Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1690/2015 (7μ.): ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ Ή ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΣ ΔΑΣΜΟΣ Ή ΦΟΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Ή ΝΑ ΑΥΑΞΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΝΟΜΟ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ



Επί επιβολής ή αύξησης ενός εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, χωρίς να χρειάζεται τυπικός νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται η ωφέλεια των εισαγωγέων σε βάρος του Δημοσίου και των καταναλωτών, διά της, μετά την αναγγελία της επικείμενης φορολογίας, αθρόας εισαγωγής εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση, και της διάθεσής τους μετά την έκδοση του νόμου σε τιμή προσαυξημένη κατά τον μη καταβληθέντα δασμό ή φόρο κατανάλωσης. Παράλληλα, όμως, ένας τέτοιος εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, προορισμένος να επιβαρύνει προϊόντα που διατίθενται στην κατανάλωση, δεν μπορεί να επιβάλλεται ή να αυξάνεται με νόμο αναδρομικής ισχύος που θα έφθανε, μάλιστα, το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε, καθώς η επίρριψή του στην κατανάλωση, που τόση σημασία έχει για τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν θα είναι καταρχήν δυνατή. 


Αριθμός 1690/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2015 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
του Διευθυντή Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τη Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (...), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σοφία Λαγουδάκη (Α.Μ. 20450), που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1021/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σταματοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται, σύμφωνα με τον νόμο, η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεώς του Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, μετά την από 16.10.2014 πράξη του Προέδρου του, ζητείται η αναίρεση της 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και της 5109/2010 αναβλητικής αποφάσεως τούτου. Με την προαναφερθείσα οριστική απόφαση το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφάνισε την 74/2004 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης και την δέχθηκε. Με την προσφυγή της η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει α) την τροποποίηση της από 26.5.2000 πράξης του Διευθυντή του Ζ’ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, με την οποία αυτή χρεώθηκε με ειδικό φόρο κατανάλωσης (ε.φ.κ.) μολυβδούχου βενζίνης και β) την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, ποσού του ως άνω φόρου, ανερχόμενου σε 5.568, 42 ευρώ.
3.  Επειδή, στο μεν άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως το εν λόγω άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), ορίζεται ότι «4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…», στο δε άρθρο 2 του ως άνω ν. 3900/2010 ορίζεται ότι: «Κατά αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας…». Κατά το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων και σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, αν το ποσό της διαφοράς που άγεται με το ένδικο μέσο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς, παρά μόνο κατ’ επίκληση της εξαιρετικής διατάξεως του προαναφερθέντος άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (βλ. ΣτΕ 855/2013 7μ.). Κατά την έννοια δε της τελευταίας αυτής διατάξεως, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή, απαιτείται: α) η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τυπικού νόμου σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. ΣτΕ 29/2014 Ολ., 2177/2011 7μ.) και β) το εν λόγω κρίσιμο νομικό ζήτημα, δηλαδή η αντίθεση ορισμένης διάταξης τυπικού νόμου προς το Σύνταγμα ή διεθνή συνθήκη, η οποία, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, να μην έχει κριθεί, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως αναιρέσεως, με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, κατά μείζονα λόγο, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 855/2013 7μ.).
4.  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνημμένο στο αναιρετήριο δικόγραφο σημείωμα της οικείας τελωνειακής αρχής, το ποσό της διαφοράς ανέρχεται στα 5.568,42 ευρώ, δηλαδή υπολείπεται των 40.000 ευρώ και, επομένως, δεν επιτρέπεται καταρχήν η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το ως άνω άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989. Προς άρση του απαραδέκτου αυτού, το αναιρεσείον δημόσιο προβάλλει ότι «…με τον μόνο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται το κεφάλαιο των 1021/2012 και 5109/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με τις οποίες κρίθηκε ρητά ότι η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 2826/2000… αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο δεν έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου σας». Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αναιρεσίβλητη, με το από 9.3.2015 υπόμνημά της, περί αοριστίας του, καθώς και περί υπάρξεως νομολογίας (αποφάσεις 4714, 4699/1983 του Συμβουλίου της Επικρατείας, που, όμως, αναφέρονται σε αναδρομική κύρωση κανονιστικών αποφάσεων βάσει άλλων διατάξεων) είναι απορριπτέα. Συνεπώς, παραδεκτώς ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, στην οποία ενσωματώθηκε η απαραδέκτως προσβαλλομένη 5109/2010 αναβλητική απόφαση του αυτού δικαστηρίου.
5.  Επειδή, στο άρθρο 78 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1.Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2.Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3.Κατ’ εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από την λήξη της συνόδου. 4. … 5. …». Εξ άλλου, το Σύνταγμα του 1952 όριζε στο άρθρο 59 παρ. 1 ότι «Ουδείς φόρος επιβάλλεται ουδ’ εισπράττεται άνευ νόμου. Εξαιρετικώς επί επιβολής ή αυξήσεως εισαγωγικού δασμού, η είσπραξις αυτού επιτρέπεται από της ημέρας της εις την Βουλήν καταθέσεως της περί αυτού προτάσεως νόμου, υπό τον ρητόν όρον της δημοσιεύσεως του νόμου το βραδύτερον εντός δέκα ημερών από της λήξεως της βουλευτικής συνόδου».
6.  Επειδή, με την ως άνω παράγραφο 3 του άρθρου 78 του ισχύοντος Συντάγματος, που ρυθμίζει ειδικά τα της επιβολής ή αύξησης εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης, εισάγεται εξαίρεση όχι μόνο στον κανόνα της παραγράφου 1, (όπως υπό το καθεστώς του άρθρου 59 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), αλλά και στον κανόνα της παραγράφου 2, υπό τους οποίους η παράγραφος 3 τέθηκε. Έτσι, επί επιβολής ή αύξησης ενός τέτοιου δασμού ή φόρου κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, χωρίς να χρειάζεται τυπικός νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται η ωφέλεια των εισαγωγέων σε βάρος του Δημοσίου και των καταναλωτών, διά της, μετά την αναγγελία της επικείμενης φορολογίας, αθρόας εισαγωγής εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση, και της διάθεσής τους μετά την έκδοση του νόμου σε τιμή προσαυξημένη κατά τον μη καταβληθέντα δασμό ή φόρο κατανάλωσης. Παράλληλα, όμως, ένας τέτοιος εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, προορισμένος να επιβαρύνει προϊόντα που διατίθενται στην κατανάλωση, δεν μπορεί να επιβάλλεται ή να αυξάνεται με νόμο αναδρομικής ισχύος που θα έφθανε, μάλιστα, το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε, καθώς η επίρριψή του στην κατανάλωση, που τόση σημασία έχει για τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν θα είναι καταρχήν δυνατή.
7.  Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 22 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2836/2000 (Α’ 168/24.7.2000) προστέθηκε περίπτωση ιγ’ στο περί συντελεστών ειδικού φόρου κατανάλωσης άρθρο 20 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 2127/1993 (Α΄ 48), ως εξής: «ιγ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνη των κωδικών Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) 27.10.00.34 και 27.10.00.36 [ο ειδικός φόρος κατανάλωσης ορίζεται σε] 114.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο». Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου 22 του ν. 2836/2000 ορίζεται ότι «Η ισχύς της παραγράφου 1 … περίπτωση γ’ …. αρχίζει από 18.3.2000…».
8.  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τις αναιρεσιβαλλόμενες, οριστική και αναβλητική, αποφάσεις του δικάσαντος δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Την 24.3.2000 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε την Φ.264/165 πράξη, με θέμα «Φορολογική μεταχείριση αμόλυβδης βενζίνης με προσθήκη απορρυπαντικού πρόσθετου που την καθιστά κατάλληλη για χρήση στους κινητήρες των συμβατικής τεχνολογίας αυτοκινήτων». Η εν λόγω πράξη κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στο Ζ’ Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (ΤΕΤΣ) Πειραιά. Στις 24.5.2000, η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών κατέθεσε στο προαναφερόμενο τελωνείο την 34453/2000 δήλωση ε.φ.κ., προκειμένου να εκτελωνίσει ποσότητα 100.000 λίτρων αμόλυβδης βενζίνης, προέλευσης Γαλλίας, 96,5 οκτανίων, με προσθήκη πρόσθετου απορρυπαντικού, προς χρήση στους συμβατικής τεχνολογίας κινητήρες αυτοκινήτων. Η αναιρεσίβλητη κατέβαλε, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, και τον ε.φ.κ., ο οποίος υπολογίσθηκε με συντελεστή 114.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή με τον συντελεστή που προβλεπόταν στο άρθρο 20 παρ. 1 περ. β’ του ν. 2127/1993, (όπως η εν λόγω διάταξη ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 του ν. 2743/1999, Α’ 211), για την βενζίνη με μόλυβδο (κωδικός Σ.Ο. 27.10.00.34 και 27.10.00.36). Ακολούθως, στις 22.6.2000, η αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέθεσε προσφυγή, με την οποία υποστήριξε ότι ο υπολογισμός του αναλογούντος ε.φ.κ. έπρεπε να γίνει με συντελεστή 98.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή επί τη βάσει του συντελεστή για την βενζίνη χωρίς μόλυβδο (μέχρι 96,5 οκτάνια), που προβλέπεται στην περ. γ’ του ήδη αναφερθέντος άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2127/1993, όπως τότε ίσχυε, και όχι βάσει του συντελεστή στον οποίο παρέπεμπε η προαναφερόμενη από 24.3.2000 πράξη του Διευθυντή Ε.Φ.Κ. του Υπουργείου Οικονομικών, ζήτησε δε να γίνει δεκτή η ανάκληση της προηγούμενης δήλωσής της ε.φ.κ., να τροποποιηθεί η αντίστοιχη πράξη χρέωσης και να της επιστραφεί η προκύπτουσα διαφορά ε.φ.κ., ύψους 5.568,42 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. Στο μεταξύ, στις 24.7.2000, δημοσιεύθηκε ο ν. 2836 με το περιεχόμενο που εκτέθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο), με την 74/2004 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία, ακολούθως, άσκησε έφεση. Το δικάσαν δικαστήριο, με την 5109/2010 προδικαστική απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο να διευκρινίσει: α) πότε κατατέθηκε το νομοσχέδιο του μετέπειτα ψηφισθέντος ν. 2836/2000 και β) πότε κατατέθηκε η «τροπολογία», με την οποία, όπως υποστήριξε η αναιρεσίβλητη, εισήχθη η διάταξη περί αναδρομικής (από 18.3.2000) ισχύος της ρύθμισης του 22 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2836/2000. Σε εκτέλεση της ως άνω προδικαστικής απόφασης το Δημόσιο προσκόμισε ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου την 949/15.4.2011 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου της Βουλής των Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία «…το νομοσχέδιο… κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 12.6.2000, ψηφίστηκε στην συνεδρίαση Α’ του Τμήματος Διακοπής των Εργασιών της Βουλής (Θέρος 2000) και έγινε ο ν. 2836/2000. Σχετικά με την διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22, σας ενημερώνουμε ότι δεν αφορά τροπολογία, αλλά είναι το άρθρο 22 κατατεθειμένο εξαρχής…». Κατόπιν τούτων, με την ήδη παραδεκτώς προσβαλλόμενη 1021/2012 οριστική απόφασή του, το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την σκέψη ότι «…εφόσον το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στην Βουλή των Ελλήνων την 12.6.2000, …η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ως άνω νόμου, …αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος…».
9.  Επειδή, κατά τα αναφερθέντα, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 3 του Συντάγματος επιβλήθηκε με την διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 2836/2000 κατά το Σύνταγμα αναδρομικώς, από 18.3.2000, φόρος κατανάλωσης επί του νέου τύπου αμόλυβδης βενζίνης (με κωδικούς Σ.Ο. 27.10.00.27, 27.10.00.29 και 27.10.00.32), του φόρου τούτου δυναμένου να εισπραχθεί το νωρίτερο από τις 12.6.2000, ήτοι από την ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου που, στη συνέχεια, κατέστη ο ν. 2836/2000. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, τόσο ο αντίθετος λόγος, όσο και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, θα έπρεπε, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, να απορριφθούν. Δεδομένου, όμως, ότι το Τμήμα άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, πρέπει, κατά το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, ενόψει μάλιστα και της αντίθετης νομολογίας (ΣτΕ 4225/1988 7μ., πρβλ. ΣτΕ 1454/1967 Ολ.), το ζήτημα αυτό, όπως και η υπόθεση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου και να ορισθεί ενώπιόν της ως εισηγητής ο Σύμβουλος Η. Τσακόπουλος. 

Διά ταύτα 

Απέχει να αποφανθεί.
Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώπιον της οποίας ορίζει ως εισηγητή τον Σύμβουλο Ηρακλή Τσακόπουλο.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου και 20 Απριλίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 2015. 

Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος  Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος
 
Φ. Αρναούτογλου       Ι. Μητροτάσιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1690/2015 (7μ.): ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ Ή ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΣ ΔΑΣΜΟΣ Ή ΦΟΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Ή ΝΑ ΑΥΑΞΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΝΟΜΟ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ



Επί επιβολής ή αύξησης ενός εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, χωρίς να χρειάζεται τυπικός νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται η ωφέλεια των εισαγωγέων σε βάρος του Δημοσίου και των καταναλωτών, διά της, μετά την αναγγελία της επικείμενης φορολογίας, αθρόας εισαγωγής εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση, και της διάθεσής τους μετά την έκδοση του νόμου σε τιμή προσαυξημένη κατά τον μη καταβληθέντα δασμό ή φόρο κατανάλωσης. Παράλληλα, όμως, ένας τέτοιος εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, προορισμένος να επιβαρύνει προϊόντα που διατίθενται στην κατανάλωση, δεν μπορεί να επιβάλλεται ή να αυξάνεται με νόμο αναδρομικής ισχύος που θα έφθανε, μάλιστα, το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε, καθώς η επίρριψή του στην κατανάλωση, που τόση σημασία έχει για τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν θα είναι καταρχήν δυνατή. 


Αριθμός 1690/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2015 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
του Διευθυντή Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τη Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (...), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σοφία Λαγουδάκη (Α.Μ. 20450), που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1021/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σταματοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται, σύμφωνα με τον νόμο, η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεώς του Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, μετά την από 16.10.2014 πράξη του Προέδρου του, ζητείται η αναίρεση της 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, καθώς και της 5109/2010 αναβλητικής αποφάσεως τούτου. Με την προαναφερθείσα οριστική απόφαση το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφάνισε την 74/2004 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης και την δέχθηκε. Με την προσφυγή της η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει α) την τροποποίηση της από 26.5.2000 πράξης του Διευθυντή του Ζ’ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, με την οποία αυτή χρεώθηκε με ειδικό φόρο κατανάλωσης (ε.φ.κ.) μολυβδούχου βενζίνης και β) την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, ποσού του ως άνω φόρου, ανερχόμενου σε 5.568, 42 ευρώ.
3.  Επειδή, στο μεν άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως το εν λόγω άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), ορίζεται ότι «4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…», στο δε άρθρο 2 του ως άνω ν. 3900/2010 ορίζεται ότι: «Κατά αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας…». Κατά το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων και σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, αν το ποσό της διαφοράς που άγεται με το ένδικο μέσο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς, παρά μόνο κατ’ επίκληση της εξαιρετικής διατάξεως του προαναφερθέντος άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (βλ. ΣτΕ 855/2013 7μ.). Κατά την έννοια δε της τελευταίας αυτής διατάξεως, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή, απαιτείται: α) η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντιθέσεως διατάξεως τυπικού νόμου σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. ΣτΕ 29/2014 Ολ., 2177/2011 7μ.) και β) το εν λόγω κρίσιμο νομικό ζήτημα, δηλαδή η αντίθεση ορισμένης διάταξης τυπικού νόμου προς το Σύνταγμα ή διεθνή συνθήκη, η οποία, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, να μην έχει κριθεί, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως αναιρέσεως, με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, κατά μείζονα λόγο, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 855/2013 7μ.).
4.  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνημμένο στο αναιρετήριο δικόγραφο σημείωμα της οικείας τελωνειακής αρχής, το ποσό της διαφοράς ανέρχεται στα 5.568,42 ευρώ, δηλαδή υπολείπεται των 40.000 ευρώ και, επομένως, δεν επιτρέπεται καταρχήν η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το ως άνω άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989. Προς άρση του απαραδέκτου αυτού, το αναιρεσείον δημόσιο προβάλλει ότι «…με τον μόνο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται το κεφάλαιο των 1021/2012 και 5109/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με τις οποίες κρίθηκε ρητά ότι η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 2826/2000… αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο δεν έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου σας». Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αναιρεσίβλητη, με το από 9.3.2015 υπόμνημά της, περί αοριστίας του, καθώς και περί υπάρξεως νομολογίας (αποφάσεις 4714, 4699/1983 του Συμβουλίου της Επικρατείας, που, όμως, αναφέρονται σε αναδρομική κύρωση κανονιστικών αποφάσεων βάσει άλλων διατάξεων) είναι απορριπτέα. Συνεπώς, παραδεκτώς ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, στην οποία ενσωματώθηκε η απαραδέκτως προσβαλλομένη 5109/2010 αναβλητική απόφαση του αυτού δικαστηρίου.
5.  Επειδή, στο άρθρο 78 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1.Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2.Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3.Κατ’ εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από την λήξη της συνόδου. 4. … 5. …». Εξ άλλου, το Σύνταγμα του 1952 όριζε στο άρθρο 59 παρ. 1 ότι «Ουδείς φόρος επιβάλλεται ουδ’ εισπράττεται άνευ νόμου. Εξαιρετικώς επί επιβολής ή αυξήσεως εισαγωγικού δασμού, η είσπραξις αυτού επιτρέπεται από της ημέρας της εις την Βουλήν καταθέσεως της περί αυτού προτάσεως νόμου, υπό τον ρητόν όρον της δημοσιεύσεως του νόμου το βραδύτερον εντός δέκα ημερών από της λήξεως της βουλευτικής συνόδου».
6.  Επειδή, με την ως άνω παράγραφο 3 του άρθρου 78 του ισχύοντος Συντάγματος, που ρυθμίζει ειδικά τα της επιβολής ή αύξησης εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου κατανάλωσης, εισάγεται εξαίρεση όχι μόνο στον κανόνα της παραγράφου 1, (όπως υπό το καθεστώς του άρθρου 59 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), αλλά και στον κανόνα της παραγράφου 2, υπό τους οποίους η παράγραφος 3 τέθηκε. Έτσι, επί επιβολής ή αύξησης ενός τέτοιου δασμού ή φόρου κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, χωρίς να χρειάζεται τυπικός νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται η ωφέλεια των εισαγωγέων σε βάρος του Δημοσίου και των καταναλωτών, διά της, μετά την αναγγελία της επικείμενης φορολογίας, αθρόας εισαγωγής εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση, και της διάθεσής τους μετά την έκδοση του νόμου σε τιμή προσαυξημένη κατά τον μη καταβληθέντα δασμό ή φόρο κατανάλωσης. Παράλληλα, όμως, ένας τέτοιος εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, προορισμένος να επιβαρύνει προϊόντα που διατίθενται στην κατανάλωση, δεν μπορεί να επιβάλλεται ή να αυξάνεται με νόμο αναδρομικής ισχύος που θα έφθανε, μάλιστα, το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε, καθώς η επίρριψή του στην κατανάλωση, που τόση σημασία έχει για τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν θα είναι καταρχήν δυνατή.
7.  Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 22 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2836/2000 (Α’ 168/24.7.2000) προστέθηκε περίπτωση ιγ’ στο περί συντελεστών ειδικού φόρου κατανάλωσης άρθρο 20 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 2127/1993 (Α΄ 48), ως εξής: «ιγ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνη των κωδικών Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Σ.Ο.) 27.10.00.34 και 27.10.00.36 [ο ειδικός φόρος κατανάλωσης ορίζεται σε] 114.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο». Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου 22 του ν. 2836/2000 ορίζεται ότι «Η ισχύς της παραγράφου 1 … περίπτωση γ’ …. αρχίζει από 18.3.2000…».
8.  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τις αναιρεσιβαλλόμενες, οριστική και αναβλητική, αποφάσεις του δικάσαντος δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Την 24.3.2000 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε την Φ.264/165 πράξη, με θέμα «Φορολογική μεταχείριση αμόλυβδης βενζίνης με προσθήκη απορρυπαντικού πρόσθετου που την καθιστά κατάλληλη για χρήση στους κινητήρες των συμβατικής τεχνολογίας αυτοκινήτων». Η εν λόγω πράξη κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στο Ζ’ Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (ΤΕΤΣ) Πειραιά. Στις 24.5.2000, η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών κατέθεσε στο προαναφερόμενο τελωνείο την 34453/2000 δήλωση ε.φ.κ., προκειμένου να εκτελωνίσει ποσότητα 100.000 λίτρων αμόλυβδης βενζίνης, προέλευσης Γαλλίας, 96,5 οκτανίων, με προσθήκη πρόσθετου απορρυπαντικού, προς χρήση στους συμβατικής τεχνολογίας κινητήρες αυτοκινήτων. Η αναιρεσίβλητη κατέβαλε, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, και τον ε.φ.κ., ο οποίος υπολογίσθηκε με συντελεστή 114.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή με τον συντελεστή που προβλεπόταν στο άρθρο 20 παρ. 1 περ. β’ του ν. 2127/1993, (όπως η εν λόγω διάταξη ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 του ν. 2743/1999, Α’ 211), για την βενζίνη με μόλυβδο (κωδικός Σ.Ο. 27.10.00.34 και 27.10.00.36). Ακολούθως, στις 22.6.2000, η αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέθεσε προσφυγή, με την οποία υποστήριξε ότι ο υπολογισμός του αναλογούντος ε.φ.κ. έπρεπε να γίνει με συντελεστή 98.000 δρχ. ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή επί τη βάσει του συντελεστή για την βενζίνη χωρίς μόλυβδο (μέχρι 96,5 οκτάνια), που προβλέπεται στην περ. γ’ του ήδη αναφερθέντος άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2127/1993, όπως τότε ίσχυε, και όχι βάσει του συντελεστή στον οποίο παρέπεμπε η προαναφερόμενη από 24.3.2000 πράξη του Διευθυντή Ε.Φ.Κ. του Υπουργείου Οικονομικών, ζήτησε δε να γίνει δεκτή η ανάκληση της προηγούμενης δήλωσής της ε.φ.κ., να τροποποιηθεί η αντίστοιχη πράξη χρέωσης και να της επιστραφεί η προκύπτουσα διαφορά ε.φ.κ., ύψους 5.568,42 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. Στο μεταξύ, στις 24.7.2000, δημοσιεύθηκε ο ν. 2836 με το περιεχόμενο που εκτέθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο), με την 74/2004 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία, ακολούθως, άσκησε έφεση. Το δικάσαν δικαστήριο, με την 5109/2010 προδικαστική απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο να διευκρινίσει: α) πότε κατατέθηκε το νομοσχέδιο του μετέπειτα ψηφισθέντος ν. 2836/2000 και β) πότε κατατέθηκε η «τροπολογία», με την οποία, όπως υποστήριξε η αναιρεσίβλητη, εισήχθη η διάταξη περί αναδρομικής (από 18.3.2000) ισχύος της ρύθμισης του 22 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2836/2000. Σε εκτέλεση της ως άνω προδικαστικής απόφασης το Δημόσιο προσκόμισε ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου την 949/15.4.2011 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου της Βουλής των Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία «…το νομοσχέδιο… κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 12.6.2000, ψηφίστηκε στην συνεδρίαση Α’ του Τμήματος Διακοπής των Εργασιών της Βουλής (Θέρος 2000) και έγινε ο ν. 2836/2000. Σχετικά με την διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22, σας ενημερώνουμε ότι δεν αφορά τροπολογία, αλλά είναι το άρθρο 22 κατατεθειμένο εξαρχής…». Κατόπιν τούτων, με την ήδη παραδεκτώς προσβαλλόμενη 1021/2012 οριστική απόφασή του, το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την σκέψη ότι «…εφόσον το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στην Βουλή των Ελλήνων την 12.6.2000, …η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ως άνω νόμου, …αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος…».
9.  Επειδή, κατά τα αναφερθέντα, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 3 του Συντάγματος επιβλήθηκε με την διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 2836/2000 κατά το Σύνταγμα αναδρομικώς, από 18.3.2000, φόρος κατανάλωσης επί του νέου τύπου αμόλυβδης βενζίνης (με κωδικούς Σ.Ο. 27.10.00.27, 27.10.00.29 και 27.10.00.32), του φόρου τούτου δυναμένου να εισπραχθεί το νωρίτερο από τις 12.6.2000, ήτοι από την ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου που, στη συνέχεια, κατέστη ο ν. 2836/2000. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, τόσο ο αντίθετος λόγος, όσο και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, θα έπρεπε, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, να απορριφθούν. Δεδομένου, όμως, ότι το Τμήμα άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, πρέπει, κατά το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, ενόψει μάλιστα και της αντίθετης νομολογίας (ΣτΕ 4225/1988 7μ., πρβλ. ΣτΕ 1454/1967 Ολ.), το ζήτημα αυτό, όπως και η υπόθεση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου και να ορισθεί ενώπιόν της ως εισηγητής ο Σύμβουλος Η. Τσακόπουλος. 

Διά ταύτα 

Απέχει να αποφανθεί.
Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώπιον της οποίας ορίζει ως εισηγητή τον Σύμβουλο Ηρακλή Τσακόπουλο.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου και 20 Απριλίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 2015. 

Ο Πρόεδρος του Β' Τμήματος  Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος
 
Φ. Αρναούτογλου       Ι. Μητροτάσιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.