Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1755/2015: Η ΜΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΦΡΟΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ. ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ



Οι Ειδικοί Φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, τελούν υπό διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς και, ιδίως, χωρίς δυνατότητα εξελίξεως στην ιεραρχία, σε σχέση με το αστυνομικό προσωπικό, ασκούν δε καθήκοντα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ειδικότερα και μερικότερα σε σχέση με την γενική αστυνομική αρμοδιότητα, η οποία έχει ανατεθεί στο αστυνομικό προσωπικό. Πρόκειται, επομένως, περί διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες μπορεί να τύχουν, για τους ανωτέρω λόγους, διαφορετικής μεταχειρίσεως από τον νομοθέτη, καθόσον αφορά ειδικότερα την χορήγηση του ενδίκου επιδόματος [επιχειρησιακής ετοιμότητας], χωρίς τούτο να συνεπάγεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (ΣτΕ 4494/2014). 


Αριθμός 1755/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αραβαντινός, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 28 Αυγούστου 2014 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των: 1) ... και 75) ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 17955/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Π. Χαλιούλια.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 17955/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε τελικώς η υποχρέωσή του να καταβάλει νομιμοτόκως στους αναιρεσιβλήτους, Ειδικούς Φρουρούς της Ελληνικής Αστυνομίας, ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 1.054,08 και 1.302,96 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών λόγω μη καταβολής του προβλεπόμενου από το άρθρο 31 παρ. 4 του ν. 2768/1999 επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, για νυκτερινή υπηρεσία, για χρονικό διάστημα αναγόμενο στο έτος 2001.
2. Επειδή, νομίμως συζητείται η κρινόμενη αίτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 21 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από σχετική έκθεση επιδόσεως που συνετάγη την 30.1.2015, αντίγραφα της αιτήσεως και της από 11.12.2014 πράξεως του Προέδρου του Τμήματος, περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου της υποθέσεως, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
3. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999 (Α΄ 161) συνεστήθησαν στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως οργανικές θέσεις Ειδικών Φρουρών επί θητεία, ενώ με τις υπόλοιπες διατάξεις του εν λόγω άρθρου, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179), προβλέφθηκαν τα εξής: «1. … 2. Οι Ειδικοί Φρουροί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, το οποίο προσλαμβάνεται με σχέση δημοσίου δικαίου επί πενταετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι και τη συμπλήρωση 35ετούς υπηρεσίας και σε κάθε περίπτωση μέχρι του 55ου έτους της ηλικίας τους. 3. Το εν λόγω προσωπικό διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτό οι διατάξεις για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους … 4. Οι ειδικοί φρουροί εκτελούν καθήκοντα φύλαξης ευπαθών στόχων αστυνομικού ενδιαφέροντος ιδίως κτιρίων και εγκαταστάσεων, δημοσίων υπηρεσιών, δικαστικών αρχών, οργανισμών κοινής ωφέλειας, διπλωματικών αντιπροσωπειών, κατοικιών κυβερνητικών αξιωματούχων και υπηρεσίες περιπολιών. Επίσης, δύναται να διατίθενται για τη στελέχωση Ειδικών Αστυνομικών Υπηρεσιών ή τη συγκρότηση ειδικών μονάδων και μεταβατικών αποσπασμάτων προς αντιμετώπιση ιδιαίτερων μορφών εγκληματικότητας και αναζήτησης διωκομένων ή εξαφανισθέντων προσώπων. Κατά την άσκηση των ανατιθέμενων σε αυτούς καθηκόντων έχουν τις ίδιες εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις με το αστυνομικό προσωπικό, πλην αυτών που αναφέρονται στη βεβαίωση ποινικών παραβάσεων και στην άσκηση προανακριτικών καθηκόντων. 5. … 6. Κριτήρια πρόσληψης αποτελούν ο γενικός βαθμός απολυτηρίου Λυκείου, η γνώση ξένης γλώσσας και η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά προτίμηση ως εφέδρων αξιωματικών ή σε ειδικές δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή ως εθελοντών πενταετούς υποχρέωσης … 7. … 8. Οι προσλαμβανόμενοι Ειδικοί Φρουροί υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση για διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών … 9. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους οι Ειδικοί Φρουροί εκτελούν καθήκοντα φρούρησης στόχων σε οποιαδήποτε υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτούς οι διατάξεις περί εντοπιότητας των αστυνομικών. Μετάταξη των Ειδικών Φρουρών σε άλλη κατηγορία προσωπικού ή ανάθεση σε αυτούς άλλων καθηκόντων απαγορεύεται. 10. Για τα θέματα των Ειδικών Φρουρών που αφορούν τη στολή και τον οπλισμό που θα φέρουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, το χρόνο εργασίας, το πειθαρχικό δίκαιο, τον εφοδιασμό τους με ειδικό δελτίο ταυτότητας και την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, τις αποδοχές τους γενικά, την ασφαλιστική κάλυψη και τα συναφή δικαιώματά τους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν. 2622/1998 … Για τα λοιπά θέματα, που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις που αφορούν τους αστυφύλακες». Σύμφωνα δε με τις εν λόγω διατάξεις του ν. 2622/1998 (Α΄ 138), περί συστάσεως Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης, στις οποίες παραπέμπει η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999, οι Συνοριακοί Φύλακες «υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση» (άρθρο 4 παρ. 1), «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους φέρουν στολή και κατάλληλο οπλισμό» (άρθρο 4 παρ. 3), για το χρόνο εργασίας τους και τις άδειες «εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για το αστυνομικό προσωπικό» (άρθρο 4 παρ. 4, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 78 παρ. 2 του ν. 2910/2001, Α΄ 91), «υπόκεινται στις πειθαρχικές διατάξεις που διέπουν τους αστυφύλακες, με τη διαφοροποίηση ότι αντί των ποινών της αργίας με απόλυση ή απόταξης … επιβάλλεται η ποινή της απόλυσης» (άρθρο 4 παρ. 5), «δεν προάγονται βαθμολογικά» (άρθρο 4 παρ. 7), ενώ «λαμβάνουν τις αποδοχές και αποζημιώσεις του αστυφύλακα που έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις», κατά την διάρκεια δε της βασικής τους εκπαιδεύσεως «λαμβάνουν τις αποδοχές του δόκιμου αστυφύλακα» (άρθρο 5 παρ. 1). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2800/2000 (Α΄ 41), περί αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και συστάσεως Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ., προβλέπεται ότι η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, πλην των χώρων αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος (άρθρα 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδάφιο α΄), έχει ως αποστολή της «την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών» και «την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης» (άρθρο 8 παρ. 1 περ. α΄ και β΄), επιπλέον δε, «συμμετέχει στην αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που προκύπτει από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου, σε συνεργασία με τις συναρμόδιες αρχές και Υπηρεσίες, καθώς και στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας, σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις» (άρθρο 8 παρ. 2), ότι το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. διακρίνεται στις κατηγορίες του Αστυνομικού Προσωπικού, του Πολιτικού προσωπικού, των Συνοριακών Φυλάκων και των Ειδικών Φρουρών (άρθρο 18 παρ. 1), ότι το αστυνομικό προσωπικό «έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς του κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους» (άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο γ΄), ότι: «Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους» (άρθρο 9 παρ. 2) και ότι: «Το προσωπικό του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα» (άρθρο 9 παρ. 3). Επίσης, με το π.δ. 394/2001 (Α΄ 274), περί του χρόνου εργασίας του προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ., που εξεδόθη δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ως νυκτερινή απασχόληση νοείται κάθε υπηρεσία που εκτελείται από δεκάτης νυκτερινής μέχρις έκτης πρωϊνής (άρθρο 2 παρ. 3). Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999 (Α΄ 273) θεσπίσθηκε η χορήγηση επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, μεταξύ άλλων, στα μόνιμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, για τις ώρες νυκτερινής απασχόλησης, ορίσθηκε δε ότι οι όροι, οι προϋποθέσεις καταβολής και ο αριθμός των δικαιούχων του εν λόγω επιδόματος θα καθορισθούν με υπουργική απόφαση. Κατ’ επίκληση δε της εν λόγω εξουσιοδοτικής διατάξεως, εξεδόθη η 2/16661/0022/6.3.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως (Β΄ 272), με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 της οποίας προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το αστυνομικό προσωπικό λαμβάνει για κάθε ώρα νυκτερινής απασχόλησης, από δεκάτης νυκτερινής μέχρις έκτης πρωϊνής, το ποσό των 625 δραχμών, για αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Τέλος, με την 2/47211/0022/30.9.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως (Β΄ 1347), μεταγενέστερη του εν προκειμένω κρισίμου χρόνου, προβλέφθηκε η χορήγηση του ενδίκου επιδόματος από 1.1.2002 και στους Ειδικούς Φρουρούς της ΕΛ.ΑΣ.
4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό, κατά παραδοχή αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ότι, ενόψει της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησης και αμοιβής του αστυνομικού προσωπικού και των Ειδικών Φρουρών της ΕΛ.ΑΣ., ο αποκλεισμός των τελευταίων, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999, από της χορηγήσεως του ενδίκου επιδόματος, το οποίο, με την εν λόγω διάταξη, προβλέφθηκε να λαμβάνουν μόνον τα «μόνιμα στελέχη» της ΕΛ.ΑΣ., οσάκις εκτελούν νυκτερινή υπηρεσία, ενώ και οι Ειδικοί Φρουροί, που προσλαμβάνονται επί θητεία, εκτελούν επίσης υπηρεσία κατά την νύκτα, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Κρίθηκε δε, περαιτέρω, ότι προς άρση της εν λόγω αντισυνταγματικότητας απαιτείται η επέκταση της εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής και στους Ειδικούς Φρουρούς. Προβάλλεται ότι η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη και ότι το εν λόγω ζήτημα, της αντιθέσεως ή μη της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 4 του ν. 2768/1999 προς την συνταγματική αρχή της ισότητας, δεν είχε κριθεί με προηγούμενη οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος προβάλλεται κατ’ επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που παρετέθησαν ανωτέρω, οι Ειδικοί Φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, τελούν υπό διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς και, ιδίως, χωρίς δυνατότητα εξελίξεως στην ιεραρχία, σε σχέση με το αστυνομικό προσωπικό, ασκούν δε καθήκοντα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ειδικότερα και μερικότερα σε σχέση με την γενική αστυνομική αρμοδιότητα, η οποία έχει ανατεθεί στο αστυνομικό προσωπικό. Πρόκειται, επομένως, περί διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες μπορεί να τύχουν, για τους ανωτέρω λόγους, διαφορετικής μεταχειρίσεως από τον νομοθέτη, καθόσον αφορά ειδικότερα την χορήγηση του ενδίκου επιδόματος, χωρίς τούτο να συνεπάγεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (ΣτΕ 4494/2014). Συνεπώς, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999 δεν αντίκειται, κατά τούτο, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως εσφαλμένως κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να κρατηθεί, να εκδικασθεί η έφεση του Δημοσίου κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να γίνει δεκτή, να εξαφανισθεί η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί, τελικώς, η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στο σύνολό της, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. 

Δ ι ά   τ α ύ τ α 

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την 17955/2013 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους, συμμέτρως, την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση, εκδικάζει την έφεση του Δημοσίου κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και την δέχεται.
Εξαφανίζει την ως άνω πρωτόδικη απόφαση.
Δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την ασκηθείσα αγωγή.
Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2015
 Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος  Ο Γραμματέας
 
 
 Μ. Καραμανώφ  Δ. Λαγός
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 2015.
 Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος  Η Γραμματέας
 
 
 Μ. Καραμανώφ  Δ. Κατσάνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1755/2015: Η ΜΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΦΡΟΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ. ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ



Οι Ειδικοί Φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, τελούν υπό διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς και, ιδίως, χωρίς δυνατότητα εξελίξεως στην ιεραρχία, σε σχέση με το αστυνομικό προσωπικό, ασκούν δε καθήκοντα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ειδικότερα και μερικότερα σε σχέση με την γενική αστυνομική αρμοδιότητα, η οποία έχει ανατεθεί στο αστυνομικό προσωπικό. Πρόκειται, επομένως, περί διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες μπορεί να τύχουν, για τους ανωτέρω λόγους, διαφορετικής μεταχειρίσεως από τον νομοθέτη, καθόσον αφορά ειδικότερα την χορήγηση του ενδίκου επιδόματος [επιχειρησιακής ετοιμότητας], χωρίς τούτο να συνεπάγεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (ΣτΕ 4494/2014). 


Αριθμός 1755/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αραβαντινός, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 28 Αυγούστου 2014 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των: 1) ... και 75) ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 17955/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Π. Χαλιούλια.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 17955/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε τελικώς η υποχρέωσή του να καταβάλει νομιμοτόκως στους αναιρεσιβλήτους, Ειδικούς Φρουρούς της Ελληνικής Αστυνομίας, ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 1.054,08 και 1.302,96 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών λόγω μη καταβολής του προβλεπόμενου από το άρθρο 31 παρ. 4 του ν. 2768/1999 επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, για νυκτερινή υπηρεσία, για χρονικό διάστημα αναγόμενο στο έτος 2001.
2. Επειδή, νομίμως συζητείται η κρινόμενη αίτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 21 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από σχετική έκθεση επιδόσεως που συνετάγη την 30.1.2015, αντίγραφα της αιτήσεως και της από 11.12.2014 πράξεως του Προέδρου του Τμήματος, περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου της υποθέσεως, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
3. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999 (Α΄ 161) συνεστήθησαν στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως οργανικές θέσεις Ειδικών Φρουρών επί θητεία, ενώ με τις υπόλοιπες διατάξεις του εν λόγω άρθρου, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179), προβλέφθηκαν τα εξής: «1. … 2. Οι Ειδικοί Φρουροί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, το οποίο προσλαμβάνεται με σχέση δημοσίου δικαίου επί πενταετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι και τη συμπλήρωση 35ετούς υπηρεσίας και σε κάθε περίπτωση μέχρι του 55ου έτους της ηλικίας τους. 3. Το εν λόγω προσωπικό διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτό οι διατάξεις για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους … 4. Οι ειδικοί φρουροί εκτελούν καθήκοντα φύλαξης ευπαθών στόχων αστυνομικού ενδιαφέροντος ιδίως κτιρίων και εγκαταστάσεων, δημοσίων υπηρεσιών, δικαστικών αρχών, οργανισμών κοινής ωφέλειας, διπλωματικών αντιπροσωπειών, κατοικιών κυβερνητικών αξιωματούχων και υπηρεσίες περιπολιών. Επίσης, δύναται να διατίθενται για τη στελέχωση Ειδικών Αστυνομικών Υπηρεσιών ή τη συγκρότηση ειδικών μονάδων και μεταβατικών αποσπασμάτων προς αντιμετώπιση ιδιαίτερων μορφών εγκληματικότητας και αναζήτησης διωκομένων ή εξαφανισθέντων προσώπων. Κατά την άσκηση των ανατιθέμενων σε αυτούς καθηκόντων έχουν τις ίδιες εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις με το αστυνομικό προσωπικό, πλην αυτών που αναφέρονται στη βεβαίωση ποινικών παραβάσεων και στην άσκηση προανακριτικών καθηκόντων. 5. … 6. Κριτήρια πρόσληψης αποτελούν ο γενικός βαθμός απολυτηρίου Λυκείου, η γνώση ξένης γλώσσας και η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά προτίμηση ως εφέδρων αξιωματικών ή σε ειδικές δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή ως εθελοντών πενταετούς υποχρέωσης … 7. … 8. Οι προσλαμβανόμενοι Ειδικοί Φρουροί υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση για διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών … 9. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους οι Ειδικοί Φρουροί εκτελούν καθήκοντα φρούρησης στόχων σε οποιαδήποτε υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτούς οι διατάξεις περί εντοπιότητας των αστυνομικών. Μετάταξη των Ειδικών Φρουρών σε άλλη κατηγορία προσωπικού ή ανάθεση σε αυτούς άλλων καθηκόντων απαγορεύεται. 10. Για τα θέματα των Ειδικών Φρουρών που αφορούν τη στολή και τον οπλισμό που θα φέρουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, το χρόνο εργασίας, το πειθαρχικό δίκαιο, τον εφοδιασμό τους με ειδικό δελτίο ταυτότητας και την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, τις αποδοχές τους γενικά, την ασφαλιστική κάλυψη και τα συναφή δικαιώματά τους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν. 2622/1998 … Για τα λοιπά θέματα, που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις που αφορούν τους αστυφύλακες». Σύμφωνα δε με τις εν λόγω διατάξεις του ν. 2622/1998 (Α΄ 138), περί συστάσεως Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης, στις οποίες παραπέμπει η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 2734/1999, οι Συνοριακοί Φύλακες «υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση» (άρθρο 4 παρ. 1), «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους φέρουν στολή και κατάλληλο οπλισμό» (άρθρο 4 παρ. 3), για το χρόνο εργασίας τους και τις άδειες «εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για το αστυνομικό προσωπικό» (άρθρο 4 παρ. 4, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 78 παρ. 2 του ν. 2910/2001, Α΄ 91), «υπόκεινται στις πειθαρχικές διατάξεις που διέπουν τους αστυφύλακες, με τη διαφοροποίηση ότι αντί των ποινών της αργίας με απόλυση ή απόταξης … επιβάλλεται η ποινή της απόλυσης» (άρθρο 4 παρ. 5), «δεν προάγονται βαθμολογικά» (άρθρο 4 παρ. 7), ενώ «λαμβάνουν τις αποδοχές και αποζημιώσεις του αστυφύλακα που έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις», κατά την διάρκεια δε της βασικής τους εκπαιδεύσεως «λαμβάνουν τις αποδοχές του δόκιμου αστυφύλακα» (άρθρο 5 παρ. 1). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2800/2000 (Α΄ 41), περί αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και συστάσεως Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ., προβλέπεται ότι η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, πλην των χώρων αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος (άρθρα 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδάφιο α΄), έχει ως αποστολή της «την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών» και «την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης» (άρθρο 8 παρ. 1 περ. α΄ και β΄), επιπλέον δε, «συμμετέχει στην αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που προκύπτει από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου, σε συνεργασία με τις συναρμόδιες αρχές και Υπηρεσίες, καθώς και στην εξασφάλιση της εθνικής άμυνας, σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις» (άρθρο 8 παρ. 2), ότι το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. διακρίνεται στις κατηγορίες του Αστυνομικού Προσωπικού, του Πολιτικού προσωπικού, των Συνοριακών Φυλάκων και των Ειδικών Φρουρών (άρθρο 18 παρ. 1), ότι το αστυνομικό προσωπικό «έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς του κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους» (άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο γ΄), ότι: «Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους» (άρθρο 9 παρ. 2) και ότι: «Το προσωπικό του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα» (άρθρο 9 παρ. 3). Επίσης, με το π.δ. 394/2001 (Α΄ 274), περί του χρόνου εργασίας του προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ., που εξεδόθη δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ως νυκτερινή απασχόληση νοείται κάθε υπηρεσία που εκτελείται από δεκάτης νυκτερινής μέχρις έκτης πρωϊνής (άρθρο 2 παρ. 3). Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999 (Α΄ 273) θεσπίσθηκε η χορήγηση επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, μεταξύ άλλων, στα μόνιμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, για τις ώρες νυκτερινής απασχόλησης, ορίσθηκε δε ότι οι όροι, οι προϋποθέσεις καταβολής και ο αριθμός των δικαιούχων του εν λόγω επιδόματος θα καθορισθούν με υπουργική απόφαση. Κατ’ επίκληση δε της εν λόγω εξουσιοδοτικής διατάξεως, εξεδόθη η 2/16661/0022/6.3.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως (Β΄ 272), με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 της οποίας προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το αστυνομικό προσωπικό λαμβάνει για κάθε ώρα νυκτερινής απασχόλησης, από δεκάτης νυκτερινής μέχρις έκτης πρωϊνής, το ποσό των 625 δραχμών, για αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Τέλος, με την 2/47211/0022/30.9.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως (Β΄ 1347), μεταγενέστερη του εν προκειμένω κρισίμου χρόνου, προβλέφθηκε η χορήγηση του ενδίκου επιδόματος από 1.1.2002 και στους Ειδικούς Φρουρούς της ΕΛ.ΑΣ.
4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό, κατά παραδοχή αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ότι, ενόψει της ομοιότητας των συνθηκών απασχόλησης και αμοιβής του αστυνομικού προσωπικού και των Ειδικών Φρουρών της ΕΛ.ΑΣ., ο αποκλεισμός των τελευταίων, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999, από της χορηγήσεως του ενδίκου επιδόματος, το οποίο, με την εν λόγω διάταξη, προβλέφθηκε να λαμβάνουν μόνον τα «μόνιμα στελέχη» της ΕΛ.ΑΣ., οσάκις εκτελούν νυκτερινή υπηρεσία, ενώ και οι Ειδικοί Φρουροί, που προσλαμβάνονται επί θητεία, εκτελούν επίσης υπηρεσία κατά την νύκτα, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Κρίθηκε δε, περαιτέρω, ότι προς άρση της εν λόγω αντισυνταγματικότητας απαιτείται η επέκταση της εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής και στους Ειδικούς Φρουρούς. Προβάλλεται ότι η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη και ότι το εν λόγω ζήτημα, της αντιθέσεως ή μη της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 4 του ν. 2768/1999 προς την συνταγματική αρχή της ισότητας, δεν είχε κριθεί με προηγούμενη οριστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος προβάλλεται κατ’ επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που παρετέθησαν ανωτέρω, οι Ειδικοί Φρουροί της ΕΛ.ΑΣ. αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, τελούν υπό διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς και, ιδίως, χωρίς δυνατότητα εξελίξεως στην ιεραρχία, σε σχέση με το αστυνομικό προσωπικό, ασκούν δε καθήκοντα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ειδικότερα και μερικότερα σε σχέση με την γενική αστυνομική αρμοδιότητα, η οποία έχει ανατεθεί στο αστυνομικό προσωπικό. Πρόκειται, επομένως, περί διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες μπορεί να τύχουν, για τους ανωτέρω λόγους, διαφορετικής μεταχειρίσεως από τον νομοθέτη, καθόσον αφορά ειδικότερα την χορήγηση του ενδίκου επιδόματος, χωρίς τούτο να συνεπάγεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (ΣτΕ 4494/2014). Συνεπώς, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2768/1999 δεν αντίκειται, κατά τούτο, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως εσφαλμένως κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να κρατηθεί, να εκδικασθεί η έφεση του Δημοσίου κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να γίνει δεκτή, να εξαφανισθεί η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί, τελικώς, η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στο σύνολό της, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. 

Δ ι ά   τ α ύ τ α 

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την 17955/2013 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους, συμμέτρως, την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση, εκδικάζει την έφεση του Δημοσίου κατά της 4372/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και την δέχεται.
Εξαφανίζει την ως άνω πρωτόδικη απόφαση.
Δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την ασκηθείσα αγωγή.
Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2015
 Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος  Ο Γραμματέας
 
 
 Μ. Καραμανώφ  Δ. Λαγός
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 2015.
 Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος  Η Γραμματέας
 
 
 Μ. Καραμανώφ  Δ. Κατσάνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.