παρασχεθείσα από αυτήν υπηρεσία δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί συντάξιμη από το Δημόσιο. Περαιτέρω, το ΙΙ Τμήμα απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα ενώπιόν του λόγο έφεσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 58 του Σ.Κ. αντίκεινται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει», με την αιτιολογία ότι η συνταξιοδότηση των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων από το Δημόσιο, διεπόμενη από ιδιαίτερες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 73 παρ. 2, 80 παρ. 1 και 98 παρ. 1 περ. δ΄ και στ΄ του Συντάγματος) δεν εμπίπτει στην έννοια της κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή, η σύνταξη που παρέχει το Δημόσιο στους λειτουργούς και υπαλλήλους του δεν καταβάλλεται σ’ αυτούς δυνάμει σχέσης κοινωνικής ασφάλισης, αλλά δυνάμει της σχέσης που το συνδέει με αυτούς και επί τη βάσει ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Εξάλλου, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση από το νομοθέτη γενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν θίγει την οικονομική ελευθερία της ήδη αναιρεσείουσας. Τέλος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι προβληθέντες ενώπιον του Τμήματος ισχυρισμοί, κατά τους οποίους η ήδη αναιρεσείουσα δεν ενημερώθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ώστε να ζητήσει την αναστολή της καταβολής της σύνταξής της, ότι εισέπραττε καλόπιστα την κατά μεταβίβαση σύνταξη του αποβιώσαντος πατέρα της και ότι παραχωρούσε το (ούτως ή άλλως μικρό) μερίδιό της στη μητέρα της για τη συμπλήρωση του εισοδήματός της, με την αιτιολογία ότι, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν ασκούν έννομη επιρροή εν προκειμένω, αφού το άρθρο 58 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Σ.Κ. δεν συναρτά την άρση του συντάξιμου της υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας λαμβάνονται συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, από την κακή πίστη κατά την είσπραξη της σύνταξης, ούτε από το ύψος αυτής, σε κάθε δε περίπτωση, κατά τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 96 του Σ.Κ., υφίσταται η δυνατότητα να αναγνωριστεί ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου ως συντάξιμος, εφόσον επιστραφεί πλήρως η ληφθείσα από αυτούς σύνταξη, κατόπιν υποβολής αίτησης του ενδιαφερομένου.
VIΙ. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχ. V σκέψη, ορθώς το δικάσαν Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ενώπιόν του ασκηθείσα έφεση. Ο δε λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. δεν παραβιάζει την, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, το δυσμενές μέτρο που θεσπίζεται με την επίμαχη ρύθμιση βασίζεται σε κριτήριο (ταυτόχρονη λήψη αποδοχών ενεργείας - σύνταξης) που δεν τελεί σε άμεση σχέση με το αντικείμενο της ρύθμισης (απονομή σύνταξης με τη συμπλήρωση αντικειμενικών προϋποθέσεων, όπως ο συντάξιμος χρόνος και το όριο ηλικίας). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, λαμβανομένης υπόψη της επιβάρυνσης του Δημοσίου Ταμείου με την καταβολή των αποδοχών και των συντάξεων (κατά μεταβίβαση και εξ ιδίου δικαιώματος) της αναιρεσείουσας και ενόψει της ανάγκης διασφάλισης της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος με την εξοικονόμηση κονδυλίων του Δημοσίου Ταμείου, καθώς και της ανάγκης διατήρησης δημοσιονομικής ισορροπίας στη διανομή των δημοσίων πόρων, στο πλαίσιο εμπέδωσης της κοινωνικής δικαιοσύνης (πρβ. αποφάσεις ΕΔ.Δ.Α. της 8.9.2005 Ackermann και Fuhrmann κατά Γερμανίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, για να κριθεί αν υφίσταται δίκαιη σχέση ισορροπίας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού της ως άνω ρύθμισης και του θεσπιζόμενου με αυτή περιορισμού του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, θα έπρεπε το δικαστήριο να εκτιμήσει τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή ελάμβανε συγχρόνως μισθό και σύνταξη, όπως, πλην άλλων, την καλόπιστη εκ μέρους της λήψη του ποσοστού της σύνταξής της, την έλλειψη πλήρους αντιστοιχίας μεταξύ της κατά μεταβίβαση σύνταξης που λαμβάνει και αυτής που θα ελάμβανε εξ ιδίου δικαιώματος και το γεγονός ότι δεν υπέστη βλάβη το Δημόσιο, αφού αν ζητούσε την αναστολή καταβολής της σύνταξής της, το ποσό αυτής θα καταβαλλόταν πλήρες στη μητέρα της, χωρίς τις περικοπές του άρθρου 20 του ν. 2084/1992. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, αφού οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα παράμετροι και υποκειμενικές περιστάσεις δεν είναι λυσιτελείς και δεν αποτελούν κριτήρια πρόσφορα να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση και να ανατρέψουν τη στάθμιση στην οποία κατέληξε το Τμήμα στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Εξάλλου, αβάσιμος είναι και ο λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία, καθώς και στις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτεθείσες αιτιολογίες της μείζονος πρότασης, ο θεσπιζόμενος με τις ανωτέρω διατάξεις περιορισμός όσον αφορά το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας εκείνων που λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο, συνιστά επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Η περιορισμός, όμως, αυτός αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση προς αυτόν. Ο εν λόγω δε περιορισμός δύναται να αρθεί, εφόσον εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, η οποία λαμβάνει κατά μεταβίβαση σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και, ως εκ τούτου, έχει εξασφαλίσει το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, επιστρέψει τις καταβληθείσες σ’ αυτήν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα κατά μεταβίβαση συντάξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 96 του Σ.Κ., με συνέπεια την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής της αξίωσης για αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία της και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής απόληψης σύνταξης και αποδοχών ενεργείας. Ενόψει τούτων, με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας περιουσιακού αγαθού της αναιρεσείουσας. Επομένως, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το τελευταίο άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα. Κατά την ειδικότερη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γεωργίου Βοϊλη, η αιτιολογική κρίση του Τμήματος είναι ορθή, αφού το επικαλούμενο συνταξιοδοτικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας δεν γεννήθηκε ποτέ, διότι η παρασχεθείσα από αυτήν υπηρεσία δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί συντάξιμη από το Δημόσιο και συνεπώς, δεν υφίσταται δικαίωμα προστατευόμενο από τις εν λόγω διατάξεις. Απορριπτέος είναι άλλωστε και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι κατέβαλε αποδεδειγμένα εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η άρνηση χορήγησης σ’ αυτήν σύνταξης, ενόψει του μη αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος του Δημοσίου (Ε.Σ. 1938/2009, Σ.τ.Ε. 4663, 4664/2012). Επίσης, αβάσιμα προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του ΙΙ Τμήματος, κατά την οποία η συνταξιοδότηση από το Δημόσιο των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων δεν εμπίπτει στην έννοια της, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, κοινωνικής ασφάλισης. Και τούτο διότι, όπως ορθώς έκρινε το Τμήμα, το Δημόσιο δεν ενεργεί ως οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης κατά την παροχή σύνταξης στους λειτουργούς και υπαλλήλους του, αλλά δυνάμει της σχέσης που το συνδέει με αυτούς και επί τη βάσει ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος (Σ.τ.Ε. 1970/2002, 3037/2007, 2087/2012, πρβ. Ε.Σ. 918/2012, 3299/2013). Ανεξαρτήτως τούτου, στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, η οποία δικαιούται μία σύνταξη από το Δημόσιο (την εκ μεταβιβάσεως ή την εξ ιδίου δικαιώματος) κατόπιν επιλογής της και υπό τους όρους του νόμου, δεν στερείται κοινωνικής ασφάλισης, αφού, ως άγαμη θυγατέρα θανόντος στρατιωτικού συνταξιούχου, υπάγεται ήδη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, που καλύπτει και την υγειονομική της περίθαλψη, ενώ δύναται να λάβει σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος από την υπηρεσία της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 96 του Σ.Κ.. Περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας είναι εσφαλμένη, καθόσον η αιτούσα στερείται οικονομικά οφέλη και δη τη σύνταξή της, παρότι παρείχε πραγματική υπηρεσία επί 38 έτη, έχει την νόμιμη ηλικία για συνταξιοδότηση και κατέβαλε τις προβλεπόμενες εισφορές. Και αυτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με την επίμαχη ρύθμιση δεν εγείρεται ζήτημα προσβολής της, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, οικονομικής ελευθερίας του ατόμου, στην οποία είναι δυνατόν να τίθενται περιορισμοί, οριζόμενοι γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό και δικαιολογούμενοι από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος (πρβ. Σ.τ.Ε. 2198, 2199/2010). Ειδικότερα δε, εν προκειμένω, η ίδια η αναιρεσείουσα επέλεξε να καταστήσει μη συντάξιμο το χρόνο υπηρεσίας της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας συγχρόνως κατά μεταβίβαση σύνταξη και αποδοχές ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο, ενώ δεν έχει απολέσει το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα, καθόσον έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τον εν λόγω χρόνο ως συντάξιμο, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 96 του Σ.Κ., η άσκηση δε της σχετικής δυνατότητας εναπόκειται αποκλειστικά στην ίδια. Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικάσαν δικαστήριο μη νομίμως δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ότι, κατά παράβαση της αρχής της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος, το Γ.Λ.Κ., αν και αποδεδειγμένα γνώριζε ότι αυτή ελάμβανε εκτός από την κατά μεταβίβαση σύνταξη του θανόντος πατέρα της και αποδοχές ενεργείας, παρέλειψε να την ενημερώσει, ώστε να αναστείλει την καταβολή της σύνταξής της και συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται κατά τούτο αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης και επομένως, δεν έχρηζε ειδικής αντιμετώπισης. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 του Σ.Κ., ο συνταξιούχος που επιθυμεί να αναγνωριστεί ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκειμένου αυτή να προβεί στην αναστολή της καταβολής της σύνταξής του, μη υφισταμένης υποχρέωσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους να ενημερώνει τους συνταξιούχους για την ύπαρξη της ως άνω δυνατότητας, αφού πρόκειται για παρεχόμενη από το νόμο ευχέρεια, η άσκηση της οποίας συναρτάται με τις επιλογές και ενέργειες εκάστου ενδιαφερομένου (πρβ. Σ.τ.Ε. 3379/2004, 3413/2009, 15/2011).
VΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Διά ταύτα 

Απορρίπτει την αίτηση. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2014. 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                        Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ             ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΖΟΥΜΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΕλΣυν 992/2015 (Ολομ.): ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΩΣ ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΩΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ

 Mε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. θεσπίζεται γενικός συνταξιοδοτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος υπηρεσίας (με οποιαδήποτε έννομη σχέση) των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημοσίου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, και λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το Δημόσιο ούτε από άλλους ασφαλιστικούς φορείς, πλην των ρητά καθοριζομένων στο νόμο εξαιρέσεων (καταβολή σύνταξης πολεμικής, προσωπικής κ.λπ.) (Ε.Σ. 1939, 3431/2009, 1391/2012). Συνταξιούχοι του Δημοσίου, κατά την έννοια του άρθρου 58 του Σ.Κ., είναι αυτοί που λαμβάνουν από το Δημόσιο Ταμείο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα ή από μεταβίβαση, με βάση θεμελιωτική συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπηρεσία ή εργασία που έχει προσφερθεί στο Δημόσιο. Ωστόσο, το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου δεν αίρεται, στην περίπτωση που αυτοί, με αίτησή τους προς την αρμόδια υπηρεσία, ζητήσουν την αναστολή της καταβολής της σύνταξής τους και περιορισθούν στη λήψη μόνο αποδοχών ενεργείας (Ε.Σ. 2482/2011). Περαιτέρω, ο χρόνος υπηρεσίας, κατά τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, δύναται να αναγνωριστεί ως συντάξιμος, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει τη σύνταξη που έλαβε, όπως το ποσό αυτής υπολογίζεται σύμφωνα με το νόμο, κατόπιν υποβολής σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Επομένως, η επιστροφή εκ μέρους του συνταξιούχου της ληφθείσας από αυτόν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης, το ποσό της οποίας καταλογίζεται σε βάρος του με πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και εισπράττεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 του Σ.Κ., συνιστά αναγκαίο όρο για να αναγνωριστεί ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας ως συντάξιμος (Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010). Η ρύθμιση του Σ.Κ., σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα που λαμβάνουν συγχρόνως αποδοχές ενεργείας και σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αποτελεί επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων.  

Ο εν λόγω περιορισμός δεν παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον υπηρετούμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος μάλιστα ότι δεν άγει σε οριστική απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αφού με την άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 96 του Σ.Κ. δυνατότητας επιστροφής εκ μέρους του ενδιαφερομένου της σύνταξης που εισέπραξε συγχρόνως με αποδοχές ενεργείας - και μάλιστα σε δόσεις που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτόν σύνταξης - ενεργοποιείται η αξίωσή του για αναγνώριση ως συνταξίμου του χρόνου υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία στο βαθμό που συνιστά όρο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής καταβολής σύνταξης και αποδοχών ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο. Ενόψει τούτων, με τη θέσπιση του ως άνω εύλογου περιορισμού δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιταγών του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης προστασίας της περιουσίας των προσώπων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις του Σ.Κ. δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος (πρβλ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010), ούτε αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα.

Αριθμός 992/2015 

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, ’ννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ιωάννα Αντωνογιαννάκη.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας : Διονύσιος Λασκαράτος.
Για να δικάσει την από 30.11.2011 (αριθμ. κατάθ. 179/2011) αίτηση:
Της…... , κατοίκου Θεσσαλονίκης ,η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της …
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, που παρέστη με τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους …
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει την αναίρεση της 2419/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, η οποία ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 4.12.2013 γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Ιωάννη Καραβοκύρη και τους Αντιπροέδρους Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Ευάγγελο Νταή που αποχώρησαν από την Υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, τον Αντιπρόεδρο και ήδη Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμή, καθώς και την Αντιπρόεδρο Σωτηρία Ντούνη και τις Συμβούλους Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά και Γεωργία Τζομάκα, οι οποίες απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Δέσποινας Τζούμα. Και 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο 

Ι. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το 2970808, Σειράς Α΄, ειδικό έντυπο παραβόλου).
ΙΙ. Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2419/2011 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 15419/24.9.2009 πράξης του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, απορριπτικής αίτησης αυτής για κανονισμό σύνταξης, με την αιτιολογία ότι ο χρόνος υπηρεσίας της στο Δημόσιο από έτη 34-08-14 δεν λογίζεται συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 169/2007, λόγω της ταυτόχρονης λήψης αποδοχών ενεργείας και κατά μεταβίβαση στρατιωτικής σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο.
IIΙ. Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο επιτρέπεται να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 25.3.1999 Ιατρίδης κατά Ελλάδας σκ. 54, της 19.6.2008 Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας σκ. 49, της 24.7.2008 Kemp και λοιποί κατά Λουξεμβούργου σκ. 72), περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 9.12.1994 Ελληνικά Διυλιστήρια Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας σκ. 59, της 20.11.1995 Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου σκ. 31, της 19.6.2008 Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας σκ. 49-50). Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση κοινωνικοασφαλιστικών εν γένει παροχών (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 14.12.1999 Αντωνακόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδας, της 28.3.2000 Γεωργιάδης κατά Ελλάδας, της 20.6.2002 Αζίνας κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, Σ.τ.Ε. 1022/2005, 4338/2009). Και τούτο, ανεξαρτήτως του αν η χορήγηση μιας παροχής κοινωνικής προστασίας προϋποθέτει ή μη την προηγούμενη καταβολή εισφορών. Αρκεί ότι η νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους προβλέπει, ως δικαίωμα, τη χορήγησή της και συντρέχουν για την καταβολή της οι προϋποθέσεις του νόμου (Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 18.2.2009 Andrejeva κατά Λετονίας σκ. 77, της 28.4.2009 Rasmussen κατά Πολωνίας σκ. 71, της 15.9.2009 Moskal κατά Πολωνίας σκ. 38-40, Ε.Σ. 984/2010). Τέτοιο δικαίωμα υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία έχει αναληφθεί μία γενικότερη υποχρέωση για την καταβολή σύνταξης υπό όρους που μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της σύμβασης εργασίας, όπως στην περίπτωση συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων (Ε.Δ.Δ.Α. απoφάσεις της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδας σκ. 29 και 35, της 9.7.2009 Zeibek κατά Ελλάδας σκ. 37, απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13.7.1988 Sture Stigson κατά Σουηδίας αρ. 12264/86, Ε.Σ. 2482/2011, Σ.τ.Ε. 121/2012, 2001/2014). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 1.6.1999 Skorkiewicz κατά Πολωνίας, της 12.10.2000 Jankovic κατά Κροατίας, της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος). Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να επιδιώκει ένα θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, εναπόκειται δηλαδή στον εθνικό νομοθέτη η αξιολόγηση των λόγων δημοσίας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν την επέμβαση, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, πρέπει να πληρούνται οι όροι της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (Ε.Σ. 2704/2014, Σ.τ.Ε. 1283/2012 σκ. 30, 1285/2012 σκ. 15, 2705/2014 σκ. 18, 3663/2014 σκ. 11), ειδικότερα δε πρέπει να εξασφαλίζεται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ώστε αυτός στον οποίο αφορά η επέμβαση να μην υφίσταται μια δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας, της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, της 8.10.2013 Mateus και Januario κατά Πορτογαλίας).
ΙV. Ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007, Α΄ 210) (εφεξής Σ.Κ.) ορίζει στο άρθρο 58 [άρθρα 1, 2 (όπως αντικ. με άρθρο 1 ν.δ. 1209/1972), 3, 4, 5, 6 παρ. 4 και 5 του ν.δ. 641/1970, όπως αντικ. από τα άρθρα 6 παρ. 1 ν. 1379/1983, 17 παρ. 1 ν. 1489/1984 και 3 παρ. 12 του ν. 3513/2006] ότι: «1. Ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων του δημοσίου γενικά που υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημόσιου τομέα, που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 και λαμβάνουν σύνταξη και αποδοχές συγχρόνως, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το δημόσιο ούτε και από άλλους ασφαλιστικούς φορείς. Η προηγούμενη διάταξη δεν ισχύει όταν η σύνταξη είναι προσωπική ή πολεμική ή στρατιωτική που εξομοιώνεται με πολεμική ή γενικά σύνταξη παθόντος στην Υπηρεσία και εξαιτίας της Υπηρεσίας. 2. Το συντάξιμο του χρόνου του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου δεν αίρεται αν ο συνταξιούχος περιορισθεί στη λήψη μόνο των αποδοχών, οπότε αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης. Η αναστολή της καταβολής της σύνταξης, καθώς και η επαναχορήγησή της, γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου στην αρμόδια υπηρεσία και αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. … 5. Όσοι από τους συνταξιούχους προτιμήσουν τη σύγχρονη καταβολή αποδοχών και σύνταξης με συνέπεια τη μη αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας τους, δεν απαλλάσσονται κατά τη διάρκεια αυτού από την υποχρέωση καταβολής των κρατήσεων για κύρια σύνταξη (άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1379/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2320/1995). ... 7. Οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν σύνταξη και αποδοχές μαζί, δικαιούνται να επιλέγουν για υγειονομική περίθαλψη είτε αυτή που δικαιούνται ως συνταξιούχοι, είτε αυτή που προβλέπεται για τη θέση στην οποία υπηρετούν…». Περαιτέρω, το άρθρο 96 του ίδιου ως άνω Σ.Κ. ορίζει στην παρ. 1, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 955/1979, ότι: «Ο χρόνος υπηρεσίας συνταξιούχων του Δημοσίου από δική τους υπηρεσία ή από δικό τους πάθημα ή από μεταβίβαση σε θέσεις του Ν.Δ. 641/1970, για τον οποίο μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 955/1979 έπαιρναν σύνταξη και αποδοχές μαζί, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, εφόσον αυτοί επιστρέψουν τη σύνταξη που εισέπραξαν», στην παρ. 2, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 955/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 12 του ν. 1489/1984, ότι: «Για την επιστροφή του παραπάνω ποσού με σκοπό την αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου της προηγούμενης παραγράφου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει σχετική δήλωση στην αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία και προβαίνει στον καταλογισμό του ποσού. Το ποσό που καταλογίσθηκε με αυτόν τον τρόπο εισπράττεται με μηνιαίες δόσεις που συνίστανται στο 1/100 αυτού και παρακρατείται από το μισθό ή σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο. Το ποσό που παρακρατείται δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το 1/4 και μικρότερο από το 1/10 του μισθού ή σύνταξης που καταβάλλεται…» και στην παρ. 4, στην οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1694/1987, ότι: «Ο χρόνος υπηρεσίας από την ισχύ του Ν. 955/1979 των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά σε θέσεις που προβλέπονται από το Ν.Δ. 641/1970 και από το άρθρο 6 του Ν. 1379/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1489/1984, για τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι επιστρέψουν τη σύνταξη που έλαβαν, όπως ορίζεται παρακάτω. … Το ποσό της σύνταξης που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του κλιμακίου συνταξιοδότησής τους, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης επιστροφής και εισπράττεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του παρόντος…».
V. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγονται τα εξής: Mε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. θεσπίζεται γενικός συνταξιοδοτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο ο χρόνος υπηρεσίας (με οποιαδήποτε έννομη σχέση) των συνταξιούχων του Δημοσίου γενικά, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημοσίου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, και λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας, δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ούτε από το Δημόσιο ούτε από άλλους ασφαλιστικούς φορείς, πλην των ρητά καθοριζομένων στο νόμο εξαιρέσεων (καταβολή σύνταξης πολεμικής, προσωπικής κ.λπ.) (Ε.Σ. 1939, 3431/2009, 1391/2012). Συνταξιούχοι του Δημοσίου, κατά την έννοια του άρθρου 58 του Σ.Κ., είναι αυτοί που λαμβάνουν από το Δημόσιο Ταμείο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα ή από μεταβίβαση, με βάση θεμελιωτική συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπηρεσία ή εργασία που έχει προσφερθεί στο Δημόσιο. Ωστόσο, το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου δεν αίρεται, στην περίπτωση που αυτοί, με αίτησή τους προς την αρμόδια υπηρεσία, ζητήσουν την αναστολή της καταβολής της σύνταξής τους και περιορισθούν στη λήψη μόνο αποδοχών ενεργείας (Ε.Σ. 2482/2011). Περαιτέρω, ο χρόνος υπηρεσίας, κατά τον οποίο καταβάλλονταν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, δύναται να αναγνωριστεί ως συντάξιμος, εφόσον ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει τη σύνταξη που έλαβε, όπως το ποσό αυτής υπολογίζεται σύμφωνα με το νόμο, κατόπιν υποβολής σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Επομένως, η επιστροφή εκ μέρους του συνταξιούχου της ληφθείσας από αυτόν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης, το ποσό της οποίας καταλογίζεται σε βάρος του με πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και εισπράττεται κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 του Σ.Κ., συνιστά αναγκαίο όρο για να αναγνωριστεί ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας ως συντάξιμος (Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010). Η ρύθμιση του Σ.Κ., σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα που λαμβάνουν συγχρόνως αποδοχές ενεργείας και σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αποτελεί επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος σκ. 29 και 35, της 9.7.2009 Zeibek κατά Ελλάδας σκ. 37, απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 13.7.1988 Sture Stigson κατά Σουηδίας αρ. 12264/86, Ε.Σ. 2482/2011, Σ.τ.Ε. 121/2012, 2001/2014) και εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Σκοπός της ανωτέρω ρύθμισης είναι, πέραν του περιορισμού της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης στο πλαίσιο του δημοσίου τομέα (Ε.Σ. 3431/2009), η διασφάλιση ενός δίκαιου και βιώσιμου συνταξιοδοτικού συστήματος, με την αποφυγή της υπέρμετρης επιβάρυνσης του Δημοσίου Ταμείου λόγω της σωρευτικής καταβολής συντάξεων και αποδοχών ενεργείας στα ίδια πρόσωπα και την εξοικονόμηση κονδυλίων, ενόψει της αρχής της δημοσιονομικής βιωσιμότητας (πρβ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010, αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 12.10.2004 K. Asmundsson κατά Ισλανδίας σκ. 42-43, της 15.4.2014 Stefanetti κατά Ιταλίας σκ. 56, της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας σκ. 48), ενώ περαιτέρω η εν λόγω ρύθμιση υπαγορεύεται και από την ανάγκη διασφάλισης δημοσιονομικής ισορροπίας στη διανομή των δημοσίων πόρων, στο πλαίσιο εμπέδωσης της κοινωνικής δικαιοσύνης (πρβ. αποφάσεις ΕΔ.Δ.Α. της 12.10.2004 Κ. Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 8.9.2005 Ackermann και Fuhrmann κατά Γερμανίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας). Ο θεσπισθείς με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Σ.Κ. περιορισμός, όσον αφορά το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους, συνιστά μέτρο αφενός μεν κατάλληλο για την επίτευξη του ως άνω αποτελέσματος, αφετέρου δε απολύτως αναγκαίο, με την έννοια ότι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου. Τούτο, διότι ο συνταξιούχος του Δημοσίου (από ίδιο δικαίωμα ή κατά μεταβίβαση) που υπηρετεί σε θέση του δημοσίου τομέα έχει ήδη εξασφαλίσει την υπαγωγή του σε καθεστώς σύνταξης, που καλύπτει και άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης (υγειονομική περίθαλψη) και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας των στοιχειωδών μέσων βιοπορισμού του και διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσής του, ενώ απολαμβάνει καθ’ όλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρονικού διαστήματος τα ωφελήματα από τη σωρευτική καταβολή αποδοχών ενεργείας και σύνταξης. Απόκειται δε στη βούληση του ιδίου του συνταξιούχου να επιλέξει είτε την παράλληλη λήψη αποδοχών και σύνταξης, είτε την αναστολή της καταβολής της σύνταξής του κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του Σ.Κ., είτε την επιστροφή των συντάξεων που έλαβε συγχρόνως με αποδοχές κατά το άρθρο 96 του Σ.Κ., προκειμένου να αναγνωρισθεί ως συντάξιμος ο αντίστοιχος χρόνος υπηρεσίας του στο δημόσιο τομέα. Ο εν λόγω περιορισμός δεν παρίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον υπηρετούμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος μάλιστα ότι δεν άγει σε οριστική απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αφού με την άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 96 του Σ.Κ. δυνατότητας επιστροφής εκ μέρους του ενδιαφερομένου της σύνταξης που εισέπραξε συγχρόνως με αποδοχές ενεργείας - και μάλιστα σε δόσεις που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτόν σύνταξης - ενεργοποιείται η αξίωσή του για αναγνώριση ως συνταξίμου του χρόνου υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία στο βαθμό που συνιστά όρο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής καταβολής σύνταξης και αποδοχών ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο. Ενόψει τούτων, με τη θέσπιση του ως άνω εύλογου περιορισμού δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιταγών του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης προστασίας της περιουσίας των προσώπων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις του Σ.Κ. δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος (πρβλ. Ε.Σ. 1939/2009, 25/2010), ούτε αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης ούτε του προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα (Ε.Σ. 1938/2009, 827/2011, πρβ. Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος 1/2005, Α.Π. 1780/2005, 478/2006, 541/2011, Σ.τ.Ε. 668/2012). Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοϊλη, οι ρυθμίσεις του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον αυτές καλύπτουν απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, όχι όμως δικαιώματα που δεν γεννήθηκαν ποτέ, λόγω μη πλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων (Ε.Σ. 3431/2009, πρβ. Ε.Σ. 963/2003, 1351/2008).
VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, τα ακόλουθα: Με την 12381/1972 πράξη της τότε αρμόδιας 3ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε στην ήδη αναιρεσείουσα, άγαμη θυγατέρα του αποβιώσαντος στις 5.10.1972 στρατιωτικού συνταξιούχου (απόστρατου Συνταγματάρχη)…, και στη χήρα σύζυγο αυτού, κατά μεταβίβαση στρατιωτική σύνταξη, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο από 6.1.1973. Η αναιρεσείουσα υπηρετούσε ήδη από τις 23.11.1970 σε θέση μόνιμου μέλους Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (ΕΤΕΠ), κατηγορίας ΔΕ3, του Τομέα Φυτών Μεγάλης Καλλιέργειας και Οικολογίας της Γεωπονικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μετά την αποχώρησή της από την υπηρεσία, στις 31.12.2008, λόγω συμπλήρωσης τριακονταπενταετίας και του 60ού έτους της ηλικίας της, υπέβαλε αίτηση για κανονισμό σύνταξης από το Δημόσιο με βάση τη συνολική δημόσια υπηρεσία που παρείχε, κατά το χρονικό διάστημα από 23.11.1970 έως 31.12.2008. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την 15419/24.9.2009 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του Σ.Κ., το χρονικό διάστημα της δημόσιας υπηρεσίας της από 6.1.1973 έως 31.12.2008 (με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 27.7.1983 έως 7.11.1984) δεν αναγνωρίζεται από το Δημόσιο ως συντάξιμη υπηρεσία, διότι ελάμβανε ταυτόχρονα αποδοχές ενεργείας, ως υπάλληλος (μέλος ΕΤΕΠ) σε Α.Ε.Ι., και κατά μεταβίβαση στρατιωτική σύνταξη, ως άγαμη θυγατέρα αποβιώσαντος στρατιωτικού συνταξιούχου. Έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εν λόγω πράξης, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ως συντάξιμος ο ως άνω χρόνος υπηρεσίας της και να της κανονιστεί σύνταξη πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο αναδρομικά από 1.1.2009, απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε η ανωτέρω αίτηση της αναιρεσείουσας με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. περί μη αναγνώρισης ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων που λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές από το Δημόσιο Ταμείο δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το μέτρο αυτό είναι αφενός μεν κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, δηλαδή τον περιορισμό της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης στις θέσεις εντός του δημοσίου τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του ν.1256/1982, αλλά και την καταπολέμηση της ανεργίας, αφετέρου δε το απολύτως αναγκαίο, με την έννοια ότι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού δεν είναι δυνατή η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, αλλά λιγότερο επαχθούς μέτρου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνταξιούχος του Δημοσίου (κατά μείζονα δε λόγο ο κατά μεταβίβαση συνταξιούχος) που εξακολουθεί να υπηρετεί σε θέση του δημοσίου τομέα έχει ήδη εξασφαλίσει την υπαγωγή του σε καθεστώς σύνταξης και συνακόλουθα σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (έχει δηλαδή διασφαλίσει ένα επίπεδο διαβίωσης), απολαμβάνει επί μακρό χρόνο τα ωφελήματα από τη διπλή καταβολή αποδοχών και σύνταξης, ενώ το άρθρο 96 του Σ.Κ. παρέχει τη δυνατότητα στους ήδη συνταξιούχους να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο τον ως άνω χρόνο υπηρεσίας τους, επιστρέφοντας - και μάλιστα σε δόσεις, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο της καταβαλλόμενης σε αυτούς σύνταξης - τη σύνταξη που έλαβαν παράλληλα με αποδοχές κατά το διάστημα αυτό. Ακολούθως, με την ως άνω συνταξιοδοτική ρύθμιση δεν ανατρέπεται η δίκαιη σχέση ισορροπίας που απαιτείται να υφίσταται μεταξύ του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού και του θεσπιζόμενου περιορισμού του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Επίσης, κατά την κρίση του Τμήματος, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία και την θέτουν υπό την προστασία του Κράτους, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του ανθρώπου, καθόσον αυτές καλύπτουν εκτός από εμπράγματα δικαιώματα και δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, όχι όμως δικαιώματα που δεν γεννήθηκαν ποτέ, λόγω μη πλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που το επικαλούμενο συνταξιοδοτικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας δεν γεννήθηκε ποτέ, διότι η παρασχεθείσα από αυτήν υπηρεσία δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί συντάξιμη από το Δημόσιο. Περαιτέρω, το ΙΙ Τμήμα απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα ενώπιόν του λόγο έφεσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 58 του Σ.Κ. αντίκεινται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει», με την αιτιολογία ότι η συνταξιοδότηση των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων από το Δημόσιο, διεπόμενη από ιδιαίτερες συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 73 παρ. 2, 80 παρ. 1 και 98 παρ. 1 περ. δ΄ και στ΄ του Συντάγματος) δεν εμπίπτει στην έννοια της κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή, η σύνταξη που παρέχει το Δημόσιο στους λειτουργούς και υπαλλήλους του δεν καταβάλλεται σ’ αυτούς δυνάμει σχέσης κοινωνικής ασφάλισης, αλλά δυνάμει της σχέσης που το συνδέει με αυτούς και επί τη βάσει ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Εξάλλου, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση από το νομοθέτη γενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν θίγει την οικονομική ελευθερία της ήδη αναιρεσείουσας. Τέλος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι προβληθέντες ενώπιον του Τμήματος ισχυρισμοί, κατά τους οποίους η ήδη αναιρεσείουσα δεν ενημερώθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ώστε να ζητήσει την αναστολή της καταβολής της σύνταξής της, ότι εισέπραττε καλόπιστα την κατά μεταβίβαση σύνταξη του αποβιώσαντος πατέρα της και ότι παραχωρούσε το (ούτως ή άλλως μικρό) μερίδιό της στη μητέρα της για τη συμπλήρωση του εισοδήματός της, με την αιτιολογία ότι, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν ασκούν έννομη επιρροή εν προκειμένω, αφού το άρθρο 58 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Σ.Κ. δεν συναρτά την άρση του συντάξιμου της υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας λαμβάνονται συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές, από την κακή πίστη κατά την είσπραξη της σύνταξης, ούτε από το ύψος αυτής, σε κάθε δε περίπτωση, κατά τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 96 του Σ.Κ., υφίσταται η δυνατότητα να αναγνωριστεί ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου ως συντάξιμος, εφόσον επιστραφεί πλήρως η ληφθείσα από αυτούς σύνταξη, κατόπιν υποβολής αίτησης του ενδιαφερομένου.
VIΙ. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχ. V σκέψη, ορθώς το δικάσαν Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ενώπιόν του ασκηθείσα έφεση. Ο δε λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 παρ. 1 του Σ.Κ. δεν παραβιάζει την, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, το δυσμενές μέτρο που θεσπίζεται με την επίμαχη ρύθμιση βασίζεται σε κριτήριο (ταυτόχρονη λήψη αποδοχών ενεργείας - σύνταξης) που δεν τελεί σε άμεση σχέση με το αντικείμενο της ρύθμισης (απονομή σύνταξης με τη συμπλήρωση αντικειμενικών προϋποθέσεων, όπως ο συντάξιμος χρόνος και το όριο ηλικίας). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, λαμβανομένης υπόψη της επιβάρυνσης του Δημοσίου Ταμείου με την καταβολή των αποδοχών και των συντάξεων (κατά μεταβίβαση και εξ ιδίου δικαιώματος) της αναιρεσείουσας και ενόψει της ανάγκης διασφάλισης της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος με την εξοικονόμηση κονδυλίων του Δημοσίου Ταμείου, καθώς και της ανάγκης διατήρησης δημοσιονομικής ισορροπίας στη διανομή των δημοσίων πόρων, στο πλαίσιο εμπέδωσης της κοινωνικής δικαιοσύνης (πρβ. αποφάσεις ΕΔ.Δ.Α. της 8.9.2005 Ackermann και Fuhrmann κατά Γερμανίας, της 25.10.2011 Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, για να κριθεί αν υφίσταται δίκαιη σχέση ισορροπίας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού της ως άνω ρύθμισης και του θεσπιζόμενου με αυτή περιορισμού του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, θα έπρεπε το δικαστήριο να εκτιμήσει τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή ελάμβανε συγχρόνως μισθό και σύνταξη, όπως, πλην άλλων, την καλόπιστη εκ μέρους της λήψη του ποσοστού της σύνταξής της, την έλλειψη πλήρους αντιστοιχίας μεταξύ της κατά μεταβίβαση σύνταξης που λαμβάνει και αυτής που θα ελάμβανε εξ ιδίου δικαιώματος και το γεγονός ότι δεν υπέστη βλάβη το Δημόσιο, αφού αν ζητούσε την αναστολή καταβολής της σύνταξής της, το ποσό αυτής θα καταβαλλόταν πλήρες στη μητέρα της, χωρίς τις περικοπές του άρθρου 20 του ν. 2084/1992. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, αφού οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα παράμετροι και υποκειμενικές περιστάσεις δεν είναι λυσιτελείς και δεν αποτελούν κριτήρια πρόσφορα να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση και να ανατρέψουν τη στάθμιση στην οποία κατέληξε το Τμήμα στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Εξάλλου, αβάσιμος είναι και ο λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία, καθώς και στις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτεθείσες αιτιολογίες της μείζονος πρότασης, ο θεσπιζόμενος με τις ανωτέρω διατάξεις περιορισμός όσον αφορά το συντάξιμο του χρόνου υπηρεσίας εκείνων που λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη και αποδοχές ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο, συνιστά επέμβαση σε συνταξιοδοτική αξίωση, ήτοι σε περιουσιακό στοιχείο που απορρέει από την γενικότερη υποχρέωση καταβολής σύνταξης υπό προϋποθέσεις στο πλαίσιο απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Η περιορισμός, όμως, αυτός αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου θεμιτού σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση προς αυτόν. Ο εν λόγω δε περιορισμός δύναται να αρθεί, εφόσον εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, η οποία λαμβάνει κατά μεταβίβαση σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και, ως εκ τούτου, έχει εξασφαλίσει το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, επιστρέψει τις καταβληθείσες σ’ αυτήν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα κατά μεταβίβαση συντάξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 96 του Σ.Κ., με συνέπεια την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής της αξίωσης για αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία (αξίωση) θεμελιώνεται στην εργασία της και είχε καταστεί αδρανής, λόγω της σωρευτικής απόληψης σύνταξης και αποδοχών ενεργείας. Ενόψει τούτων, με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της ανάγκης προστασίας περιουσιακού αγαθού της αναιρεσείουσας. Επομένως, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε το δικάσαν Τμήμα ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, στο βαθμό που στην έννοια της ιδιοκτησίας κατά το τελευταίο άρθρο περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα. Κατά την ειδικότερη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γεωργίου Βοϊλη, η αιτιολογική κρίση του Τμήματος είναι ορθή, αφού το επικαλούμενο συνταξιοδοτικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας δεν γεννήθηκε ποτέ, διότι η παρασχεθείσα από αυτήν υπηρεσία δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί συντάξιμη από το Δημόσιο και συνεπώς, δεν υφίσταται δικαίωμα προστατευόμενο από τις εν λόγω διατάξεις. Απορριπτέος είναι άλλωστε και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι κατέβαλε αποδεδειγμένα εισφορές καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η άρνηση χορήγησης σ’ αυτήν σύνταξης, ενόψει του μη αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος του Δημοσίου (Ε.Σ. 1938/2009, Σ.τ.Ε. 4663, 4664/2012). Επίσης, αβάσιμα προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του ΙΙ Τμήματος, κατά την οποία η συνταξιοδότηση από το Δημόσιο των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων δεν εμπίπτει στην έννοια της, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, κοινωνικής ασφάλισης. Και τούτο διότι, όπως ορθώς έκρινε το Τμήμα, το Δημόσιο δεν ενεργεί ως οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης κατά την παροχή σύνταξης στους λειτουργούς και υπαλλήλους του, αλλά δυνάμει της σχέσης που το συνδέει με αυτούς και επί τη βάσει ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος (Σ.τ.Ε. 1970/2002, 3037/2007, 2087/2012, πρβ. Ε.Σ. 918/2012, 3299/2013). Ανεξαρτήτως τούτου, στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, η οποία δικαιούται μία σύνταξη από το Δημόσιο (την εκ μεταβιβάσεως ή την εξ ιδίου δικαιώματος) κατόπιν επιλογής της και υπό τους όρους του νόμου, δεν στερείται κοινωνικής ασφάλισης, αφού, ως άγαμη θυγατέρα θανόντος στρατιωτικού συνταξιούχου, υπάγεται ήδη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, που καλύπτει και την υγειονομική της περίθαλψη, ενώ δύναται να λάβει σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος από την υπηρεσία της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 96 του Σ.Κ.. Περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η ρύθμιση του άρθρου 58 του Σ.Κ. δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας είναι εσφαλμένη, καθόσον η αιτούσα στερείται οικονομικά οφέλη και δη τη σύνταξή της, παρότι παρείχε πραγματική υπηρεσία επί 38 έτη, έχει την νόμιμη ηλικία για συνταξιοδότηση και κατέβαλε τις προβλεπόμενες εισφορές. Και αυτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με την επίμαχη ρύθμιση δεν εγείρεται ζήτημα προσβολής της, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, οικονομικής ελευθερίας του ατόμου, στην οποία είναι δυνατόν να τίθενται περιορισμοί, οριζόμενοι γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό και δικαιολογούμενοι από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος (πρβ. Σ.τ.Ε. 2198, 2199/2010). Ειδικότερα δε, εν προκειμένω, η ίδια η αναιρεσείουσα επέλεξε να καταστήσει μη συντάξιμο το χρόνο υπηρεσίας της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας συγχρόνως κατά μεταβίβαση σύνταξη και αποδοχές ενεργείας από το Δημόσιο Ταμείο, ενώ δεν έχει απολέσει το συνταξιοδοτικό της δικαίωμα, καθόσον έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τον εν λόγω χρόνο ως συντάξιμο, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 96 του Σ.Κ., η άσκηση δε της σχετικής δυνατότητας εναπόκειται αποκλειστικά στην ίδια. Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικάσαν δικαστήριο μη νομίμως δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ότι, κατά παράβαση της αρχής της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος, το Γ.Λ.Κ., αν και αποδεδειγμένα γνώριζε ότι αυτή ελάμβανε εκτός από την κατά μεταβίβαση σύνταξη του θανόντος πατέρα της και αποδοχές ενεργείας, παρέλειψε να την ενημερώσει, ώστε να αναστείλει την καταβολή της σύνταξής της και συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται κατά τούτο αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης και επομένως, δεν έχρηζε ειδικής αντιμετώπισης. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 του Σ.Κ., ο συνταξιούχος που επιθυμεί να αναγνωριστεί ως συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας του σε θέση του δημοσίου τομέα, οφείλει να υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκειμένου αυτή να προβεί στην αναστολή της καταβολής της σύνταξής του, μη υφισταμένης υποχρέωσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους να ενημερώνει τους συνταξιούχους για την ύπαρξη της ως άνω δυνατότητας, αφού πρόκειται για παρεχόμενη από το νόμο ευχέρεια, η άσκηση της οποίας συναρτάται με τις επιλογές και ενέργειες εκάστου ενδιαφερομένου (πρβ. Σ.τ.Ε. 3379/2004, 3413/2009, 15/2011).
VΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

Διά ταύτα 

Απορρίπτει την αίτηση. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2014. 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                        Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ             ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΖΟΥΜΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.