Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΕλΣυν 1753/2015 (Ολομ.): ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΚΡΟΑΣΗ



Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος θεσπίζεται υπέρ του διοικουμένου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στον διοικούμενο, πριν την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης και έχοντας γνώση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, να εκφράσει τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Το δικαίωμα αυτό, όταν πρόκειται για την έκδοση καταλογιστικής πράξης, αφορά στο υποκείμενο του καταλογισμού, ήτοι στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου πρόκειται να εκδοθεί η καταλογιστική πράξη και άμεσα και αυτοτελώς πλήττεται από αυτή. Περαιτέρω, η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για καταλογισμό υπαλλήλου διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απέκτησε περιουσιακό όφελος του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού η αίτηση ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού. Επομένως, εφόσον πρόκειται για εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο υπόθεσης - διαφοράς (βλ. και άρθ. 98 παρ. 1 περ. ζ΄ του Συντάγματος) δεν συντρέχει έδαφος εφαρμογής της συνταγματικής διάταξης περί προηγούμενης ακρόασης (πρβλ. Ολ.ΕΣ 2363/2011). 



Αριθμός 1753/2015 

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, ’ννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη (εισηγήτρια), Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα και Δημήτριος Τσακανίκας, Σύμβουλοι (οι Σύμβουλοι Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου απουσίασαν δικαιολογημένα). 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος. 

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

Για να δικάσει την από 21 Δεκεμβρίου 2011 (αριθμ. κατάθ. 218/2011), για αναίρεση της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του……, κατοίκου Ρόδου, ο οποίος εμφανίστηκε, χωρίς δικηγόρο, στο ακροατήριο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή του, 

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους … 

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του, ζήτησε να καταλογιστεί ο καθ’ ού και ήδη αναιρεσείων, πρώην Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, με το ποσό των 110.110 ευρώ, με την αιτιολογία ότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1990-1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση.
Με την 3045/2011 οριστική απόφαση του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αίτηση του Γενικού Επιτρόπου και καταλογίστηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν.2429/1996 και ήδη άρθρο 6 παρ. 1 του ν.3213/2003, με το ποσό των 11.083 ευρώ, διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1997 έως 1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση.
Με την αίτηση αναίρεσης που κρίνεται ζητείται η αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης του V Τμήματος για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με την παρουσία των δικαστών που έλαβαν μέρος στην συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου Μιχαήλ Ζυμή και Ευάγγελο Νταή και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Ελένη Λυκεσά και Κωνσταντίνα Ζώη, που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και το Σύμβουλο Δημήτριο Τσακανίκα, που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και 

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής : 

Ι. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου σειράς Α 2474955, 4893519 και 1199595), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά το βάσιμο των λόγων της, όπως οι λόγοι αυτοί αναπτύσσονται και στο από 5.12.2013 νόμιμα κατατεθέν στις 9.12.2013 υπόμνημα, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεση που τον αφορά (άρθρα 16, 27, 65 και 117 π.δ.1225/1981).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η 3045/2011 οριστική απόφαση του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αίτηση του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και καταλογίστηκε ο αναιρεσείων, πρώην Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, με το ποσό των 11.083 ευρώ, διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1997 έως 1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται: α) παράβαση νόμου, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο προβληθείς με το από 29.10.2007 υπόμνημα λόγος του τότε καθ' ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος ότι η από 27.12.2007 αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τον καταλογισμό του και η ΕΜΠ159/18.7.2005 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας αποτελούν καταλογιστικές πράξεις, πριν την έκδοση των οποίων αλλά και πριν την έκδοση του ΕΜΠ94/6.5.2005 εγγράφου της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, προπαρασκευαστικού εγγράφου που οδήγησε στην έκδοση της ως άνω αίτησης του Γενικού Επιτρόπου, έπρεπε να κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση, και β) παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, υπό την ειδικότερη αιτίαση της πλημμελούς αιτιολογίας της απόφασης, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο της ουσίας ι) εσφαλμένα συνυπολόγισε για τον προσδιορισμό της συνολικής δαπάνης κατασκευής διαφόρων κτισμάτων εντός του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 1997-1999 (ελεγχόμενη περίοδο) ποσά ύψους 1.569.523 δρχ., τα οποία όμως έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, να αφαιρεθούν εφόσον δαπανήθηκαν μετά τις 31.1.21999, ιι) δεν έλαβε υπόψη του κατά τον προσδιορισμό των εσόδων του αναιρεσείοντος κατά την ελεγχόμενη περίοδο όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών δεν παρατίθενται, και ιιι) δεν έλαβε υπόψη του το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος της προηγούμενης της διενέργειας του ελέγχου δεκαετίας, από το οποίο προκύπτει ότι το κόστος απόκτησης περιουσιακών στοιχείων από αυτόν κατά την ελεγχόμενη περίοδο 1997-1999 υπερκαλύπτεται από τα έσοδα των ετών 1985-1999.
III. Με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες διαδοχικών νόμων (ν.1738/1987, ν.2429/1996 και ν.3213/2003) καθορίστηκαν οι κατηγορίες των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, οι οποίοι υποχρεούνται σε ετήσια υποβολή δηλώσεων περί της περιουσιακής τους κατάστασης, ορίστηκε δε περαιτέρω ότι, αν κατά τον έλεγχο των οικείων δηλώσεων διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος απέκτησε «περιουσιακό όφελος» του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται» (άρθρο 29 παρ. 1 ν.2429/1996, άρθρο 6 παρ. 1 ν.3213/2003 και πλέον άρθρο 12 του νόμου αυτού όπως προστέθηκε με τις διατάξεις του ν.3849/2010) καταλογίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από σχετική αίτηση που κατατίθεται ενώπιόν του από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρα 26 παρ. 6 ν.2429/1996, άρθρα 3 παρ. 4 και 6 παρ. 3 ν.3213/2003 και πλέον άρθρο 12 του νόμου αυτού). Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.2343/1995 (ΦΕΚ Α΄ 211) συστάθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών υπηρεσία με τίτλο «Οικονομική Επιθεώρηση» κύρια αποστολή της οποίας είναι «α) (…) ... δ) ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, εκτός των Γενικών Διευθυντών», ενώ στις παραγράφους 19, 20 και 21 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι οι διατάξεις του ν.1783/1987 (ήδη ν. 3213/2003) «περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης» (παρ. 19) «εφαρμόζονται ανάλογα (…) και για τους παρακάτω υπαλλήλους τους Υπουργείου Οικονομικών (…) α) τους προϊσταμένους αυτοτελών οργανικών μονάδων και υπηρεσιών εφόσον έχουν σύμφωνα με το νόμο, αποφασιστικές αρμοδιότητες ή διαχειριστική εξουσία και β) τους κατέχοντες οργανική θέση αναπληρωτή προϊσταμένου των μονάδων και υπηρεσιών του προηγουμένου εδαφίου» (παρ. 20) οι οποίοι «υποβάλλουν τις σχετικές δηλώσεις στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών» και ότι «οι παραπάνω διευθύνσεις διαβιβάζουν τις δηλώσεις αυτές για έλεγχο στην αρμόδια υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης» (παρ. 21). Συναφώς, στο άρθρο 3 παρ. 13 του ιδίου ως άνω νόμου (ν.2343/1995) ορίζεται ότι : «Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 2 του παρόντος περί των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) εφαρμόζονται ανάλογα και για τους ελεγκτές των Δ.Ο.Υ. και των Ελεγκτικών Κέντρων ως και για τους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα ελεγκτή. Ο ελεγκτής υποβάλλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) στην υπηρεσία του. Η δήλωση αυτή ελέγχεται από την Οικονομική Επιθεώρηση» και στο άρθρο 4 παρ. 13 ότι «Οι διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 3 του παρόντος περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) ισχύουν ανάλογα και για το προσωπικό του Σ.Δ.Ο.Ε.». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ.211/1996 (ΦΕΚ 166 Α΄) ορίζεται ότι : «Στην αρμοδιότητα των Οικονομικών Επιθεωρήσεων υπάγεται : α) (…) ε) Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) των υπαλλήλων των Υπουργείων Οικονομικών εκτός των Γενικών Διευθυντών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.19 του άρθρου 2 του ν.2343/1995». Τέλος στο άρθρο 28 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (ν.2683/1999, ΦΕΚ 19 Α΄ - ήδη άρθρο 28 του ν.3528/2007, ΦΕΚ 26 Α΄) προβλέπεται ότι : «1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώσει εγγράφως κατά το διορισμό του την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου, συζύγου και παιδιών του, εφόσον συνοικούν μ’ αυτόν (…). 3. Αν η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογη προς τις αποδοχές και την εν γένει οικονομική του κατάσταση, η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ενεργήσει έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού». Η ως άνω υποχρέωση προβλεπόταν και από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 75 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ.611/1977, ΦΕΚ 198 Α΄) η οποία καταργήθηκε μεν από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 8 του ν.1400/1983 (ΦΕΚ 156 Α΄), πλην όμως η σχετική υποχρέωση δήλωσης της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου καθώς και κάθε μεταβολής αυτής, διατηρήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 18 του ως άνω νόμου (ΣτΕ 3642/2003).
ΙV. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που σκοπό έχουν τον περιορισμό της διαφθοράς στο δημόσιο εν γένει βίο και την πάταξη των αθέμιτων επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών από κρατικούς λειτουργούς, θεσπίστηκε και οργανώθηκε μια διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης αυτών, οι οποίοι, κατέχοντες κρίσιμες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, δύνανται επωφελούμενοι της ιδιότητάς τους να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτους αθέμιτο περιουσιακό όφελος. Για το λόγο αυτό επιβλήθηκε στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων η υποχρέωση για ετήσια υποβολή δήλωσης περί των κατεχομένων από τα πρόσωπα αυτά και από τα μέλη της οικογένειάς τους (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, ενώ περαιτέρω θεσπίστηκαν όργανα ελέγχου και επαλήθευσης των δηλώσεων αυτών. Σε περίπτωση δε που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν δύναται να δικαιολογηθεί η προέλευση περιουσιακού οφέλους που αποκτήθηκε από τον ελεγχόμενο ή τα μέλη της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στις εν λόγω κρίσιμες θέσεις, προβλέπονται εις βάρος του τελευταίου ποινικές και χρηματικές κυρώσεις. Οι χρηματικές δε κυρώσεις συνίστανται στον καταλογισμό του ελεγχόμενου με χρηματικό ποσό ισάξιο του περιουσιακού οφέλους, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, το οποίο τεκμαίρεται μαχητά ότι προέρχεται από την κατ’ εκμετάλλευση της θέσης τους διάπραξη αθέμιτων σε βάρος και επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών. Ο νομοθέτης αναθέτει την εκδίκαση των αναφυομένων διαφορών εκ της τεκμαιρομένης κατά τα ως άνω εις βάρος του Δημοσίου ζημίας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο επιλαμβάνεται αυτών κατόπιν σχετικής αίτησης του υπηρετούντος σ’ αυτό Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας. Δικαιολογητικός λόγος της υπαγωγής αυτής αποτελεί το γεγονός ότι οι διοικητικές αυτές διαφορές είναι συναφείς με τις ήδη ανατεθείσες από το Σύνταγμα στο Ελεγκτικό Συνέδριο (πρβλ. και Α.Ε.Δ. 5/1999), καθότι άπτονται, προεχόντως, της διαφάνειας ως προς τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, για τον έλεγχο της οποίας το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι το κατεξοχήν εκ του Συντάγματος αρμόδιο δικαστικό όργανο, ενώ παράλληλα είναι συναφείς και προσιδιάζουν με αυτές της αστικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Ολ.ΕΣ 1/2013, 2825/2006). Στην περίπτωση αυτή το βάρος απόδειξης για τη νομιμότητα απόκτησης του περιουσιακού οφέλους έχει ο ίδιος ο ελεγχόμενος (Ολ.ΕΣ 3649/2013).
V. Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος θεσπίζεται υπέρ του διοικουμένου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στον διοικούμενο, πριν την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης και έχοντας γνώση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, να εκφράσει τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Το δικαίωμα αυτό, όταν πρόκειται για την έκδοση καταλογιστικής πράξης, αφορά στο υποκείμενο του καταλογισμού, ήτοι στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου πρόκειται να εκδοθεί η καταλογιστική πράξη και άμεσα και αυτοτελώς πλήττεται από αυτή. Περαιτέρω, η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για καταλογισμό υπαλλήλου διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απέκτησε περιουσιακό όφελος του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού η αίτηση ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού. Επομένως, εφόσον πρόκειται για εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο υπόθεσης - διαφοράς (βλ. και άρθ. 98 παρ. 1 περ. ζ΄ του Συντάγματος) δεν συντρέχει έδαφος εφαρμογής της συνταγματικής διάταξης περί προηγούμενης ακρόασης (πρβλ. Ολ.ΕΣ 2363/2011).
VI. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τμήμα που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της 1076984/3912/4051/ΔΕΥ–Α/3711, 3841/Φ2484/3.10.2002 εντολής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η Επιθεωρήτρια της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης……, αφού ήλεγξε την περιουσιακή κατάσταση, χρήσεων 1990 - 1999, του αναιρεσείοντος, πρώην Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου και ήδη συνταξιούχου δημοσίου υπαλλήλου, συνέταξε την ΕΜΠ. 159/18.7.2005 πορισματική έκθεση, σύμφωνα με την οποία, κατά την ελεγχθείσα χρονική περίοδο προέκυψε ποσό ύψους 110.110 ευρώ συνολικά, το οποίο δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα και τους εμφανείς πόρους του. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω πορισματική έκθεση, ο αναιρεσείων, ο οποίος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2343/1995, ως Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, το έτος 1997, φέρεται να παρουσίασε, κατά την ελεγχθείσα περίοδο (1990-1999), συνολικό αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο ίσο με το ποσό για το οποίο προτείνεται ο καταλογισμός του, ύψους 37.520.000 δραχμών ή 110.110 ευρώ, δεδομένου ότι το σύνολο των δαπανών του (ύψους 128.506.000 δραχμών), συμπεριλαμβανομένου και του χρηματικού υπολοίπου των τραπεζικών του λογαριασμών στις 31.12.1999 (ύψους 15.554.000 δραχμών), υπερέβαινε το σύνολο των, προερχόμενων από εμφανείς και νόμιμες πηγές, εσόδων του (ύψους 90.986.000 δραχμών). Η ανωτέρω πορισματική έκθεση διαβιβάστηκε στον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος, με το 1108342/5392/ΔΕΥ-Β΄/15.11.2005 έγγραφό του, την απέστειλε στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου ο τελευταίος να διατυπώσει πρόταση καταλογισμού και να την εισαγάγει στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με αίτησή του ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ζήτησε να καταλογιστεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, με το ως άνω ποσό των 37.520.000 δραχμών (ή 110.110 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στο περιουσιακό όφελος που φέρεται ότι αυτός απέκτησε κατά τα ελεγχθέντα έτη 1990-1999 από μη εμφανείς πηγές εσόδων. Από τα συμπληρωματικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την ως άνω Οικονομική Επιθεωρήτρια, σε εκτέλεση της 1652/2008 προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, με την οποία διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν και από πότε ο αναιρεσείων υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης με βάση τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, προέκυψε ότι αυτός, με βάση την Τ. 6312/29.7.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατείχε από 29.7.1994 έως 9.4.1997 οργανική θέση Προϊσταμένου του Ε΄ Τμήματος Δικαστικού και Φορολογικής Διαδικασίας της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.) Δωδεκανήσου, η οποία αποτελούσε Ειδική Αποκεντρωμένη Τελωνειακή Υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, υπαγόμενη στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 84 παρ. 1 του π.δ.284/1988), ενώ παράλληλα, με το από 20.1.1995 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντή της ίδιας Υπηρεσίας, στη συνέχεια δε, μετατέθηκε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, όπου άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος αυτής από 10.4.1997 έως 28.11.2002 (βλ. το 9387/10.11.2008 έγγραφο του Διευθυντή του Τελωνείου Ρόδου και την Τ. 1647/2500/28.2.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών). Κατά συνέπεια, κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1990 έως 9.4.1997, ο αναιρεσείων δεν υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων. Αντίθετα, η θέση που κατείχε και τα συναφή καθήκοντα που άσκησε ο αναιρεσείων, κατά τη χρονική περίοδο από 10.4.1997 έως 31.12.1999, ως Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, δικαιολογούν την υπαγωγή του στις προαναφερόμενες διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων. Επομένως, εφόσον δεν υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, δυνάμει των ειδικών περί πόθεν έσχες νόμων, για το προγενέστερο της ανάληψης (στις 10.4.1997) των τελευταίων αυτών καθηκόντων του χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογείται ο καταλογισμός του για την κτήση περιουσιακών στοιχείων κατά το διάστημα αυτό. Συνακόλουθα, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη το αποβαίνον σε βάρος του αρνητικό διαθέσιμο στις 31.12.1996 υπόλοιπο, ποσού 9.644.000 δραχμών, το οποίο προέκυψε από το διενεργηθέντα από την ως άνω Οικονομική Επιθεωρήτρια έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 1.1.1990 έως 31.12.1996.
Περαιτέρω, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ο αναιρεσείων, κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999, εμφάνισε έσοδα, όπως αυτά προέκυψαν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1) οικονομικών ετών 1998, 1999 και 2000, συνολικού ύψους 44.193.000 δραχμών (12.491.000, 14.587.000 και 17.115.000 δραχμές, αντίστοιχα). Στο σκέλος δε των εσόδων του, κατά τα ως άνω ελεγχόμενα έτη, πρέπει να προστεθεί και το πραγματικό χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών του στις 9.4.1997, δηλαδή την προηγούμενη της ανάληψης των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου της ως άνω Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. ημέρα, το οποίο (υπόλοιπο), όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα των Τραπεζών, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.678.355 δραχμών και αναλύεται ως εξής: ποσό 5.326.569 δραχμών στον 297/951975-07 κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και ποσό 351.786 δραχμών στον 24878902 κοινό με τη θυγατέρα του Ειρήνη λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Κατά συνέπεια, το σύνολο των εσόδων του αναιρεσείοντος κατά τα ελεγχόμενα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έτη 1997-1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 49.871.355 (44.193.000 + 5.678.355) δραχμών. Εξάλλου, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, η σύζυγός του …είχε στην κυριότητά της από το έτος 1985, στους Πεύκους του Δήμου Λινδίων Ρόδου, ένα αγροτεμάχιο έκτασης 5.230 τ.μ., στο οποίο, σύμφωνα με το 11.686/4.9.1985 πωλητήριο ακινήτου της Συμβολαιογράφου Ρόδου …υπήρχε λιθόκτιστη ισόγεια κατοικία εμβαδού 22,9 τ.μ.. Το κτίσμα αυτό, τόσο στο έντυπο Ε9, το οποίο συνυποβλήθηκε με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του αναιρεσείοντος οικονομικού έτους 1997, όσο και στη δήλωση περιουσιακής κατάστασής του που υποβλήθηκε στις 31.7.1997, δηλώθηκε ως έχον συνολικό εμβαδόν 35 τ.μ. (βλ. σελ. 9 στοιχείο Α.115). Η παλαιά αυτή εξοχική κατοικία, για την επισκευή της στέγης της οποίας είχε εκδοθεί η 861/1990 άδεια οικοδομής, η οποία θεωρήθηκε για την έναρξη εργασιών στις 28.4.1998, ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε κατά το έτος 1998 (βλ. σελ. 8 στοιχείο Β.117 της από 31.5.2000 δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος) και, σύμφωνα με την από 8.9.2004 έκθεση αυτοψίας των ελεγκτών μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου …υφίσταται πλέον ως διώροφη κατοικία εμβαδού 152 τ.μ. (76 τ.μ. ο κάθε όροφος), με συνεχόμενο, παραπλεύρως και όπισθεν του διώροφου κτιρίου, υπόγειο εμβαδού 29,40 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται επίσης ως κατοικία. Επίσης, στην εμπρόσθια πλευρά της ανωτέρω κατοικίας υφίσταται ένα αυτοτελές υπόγειο μονώροφο κτίσμα συνολικής επιφάνειας 62,37 τ.μ., το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1999 (βλ. σελ. 8 στοιχείο Β.118 της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος έτους 2000), όπως δε προέκυψε από αυτοψία που διενήργησε ο ελεγκτής …στα πλαίσια τακτικού ελέγχου Φορολογίας Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (βλ. την από 11.5.2006 σχετική έκθεση), αποτελείται από δύο (2) «στούντιο» και μία αποθήκη, εμβαδού 51 και 11,37 τ.μ., αντίστοιχα. Με την 1652/2008 απόφαση του Τμήματος, ενόψει των ισχυρισμών του τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείοντος περί μη ύπαρξης αρνητικού αποταμιευτικού υπολοίπου, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τις δαπάνες κτήσης περιουσιακών στοιχείων κατά τα έτη 1998-1999, να προσδιορισθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. η αξία των ως άνω ακινήτων της συζύγου του αναιρεσείοντος, μετά από αφαίρεση της αξίας των τμημάτων (οικοπέδων και κτισμάτων) που προϋπήρχαν της ελεγχόμενης περιόδου. Όπως προέκυψε από τα προσκομισθέντα, σε εκτέλεση της ως άνω προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, 4039/825/13.10.2004 της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης και 33744/10.11.2004 και 37784/10.12.2008 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου έγγραφα, για την εκτίμηση της αξίας της εξοχικής κατοικίας της συζύγου του στη Λίνδο υπολογίστηκε το συνολικό εμβαδόν αυτής, χωρίς δηλαδή ν’ αφαιρεθούν τα προϋπάρχοντα του έτους 1998 35 τ.μ., περαιτέρω δε η αξία, τόσο της εν λόγω κατοικίας μετά του υπογείου της, όσο και του αυτοτελούς υπόγειου μονώροφου κτίσματος, το οποίο, αν και αποτελείτο από 11,37 τ.μ. αποθήκης, θεωρήθηκε ολόκληρο, ως προς τη χρήση του, ως κατοικία, προσδιορίστηκε με βάση τον αντικειμενικό προσδιορισμό που ισχύει για τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Η αξία δε αυτή, η οποία, σημειωτέον, είχε ληφθεί υπόψη από την Οικονομική Επιθεωρήτρια, κατά τη σύνταξη της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, για τον προσδιορισμό των δαπανών κτήσης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά τα έτη 1998-1999, ανερχόταν για τη μεν διώροφη κατοικία στο ποσό των 26.883.480 δραχμών (78.895,03 ευρώ), για το δε υπόγειο μονώροφο κτίσμα στο ποσό 9.296.586 δραχμών (27.282,72 ευρώ). Κατόπιν τούτου, με την 35/2010 απόφαση του Τμήματος, ζητήθηκε να προσδιοριστεί το κόστος κατασκευής (και όχι η αξία αγοράς) των ως άνω κτισμάτων, με βάση τις τιμές και τον τρόπο υπολογισμού για το ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομών που ίσχυαν κατά το χρόνο ανέγερσής τους, κατόπιν αφαίρεσης από το συνολικό εμβαδόν της ως άνω επεκταθείσας και ανακαινισθείσας εξοχικής κατοικίας των 35 τ.μ. που προϋπήρχαν, καθώς και υπολογισμού των 11,37 τ.μ. του αυτοτελούς μονώροφου υπογείου κτίσματος ως εχόντων χρήση αποθήκης. Σε εκτέλεση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, με το 2865/21.6.2010 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, προσκομίστηκαν τα από 17.6.2010 φύλλα υπολογισμού της αξίας των εν λόγω κτισμάτων που συντάχθηκαν από τον εφοριακό υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου …κατ’ εφαρμογή της 1129485/479/Γ0013/ΠΟΛ1310/3.12.1996 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, σε συνδυασμό με την 1129488/478/Γ0013/ΠΟΛ1313/ 3.12.1996 όμοια απόφαση, σύμφωνα με τα οποία, η αντικειμενική αξία των εν λόγω κτισμάτων προσδιορίστηκε για τη μεν διώροφη κατοικία που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε το έτος 1998 (αφαιρουμένων των προϋπαρχόντων 35 τ.μ.) στο ποσό των 21.696.480 δραχμών (63.672,72 ευρώ), για το δε μονώροφο υπόγειο κτίσμα (με βοηθητικό χώρο 11,37 τ.μ.) που κατασκευάστηκε το έτος 1999 στο ποσό των 7.979.088 δραχμών (23.416,25 ευρώ). Οι υπουργικές αποφάσεις, όμως, αυτές, με βάση τις οποίες έγινε ο εν λόγω υπολογισμός, αφορούν στον προσδιορισμό με αντικειμενικά κριτήρια της φορολογητέας αξίας των ακινήτων σε περίπτωση μεταβίβασής τους, και όχι στον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους κατασκευής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν.2238/1994, ο οποίος ισχύει σε περίπτωση ανέγερσης ή επέκτασης οικοδομών μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, όπως εν προκειμένω. Εξάλλου, ο τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, όπως προκύπτει από τα οικεία παραστατικά, η πραγματική συνολική δαπάνη, στην οποία προέβησαν με τη σύζυγό του για την κατασκευή των εν λόγω ακινήτων, ανήλθε για τη μεν επέκταση της διώροφης εξοχικής κατοικίας στο ποσό των 20.128.332 δραχμών, για τη δε ανέγερση του μονώροφου κτίσματος στο ποσό των 6.208.314 δραχμών. Περαιτέρω, με το από 22.2.2011 υπόμνημά του, προσκόμισε τις από 20.10.2010 βεβαιώσεις του Αρχιτέκτονα Μηχανικού …με συνημμένα τα σχετικά έντυπα υπολογισμού του ελάχιστου κόστους οικοδομής των ανωτέρω ακινήτων, κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 35 του ν.2238/1994, εκδοθείσας 1137140/2439/Α0012/ΠΟΛ.1277/5.12.1994 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., σύμφωνα με τα οποία το ελάχιστο αυτό κόστος ανέρχεται για τη μεν διώροφη κατοικία (αφαιρουμένων των προϋπαρχόντων 35 τ.μ.) στο ποσό των 27.800 ευρώ (9.472.850 δραχμών), για το δε μονώροφο κτίσμα (με βοηθητικό χώρο 11,37 τ.μ.) στο ποσό των 15.500 ευρώ (5.281.625 δραχμών). Με τα δεδομένα αυτά το Τμήμα έκρινε ότι, εφόσον το ελάχιστο κόστος κατασκευής των εν λόγω ακινήτων, το οποίο προκύπτει από τα προβλεπόμενα από την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση έντυπα υπολογισμού που συνέταξε ο ανωτέρω μηχανικός και αποτελούν, ως εκ τούτου, απλές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 168 Κ.Δ.Δ.), υπολείπεται του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα πραγματικού κόστους, για τον προσδιορισμό της δαπάνης ανέγερσης των ακινήτων αυτών πρέπει να ληφθεί υπόψη το δηλούμενο από τον ίδιο μεγαλύτερο κόστος, δηλαδή για τη μεν διώροφη κατοικία το ποσό των 20.128.332 δραχμών, για το δε μονώροφο υπόγειο κτίσμα το ποσό των 6.208.314 δραχμών. Περαιτέρω, ενόψει του προβαλλόμενου ισχυρισμού ότι η εξόφληση της δαπάνης για την κατασκευή, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού, των προαναφερόμενων ακινήτων, κατά τα έτη 1998 και 1999, δεν έγινε εφάπαξ, αλλά σταδιακά και μετά το 1999, δηλαδή σε μεταγενέστερα της ελεγχόμενης περιόδου έτη και εφόσον ως κόστος ανέγερσης οικοδομής υπολογίζεται το πραγματικό ποσό που, με βάση τα οικεία παραστατικά στοιχεία, κατέβαλε ο υπάλληλος ανά ελεγχόμενο έτος, το Τμήμα έκρινε ότι από το σκέλος των δαπανών πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των παραστατικών στοιχείων που αυτός επικαλείται (βλ. κατάσταση με υπόλοιπα ανοικτών λογαριασμών στις 31.12.1999) και έχει προσκομίσει σε απλά φωτοαντίγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι μέρος της σχετικής δαπάνης εξοφλήθηκε μετά την 31.12.1999 και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τις ελεγχόμενες χρήσεις 1998 και 1999 βαρύνει η συνολική δαπάνη, ύψους 26.336.646 δραχμών, για την κατασκευή των εν λόγω ακινήτων (ποσού δραχμών 20.128.332 και 6.208.314, αντίστοιχα). Το ποσό δε που πρέπει να αφαιρεθεί από την προαναφερόμενη δαπάνη (26.336.646 δραχμών), ανέρχεται συνολικά σε 6.779.423 δραχμές, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) 4.197.765 δραχμές για την ανακαίνιση και επέκταση της εξοχικής κατοικίας (βλ. την 6150/4.11.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …ποσού 100.000 δραχμών, την 10/27.7.2000 απόδειξη είσπραξης του…, βιοτεχνία αλουμινοκατασκευών και σιδηροκατασκευών, ποσού 250.000 δραχμών, τις 2716/30.5.2000, 2839/13.7.2000, 3697/10.7.2002 και 4633/29.8.2003 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας …εμπόριο αλουμινίου-σιδήρου, ποσού 1.000.000, 500.000, 800 ευρώ ή 272.600 δραχμών και 351,44 ευρώ ή 119.753 δραχμών, αντίστοιχα, την 519/1.11.2001 απόδειξη είσπραξης του…, εμπορία αλουμινίου-σιδήρου, ποσού 500.000 δραχμών, τις 1843/6.4.2000 και 1856/26.6.2000 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας…», φωτιστικά, ποσού 50.000 και 80.000 δραχμών, αντίστοιχα, το 929/14.7.2000 τιμολόγιο πώλησης του…, τέντες, ποσού 226.000 δραχμών, την 1313/8.8.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …τεχνική και εμπορική εταιρία, ποσού 290.500 δραχμών, το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, ηλεκτρολογικό υλικό, κατά το ποσό των 415.275 δραχμών, την 4352/17.3.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …τζάμια, ποσού 188.737 δραχμών, τις 231/5.4.2000, 2415/9.12.2000 και 4039/10.7.2001 αποδείξεις είσπραξης της…, Bosch-Siemens, ποσού 20.000, 50.000 και 25.000 δραχμών, αντίστοιχα και το 453/29.5.2000 γραμμάτιο είσπραξης της εταιρίας …συστήματα αυτόματου ελέγχου πυρανίχνευσης-κατάσβεσης-ασφάλειας, ποσού 109.900 δραχμών και β) 2.581.658 δραχμές για την κατασκευή του υπόγειου μονώροφου κτίσματος (βλ. το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, εμπειροτέχνη εργολάβου, ποσού 2.034.000 δραχμών, την 2/3.3.2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του…, υδραυλικού, ποσού 339.000 δραχμών, την 1402/9.8.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …φωτιστικά-ηλεκτρολογικά, ποσού 70.233 δραχμών και το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, ηλεκτρολογικό υλικό, κατά το ποσό των 138.425 δραχμών). Επομένως, η δαπάνη που κατέβαλε τελικά κατά τα ελεγχόμενα έτη 1998 και 1999 για την κατασκευή των ανωτέρω κτισμάτων ανέρχεται στο ποσό των 19.557.223 (26.336.646 - 6.779.423) δραχμών.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ανωτέρω πορισματική έκθεση, καθώς και το προσκομισθέν, σε εκτέλεση της 1652/2008 προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, 4902/11.12.2008 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ο προσδιορισμός της δαπάνης διαβίωσης για τα ως άνω ελεγχόμενα έτη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των δραχμών 3.600.000 για το 1997, 4.100.000 για το 1998 και 4.700.000 για το 1999 και συνολικά στο ποσό των 12.400.000 δραχμών, έγινε με βάση τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), αφού ελήφθη υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του καθ’ ού (τρία μέλη), το ύψος του οικογενειακού εισοδήματός του και το γεγονός ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο κύριας κατοικίας, ποσά που κρίνονται εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει, μάλιστα, του ότι η δηλωθείσα από τον ίδιο, στις φορολογικές δηλώσεις οικονομικών ετών 1998, 1999 και 2000, τεκμαρτή δαπάνη αγοράς Ι.Χ. αυτοκινήτου ανέρχεται στο ποσό των 5.700.000 δραχμών κατ’ έτος και, ως εκ τούτου, είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερη από αυτή που προκύπτει ως άνω με βάση τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε. που έλαβε υπόψη η Οικονομική Επιθεωρήτρια. Για το λόγο δε αυτό, ο ισχυρισμός του καθ’ ού ότι εσφαλμένα υπολογίστηκε από την τελευταία το ύψος των δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του με βάση τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε., αντί με βάση τις δηλούμενες στις φορολογικές του δηλώσεις δαπάνες, αλυσιτελώς προβάλλεται. Εξάλλου, από την ίδια πορισματική έκθεση προκύπτει ότι στο σκέλος των δαπανών του καθ’ ού συνυπολογίστηκαν τα ποσά φόρου εισοδήματος που αυτός κατέβαλε, σύμφωνα με τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία, για τα ελεγχόμενα έτη 1997, 1998 και 1999, ανήλθαν σε 1.494.000, 2.246.000 και 1.796.000 δραχμές, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 5.536.000 δραχμών, καθώς και ποσό 1.056.000 δραχμών για την αγορά 80 μετοχών της εταιρίας «Ο.Τ.Ε. Α.Ε.» στις 23.6.1997 (βλ. τα 13087/24.9.2003 και 25615/21.6.2005 έγγραφα της εταιρίας «ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.»).
Κατά συνέπεια, το σύνολο των εξόδων του καθ’ ού κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999 ανέρχεται στο ποσό των 38.549.223 δραχμών, το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναλύεται στα εξής ποσά: α) 12.400.000 δραχμές ως δαπάνη διαβίωσης, β) 5.536.000 δραχμές ως καταβληθείς φόρος εισοδήματος, γ) 1.056.000 δραχμές για την αγορά των ως άνω μετοχών και δ) 19.557.223 δραχμές για την κατασκευή των προαναφερόμενων κτισμάτων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα των Τραπεζών, το πραγματικό χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών του καθ' ού στις 31.12.1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.098.708 δραχμών, το οποίο αναλύεται σε 13.114.488 δραχμές στον 32558534 λογαριασμό του στην πρώην ΙΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ήδη ALPHA BANK, 1.315.137 δραχμές στον 099/02624-00010/79 λογαριασμό του στην πρώην Τράπεζα Εργασίας και ήδη EUROBANK, 553.618 δραχμές στον 24878902 κοινό με τη θυγατέρα του Ειρήνη λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα και 115.465 δραχμές στον 3832511 κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου. Κατ’ ακολουθία των εκτεθέντων, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι α) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος με το από 29.10.2007 υπόμνημά του ισχυρισμός του καθ’ ού, ότι στην περίπτωσή του παραβιάστηκε το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, δεδομένου ότι η ένδικη αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού, ενώ με το ΕΜΠ.94/6.5.2005 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, το οποίο δεν αποτελεί καταλογιστική πράξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο καθ’ ού, κλήθηκε αυτός, πριν από τη σύνταξη της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, να δικαιολογήσει το αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο που προέκυψε από τον ως άνω διενεργηθέντα έλεγχο και β) εφόσον το σύνολο των μεν εσόδων του καθ’ ού κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 49.871.355 δραχμών, των δε εξόδων του στο ποσό των 38.549.223 δραχμών, ο ανωτέρω έπρεπε να διαθέτει στις 31.12.1999 χρηματικό υπόλοιπο (αποταμίευση) ποσό 11.322.132 δραχμών και δεδομένου ότι η αποταμίευση του καθ’ ού κατά το ίδιο χρονικό σημείο ανερχόταν στο ποσό των 15.098.708 δραχμών και, ως εκ τούτου, αυτός εμφανίζει αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο ύψους 3.776.576 δραχμών ή 11.083 ευρώ, το οποίο δεν δικαιολογείται με βάση τα προερχόμενα από εμφανείς και νόμιμες πηγές έσοδά του, έπρεπε η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου να γίνει εν μέρει δεκτή και να περιοριστεί το καταλογιστέο ποσό στο ύψος των έντεκα χιλιάδων ογδόντα τριών (11.083) ευρώ.
VΙ. Το δικάσαν Τμήμα, με βάση τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την κρίση του, και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σκέψη V της παρούσας, ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό του τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείοντος ότι παραβιάστηκε στην περίπτωσή του το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος από το Δικαστήριο της ουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι τόσο η από 27.12.2007 αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τον καταλογισμό του αναιρεσείοντος όσο και η ΕΜΠ159/18.7.2005 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας δεν αποτελούν πράξεις καταλογισμού, ενώ εξάλλου με το ΕΜΠ94/6.5.2005 έγγραφο της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ήτοι πριν από την έκδοση της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, ο αναιρεσείων κλήθηκε να διατυπώσει τις απόψεις του επί των ευρημάτων του ελέγχου. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί πλημμελούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι αυτή ι) εσφαλμένα συνυπολόγισε για τον προσδιορισμό της συνολικής δαπάνης κατασκευής διαφόρων κτισμάτων εντός του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 1997-1999 (ελεγχόμενη περίοδο) ποσά ύψους 1.569.523 δρχ., τα οποία όμως έπρεπε να αφαιρεθούν εφόσον δαπανήθηκαν μετά τις 31.12.1999, και ιι) δεν έλαβε υπόψη της κατά τον προσδιορισμό των εσόδων του κατά την ελεγχόμενη περίοδο διάφορα ποσά σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν (δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών δεν παρατίθενται), απαραδέκτως προβάλλονται και συνεπώς είναι απορριπτέοι, καθόσον βάλλουν κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ανάλυσης, στάθμισης, εκτίμησης και αξιολόγησης των αποδείξεων από το Τμήμα (Ολ.ΕΣ 1 και 3649/2013, 2825/2006). Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το οικογενειακό εισόδημά του της προηγούμενης της διενέργειας του ελέγχου δεκαετίας, από το οποίο προκύπτει ότι το κόστος απόκτησης περιουσιακών στοιχείων από αυτόν κατά την ελεγχόμενη περίοδο 1997-1999 υπερκαλύπτεται από τα έσοδα των ετών 1985-1999, καθόσον το Τμήμα με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) προσδιόρισε τα έσοδα και έξοδα του αναιρεσείοντος κατά την ελεγχόμενη περίοδο, προσέθεσε δε στα έσοδά του αυτά το χρηματικό υπόλοιπο (ύψους 5.678.355 δρχ.) των τραπεζικών του λογαριασμών στις 9.4.1997, ήτοι την προηγούμενη της ανάληψης των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης του ΣΔΟΕ Ν. Αιγαίου, όπως αυτό προέκυπτε από τις οικείες βεβαιώσεις των τραπεζών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης (άρθρα 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4129/2013, 61 και 117 π.δ.1225/1981). 

Για τους λόγους αυτούς 

Απορρίπτει την 21.12.2011 αίτηση του … για αναίρεση της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης. 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΓΝΑΡΔΕΛΛΗ 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΕλΣυν 1753/2015 (Ολομ.): ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΚΡΟΑΣΗ



Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος θεσπίζεται υπέρ του διοικουμένου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στον διοικούμενο, πριν την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης και έχοντας γνώση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, να εκφράσει τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Το δικαίωμα αυτό, όταν πρόκειται για την έκδοση καταλογιστικής πράξης, αφορά στο υποκείμενο του καταλογισμού, ήτοι στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου πρόκειται να εκδοθεί η καταλογιστική πράξη και άμεσα και αυτοτελώς πλήττεται από αυτή. Περαιτέρω, η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για καταλογισμό υπαλλήλου διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απέκτησε περιουσιακό όφελος του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού η αίτηση ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού. Επομένως, εφόσον πρόκειται για εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο υπόθεσης - διαφοράς (βλ. και άρθ. 98 παρ. 1 περ. ζ΄ του Συντάγματος) δεν συντρέχει έδαφος εφαρμογής της συνταγματικής διάταξης περί προηγούμενης ακρόασης (πρβλ. Ολ.ΕΣ 2363/2011). 



Αριθμός 1753/2015 

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και Ευάγγελος Νταής, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, ’ννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη (εισηγήτρια), Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα και Δημήτριος Τσακανίκας, Σύμβουλοι (οι Σύμβουλοι Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου απουσίασαν δικαιολογημένα). 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος. 

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

Για να δικάσει την από 21 Δεκεμβρίου 2011 (αριθμ. κατάθ. 218/2011), για αναίρεση της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του……, κατοίκου Ρόδου, ο οποίος εμφανίστηκε, χωρίς δικηγόρο, στο ακροατήριο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή του, 

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους … 

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του, ζήτησε να καταλογιστεί ο καθ’ ού και ήδη αναιρεσείων, πρώην Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, με το ποσό των 110.110 ευρώ, με την αιτιολογία ότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1990-1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση.
Με την 3045/2011 οριστική απόφαση του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αίτηση του Γενικού Επιτρόπου και καταλογίστηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν.2429/1996 και ήδη άρθρο 6 παρ. 1 του ν.3213/2003, με το ποσό των 11.083 ευρώ, διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1997 έως 1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση.
Με την αίτηση αναίρεσης που κρίνεται ζητείται η αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης του V Τμήματος για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με την παρουσία των δικαστών που έλαβαν μέρος στην συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου Μιχαήλ Ζυμή και Ευάγγελο Νταή και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Ελένη Λυκεσά και Κωνσταντίνα Ζώη, που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και το Σύμβουλο Δημήτριο Τσακανίκα, που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και 

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής : 

Ι. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου σειράς Α 2474955, 4893519 και 1199595), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά το βάσιμο των λόγων της, όπως οι λόγοι αυτοί αναπτύσσονται και στο από 5.12.2013 νόμιμα κατατεθέν στις 9.12.2013 υπόμνημα, χωρίς να εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης από τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεση που τον αφορά (άρθρα 16, 27, 65 και 117 π.δ.1225/1981).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η 3045/2011 οριστική απόφαση του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αίτηση του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και καταλογίστηκε ο αναιρεσείων, πρώην Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, με το ποσό των 11.083 ευρώ, διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων κατά τα έτη 1997 έως 1999, διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου απέκτησε ισόποσο περιουσιακό όφελος, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται: α) παράβαση νόμου, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο προβληθείς με το από 29.10.2007 υπόμνημα λόγος του τότε καθ' ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος ότι η από 27.12.2007 αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τον καταλογισμό του και η ΕΜΠ159/18.7.2005 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας αποτελούν καταλογιστικές πράξεις, πριν την έκδοση των οποίων αλλά και πριν την έκδοση του ΕΜΠ94/6.5.2005 εγγράφου της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, προπαρασκευαστικού εγγράφου που οδήγησε στην έκδοση της ως άνω αίτησης του Γενικού Επιτρόπου, έπρεπε να κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση, και β) παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, υπό την ειδικότερη αιτίαση της πλημμελούς αιτιολογίας της απόφασης, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο της ουσίας ι) εσφαλμένα συνυπολόγισε για τον προσδιορισμό της συνολικής δαπάνης κατασκευής διαφόρων κτισμάτων εντός του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 1997-1999 (ελεγχόμενη περίοδο) ποσά ύψους 1.569.523 δρχ., τα οποία όμως έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος, να αφαιρεθούν εφόσον δαπανήθηκαν μετά τις 31.1.21999, ιι) δεν έλαβε υπόψη του κατά τον προσδιορισμό των εσόδων του αναιρεσείοντος κατά την ελεγχόμενη περίοδο όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών δεν παρατίθενται, και ιιι) δεν έλαβε υπόψη του το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος της προηγούμενης της διενέργειας του ελέγχου δεκαετίας, από το οποίο προκύπτει ότι το κόστος απόκτησης περιουσιακών στοιχείων από αυτόν κατά την ελεγχόμενη περίοδο 1997-1999 υπερκαλύπτεται από τα έσοδα των ετών 1985-1999.
III. Με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες διαδοχικών νόμων (ν.1738/1987, ν.2429/1996 και ν.3213/2003) καθορίστηκαν οι κατηγορίες των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, οι οποίοι υποχρεούνται σε ετήσια υποβολή δηλώσεων περί της περιουσιακής τους κατάστασης, ορίστηκε δε περαιτέρω ότι, αν κατά τον έλεγχο των οικείων δηλώσεων διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος απέκτησε «περιουσιακό όφελος» του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται» (άρθρο 29 παρ. 1 ν.2429/1996, άρθρο 6 παρ. 1 ν.3213/2003 και πλέον άρθρο 12 του νόμου αυτού όπως προστέθηκε με τις διατάξεις του ν.3849/2010) καταλογίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από σχετική αίτηση που κατατίθεται ενώπιόν του από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο (άρθρα 26 παρ. 6 ν.2429/1996, άρθρα 3 παρ. 4 και 6 παρ. 3 ν.3213/2003 και πλέον άρθρο 12 του νόμου αυτού). Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.2343/1995 (ΦΕΚ Α΄ 211) συστάθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών υπηρεσία με τίτλο «Οικονομική Επιθεώρηση» κύρια αποστολή της οποίας είναι «α) (…) ... δ) ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, εκτός των Γενικών Διευθυντών», ενώ στις παραγράφους 19, 20 και 21 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι οι διατάξεις του ν.1783/1987 (ήδη ν. 3213/2003) «περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης» (παρ. 19) «εφαρμόζονται ανάλογα (…) και για τους παρακάτω υπαλλήλους τους Υπουργείου Οικονομικών (…) α) τους προϊσταμένους αυτοτελών οργανικών μονάδων και υπηρεσιών εφόσον έχουν σύμφωνα με το νόμο, αποφασιστικές αρμοδιότητες ή διαχειριστική εξουσία και β) τους κατέχοντες οργανική θέση αναπληρωτή προϊσταμένου των μονάδων και υπηρεσιών του προηγουμένου εδαφίου» (παρ. 20) οι οποίοι «υποβάλλουν τις σχετικές δηλώσεις στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών» και ότι «οι παραπάνω διευθύνσεις διαβιβάζουν τις δηλώσεις αυτές για έλεγχο στην αρμόδια υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης» (παρ. 21). Συναφώς, στο άρθρο 3 παρ. 13 του ιδίου ως άνω νόμου (ν.2343/1995) ορίζεται ότι : «Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 2 του παρόντος περί των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) εφαρμόζονται ανάλογα και για τους ελεγκτές των Δ.Ο.Υ. και των Ελεγκτικών Κέντρων ως και για τους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα ελεγκτή. Ο ελεγκτής υποβάλλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) στην υπηρεσία του. Η δήλωση αυτή ελέγχεται από την Οικονομική Επιθεώρηση» και στο άρθρο 4 παρ. 13 ότι «Οι διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 3 του παρόντος περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) ισχύουν ανάλογα και για το προσωπικό του Σ.Δ.Ο.Ε.». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. ε΄ του π.δ.211/1996 (ΦΕΚ 166 Α΄) ορίζεται ότι : «Στην αρμοδιότητα των Οικονομικών Επιθεωρήσεων υπάγεται : α) (…) ε) Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) των υπαλλήλων των Υπουργείων Οικονομικών εκτός των Γενικών Διευθυντών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.19 του άρθρου 2 του ν.2343/1995». Τέλος στο άρθρο 28 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (ν.2683/1999, ΦΕΚ 19 Α΄ - ήδη άρθρο 28 του ν.3528/2007, ΦΕΚ 26 Α΄) προβλέπεται ότι : «1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώσει εγγράφως κατά το διορισμό του την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου, συζύγου και παιδιών του, εφόσον συνοικούν μ’ αυτόν (…). 3. Αν η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογη προς τις αποδοχές και την εν γένει οικονομική του κατάσταση, η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ενεργήσει έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού». Η ως άνω υποχρέωση προβλεπόταν και από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 75 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ.611/1977, ΦΕΚ 198 Α΄) η οποία καταργήθηκε μεν από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 8 του ν.1400/1983 (ΦΕΚ 156 Α΄), πλην όμως η σχετική υποχρέωση δήλωσης της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου καθώς και κάθε μεταβολής αυτής, διατηρήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 18 του ως άνω νόμου (ΣτΕ 3642/2003).
ΙV. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που σκοπό έχουν τον περιορισμό της διαφθοράς στο δημόσιο εν γένει βίο και την πάταξη των αθέμιτων επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών από κρατικούς λειτουργούς, θεσπίστηκε και οργανώθηκε μια διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης αυτών, οι οποίοι, κατέχοντες κρίσιμες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, δύνανται επωφελούμενοι της ιδιότητάς τους να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτους αθέμιτο περιουσιακό όφελος. Για το λόγο αυτό επιβλήθηκε στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων η υποχρέωση για ετήσια υποβολή δήλωσης περί των κατεχομένων από τα πρόσωπα αυτά και από τα μέλη της οικογένειάς τους (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, ενώ περαιτέρω θεσπίστηκαν όργανα ελέγχου και επαλήθευσης των δηλώσεων αυτών. Σε περίπτωση δε που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν δύναται να δικαιολογηθεί η προέλευση περιουσιακού οφέλους που αποκτήθηκε από τον ελεγχόμενο ή τα μέλη της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στις εν λόγω κρίσιμες θέσεις, προβλέπονται εις βάρος του τελευταίου ποινικές και χρηματικές κυρώσεις. Οι χρηματικές δε κυρώσεις συνίστανται στον καταλογισμό του ελεγχόμενου με χρηματικό ποσό ισάξιο του περιουσιακού οφέλους, του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, το οποίο τεκμαίρεται μαχητά ότι προέρχεται από την κατ’ εκμετάλλευση της θέσης τους διάπραξη αθέμιτων σε βάρος και επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών. Ο νομοθέτης αναθέτει την εκδίκαση των αναφυομένων διαφορών εκ της τεκμαιρομένης κατά τα ως άνω εις βάρος του Δημοσίου ζημίας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο επιλαμβάνεται αυτών κατόπιν σχετικής αίτησης του υπηρετούντος σ’ αυτό Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας. Δικαιολογητικός λόγος της υπαγωγής αυτής αποτελεί το γεγονός ότι οι διοικητικές αυτές διαφορές είναι συναφείς με τις ήδη ανατεθείσες από το Σύνταγμα στο Ελεγκτικό Συνέδριο (πρβλ. και Α.Ε.Δ. 5/1999), καθότι άπτονται, προεχόντως, της διαφάνειας ως προς τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, για τον έλεγχο της οποίας το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι το κατεξοχήν εκ του Συντάγματος αρμόδιο δικαστικό όργανο, ενώ παράλληλα είναι συναφείς και προσιδιάζουν με αυτές της αστικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Ολ.ΕΣ 1/2013, 2825/2006). Στην περίπτωση αυτή το βάρος απόδειξης για τη νομιμότητα απόκτησης του περιουσιακού οφέλους έχει ο ίδιος ο ελεγχόμενος (Ολ.ΕΣ 3649/2013).
V. Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος θεσπίζεται υπέρ του διοικουμένου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η ευχέρεια στον διοικούμενο, πριν την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης και έχοντας γνώση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, να εκφράσει τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Το δικαίωμα αυτό, όταν πρόκειται για την έκδοση καταλογιστικής πράξης, αφορά στο υποκείμενο του καταλογισμού, ήτοι στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου πρόκειται να εκδοθεί η καταλογιστική πράξη και άμεσα και αυτοτελώς πλήττεται από αυτή. Περαιτέρω, η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για καταλογισμό υπαλλήλου διότι μετά από έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απέκτησε περιουσιακό όφελος του οποίου δεν δικαιολογείται η νόμιμη προέλευση, δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού η αίτηση ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού. Επομένως, εφόσον πρόκειται για εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο υπόθεσης - διαφοράς (βλ. και άρθ. 98 παρ. 1 περ. ζ΄ του Συντάγματος) δεν συντρέχει έδαφος εφαρμογής της συνταγματικής διάταξης περί προηγούμενης ακρόασης (πρβλ. Ολ.ΕΣ 2363/2011).
VI. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τμήμα που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της 1076984/3912/4051/ΔΕΥ–Α/3711, 3841/Φ2484/3.10.2002 εντολής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η Επιθεωρήτρια της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης……, αφού ήλεγξε την περιουσιακή κατάσταση, χρήσεων 1990 - 1999, του αναιρεσείοντος, πρώην Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου και ήδη συνταξιούχου δημοσίου υπαλλήλου, συνέταξε την ΕΜΠ. 159/18.7.2005 πορισματική έκθεση, σύμφωνα με την οποία, κατά την ελεγχθείσα χρονική περίοδο προέκυψε ποσό ύψους 110.110 ευρώ συνολικά, το οποίο δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα και τους εμφανείς πόρους του. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω πορισματική έκθεση, ο αναιρεσείων, ο οποίος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2343/1995, ως Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, το έτος 1997, φέρεται να παρουσίασε, κατά την ελεγχθείσα περίοδο (1990-1999), συνολικό αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο ίσο με το ποσό για το οποίο προτείνεται ο καταλογισμός του, ύψους 37.520.000 δραχμών ή 110.110 ευρώ, δεδομένου ότι το σύνολο των δαπανών του (ύψους 128.506.000 δραχμών), συμπεριλαμβανομένου και του χρηματικού υπολοίπου των τραπεζικών του λογαριασμών στις 31.12.1999 (ύψους 15.554.000 δραχμών), υπερέβαινε το σύνολο των, προερχόμενων από εμφανείς και νόμιμες πηγές, εσόδων του (ύψους 90.986.000 δραχμών). Η ανωτέρω πορισματική έκθεση διαβιβάστηκε στον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος, με το 1108342/5392/ΔΕΥ-Β΄/15.11.2005 έγγραφό του, την απέστειλε στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου ο τελευταίος να διατυπώσει πρόταση καταλογισμού και να την εισαγάγει στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με αίτησή του ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ζήτησε να καταλογιστεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, με το ως άνω ποσό των 37.520.000 δραχμών (ή 110.110 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στο περιουσιακό όφελος που φέρεται ότι αυτός απέκτησε κατά τα ελεγχθέντα έτη 1990-1999 από μη εμφανείς πηγές εσόδων. Από τα συμπληρωματικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την ως άνω Οικονομική Επιθεωρήτρια, σε εκτέλεση της 1652/2008 προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, με την οποία διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν και από πότε ο αναιρεσείων υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης με βάση τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, προέκυψε ότι αυτός, με βάση την Τ. 6312/29.7.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατείχε από 29.7.1994 έως 9.4.1997 οργανική θέση Προϊσταμένου του Ε΄ Τμήματος Δικαστικού και Φορολογικής Διαδικασίας της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.) Δωδεκανήσου, η οποία αποτελούσε Ειδική Αποκεντρωμένη Τελωνειακή Υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, υπαγόμενη στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 84 παρ. 1 του π.δ.284/1988), ενώ παράλληλα, με το από 20.1.1995 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντή της ίδιας Υπηρεσίας, στη συνέχεια δε, μετατέθηκε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, όπου άσκησε καθήκοντα ως Προϊστάμενος αυτής από 10.4.1997 έως 28.11.2002 (βλ. το 9387/10.11.2008 έγγραφο του Διευθυντή του Τελωνείου Ρόδου και την Τ. 1647/2500/28.2.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών). Κατά συνέπεια, κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1990 έως 9.4.1997, ο αναιρεσείων δεν υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων. Αντίθετα, η θέση που κατείχε και τα συναφή καθήκοντα που άσκησε ο αναιρεσείων, κατά τη χρονική περίοδο από 10.4.1997 έως 31.12.1999, ως Προϊστάμενος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Ν. Αιγαίου, δικαιολογούν την υπαγωγή του στις προαναφερόμενες διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων. Επομένως, εφόσον δεν υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, δυνάμει των ειδικών περί πόθεν έσχες νόμων, για το προγενέστερο της ανάληψης (στις 10.4.1997) των τελευταίων αυτών καθηκόντων του χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογείται ο καταλογισμός του για την κτήση περιουσιακών στοιχείων κατά το διάστημα αυτό. Συνακόλουθα, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη το αποβαίνον σε βάρος του αρνητικό διαθέσιμο στις 31.12.1996 υπόλοιπο, ποσού 9.644.000 δραχμών, το οποίο προέκυψε από το διενεργηθέντα από την ως άνω Οικονομική Επιθεωρήτρια έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 1.1.1990 έως 31.12.1996.
Περαιτέρω, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ο αναιρεσείων, κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999, εμφάνισε έσοδα, όπως αυτά προέκυψαν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1) οικονομικών ετών 1998, 1999 και 2000, συνολικού ύψους 44.193.000 δραχμών (12.491.000, 14.587.000 και 17.115.000 δραχμές, αντίστοιχα). Στο σκέλος δε των εσόδων του, κατά τα ως άνω ελεγχόμενα έτη, πρέπει να προστεθεί και το πραγματικό χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών του στις 9.4.1997, δηλαδή την προηγούμενη της ανάληψης των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου της ως άνω Περιφερειακής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. ημέρα, το οποίο (υπόλοιπο), όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα των Τραπεζών, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.678.355 δραχμών και αναλύεται ως εξής: ποσό 5.326.569 δραχμών στον 297/951975-07 κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και ποσό 351.786 δραχμών στον 24878902 κοινό με τη θυγατέρα του Ειρήνη λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Κατά συνέπεια, το σύνολο των εσόδων του αναιρεσείοντος κατά τα ελεγχόμενα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έτη 1997-1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 49.871.355 (44.193.000 + 5.678.355) δραχμών. Εξάλλου, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, η σύζυγός του …είχε στην κυριότητά της από το έτος 1985, στους Πεύκους του Δήμου Λινδίων Ρόδου, ένα αγροτεμάχιο έκτασης 5.230 τ.μ., στο οποίο, σύμφωνα με το 11.686/4.9.1985 πωλητήριο ακινήτου της Συμβολαιογράφου Ρόδου …υπήρχε λιθόκτιστη ισόγεια κατοικία εμβαδού 22,9 τ.μ.. Το κτίσμα αυτό, τόσο στο έντυπο Ε9, το οποίο συνυποβλήθηκε με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του αναιρεσείοντος οικονομικού έτους 1997, όσο και στη δήλωση περιουσιακής κατάστασής του που υποβλήθηκε στις 31.7.1997, δηλώθηκε ως έχον συνολικό εμβαδόν 35 τ.μ. (βλ. σελ. 9 στοιχείο Α.115). Η παλαιά αυτή εξοχική κατοικία, για την επισκευή της στέγης της οποίας είχε εκδοθεί η 861/1990 άδεια οικοδομής, η οποία θεωρήθηκε για την έναρξη εργασιών στις 28.4.1998, ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε κατά το έτος 1998 (βλ. σελ. 8 στοιχείο Β.117 της από 31.5.2000 δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος) και, σύμφωνα με την από 8.9.2004 έκθεση αυτοψίας των ελεγκτών μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου …υφίσταται πλέον ως διώροφη κατοικία εμβαδού 152 τ.μ. (76 τ.μ. ο κάθε όροφος), με συνεχόμενο, παραπλεύρως και όπισθεν του διώροφου κτιρίου, υπόγειο εμβαδού 29,40 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται επίσης ως κατοικία. Επίσης, στην εμπρόσθια πλευρά της ανωτέρω κατοικίας υφίσταται ένα αυτοτελές υπόγειο μονώροφο κτίσμα συνολικής επιφάνειας 62,37 τ.μ., το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1999 (βλ. σελ. 8 στοιχείο Β.118 της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος έτους 2000), όπως δε προέκυψε από αυτοψία που διενήργησε ο ελεγκτής …στα πλαίσια τακτικού ελέγχου Φορολογίας Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (βλ. την από 11.5.2006 σχετική έκθεση), αποτελείται από δύο (2) «στούντιο» και μία αποθήκη, εμβαδού 51 και 11,37 τ.μ., αντίστοιχα. Με την 1652/2008 απόφαση του Τμήματος, ενόψει των ισχυρισμών του τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείοντος περί μη ύπαρξης αρνητικού αποταμιευτικού υπολοίπου, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τις δαπάνες κτήσης περιουσιακών στοιχείων κατά τα έτη 1998-1999, να προσδιορισθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. η αξία των ως άνω ακινήτων της συζύγου του αναιρεσείοντος, μετά από αφαίρεση της αξίας των τμημάτων (οικοπέδων και κτισμάτων) που προϋπήρχαν της ελεγχόμενης περιόδου. Όπως προέκυψε από τα προσκομισθέντα, σε εκτέλεση της ως άνω προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, 4039/825/13.10.2004 της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης και 33744/10.11.2004 και 37784/10.12.2008 της Δ.Ο.Υ. Ρόδου έγγραφα, για την εκτίμηση της αξίας της εξοχικής κατοικίας της συζύγου του στη Λίνδο υπολογίστηκε το συνολικό εμβαδόν αυτής, χωρίς δηλαδή ν’ αφαιρεθούν τα προϋπάρχοντα του έτους 1998 35 τ.μ., περαιτέρω δε η αξία, τόσο της εν λόγω κατοικίας μετά του υπογείου της, όσο και του αυτοτελούς υπόγειου μονώροφου κτίσματος, το οποίο, αν και αποτελείτο από 11,37 τ.μ. αποθήκης, θεωρήθηκε ολόκληρο, ως προς τη χρήση του, ως κατοικία, προσδιορίστηκε με βάση τον αντικειμενικό προσδιορισμό που ισχύει για τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Η αξία δε αυτή, η οποία, σημειωτέον, είχε ληφθεί υπόψη από την Οικονομική Επιθεωρήτρια, κατά τη σύνταξη της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, για τον προσδιορισμό των δαπανών κτήσης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά τα έτη 1998-1999, ανερχόταν για τη μεν διώροφη κατοικία στο ποσό των 26.883.480 δραχμών (78.895,03 ευρώ), για το δε υπόγειο μονώροφο κτίσμα στο ποσό 9.296.586 δραχμών (27.282,72 ευρώ). Κατόπιν τούτου, με την 35/2010 απόφαση του Τμήματος, ζητήθηκε να προσδιοριστεί το κόστος κατασκευής (και όχι η αξία αγοράς) των ως άνω κτισμάτων, με βάση τις τιμές και τον τρόπο υπολογισμού για το ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομών που ίσχυαν κατά το χρόνο ανέγερσής τους, κατόπιν αφαίρεσης από το συνολικό εμβαδόν της ως άνω επεκταθείσας και ανακαινισθείσας εξοχικής κατοικίας των 35 τ.μ. που προϋπήρχαν, καθώς και υπολογισμού των 11,37 τ.μ. του αυτοτελούς μονώροφου υπογείου κτίσματος ως εχόντων χρήση αποθήκης. Σε εκτέλεση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, με το 2865/21.6.2010 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, προσκομίστηκαν τα από 17.6.2010 φύλλα υπολογισμού της αξίας των εν λόγω κτισμάτων που συντάχθηκαν από τον εφοριακό υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου …κατ’ εφαρμογή της 1129485/479/Γ0013/ΠΟΛ1310/3.12.1996 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, σε συνδυασμό με την 1129488/478/Γ0013/ΠΟΛ1313/ 3.12.1996 όμοια απόφαση, σύμφωνα με τα οποία, η αντικειμενική αξία των εν λόγω κτισμάτων προσδιορίστηκε για τη μεν διώροφη κατοικία που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε το έτος 1998 (αφαιρουμένων των προϋπαρχόντων 35 τ.μ.) στο ποσό των 21.696.480 δραχμών (63.672,72 ευρώ), για το δε μονώροφο υπόγειο κτίσμα (με βοηθητικό χώρο 11,37 τ.μ.) που κατασκευάστηκε το έτος 1999 στο ποσό των 7.979.088 δραχμών (23.416,25 ευρώ). Οι υπουργικές αποφάσεις, όμως, αυτές, με βάση τις οποίες έγινε ο εν λόγω υπολογισμός, αφορούν στον προσδιορισμό με αντικειμενικά κριτήρια της φορολογητέας αξίας των ακινήτων σε περίπτωση μεταβίβασής τους, και όχι στον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους κατασκευής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του ν.2238/1994, ο οποίος ισχύει σε περίπτωση ανέγερσης ή επέκτασης οικοδομών μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, όπως εν προκειμένω. Εξάλλου, ο τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, όπως προκύπτει από τα οικεία παραστατικά, η πραγματική συνολική δαπάνη, στην οποία προέβησαν με τη σύζυγό του για την κατασκευή των εν λόγω ακινήτων, ανήλθε για τη μεν επέκταση της διώροφης εξοχικής κατοικίας στο ποσό των 20.128.332 δραχμών, για τη δε ανέγερση του μονώροφου κτίσματος στο ποσό των 6.208.314 δραχμών. Περαιτέρω, με το από 22.2.2011 υπόμνημά του, προσκόμισε τις από 20.10.2010 βεβαιώσεις του Αρχιτέκτονα Μηχανικού …με συνημμένα τα σχετικά έντυπα υπολογισμού του ελάχιστου κόστους οικοδομής των ανωτέρω ακινήτων, κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 35 του ν.2238/1994, εκδοθείσας 1137140/2439/Α0012/ΠΟΛ.1277/5.12.1994 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., σύμφωνα με τα οποία το ελάχιστο αυτό κόστος ανέρχεται για τη μεν διώροφη κατοικία (αφαιρουμένων των προϋπαρχόντων 35 τ.μ.) στο ποσό των 27.800 ευρώ (9.472.850 δραχμών), για το δε μονώροφο κτίσμα (με βοηθητικό χώρο 11,37 τ.μ.) στο ποσό των 15.500 ευρώ (5.281.625 δραχμών). Με τα δεδομένα αυτά το Τμήμα έκρινε ότι, εφόσον το ελάχιστο κόστος κατασκευής των εν λόγω ακινήτων, το οποίο προκύπτει από τα προβλεπόμενα από την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση έντυπα υπολογισμού που συνέταξε ο ανωτέρω μηχανικός και αποτελούν, ως εκ τούτου, απλές γνωμοδοτήσεις (άρθρο 168 Κ.Δ.Δ.), υπολείπεται του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα πραγματικού κόστους, για τον προσδιορισμό της δαπάνης ανέγερσης των ακινήτων αυτών πρέπει να ληφθεί υπόψη το δηλούμενο από τον ίδιο μεγαλύτερο κόστος, δηλαδή για τη μεν διώροφη κατοικία το ποσό των 20.128.332 δραχμών, για το δε μονώροφο υπόγειο κτίσμα το ποσό των 6.208.314 δραχμών. Περαιτέρω, ενόψει του προβαλλόμενου ισχυρισμού ότι η εξόφληση της δαπάνης για την κατασκευή, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού, των προαναφερόμενων ακινήτων, κατά τα έτη 1998 και 1999, δεν έγινε εφάπαξ, αλλά σταδιακά και μετά το 1999, δηλαδή σε μεταγενέστερα της ελεγχόμενης περιόδου έτη και εφόσον ως κόστος ανέγερσης οικοδομής υπολογίζεται το πραγματικό ποσό που, με βάση τα οικεία παραστατικά στοιχεία, κατέβαλε ο υπάλληλος ανά ελεγχόμενο έτος, το Τμήμα έκρινε ότι από το σκέλος των δαπανών πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των παραστατικών στοιχείων που αυτός επικαλείται (βλ. κατάσταση με υπόλοιπα ανοικτών λογαριασμών στις 31.12.1999) και έχει προσκομίσει σε απλά φωτοαντίγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι μέρος της σχετικής δαπάνης εξοφλήθηκε μετά την 31.12.1999 και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τις ελεγχόμενες χρήσεις 1998 και 1999 βαρύνει η συνολική δαπάνη, ύψους 26.336.646 δραχμών, για την κατασκευή των εν λόγω ακινήτων (ποσού δραχμών 20.128.332 και 6.208.314, αντίστοιχα). Το ποσό δε που πρέπει να αφαιρεθεί από την προαναφερόμενη δαπάνη (26.336.646 δραχμών), ανέρχεται συνολικά σε 6.779.423 δραχμές, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) 4.197.765 δραχμές για την ανακαίνιση και επέκταση της εξοχικής κατοικίας (βλ. την 6150/4.11.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …ποσού 100.000 δραχμών, την 10/27.7.2000 απόδειξη είσπραξης του…, βιοτεχνία αλουμινοκατασκευών και σιδηροκατασκευών, ποσού 250.000 δραχμών, τις 2716/30.5.2000, 2839/13.7.2000, 3697/10.7.2002 και 4633/29.8.2003 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας …εμπόριο αλουμινίου-σιδήρου, ποσού 1.000.000, 500.000, 800 ευρώ ή 272.600 δραχμών και 351,44 ευρώ ή 119.753 δραχμών, αντίστοιχα, την 519/1.11.2001 απόδειξη είσπραξης του…, εμπορία αλουμινίου-σιδήρου, ποσού 500.000 δραχμών, τις 1843/6.4.2000 και 1856/26.6.2000 αποδείξεις είσπραξης της εταιρίας…», φωτιστικά, ποσού 50.000 και 80.000 δραχμών, αντίστοιχα, το 929/14.7.2000 τιμολόγιο πώλησης του…, τέντες, ποσού 226.000 δραχμών, την 1313/8.8.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …τεχνική και εμπορική εταιρία, ποσού 290.500 δραχμών, το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, ηλεκτρολογικό υλικό, κατά το ποσό των 415.275 δραχμών, την 4352/17.3.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …τζάμια, ποσού 188.737 δραχμών, τις 231/5.4.2000, 2415/9.12.2000 και 4039/10.7.2001 αποδείξεις είσπραξης της…, Bosch-Siemens, ποσού 20.000, 50.000 και 25.000 δραχμών, αντίστοιχα και το 453/29.5.2000 γραμμάτιο είσπραξης της εταιρίας …συστήματα αυτόματου ελέγχου πυρανίχνευσης-κατάσβεσης-ασφάλειας, ποσού 109.900 δραχμών και β) 2.581.658 δραχμές για την κατασκευή του υπόγειου μονώροφου κτίσματος (βλ. το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, εμπειροτέχνη εργολάβου, ποσού 2.034.000 δραχμών, την 2/3.3.2000 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του…, υδραυλικού, ποσού 339.000 δραχμών, την 1402/9.8.2000 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας …φωτιστικά-ηλεκτρολογικά, ποσού 70.233 δραχμών και το 162/5.3.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του…, ηλεκτρολογικό υλικό, κατά το ποσό των 138.425 δραχμών). Επομένως, η δαπάνη που κατέβαλε τελικά κατά τα ελεγχόμενα έτη 1998 και 1999 για την κατασκευή των ανωτέρω κτισμάτων ανέρχεται στο ποσό των 19.557.223 (26.336.646 - 6.779.423) δραχμών.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ανωτέρω πορισματική έκθεση, καθώς και το προσκομισθέν, σε εκτέλεση της 1652/2008 προδικαστικής απόφασης του Τμήματος, 4902/11.12.2008 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ο προσδιορισμός της δαπάνης διαβίωσης για τα ως άνω ελεγχόμενα έτη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των δραχμών 3.600.000 για το 1997, 4.100.000 για το 1998 και 4.700.000 για το 1999 και συνολικά στο ποσό των 12.400.000 δραχμών, έγινε με βάση τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), αφού ελήφθη υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του καθ’ ού (τρία μέλη), το ύψος του οικογενειακού εισοδήματός του και το γεγονός ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο κύριας κατοικίας, ποσά που κρίνονται εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει, μάλιστα, του ότι η δηλωθείσα από τον ίδιο, στις φορολογικές δηλώσεις οικονομικών ετών 1998, 1999 και 2000, τεκμαρτή δαπάνη αγοράς Ι.Χ. αυτοκινήτου ανέρχεται στο ποσό των 5.700.000 δραχμών κατ’ έτος και, ως εκ τούτου, είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγαλύτερη από αυτή που προκύπτει ως άνω με βάση τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε. που έλαβε υπόψη η Οικονομική Επιθεωρήτρια. Για το λόγο δε αυτό, ο ισχυρισμός του καθ’ ού ότι εσφαλμένα υπολογίστηκε από την τελευταία το ύψος των δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του με βάση τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε., αντί με βάση τις δηλούμενες στις φορολογικές του δηλώσεις δαπάνες, αλυσιτελώς προβάλλεται. Εξάλλου, από την ίδια πορισματική έκθεση προκύπτει ότι στο σκέλος των δαπανών του καθ’ ού συνυπολογίστηκαν τα ποσά φόρου εισοδήματος που αυτός κατέβαλε, σύμφωνα με τα οικεία εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία, για τα ελεγχόμενα έτη 1997, 1998 και 1999, ανήλθαν σε 1.494.000, 2.246.000 και 1.796.000 δραχμές, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 5.536.000 δραχμών, καθώς και ποσό 1.056.000 δραχμών για την αγορά 80 μετοχών της εταιρίας «Ο.Τ.Ε. Α.Ε.» στις 23.6.1997 (βλ. τα 13087/24.9.2003 και 25615/21.6.2005 έγγραφα της εταιρίας «ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.»).
Κατά συνέπεια, το σύνολο των εξόδων του καθ’ ού κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999 ανέρχεται στο ποσό των 38.549.223 δραχμών, το οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναλύεται στα εξής ποσά: α) 12.400.000 δραχμές ως δαπάνη διαβίωσης, β) 5.536.000 δραχμές ως καταβληθείς φόρος εισοδήματος, γ) 1.056.000 δραχμές για την αγορά των ως άνω μετοχών και δ) 19.557.223 δραχμές για την κατασκευή των προαναφερόμενων κτισμάτων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα των Τραπεζών, το πραγματικό χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών του καθ' ού στις 31.12.1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.098.708 δραχμών, το οποίο αναλύεται σε 13.114.488 δραχμές στον 32558534 λογαριασμό του στην πρώην ΙΟΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ήδη ALPHA BANK, 1.315.137 δραχμές στον 099/02624-00010/79 λογαριασμό του στην πρώην Τράπεζα Εργασίας και ήδη EUROBANK, 553.618 δραχμές στον 24878902 κοινό με τη θυγατέρα του Ειρήνη λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα και 115.465 δραχμές στον 3832511 κοινό με τη σύζυγό του λογαριασμό στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου. Κατ’ ακολουθία των εκτεθέντων, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι α) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος με το από 29.10.2007 υπόμνημά του ισχυρισμός του καθ’ ού, ότι στην περίπτωσή του παραβιάστηκε το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, δεδομένου ότι η ένδικη αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας δεν συνιστά δυσμενή διοικητική πράξη σε βάρος του, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου της διαδικασίας, αλλά αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο - αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η σχετική πορισματική έκθεση - με το οποίο ζητείται η έκδοση καταλογιστικής απόφασης το πρώτον από το Δικαστήριο, στη διαδικασία ενώπιον του οποίου μετέχει ο καθ’ ού ως διάδικος της δίκης και, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τους ισχυρισμούς του επί του επικείμενου καταλογισμού, ενώ με το ΕΜΠ.94/6.5.2005 έγγραφο της ως άνω Οικονομικής Επιθεωρήτριας, το οποίο δεν αποτελεί καταλογιστική πράξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο καθ’ ού, κλήθηκε αυτός, πριν από τη σύνταξη της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, να δικαιολογήσει το αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο που προέκυψε από τον ως άνω διενεργηθέντα έλεγχο και β) εφόσον το σύνολο των μεν εσόδων του καθ’ ού κατά τα ελεγχόμενα έτη 1997-1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 49.871.355 δραχμών, των δε εξόδων του στο ποσό των 38.549.223 δραχμών, ο ανωτέρω έπρεπε να διαθέτει στις 31.12.1999 χρηματικό υπόλοιπο (αποταμίευση) ποσό 11.322.132 δραχμών και δεδομένου ότι η αποταμίευση του καθ’ ού κατά το ίδιο χρονικό σημείο ανερχόταν στο ποσό των 15.098.708 δραχμών και, ως εκ τούτου, αυτός εμφανίζει αρνητικό αποταμιευτικό υπόλοιπο ύψους 3.776.576 δραχμών ή 11.083 ευρώ, το οποίο δεν δικαιολογείται με βάση τα προερχόμενα από εμφανείς και νόμιμες πηγές έσοδά του, έπρεπε η αίτηση του Γενικού Επιτρόπου να γίνει εν μέρει δεκτή και να περιοριστεί το καταλογιστέο ποσό στο ύψος των έντεκα χιλιάδων ογδόντα τριών (11.083) ευρώ.
VΙ. Το δικάσαν Τμήμα, με βάση τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την κρίση του, και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σκέψη V της παρούσας, ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό του τότε καθ’ ού και ήδη αναιρεσείοντος ότι παραβιάστηκε στην περίπτωσή του το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος από το Δικαστήριο της ουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι τόσο η από 27.12.2007 αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τον καταλογισμό του αναιρεσείοντος όσο και η ΕΜΠ159/18.7.2005 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας δεν αποτελούν πράξεις καταλογισμού, ενώ εξάλλου με το ΕΜΠ94/6.5.2005 έγγραφο της Οικονομικής Επιθεωρήτριας, ήτοι πριν από την έκδοση της ανωτέρω πορισματικής έκθεσης, ο αναιρεσείων κλήθηκε να διατυπώσει τις απόψεις του επί των ευρημάτων του ελέγχου. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί πλημμελούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι αυτή ι) εσφαλμένα συνυπολόγισε για τον προσδιορισμό της συνολικής δαπάνης κατασκευής διαφόρων κτισμάτων εντός του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 1997-1999 (ελεγχόμενη περίοδο) ποσά ύψους 1.569.523 δρχ., τα οποία όμως έπρεπε να αφαιρεθούν εφόσον δαπανήθηκαν μετά τις 31.12.1999, και ιι) δεν έλαβε υπόψη της κατά τον προσδιορισμό των εσόδων του κατά την ελεγχόμενη περίοδο διάφορα ποσά σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν (δεδομένου ότι ορισμένα εξ αυτών δεν παρατίθενται), απαραδέκτως προβάλλονται και συνεπώς είναι απορριπτέοι, καθόσον βάλλουν κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ανάλυσης, στάθμισης, εκτίμησης και αξιολόγησης των αποδείξεων από το Τμήμα (Ολ.ΕΣ 1 και 3649/2013, 2825/2006). Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το οικογενειακό εισόδημά του της προηγούμενης της διενέργειας του ελέγχου δεκαετίας, από το οποίο προκύπτει ότι το κόστος απόκτησης περιουσιακών στοιχείων από αυτόν κατά την ελεγχόμενη περίοδο 1997-1999 υπερκαλύπτεται από τα έσοδα των ετών 1985-1999, καθόσον το Τμήμα με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) προσδιόρισε τα έσοδα και έξοδα του αναιρεσείοντος κατά την ελεγχόμενη περίοδο, προσέθεσε δε στα έσοδά του αυτά το χρηματικό υπόλοιπο (ύψους 5.678.355 δρχ.) των τραπεζικών του λογαριασμών στις 9.4.1997, ήτοι την προηγούμενη της ανάληψης των καθηκόντων του ως Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης του ΣΔΟΕ Ν. Αιγαίου, όπως αυτό προέκυπτε από τις οικείες βεβαιώσεις των τραπεζών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης (άρθρα 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.4129/2013, 61 και 117 π.δ.1225/1981). 

Για τους λόγους αυτούς 

Απορρίπτει την 21.12.2011 αίτηση του … για αναίρεση της 3045/2011 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης. 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΓΝΑΡΔΕΛΛΗ 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.