Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

ΑΠ 420/2015 (Β1 Πολιτικό): ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΒΛΑΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ



Κατά το άρθρο 7 εδ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Στην περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και δεν γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920. γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εάν η μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου δικαιούται αυτός, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
 



Αριθμός 420/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" (Ο.Σ.Ε. ΑΕ) Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου… έως και 277. Δ. Μ., κατοίκου ..., εκτός των με α/α αναίρεσης 43, 106, 227, 251, 257 οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όλοι οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Τσούμα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. κατάθ. 210355/5758/4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:328/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4629/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Αν όμως, ο απολειπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ" άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. α', 287, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του Ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του ). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με κοινοποίηση δικογράφου. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει. Η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ. α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομιάς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε για συζήτηση, με επίσπευση της αναιρεσείουσας για τις 14-11-2014. Κατά τη δικάσιμο αυτή, εμφανίστηκε η δικηγόρος Φανή Τζούμα και ως πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων που αναφέρονται στο αναιρετήριο υπό στοιχεία 17, 21, 37, 51, 77, 89, 193, 197, 198, 200, 207, 251 και 257 και δήλωσε ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι έχουν αποβιώσει, με αποτέλεσμα να διακοπεί βιαίως η δίκη. Στη συνέχεια η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (3-3-2015). Στην τελευταία δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εμφανίστηκε η ίδια ως άνω δικηγόρος και δήλωσε, έχουσα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, ότι στη θέση των ως άνω αναιρεσίβλητων, πλην των υπό στοιχεία 251 και 257, υπεισέρχονται οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους (όπως ειδικότερα αναφέρονται στα πρακτικά συζήτησης και στα προεισαγωγικά της απόφασης αυτής) οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη. Δεν παρέστησαν όμως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχεία 43, 106, 227, 251 και 257. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα: 1) υπ' αρ. 10305/5-8-2014, 10224/28-7-2015 και 10351/7-8-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Κ., και 2) υπ' αρ. 11452Γ/5-8-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Σ. Π., προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχεία 43, 106, 227 και 251 κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για την προηγούμενη δικάσιμο (4-11-2014), με την επίδοση της αίτησης και της κλήσης για παραστούν στην πιο πάνω δικάσιμο, στους ίδιους, όσον αφορά τους υπό στοιχεία 43, 106, 227, ενώ για τον υπό στοιχείο 251, που είχε αποβιώσει στην εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Θ. Ε.. Επομένως, εφόσον η συζήτηση (για την οποία είχαν κλητευθεί) αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν είναι αναγκαία, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εκ νέου κλήτευσή τους. Κατά συνέπεια, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους.. Όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο 257, η κατά τη δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2014, γνωστοποίηση του θανάτου του, από τη δικηγόρο Φανή Τζούμα, δεν επέφερε ως προς αυτόν τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθόσον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα πληρεξουσιότητας προκύπτει ότι η εν λόγω δικηγόρος, κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής, δεν διέθετε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή του, ώστε να δικαιούται εγκύρως να προβεί στη σχετική δήλωση (άρθρο 287 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος αυτός, όπως συνομολογείται από το αναιρεσείον δεν κλητεύθηκε στην αρχική αλλά ούτε και στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν πρέπει: 1) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση για τον μη κλητευθέντα, ως άνω αναιρεσίβλητο (υπό στοιχ. 257) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, 2) να συζητηθεί αντιμωλία η υπόθεση για τους παριστάμενους και 3) παρά την απουσία των λοιπών (νομίμως κλητευθέντων), να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρόντες οι τελευταίοι.
2. Κατά το άρθρο 216 §1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118, πρέπει να περιέχει: 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία και παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Στην περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και δεν γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την, κατά το δυνατόν, καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι, η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται, επί σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920. γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εάν η μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου δικαιούται αυτός, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζομένου. Ενόψει δε τού κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητας του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχειρήσεως του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία. Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε καλοπίστως και αντικειμενικώς να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου για παροχή της εργασίας του, με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχειρήσεως του εργοδότη να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 6 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) ΟΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2671/1998 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ρυθμίζονται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών γενικών διατάξεων, οι ώρες εργασίας και οι ημέρες ανάπαυσης του προσωπικού ΟΣΕ, η διάρκεια των διακοπών ή διαλειμμάτων και το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέχρι το οποίο μπορεί να φθάνει η διακεκομμένη ή ημερήσια εργασία καθώς και η διάρκεια της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας, οι ώρες εργασίας του προσωπικού κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας κανονικής εργασίας ορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργών Μεταφορών και Συγκοινωνιών και Εργασίας, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΣΕ, οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα παρακάτω όρια: α) για το προσωπικό των κλάδων Εσωτερικής Υπηρεσίας, αυτές που κάθε φορά καθορίζονται για τους υπαλλήλους των Δημοσίων Υπηρεσιών, β) για το προσωπικό των κλάδων της Εξωτερικής Υπηρεσίας, αυτές που κάθε φορά καθορίζονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (δηλαδή 40 ώρες). Η ώρα έναρξης της εργασίας (πρόγραμμα εργασίας) του προσωπικού μέσα στο 24ωρο της κάθε ημέρας καθορίζεται κάθε φορά ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και πάντοτε μέσα στην κατά περίπτωση οριζόμενη από το άρθρο 5 του Κανονισμού διάρκεια της εργασίας κατά εβδομάδα. Η έναρξη και λήξη της ημερήσιας εργασίας μπορεί και να μη συμπίπτει με το ημερολογιακό 24ωρο. Η εργασία που ορίζεται στο πρόγραμμα δεν μεταβάλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7, νυχτερινή εργασία είναι αυτή που παρέχεται από τις 22.00, μέχρι τις 6.00 της επόμενης ημέρας. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης ή ιδιαίτερων συνθηκών, το προσωπικό πρέπει να εναλλάσσεται κατά την παροχή νυχτερινής εργασίας, η δε εναλλαγή πρέπει να πραγματοποιείται το πολύ κάθε 10 ημέρες συνεχούς νυχτερινής εργασίας. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 13, 14 του ιδίου ως άνω Κανονισμού, όπως το τρίτο τούτων αντικαταστάθηκε με την από 19-6-¬2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του Προσωπικού ΟΣΕ για το έτος 2002, ορίζεται ότι η μέγιστη ημερήσια εργασία του προσωπικού ανέρχεται στην κανονική ημερήσια εργασία προσαυξημένη κατά δυο ώρες και ο χρόνος της διορίας σε 4 πλέον της κανονικής ημερήσιας εργασίας, δηλαδή σε 12 ώρες, ενώ η διακοπή πρέπει να είναι το λιγότερο στη μεν έδρα 12 ώρες, εκτός δε έδρας 8 ώρες. Σε περιπτώσεις καθυστερήσεως ή άλλων έκτακτων συμβάντων επιτρέπεται μείωση μόνο στην έδρα και μέχρι 8 ώρες, με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό δεν έχει εργασθεί συνέχεια περισσότερο από 16 ώρες και με τη διάταξη του άρθρου 17 ορίζεται ότι επιτρέπεται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπέρβαση των ορίων εργασίας, της διορίας, της διακοπή κλπ στις ακόλουθες περιπτώσεις, αλλά η πρόσθετη εργασία ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού: α) σε περίπτωση συγκρούσεων, εκτροχιάσεων, πλημμυρών και γενικά διακοπών συγκοινωνίας, β) σε περιπτώσεις καθυστερήσεως αμαξοστοιχίας, το προσωπικό που έχει σχέση με την κίνηση, την εξασφάλιση της κυκλοφορίας και την υποδοχή στους σταθμούς, μηχανοστάσια κλπ είναι υποχρεωμένο εφόσον δεν γίνεται αντικατάσταση του, να εξακολουθήσει την εργασία που του έχει ανατεθεί ακόμα και αν υπερβεί τα όρια εργασίας, διορίας κλπ. Κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις καθυστέρησης αμαξοστοιχίας και μόνο, το προσωπικό που έχει σχέση με την κίνηση (βοηθοί μηχανοδηγοί, μηχανοδηγοί, τροχοπεδητές, συνοδοί αμαξοστοιχιών), μπορεί να δηλώσει υπερκόπωση στον πρώτο σταθμό που υπάρχει μηχανοστάσιο ή γραφείο προσωπικού αμαξοστοιχιών κατά περίπτωση, γ) σε περιπτώσεις κωλύματος ή καθυστέρησης του προσωπικού αλλαγής και εφόσον δεν υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα αντικατάστασης το προσωπικό που πρόκειται να αντικατασταθεί υποχρεώνεται σε υπέρβαση των ορίων εργασίας, διορίας κλπ και δ) σε περιπτώσεις εξαιρετικής συσσωρεύσεως εργασίας, εξαιρετικά επείγουσες ανάγκες εξυπηρέτησης του κοινού, αναπλήρωση των ωρών που χάθηκαν από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες για τις εκτελούμενες στο ύπαιθρο εργασίες της σιδηροδρομικής γραμμής, εκτέλεσης προπαρασκευαστικών ή συμπληρωματικών εργασιών, οι οποίες λόγω του είδους της έξω από το καθορισμένο για την κύρια εργασία χρονικό όριο ημερήσιας εργασίας, το κατά περίπτωση προσωπικό είναι υποχρεωμένο να παρέχει εργασία μέχρις ότου εξομαλυνθεί η κατάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, τηρούνται οι σχετικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης εργασίας, που έχει κυρωθεί με το ν. 2269/1920. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένσταση, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νομική ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως. Στην κρινόμενη υπόθεση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρίζονταν, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, ότι έχουν προσληφθεί, άπαντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που αναφέρουν στο δικόγραφο τους και ανήκουν στο μόνιμο τακτικό προσωπικό του εναγόμενου Οργανισμού, οι 10ς έως 103ος και 272ος έως 277ος στο προσωπικό έλξης οι δε 104ος έως 2710ς στο προσωπικό κίνησης, απασχολούμενοι τόσο στις εμπορικές όσο και στις επιβατικές αμαξοστοιχίες, με έδρα την Θεσσαλονίκη. Ότι ο εναγόμενος εργοδότης Οργανισμός κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, διαμορφώνει τα τελευταία, κατά παράβαση του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, προφασιζόμενος δε υπηρεσιακές ανάγκες, μεταβάλλει και τροποποιεί τα εν λόγω προγράμματα και καθορίζει τα δρομολόγια τα οποία κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, προφασιζόμενος υπηρεσιακές ανάγκες, μεταβάλλει και τροποποιεί τα ως άνω προγράμματα και καθορίζει τα δρομολόγια, τα οποία οφείλει να πραγματοποιήσει καθένας των εναγόντων καθώς και τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησής του, κατά τρόπο αντίθετο προς τον Κανονισμό, κατά παράβαση του νομίμου ωραρίου τους, πέραν του οκταώρου καθημερινά και να αναλαμβάνουν υπηρεσία εντός του ίδιου εικοσιτετραώρου, χωρίς να παρεμβάλλεται το 12ωρο της ανάπαυσής τους, μεταξύ των πραγματοποιουμένων δύο δρομολογίων, με αποτέλεσμα η τροποποίηση του προγράμματος και η διαμόρφωση των δρομολογίων να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους. Κατόπιν αυτών, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί δικαστικώς ως παράνομη, υπαίτια και αυθαίρετη η κατά παράβαση του ως άνω Κανονισμού άρνηση του εναγομένου να τους χορηγήσει 12ωρη ανάπαυση μεταξύ των πραγματοποιούμενων υπ' αυτών δρομολογίων, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη από την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους. Στο δικόγραφο της αγωγής, αναφέρονται εκτός των άλλων και συγκεκριμένες ημερομηνίες, που έλαβαν χώρα, οι παρά τον κανονισμό τροποποιήσεις του προγράμματος εργασίας για καθένα των εναγόντων, πλην των αναφερομένων στο δικόγραφο, υπό στοιχεία 8, 11-24, 40, 41, 51, 56, 58, 71- 74, 90, 97, 98, 104-109, 111-113, 115-118, 120-121, 124-125, 127-129,131, 134,136-138, 140, 142, 144,147-150, 152-161, 163,164, 166, 168-171, 173, 178-181, 183-187,193-195, 197, 198, 201-237, 239-250, 251, 252, 255, 256, 258-271, 273, 275. Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, για τους λοιπούς ενάγοντες, πλην των τελευταίων πιο πάνω αναφερομένων, προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για τη θεμελίωση των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων αυτών, από την μεταβολή των όρων της εργασίας τους που περιγράφηκε. Ειδικότερα, τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αρκούν για τη γένεση των ασκουμένων με την αγωγή δικαιωμάτων, που πηγάζουν από την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας τους, αφού από τα περιστατικά αυτά συντρέχει η προβαλλόμενη παραβίαση του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού του αναιρεσείοντος, αλλά και η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, η οποία συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσίβλητων. Για την πληρότητα του δικογράφου, όσον αφορά τους ενάγοντες αυτούς, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται: 1) ότι η παραβίαση του χρόνου αναπαύσεώς τους, αφορούσε τα εντός έδρας δρομολόγια, αφού η αναφορά της παραβίασης του 12ώρου, σηματοδοτεί μόνο τα δρομολόγια αυτά και 2) ότι δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 17 του κανονισμού του αναιρεσείοντος, για την τροποποίηση αυτή, αφού τούτο αποτελεί καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό προβαλλόμενο σε κάθε περίπτωση από τον εναγόμενο εργοδότη προς απαλλαγή του. Επομένως, για όσους από τους ενάγοντες, αναφέρονταν συγκεκριμένα περιστατικά παραβιάσεως, η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, και το Εφετείο που έκρινε αυτήν ορισμένη δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Όσον αφορά, όμως τους αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στο αναιρετήριο υπό στοιχεία 8 , 11-24, 40, 41, 51, 56, 58, 71,- 74, 90, 97, 98, 104-109, 111-113, 115-118, 120-121, 124-125, 127-129,131,134,136-138, 140, 142, 144,147-150, 152-161, 163,164, 166, 168-171, 173, 178-181, 183-187,193-195, 197,198, 201-237, 239-250, 251, 252, 255, 256, 258-271, 273, και 275 , για τους οποίους δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά τροποποίησης του προγράμματος εργασίας τους, η αγωγή ήταν αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί. Το Εφετείο λοιπόν παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, για τους άνω εναγόμενους-αναιρεσίβλητους. Πρέπει λοιπόν, ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτός και να αναιρεθεί η .προσβαλλόμενη απόφαση για τους αναιρεσίβλητους αυτούς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4052/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε η ένδικη αγωγή, για τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι αόριστη. Επομένως, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και αφού δικασθεί στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η αγωγή για τους εν λόγω ενάγοντες- αναιρεσίβλητους, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
2. Όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους σημειώνονται τα εξής: Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Τέλος, κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση τα ων από τους διαδίκους, μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών (αναιρεσείων), Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος αποτελεί δημοσία επιχείρηση κατά την έννοια του Ν. 2414/1996, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος υπό την μορφή ανωνύμου εταιρείας και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο και ανήκει εξ ολοκλήρου. Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι), προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, (κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη ημερομηνίες) και ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου-αναιρεσείοντος οργανισμού. Ειδικότερα οι 1ος έως 103ος και 272ος έως 277ος απασχολούνται στο προσωπικό έλξης, ως μηχανοδηγοί, βοηθοί μηχανοδηγών και μηχανοστασιάρχες, οι δε 104ος έως 271ος απασχολούνται στο προσωπικό κίνησης, ως ελεγκτές, προϊστάμενοι και συνοδηγοί αμαξοστοιχιών, τόσο σε εμπορικές όσο και σε επιβατικές αμαξοστοιχίες. Η εργασία τους παρέχεται με βάση προγράμματα (κυκλώματα) εργασίας, τα οποία προτείνονται από την εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη αρμοδία υπηρεσία του εναγομένου Οργανισμού και στην συνέχεια αποστέλλονται στην εδρεύουσα στην Αθήνα Διεύθυνση Μηχανοστασίου, στην οποία ανήκει μεταξύ των άλλων και η αρμοδιότητα σύνταξης, κατόπιν προτάσεων των Υπηρεσιών Μηχανοστασίων, των προγραμμάτων (κυκλωμάτων) τροχαίου υλικού και προσωπικού έλξης και η παρακολούθηση της χρησιμοποίησης του. Στη σύνταξη των ως άνω προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, τα οποία καλύπτουν το οικείο προσωπικό του εναγομένου όλης της χώρας, συμμετέχουν και εκπρόσωποι των εργαζομένων εκάστου κλάδου και ειδικότερα η Πανελλήνια Ένωση προσωπικού Έλξης για το προσωπικό έλξης και η Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Αμαξοστοιχιών, για το προσωπικό των αμαξοστοιχιών. Παρά την ύπαρξη όμως τόσο του ως άνω Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του προσωπικού του εναγομένου, που προβλέπει για τους απασχολούμενους στους άνω κλάδους πενθήμερη και 40ωρη εργασία εβδομαδιαίως και των ως άνω προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, τα οποία μπορούν να μεταβληθούν μόνον στις προβλεπόμενες από το άρθρο 17 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) περιπτώσεις, ο εναγόμενος Οργανισμός, επικαλούμενος υπηρεσιακές ανάγκες, προβαίνει συστηματικά στην τροποποίηση των προγραμμάτων εργασίας, με συνέπεια αφενός να υποχρεούνται οι ενάγοντες να επικοινωνούν τηλεφωνικώς καθημερινά και ειδικότερα μετά τις 16.00 με την υπηρεσία τους, προκειμένου να ενημερωθούν για τον ακριβή χρόνο απασχόλησής του της επομένης ημέρας και αφετέρου αναγκάζονται, με βάση τις τροποποιήσεις αυτές, να απασχολούνται κατά παράβαση του νομίμου ωραρίου τους πέραν του δωδεκαώρου καθημερινά και να αναλαμβάνουν έτσι υπηρεσία δύο φορές εντός του ιδίου 24ώρου, στερούμενοι με τον τρόπο αυτό της, από τον ως άνω Κανονισμό Εργασίας τους, προβλεπομένης 12ώρου αναπαύσεως μεταξύ των πραγματοποιούμενων απ' αυτούς δύο δρομολογίων. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις των εκ των εναγόντων μηχανοδηγών Κ. Κ. κλπ, οι οποίοι κατόπιν μονομερούς εκ μέρους του εναγομένου τροποποίησης του γνωστοποιηθέντος σ' αυτούς προγράμματος εργασίας, υποχρεώθηκαν να εργασθούν δυο φορές εντός του ιδίου 24ώρου χωρίς να μεσολαβήσει δωδεκάωρη ανάπαυση μεταξύ των πραγματοποιηθέντων υπ' αυτών δύο δρομολογίων. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου Οργανισμού ότι στην προεκτεθείσα συστηματική μεταβολή του προγράμματος εργασίας των εργαζομένων υποχρεώθηκε να προβεί λόγω της συνδρομής εξαιρετικών περιπτώσεων, που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 17 και εντεύθεν συγχωρείται τέτοιου είδους τροποποίηση, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι μεταβολές αυτές οφείλονται στη δραστική μείωση του προσωπικού του εναγομένου, σε συνδυασμό με την αύξηση των δρομολογίων και τη μείωση του χρόνου πραγματοποίησης τους. Η απρογραμμάτιστη και καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόληση των εναγόντων αποστερεί από αυτούς τον απαραίτητο χρόνο ανάπαυσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του οργανισμού τους και η εκ νέου ανάληψη υπηρεσίας, για την εκτέλεση της οποίας, λόγω της αυξημένης ευθύνης απέναντι στο επιβατηγό κοινό, απαιτείται πολύ καλή όραση, προσοχή και ευεξία, στοιχεία που ενδέχεται να ελλείψουν, αν καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας τους δεν έχουν σταθερό χρόνο ύπνου, φαγητού και ανάπαυσης. Η έλλειψη ύπνου, ειδικότερα, είναι δυνατό να προκαλέσει έλλειψη συγκέντρωσης, μειωμένη ικανότητα κρίσης, καθυστερημένη αντίληψη και καθυστερημένο χρόνο αντίδρασης. Αποδείχθηκε επίσης ότι η συστηματική και σχεδόν καθημερινή τροποποίηση των προγραμμάτων εργασίας των εναγόντων, που δημιουργεί σε αυτούς την υποχρέωση να επικοινωνούν κάθε απόγευμα με την υπηρεσία τους, προκειμένου να ενημερωθούν για την ώρα ενάρξεως εργασία τους την επόμενη ημέρα, παρεμποδίζει αυτούς να προγραμματίσουν και να αξιοποιήσουν τον ελεύθερο χρόνο τους, με συνέπεια τη διατάραξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής". Στη συνέχεια κατέληξε το Εφετείο ότι υπήρξε, συστηματική παραβίαση του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) από τον εναγόμενο, κατά τρόπο που η τροποποίηση του προγράμματος εργασίας συνεπάγεται τη μείωση της 12ωρης ανάπαυσης μεταξύ των δρομολογίων, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, η οποία προκαλεί σε αυτούς ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, από τον υποβιβασμό της επαγγελματικής τους θέσης και αξίας και τη διατάραξη της προσωπικής τους ζωής. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, έκρινε βάσιμη εν μέρει την αγωγή, καθώς και ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί σε κάθε ενάγοντα προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης είναι εκείνο των 1500 ευρώ σε κάθε ενάγοντα για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και απέρριψε την από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη "συστηματική" εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραβίασης των εχόντων ισχύ νόμου, διατάξεων του κανονισμού εργασίας του προσωπικού του. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται για καθένα των εναγόντων, πότε και πως έλαβε χώρα η τροποποίηση του προγράμματος εργασίας του και τα δρομολόγια που εκτέλεσε, έτσι ώστε να υφίσταται ασάφεια όσον αφορά την "συστηματική" παραβίαση των δικαιωμάτων ων εναγόντων και συνακόλουθα ότι αυτή είναι βλαπτική. Ακόμη δεν διευκρινίζεται αν η εν λόγω βλαπτική μεταβολή συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του αναιρεσείοντος και υπό ποία έννοια, ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα των αναιρεσίβλητων για αποζημίωση, ενόψει ότι αυτή και μόνη η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου, δεν αποτελεί αδικοπραξία. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί, οι συναφείς 2ος, 3ος και 4ος, αληθώς μόνο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους των οποίων η αγωγή δεν είναι αόριστη, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ενόψει αυτών, η υπόθεση, όσον αφορά τους τελευταίους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσίβλητων, που μετείχαν παραδεκτώς στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Διατάσσει ο χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον, εκ των αναιρεσιβλήτων, Ν.. του Γ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για τον αναιρεσίβλητο αυτόν.
Αναιρεί την υπ' αρ. 4629/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Α). Κρατεί και δικάζει, την από 29-3-2012 (αρ. κατ. 2947/2012) έφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΙΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους: 1. Ν. Σ. του Α., έως και 158. Β. Τ. του Α.. Δέχεται κατ' ουσία την έφεση, για τους πιο πάνω εφεσίβλητους-αναιρεσίβλητους. Εξαφανίζει την υπ' αρ. 328/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την από 4-12-2006 (αρ. κατ. 210355/5758/2006), ως προς τους πιο πάνω αναφερόμενους εφεσίβλητους- ενάγοντες.
Επιβάλλει στους πιο πάνω αναιρεσίβλητους-εφεσίβλητους-ενάγοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Β) Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην του Α. Ν., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Επιβάλλει στους τελευταίους πιο πάνω αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

ΑΠ 420/2015 (Β1 Πολιτικό): ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΒΛΑΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ



Κατά το άρθρο 7 εδ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Στην περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και δεν γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920. γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εάν η μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου δικαιούται αυτός, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
 



Αριθμός 420/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" (Ο.Σ.Ε. ΑΕ) Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου… έως και 277. Δ. Μ., κατοίκου ..., εκτός των με α/α αναίρεσης 43, 106, 227, 251, 257 οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όλοι οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Τσούμα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. κατάθ. 210355/5758/4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:328/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4629/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 27-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Αν όμως, ο απολειπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ" άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. α', 287, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του Ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του ). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με κοινοποίηση δικογράφου. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει. Η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ. α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομιάς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε για συζήτηση, με επίσπευση της αναιρεσείουσας για τις 14-11-2014. Κατά τη δικάσιμο αυτή, εμφανίστηκε η δικηγόρος Φανή Τζούμα και ως πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων που αναφέρονται στο αναιρετήριο υπό στοιχεία 17, 21, 37, 51, 77, 89, 193, 197, 198, 200, 207, 251 και 257 και δήλωσε ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι έχουν αποβιώσει, με αποτέλεσμα να διακοπεί βιαίως η δίκη. Στη συνέχεια η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (3-3-2015). Στην τελευταία δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εμφανίστηκε η ίδια ως άνω δικηγόρος και δήλωσε, έχουσα προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, ότι στη θέση των ως άνω αναιρεσίβλητων, πλην των υπό στοιχεία 251 και 257, υπεισέρχονται οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους (όπως ειδικότερα αναφέρονται στα πρακτικά συζήτησης και στα προεισαγωγικά της απόφασης αυτής) οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη. Δεν παρέστησαν όμως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχεία 43, 106, 227, 251 και 257. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα: 1) υπ' αρ. 10305/5-8-2014, 10224/28-7-2015 και 10351/7-8-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Κ., και 2) υπ' αρ. 11452Γ/5-8-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Σ. Π., προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχεία 43, 106, 227 και 251 κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για την προηγούμενη δικάσιμο (4-11-2014), με την επίδοση της αίτησης και της κλήσης για παραστούν στην πιο πάνω δικάσιμο, στους ίδιους, όσον αφορά τους υπό στοιχεία 43, 106, 227, ενώ για τον υπό στοιχείο 251, που είχε αποβιώσει στην εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Θ. Ε.. Επομένως, εφόσον η συζήτηση (για την οποία είχαν κλητευθεί) αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν είναι αναγκαία, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εκ νέου κλήτευσή τους. Κατά συνέπεια, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους.. Όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο 257, η κατά τη δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2014, γνωστοποίηση του θανάτου του, από τη δικηγόρο Φανή Τζούμα, δεν επέφερε ως προς αυτόν τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθόσον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα πληρεξουσιότητας προκύπτει ότι η εν λόγω δικηγόρος, κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής, δεν διέθετε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή του, ώστε να δικαιούται εγκύρως να προβεί στη σχετική δήλωση (άρθρο 287 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος αυτός, όπως συνομολογείται από το αναιρεσείον δεν κλητεύθηκε στην αρχική αλλά ούτε και στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν πρέπει: 1) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση για τον μη κλητευθέντα, ως άνω αναιρεσίβλητο (υπό στοιχ. 257) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, 2) να συζητηθεί αντιμωλία η υπόθεση για τους παριστάμενους και 3) παρά την απουσία των λοιπών (νομίμως κλητευθέντων), να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρόντες οι τελευταίοι.
2. Κατά το άρθρο 216 §1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118, πρέπει να περιέχει: 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία και παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Στην περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και δεν γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την, κατά το δυνατόν, καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι, η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται, επί σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920. γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εάν η μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου δικαιούται αυτός, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζομένου. Ενόψει δε τού κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητας του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχειρήσεως του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία. Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε καλοπίστως και αντικειμενικώς να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου για παροχή της εργασίας του, με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχειρήσεως του εργοδότη να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 6 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) ΟΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2671/1998 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ρυθμίζονται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών γενικών διατάξεων, οι ώρες εργασίας και οι ημέρες ανάπαυσης του προσωπικού ΟΣΕ, η διάρκεια των διακοπών ή διαλειμμάτων και το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέχρι το οποίο μπορεί να φθάνει η διακεκομμένη ή ημερήσια εργασία καθώς και η διάρκεια της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας, οι ώρες εργασίας του προσωπικού κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας κανονικής εργασίας ορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργών Μεταφορών και Συγκοινωνιών και Εργασίας, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΣΕ, οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα παρακάτω όρια: α) για το προσωπικό των κλάδων Εσωτερικής Υπηρεσίας, αυτές που κάθε φορά καθορίζονται για τους υπαλλήλους των Δημοσίων Υπηρεσιών, β) για το προσωπικό των κλάδων της Εξωτερικής Υπηρεσίας, αυτές που κάθε φορά καθορίζονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (δηλαδή 40 ώρες). Η ώρα έναρξης της εργασίας (πρόγραμμα εργασίας) του προσωπικού μέσα στο 24ωρο της κάθε ημέρας καθορίζεται κάθε φορά ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και πάντοτε μέσα στην κατά περίπτωση οριζόμενη από το άρθρο 5 του Κανονισμού διάρκεια της εργασίας κατά εβδομάδα. Η έναρξη και λήξη της ημερήσιας εργασίας μπορεί και να μη συμπίπτει με το ημερολογιακό 24ωρο. Η εργασία που ορίζεται στο πρόγραμμα δεν μεταβάλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7, νυχτερινή εργασία είναι αυτή που παρέχεται από τις 22.00, μέχρι τις 6.00 της επόμενης ημέρας. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης ή ιδιαίτερων συνθηκών, το προσωπικό πρέπει να εναλλάσσεται κατά την παροχή νυχτερινής εργασίας, η δε εναλλαγή πρέπει να πραγματοποιείται το πολύ κάθε 10 ημέρες συνεχούς νυχτερινής εργασίας. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 9, 10, 13, 14 του ιδίου ως άνω Κανονισμού, όπως το τρίτο τούτων αντικαταστάθηκε με την από 19-6-¬2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του Προσωπικού ΟΣΕ για το έτος 2002, ορίζεται ότι η μέγιστη ημερήσια εργασία του προσωπικού ανέρχεται στην κανονική ημερήσια εργασία προσαυξημένη κατά δυο ώρες και ο χρόνος της διορίας σε 4 πλέον της κανονικής ημερήσιας εργασίας, δηλαδή σε 12 ώρες, ενώ η διακοπή πρέπει να είναι το λιγότερο στη μεν έδρα 12 ώρες, εκτός δε έδρας 8 ώρες. Σε περιπτώσεις καθυστερήσεως ή άλλων έκτακτων συμβάντων επιτρέπεται μείωση μόνο στην έδρα και μέχρι 8 ώρες, με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό δεν έχει εργασθεί συνέχεια περισσότερο από 16 ώρες και με τη διάταξη του άρθρου 17 ορίζεται ότι επιτρέπεται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής υπέρβαση των ορίων εργασίας, της διορίας, της διακοπή κλπ στις ακόλουθες περιπτώσεις, αλλά η πρόσθετη εργασία ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού: α) σε περίπτωση συγκρούσεων, εκτροχιάσεων, πλημμυρών και γενικά διακοπών συγκοινωνίας, β) σε περιπτώσεις καθυστερήσεως αμαξοστοιχίας, το προσωπικό που έχει σχέση με την κίνηση, την εξασφάλιση της κυκλοφορίας και την υποδοχή στους σταθμούς, μηχανοστάσια κλπ είναι υποχρεωμένο εφόσον δεν γίνεται αντικατάσταση του, να εξακολουθήσει την εργασία που του έχει ανατεθεί ακόμα και αν υπερβεί τα όρια εργασίας, διορίας κλπ. Κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις καθυστέρησης αμαξοστοιχίας και μόνο, το προσωπικό που έχει σχέση με την κίνηση (βοηθοί μηχανοδηγοί, μηχανοδηγοί, τροχοπεδητές, συνοδοί αμαξοστοιχιών), μπορεί να δηλώσει υπερκόπωση στον πρώτο σταθμό που υπάρχει μηχανοστάσιο ή γραφείο προσωπικού αμαξοστοιχιών κατά περίπτωση, γ) σε περιπτώσεις κωλύματος ή καθυστέρησης του προσωπικού αλλαγής και εφόσον δεν υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα αντικατάστασης το προσωπικό που πρόκειται να αντικατασταθεί υποχρεώνεται σε υπέρβαση των ορίων εργασίας, διορίας κλπ και δ) σε περιπτώσεις εξαιρετικής συσσωρεύσεως εργασίας, εξαιρετικά επείγουσες ανάγκες εξυπηρέτησης του κοινού, αναπλήρωση των ωρών που χάθηκαν από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες για τις εκτελούμενες στο ύπαιθρο εργασίες της σιδηροδρομικής γραμμής, εκτέλεσης προπαρασκευαστικών ή συμπληρωματικών εργασιών, οι οποίες λόγω του είδους της έξω από το καθορισμένο για την κύρια εργασία χρονικό όριο ημερήσιας εργασίας, το κατά περίπτωση προσωπικό είναι υποχρεωμένο να παρέχει εργασία μέχρις ότου εξομαλυνθεί η κατάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, τηρούνται οι σχετικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης εργασίας, που έχει κυρωθεί με το ν. 2269/1920. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένσταση, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νομική ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως. Στην κρινόμενη υπόθεση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρίζονταν, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, ότι έχουν προσληφθεί, άπαντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που αναφέρουν στο δικόγραφο τους και ανήκουν στο μόνιμο τακτικό προσωπικό του εναγόμενου Οργανισμού, οι 10ς έως 103ος και 272ος έως 277ος στο προσωπικό έλξης οι δε 104ος έως 2710ς στο προσωπικό κίνησης, απασχολούμενοι τόσο στις εμπορικές όσο και στις επιβατικές αμαξοστοιχίες, με έδρα την Θεσσαλονίκη. Ότι ο εναγόμενος εργοδότης Οργανισμός κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, διαμορφώνει τα τελευταία, κατά παράβαση του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, προφασιζόμενος δε υπηρεσιακές ανάγκες, μεταβάλλει και τροποποιεί τα εν λόγω προγράμματα και καθορίζει τα δρομολόγια τα οποία κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, προφασιζόμενος υπηρεσιακές ανάγκες, μεταβάλλει και τροποποιεί τα ως άνω προγράμματα και καθορίζει τα δρομολόγια, τα οποία οφείλει να πραγματοποιήσει καθένας των εναγόντων καθώς και τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησής του, κατά τρόπο αντίθετο προς τον Κανονισμό, κατά παράβαση του νομίμου ωραρίου τους, πέραν του οκταώρου καθημερινά και να αναλαμβάνουν υπηρεσία εντός του ίδιου εικοσιτετραώρου, χωρίς να παρεμβάλλεται το 12ωρο της ανάπαυσής τους, μεταξύ των πραγματοποιουμένων δύο δρομολογίων, με αποτέλεσμα η τροποποίηση του προγράμματος και η διαμόρφωση των δρομολογίων να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους. Κατόπιν αυτών, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί δικαστικώς ως παράνομη, υπαίτια και αυθαίρετη η κατά παράβαση του ως άνω Κανονισμού άρνηση του εναγομένου να τους χορηγήσει 12ωρη ανάπαυση μεταξύ των πραγματοποιούμενων υπ' αυτών δρομολογίων, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη από την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους. Στο δικόγραφο της αγωγής, αναφέρονται εκτός των άλλων και συγκεκριμένες ημερομηνίες, που έλαβαν χώρα, οι παρά τον κανονισμό τροποποιήσεις του προγράμματος εργασίας για καθένα των εναγόντων, πλην των αναφερομένων στο δικόγραφο, υπό στοιχεία 8, 11-24, 40, 41, 51, 56, 58, 71- 74, 90, 97, 98, 104-109, 111-113, 115-118, 120-121, 124-125, 127-129,131, 134,136-138, 140, 142, 144,147-150, 152-161, 163,164, 166, 168-171, 173, 178-181, 183-187,193-195, 197, 198, 201-237, 239-250, 251, 252, 255, 256, 258-271, 273, 275. Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, για τους λοιπούς ενάγοντες, πλην των τελευταίων πιο πάνω αναφερομένων, προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για τη θεμελίωση των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων αυτών, από την μεταβολή των όρων της εργασίας τους που περιγράφηκε. Ειδικότερα, τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αρκούν για τη γένεση των ασκουμένων με την αγωγή δικαιωμάτων, που πηγάζουν από την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας τους, αφού από τα περιστατικά αυτά συντρέχει η προβαλλόμενη παραβίαση του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού του αναιρεσείοντος, αλλά και η καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, η οποία συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσίβλητων. Για την πληρότητα του δικογράφου, όσον αφορά τους ενάγοντες αυτούς, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται: 1) ότι η παραβίαση του χρόνου αναπαύσεώς τους, αφορούσε τα εντός έδρας δρομολόγια, αφού η αναφορά της παραβίασης του 12ώρου, σηματοδοτεί μόνο τα δρομολόγια αυτά και 2) ότι δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 17 του κανονισμού του αναιρεσείοντος, για την τροποποίηση αυτή, αφού τούτο αποτελεί καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό προβαλλόμενο σε κάθε περίπτωση από τον εναγόμενο εργοδότη προς απαλλαγή του. Επομένως, για όσους από τους ενάγοντες, αναφέρονταν συγκεκριμένα περιστατικά παραβιάσεως, η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, και το Εφετείο που έκρινε αυτήν ορισμένη δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Όσον αφορά, όμως τους αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στο αναιρετήριο υπό στοιχεία 8 , 11-24, 40, 41, 51, 56, 58, 71,- 74, 90, 97, 98, 104-109, 111-113, 115-118, 120-121, 124-125, 127-129,131,134,136-138, 140, 142, 144,147-150, 152-161, 163,164, 166, 168-171, 173, 178-181, 183-187,193-195, 197,198, 201-237, 239-250, 251, 252, 255, 256, 258-271, 273, και 275 , για τους οποίους δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά τροποποίησης του προγράμματος εργασίας τους, η αγωγή ήταν αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί. Το Εφετείο λοιπόν παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, για τους άνω εναγόμενους-αναιρεσίβλητους. Πρέπει λοιπόν, ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτός και να αναιρεθεί η .προσβαλλόμενη απόφαση για τους αναιρεσίβλητους αυτούς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4052/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε η ένδικη αγωγή, για τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι αόριστη. Επομένως, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και αφού δικασθεί στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η αγωγή για τους εν λόγω ενάγοντες- αναιρεσίβλητους, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
2. Όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους σημειώνονται τα εξής: Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Τέλος, κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση τα ων από τους διαδίκους, μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών (αναιρεσείων), Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος αποτελεί δημοσία επιχείρηση κατά την έννοια του Ν. 2414/1996, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος υπό την μορφή ανωνύμου εταιρείας και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο και ανήκει εξ ολοκλήρου. Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι), προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, (κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη ημερομηνίες) και ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου-αναιρεσείοντος οργανισμού. Ειδικότερα οι 1ος έως 103ος και 272ος έως 277ος απασχολούνται στο προσωπικό έλξης, ως μηχανοδηγοί, βοηθοί μηχανοδηγών και μηχανοστασιάρχες, οι δε 104ος έως 271ος απασχολούνται στο προσωπικό κίνησης, ως ελεγκτές, προϊστάμενοι και συνοδηγοί αμαξοστοιχιών, τόσο σε εμπορικές όσο και σε επιβατικές αμαξοστοιχίες. Η εργασία τους παρέχεται με βάση προγράμματα (κυκλώματα) εργασίας, τα οποία προτείνονται από την εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη αρμοδία υπηρεσία του εναγομένου Οργανισμού και στην συνέχεια αποστέλλονται στην εδρεύουσα στην Αθήνα Διεύθυνση Μηχανοστασίου, στην οποία ανήκει μεταξύ των άλλων και η αρμοδιότητα σύνταξης, κατόπιν προτάσεων των Υπηρεσιών Μηχανοστασίων, των προγραμμάτων (κυκλωμάτων) τροχαίου υλικού και προσωπικού έλξης και η παρακολούθηση της χρησιμοποίησης του. Στη σύνταξη των ως άνω προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, τα οποία καλύπτουν το οικείο προσωπικό του εναγομένου όλης της χώρας, συμμετέχουν και εκπρόσωποι των εργαζομένων εκάστου κλάδου και ειδικότερα η Πανελλήνια Ένωση προσωπικού Έλξης για το προσωπικό έλξης και η Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Αμαξοστοιχιών, για το προσωπικό των αμαξοστοιχιών. Παρά την ύπαρξη όμως τόσο του ως άνω Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του προσωπικού του εναγομένου, που προβλέπει για τους απασχολούμενους στους άνω κλάδους πενθήμερη και 40ωρη εργασία εβδομαδιαίως και των ως άνω προγραμμάτων (κυκλωμάτων) εργασίας, τα οποία μπορούν να μεταβληθούν μόνον στις προβλεπόμενες από το άρθρο 17 του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) περιπτώσεις, ο εναγόμενος Οργανισμός, επικαλούμενος υπηρεσιακές ανάγκες, προβαίνει συστηματικά στην τροποποίηση των προγραμμάτων εργασίας, με συνέπεια αφενός να υποχρεούνται οι ενάγοντες να επικοινωνούν τηλεφωνικώς καθημερινά και ειδικότερα μετά τις 16.00 με την υπηρεσία τους, προκειμένου να ενημερωθούν για τον ακριβή χρόνο απασχόλησής του της επομένης ημέρας και αφετέρου αναγκάζονται, με βάση τις τροποποιήσεις αυτές, να απασχολούνται κατά παράβαση του νομίμου ωραρίου τους πέραν του δωδεκαώρου καθημερινά και να αναλαμβάνουν έτσι υπηρεσία δύο φορές εντός του ιδίου 24ώρου, στερούμενοι με τον τρόπο αυτό της, από τον ως άνω Κανονισμό Εργασίας τους, προβλεπομένης 12ώρου αναπαύσεως μεταξύ των πραγματοποιούμενων απ' αυτούς δύο δρομολογίων. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις των εκ των εναγόντων μηχανοδηγών Κ. Κ. κλπ, οι οποίοι κατόπιν μονομερούς εκ μέρους του εναγομένου τροποποίησης του γνωστοποιηθέντος σ' αυτούς προγράμματος εργασίας, υποχρεώθηκαν να εργασθούν δυο φορές εντός του ιδίου 24ώρου χωρίς να μεσολαβήσει δωδεκάωρη ανάπαυση μεταξύ των πραγματοποιηθέντων υπ' αυτών δύο δρομολογίων. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου Οργανισμού ότι στην προεκτεθείσα συστηματική μεταβολή του προγράμματος εργασίας των εργαζομένων υποχρεώθηκε να προβεί λόγω της συνδρομής εξαιρετικών περιπτώσεων, που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 17 και εντεύθεν συγχωρείται τέτοιου είδους τροποποίηση, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι μεταβολές αυτές οφείλονται στη δραστική μείωση του προσωπικού του εναγομένου, σε συνδυασμό με την αύξηση των δρομολογίων και τη μείωση του χρόνου πραγματοποίησης τους. Η απρογραμμάτιστη και καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόληση των εναγόντων αποστερεί από αυτούς τον απαραίτητο χρόνο ανάπαυσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του οργανισμού τους και η εκ νέου ανάληψη υπηρεσίας, για την εκτέλεση της οποίας, λόγω της αυξημένης ευθύνης απέναντι στο επιβατηγό κοινό, απαιτείται πολύ καλή όραση, προσοχή και ευεξία, στοιχεία που ενδέχεται να ελλείψουν, αν καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας τους δεν έχουν σταθερό χρόνο ύπνου, φαγητού και ανάπαυσης. Η έλλειψη ύπνου, ειδικότερα, είναι δυνατό να προκαλέσει έλλειψη συγκέντρωσης, μειωμένη ικανότητα κρίσης, καθυστερημένη αντίληψη και καθυστερημένο χρόνο αντίδρασης. Αποδείχθηκε επίσης ότι η συστηματική και σχεδόν καθημερινή τροποποίηση των προγραμμάτων εργασίας των εναγόντων, που δημιουργεί σε αυτούς την υποχρέωση να επικοινωνούν κάθε απόγευμα με την υπηρεσία τους, προκειμένου να ενημερωθούν για την ώρα ενάρξεως εργασία τους την επόμενη ημέρα, παρεμποδίζει αυτούς να προγραμματίσουν και να αξιοποιήσουν τον ελεύθερο χρόνο τους, με συνέπεια τη διατάραξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής". Στη συνέχεια κατέληξε το Εφετείο ότι υπήρξε, συστηματική παραβίαση του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Αναπαύσεως του Προσωπικού (ΚΩΕΑΠ) από τον εναγόμενο, κατά τρόπο που η τροποποίηση του προγράμματος εργασίας συνεπάγεται τη μείωση της 12ωρης ανάπαυσης μεταξύ των δρομολογίων, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, η οποία προκαλεί σε αυτούς ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, από τον υποβιβασμό της επαγγελματικής τους θέσης και αξίας και τη διατάραξη της προσωπικής τους ζωής. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, έκρινε βάσιμη εν μέρει την αγωγή, καθώς και ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί σε κάθε ενάγοντα προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης είναι εκείνο των 1500 ευρώ σε κάθε ενάγοντα για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και απέρριψε την από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη "συστηματική" εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραβίασης των εχόντων ισχύ νόμου, διατάξεων του κανονισμού εργασίας του προσωπικού του. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται για καθένα των εναγόντων, πότε και πως έλαβε χώρα η τροποποίηση του προγράμματος εργασίας του και τα δρομολόγια που εκτέλεσε, έτσι ώστε να υφίσταται ασάφεια όσον αφορά την "συστηματική" παραβίαση των δικαιωμάτων ων εναγόντων και συνακόλουθα ότι αυτή είναι βλαπτική. Ακόμη δεν διευκρινίζεται αν η εν λόγω βλαπτική μεταβολή συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του αναιρεσείοντος και υπό ποία έννοια, ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα των αναιρεσίβλητων για αποζημίωση, ενόψει ότι αυτή και μόνη η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου, δεν αποτελεί αδικοπραξία. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί, οι συναφείς 2ος, 3ος και 4ος, αληθώς μόνο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους των οποίων η αγωγή δεν είναι αόριστη, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ενόψει αυτών, η υπόθεση, όσον αφορά τους τελευταίους πιο πάνω αναιρεσίβλητους, πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσίβλητων, που μετείχαν παραδεκτώς στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Διατάσσει ο χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον, εκ των αναιρεσιβλήτων, Ν.. του Γ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για τον αναιρεσίβλητο αυτόν.
Αναιρεί την υπ' αρ. 4629/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Α). Κρατεί και δικάζει, την από 29-3-2012 (αρ. κατ. 2947/2012) έφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΙΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους: 1. Ν. Σ. του Α., έως και 158. Β. Τ. του Α.. Δέχεται κατ' ουσία την έφεση, για τους πιο πάνω εφεσίβλητους-αναιρεσίβλητους. Εξαφανίζει την υπ' αρ. 328/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την από 4-12-2006 (αρ. κατ. 210355/5758/2006), ως προς τους πιο πάνω αναφερόμενους εφεσίβλητους- ενάγοντες.
Επιβάλλει στους πιο πάνω αναιρεσίβλητους-εφεσίβλητους-ενάγοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Β) Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην του Α. Ν., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Επιβάλλει στους τελευταίους πιο πάνω αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.