Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1491/2015: ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ & ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ



 ΕΚΛΟΓΗ ΜΕΛΟΥΣ Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. - ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ - ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ


  • Μόνη η επίκληση της ιδιότητας του καθηγητή Τμήματος ΑΕΙ και του απορρέοντος από αυτήν ευλόγου ενδιαφέροντος για τη νομιμότητα της εκλογής των μελών του ΔΕΠ («καθηγητών» κατά την ορολογία του ν. 4009/2011) και την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος καθώς και της ιδιότητος του μέλους του εκλεκτορικού σώματος, δεν αρκούν για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, αλλά απαιτείται ο αιτών, μέλος του Τμήματος, να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη προσωπική και άμεση βλάβη, την οποία υφίσταται από την πράξη αυτή. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν στη σχετική διαδικασία εκλογής δεν μετείχαν και άλλοι υποψήφιοι (βλ. ΣτΕ 4841/2014, 2258, 3379/2013, 5067/2012 7μ. για τα Πανεπιστήμια και ΣτΕ 4716/2013, 5066/2012 7μ., για τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα).
  • Ουδεμία επιρροή επί του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, μπορεί να ασκήσει το γεγονός ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες επήλθε μεταστροφή της νομολογίας του, δημοσιεύθηκαν μετά την ημερομηνία καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι, πάντως, οι παραδοχές των αποφάσεων αυτών δεν μπορούν να υιοθετηθούν και επί των εκκρεμών υποθέσεων, όπως και η προκειμένη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ενόψει του ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ελέγχεται κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως, ενώ θα πρέπει να συντρέχει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, η επιγενόμενη του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν αρκεί να καταστήσει παραδεκτή σε κάθε περίπτωση την αίτηση αυτή.


Αριθμός 1491/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Α.- Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Π. Γρουμπού, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Στ´ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 24 Απριλίου 2012 αίτηση: 
...



Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτησή τους και τους πληρεξούσιους του Πανεπιστημίου και του παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο


 
1. ...
2. ...
3. ...
4. Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. … 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει». Τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, …».
5. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν».
6. Επειδή, στο άρθρο 20 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195/6.9.2011) ορίζεται ότι: «1. α) Ο διορισμός των καθηγητών γίνεται με πράξη του Πρύτανη … 2. Ο Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ελέγχει τη νομιμότητα οποιασδήποτε εκλογής ή εξέλιξης είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αναφορά που υποβάλλεται είτε από συνυποψήφιο του εκλεγέντος είτε από οποιοδήποτε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του ιδρύματος. Ο έλεγχος νομιμότητας από τον Υπουργό ολοκληρώνεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την παραλαβή του φακέλου».
7. Επειδή, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον για την τήρηση της νομιμότητας κατά την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, αλλά απαιτείται προσωπικό και άμεσο έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται, όταν ο αιτών δεν είναι ο αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξεως, από το σύνδεσμο μεταξύ των εννόμων συνεπειών της πράξεως αυτής και της συγκεκριμένης νομικής καταστάσεως ή ιδιότητας του αιτούντος. Ως εκ τούτου, μόνη η επίκληση της ιδιότητας του καθηγητή Τμήματος ΑΕΙ και του απορρέοντος από αυτήν ευλόγου ενδιαφέροντος για τη νομιμότητα της εκλογής των μελών του ΔΕΠ («καθηγητών» κατά την ορολογία του ν. 4009/2011) και την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος καθώς και της ιδιότητος του μέλους του εκλεκτορικού σώματος, δεν αρκούν για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, αλλά απαιτείται ο αιτών, μέλος του Τμήματος, να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη προσωπική και άμεση βλάβη, την οποία υφίσταται από την πράξη αυτή. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν στη σχετική διαδικασία εκλογής δεν μετείχαν και άλλοι υποψήφιοι (βλ. ΣτΕ 4841/2014, 2258, 3379/2013, 5067/2012 7μ. για τα Πανεπιστήμια και ΣτΕ 4716/2013, 5066/2012 7μ., για τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα). Εξάλλου, με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4009/2011, προβλέφθηκε η δυνατότητα κάθε «μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας του ιδρύματος» να υποβάλει στον Υπουργό Παιδείας αναφορά, με την οποία να επισημαίνει παρανομίες της διαδικασίας της εκλογής και διορισμού μέλους του ΔΕΠ του οικείου Πανεπιστημίου, κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου νομιμότητας της εν λόγω διαδικασίας. Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του διοικητικού ελέγχου νομιμότητας, ο οποίος, ούτως ή άλλως, διενεργείται αυτεπαγγέλτως από τον Υπουργό Παιδείας, κατ’ επιταγή, μάλιστα, και του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 874/1992 Ολομ.), χωρίς όμως να επιδιώκεται ή να συνάγεται από αυτήν διεύρυνση του κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών εφετείων, και μάλιστα τέτοιας έκτασης, ώστε κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του οικείου ιδρύματος να δύναται να προσβάλει δικαστικά, προκαλώντας την έναρξη και διεξαγωγή ιδιαίτερης δίκης, κάθε πράξη διορισμού μέλους του ΔΕΠ του Πανεπιστημίου (ΣτΕ 4841/2014).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο παρεμβαίνων, αναπληρωτής καθηγητής του ... Τμήματος ... του ... Πανεπιστημίου ..., υπέβαλε την από 30.3.2009 αίτηση, με την οποία ζήτησε να κινηθεί η κατά νόμον διαδικασία για την εξέλιξή του στη βαθμίδα του καθηγητή στον Τομέα Δημοσίου Δικαίου του ανωτέρω ... Τμήματος, με γνωστικά αντικείμενα «Δημόσιο Λογιστικό Δίκαιο» και «Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Δίκαιο». Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως Ειδικής Συνθέσεως (Γ.Σ.Ε.Σ.) του ... Τμήματος ... του ως άνω Πανεπιστημίου, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 7.4.2009, αποφασίστηκε η προκήρυξη της θέσεως αυτής με γνωστικό αντικείμενο «Δημόσιο Λογιστικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Δίκαιο», ακολούθως δε, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η σχετική ....2009 προκήρυξη (...). Μοναδικός υποψήφιος ήταν ο παρεμβαίνων. Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως Ειδικής Συνθέσεως, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 10.11.2009, συγκροτήθηκε το οικείο εκλεκτορικό σώμα, το οποίο συνεδρίασε ακολούθως στις 15.12.2009 και όρισε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 6 κεφάλαιο Γ παρ. 1 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυε εν προκειμένω, τριμελή εισηγητική επιτροπή. Με την από 23.2.2010 εισηγητική έκθεση της τελευταίας, αφού διαπιστώθηκε ότι ο παρεμβαίνων διέθετε τα νόμιμα προσόντα, προτάθηκε η εκλογή του στη βαθμίδα του καθηγητή, στην οποία και εξελέγη στη συνέχεια με απόφαση που ελήφθη στις 28.5.2010 σε κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνελεύσεως του ... Τμήματος ... και του Εκλεκτορικού Σώματος. Ακολούθως, ο Πρύτανης του ανωτέρω Πανεπιστημίου προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3549/2007, σε έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας και, αφού έλαβε υπόψη και την από 10.1.2011 σχετική γνωμοδότηση του επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου, ..., επί των ζητημάτων που είχε θέσει ο αιτών αμφισβητώντας την εκλογή του παρεμβαίνοντος, έκρινε, με το 616/17.2.2011 έγγραφό του, σύννομη την εκλογή του τελευταίου, για τον διορισμό του οποίου στην επίμαχη θέση εξέδωσε στη συνέχεια την 37/18.2.2011 πράξη του. Κατά της πράξεως αυτής, της οποίας όμως δεν προκύπτει η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο αιτών άσκησε ενώπιον του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων την από 14.3.2011 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την Φ.122.2/21/68551π.έ./Β2/20.2.2012 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Εν τω μεταξύ εκδόθηκε και η ....2011 πράξη του ιδίου Πρύτανη περί διορισμού του παρεμβαίνοντος, η οποία, μετά την απόρριψη της προσφυγής του αιτούντος, δημοσιεύθηκε προσηκόντως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Γ΄ ... 2012).
9. Επειδή, ο αιτών, στρεφόμενος με την υπό κρίση αίτηση κατά της τελευταίας ως άνω πρυτανικής πράξεως περί διορισμού του παρεμβαίνοντος στην επίμαχη θέση ΔΕΠ, επικαλείται για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του την ιδιότητά του ως καθηγητή Γενικής Θεωρίας του Δικαίου (Φιλοσοφίας του Δικαίου) του ... Τμήματος ... του ... Πανεπιστημίου, στο οποίο ανήκει η προκηρυχθείσα θέση, και προβάλλει ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, λόγω και του ευλόγου ενδιαφέροντός του για την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος, έχει ηθικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως και την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως, κατά τη διαδικασία εκδόσεως της οποίας έλαβαν χώρα πολλαπλές πλημμέλειες. Το ηθικό έννομο συμφέρον αποτελούσε, κατά τα προβαλλόμενα από τον αιτούντα με τα κατατεθέντα στις 23-1-2013, 29-5-2014 και 16-6-2014 υπομνήματα, ικανή προϋπόθεση για την κατάφαση του εννόμου συμφέροντος καθηγητή ΑΕΙ προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, σύμφωνα και με τη διαμορφωθείσα από πολλών ετών πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ υποστηρίζεται ότι εξακολουθεί να στοιχειοθετείται και μετά τη διαφοροποίηση της νομολογίας του Δικαστηρίου με την 2303/2011 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ότι μέλη ΔΕΠ ακόμη και του ιδίου Τμήματος δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την ακύρωση πράξεως εκλογής σε θέση μέλους Δ.Ε.Π. του Α.Ε.Ι., εφόσον στην οικεία διαδικασία εκλογής μετείχαν περισσότεροι του ενός υποψήφιοι, διότι στην προκειμένη περίπτωση για την κατάληψη της επίδικης θέσεως μετείχε στη σχετική διαδικασία μόνον ένας υποψήφιος. Περαιτέρω, με τα ανωτέρω υπομνήματα προβάλλεται ότι η επιγενόμενη πλήρης διαφοροποίηση της νομολογίας του Δικαστηρίου με τις 5066 και 5067/2012 αποφάσεις του, δεν μπορεί να καταλάβει και την κρινόμενη αίτηση, κυρίως, διότι οι αποφάσεις αυτές εξεδόθησαν υπό το κράτος της ισχύος διάφορου νομικού καθεστώτος. Συγκεκριμένα, ο αιτών επικαλείται τη νεότερη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4009/2011, η οποία, κατ’ αυτόν, προβλέπει πλέον ρητώς ότι κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του οικείου Πανεπιστημίου, δικαιούται επί διορισμού ή εξέλιξης άλλου μέλους ΔΕΠ όχι μόνο να προσφεύγει ενώπιον του Υπουργού Παιδείας, αλλά και να ασκεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των διοικητικών εφετείων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά περίπτωση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθησαν στην σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ως προς την έννοια της ως άνω διατάξεως, η δυνατότητα που παρέχεται με αυτήν σε κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας να υποβάλει αναφορά στον Υπουργό Παιδείας κατά πράξεως περί διορισμού ή εξέλιξης άλλου μέλους ΔΕΠ δεν συνεπάγεται και αντίστοιχο δικαίωμα να προσβάλει την πράξη αυτή δικαστικά με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών εφετείων. Εξάλλου, ουδεμία επιρροή επί του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, μπορεί να ασκήσει το γεγονός ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες επήλθε μεταστροφή της νομολογίας του, δημοσιεύθηκαν μετά την ημερομηνία καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι, πάντως, οι παραδοχές των αποφάσεων αυτών δεν μπορούν να υιοθετηθούν και επί των εκκρεμών υποθέσεων, όπως και η προκειμένη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ενόψει του ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ελέγχεται κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως, ενώ θα πρέπει να συντρέχει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, η επιγενόμενη του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν αρκεί να καταστήσει παραδεκτή σε κάθε περίπτωση την αίτηση αυτή. Και ναι μεν με την επικαλούμενη 1377/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά αποφάσεως της Ολομελείας της Ακαδημίας Αθηνών περί μη αναδείξεώς του ως τακτικού μέλους αυτής, κρίθηκε παραδεκτή παρέμβαση τακτικού μέλους της Ακαδημίας υπέρ της ως άνω αποφάσεως περί μη εκλογής του εν λόγω υποψηφίου, πλην αβασίμως υποστηρίζει ο αιτών ότι η απόφαση αυτή αποτελεί νέα μεταστροφή της νομολογίας, η οποία ανέτρεψε ήδη τις κρίσεις των προαναφερθεισών αποφάσεων της 7μελούς συνθέσεως του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, και ότι, συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη και στην παρούσα υπόθεση, διότι η ανωτέρω επικαλούμενη απόφαση έκρινε επί υποθέσεως που δεν ταυτίζεται με την προκειμένη, οι δε παραδοχές της στηρίχθηκαν στο διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει το ανώτατο αυτό πνευματικό ίδρυμα.
10. Επειδή, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόσβαση στα δικαστήρια και, ειδικότερα, για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά των εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα πέρα από τα οποία επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από την παραπάνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος ή την ουσιώδη παρεμπόδιση της ασκήσεώς του (βλ. ΣτΕ. 3856/2013, 2969/2011, 944/2010, 271/2008 , 2531/2005 7μ., πρβλ. ΣτΕ 647/2004 Ολομ., ΑΕΔ 33/1995 ). Τέτοια δικονομική προϋπόθεση συμβατή με την ως άνω συνταγματική διάταξη αποτελεί και το καθιερούμενο από το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου στο πρόσωπο του αιτούντος είναι απαραίτητη για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι εφόσον κριθεί, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, ότι στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως θα παραβιασθεί το κατοχυρούμενο από τα ανωτέρω άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμά του σε δικαστική προστασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

ΣτΕ 1491/2015: ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ & ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ



 ΕΚΛΟΓΗ ΜΕΛΟΥΣ Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. - ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ - ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ


  • Μόνη η επίκληση της ιδιότητας του καθηγητή Τμήματος ΑΕΙ και του απορρέοντος από αυτήν ευλόγου ενδιαφέροντος για τη νομιμότητα της εκλογής των μελών του ΔΕΠ («καθηγητών» κατά την ορολογία του ν. 4009/2011) και την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος καθώς και της ιδιότητος του μέλους του εκλεκτορικού σώματος, δεν αρκούν για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, αλλά απαιτείται ο αιτών, μέλος του Τμήματος, να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη προσωπική και άμεση βλάβη, την οποία υφίσταται από την πράξη αυτή. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν στη σχετική διαδικασία εκλογής δεν μετείχαν και άλλοι υποψήφιοι (βλ. ΣτΕ 4841/2014, 2258, 3379/2013, 5067/2012 7μ. για τα Πανεπιστήμια και ΣτΕ 4716/2013, 5066/2012 7μ., για τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα).
  • Ουδεμία επιρροή επί του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, μπορεί να ασκήσει το γεγονός ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες επήλθε μεταστροφή της νομολογίας του, δημοσιεύθηκαν μετά την ημερομηνία καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι, πάντως, οι παραδοχές των αποφάσεων αυτών δεν μπορούν να υιοθετηθούν και επί των εκκρεμών υποθέσεων, όπως και η προκειμένη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ενόψει του ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ελέγχεται κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως, ενώ θα πρέπει να συντρέχει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, η επιγενόμενη του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν αρκεί να καταστήσει παραδεκτή σε κάθε περίπτωση την αίτηση αυτή.


Αριθμός 1491/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Α.- Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Π. Γρουμπού, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Στ´ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 24 Απριλίου 2012 αίτηση: 
...



Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτησή τους και τους πληρεξούσιους του Πανεπιστημίου και του παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο


 
1. ...
2. ...
3. ...
4. Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. … 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει». Τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, …».
5. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν».
6. Επειδή, στο άρθρο 20 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195/6.9.2011) ορίζεται ότι: «1. α) Ο διορισμός των καθηγητών γίνεται με πράξη του Πρύτανη … 2. Ο Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ελέγχει τη νομιμότητα οποιασδήποτε εκλογής ή εξέλιξης είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αναφορά που υποβάλλεται είτε από συνυποψήφιο του εκλεγέντος είτε από οποιοδήποτε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του ιδρύματος. Ο έλεγχος νομιμότητας από τον Υπουργό ολοκληρώνεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την παραλαβή του φακέλου».
7. Επειδή, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον για την τήρηση της νομιμότητας κατά την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, αλλά απαιτείται προσωπικό και άμεσο έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται, όταν ο αιτών δεν είναι ο αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξεως, από το σύνδεσμο μεταξύ των εννόμων συνεπειών της πράξεως αυτής και της συγκεκριμένης νομικής καταστάσεως ή ιδιότητας του αιτούντος. Ως εκ τούτου, μόνη η επίκληση της ιδιότητας του καθηγητή Τμήματος ΑΕΙ και του απορρέοντος από αυτήν ευλόγου ενδιαφέροντος για τη νομιμότητα της εκλογής των μελών του ΔΕΠ («καθηγητών» κατά την ορολογία του ν. 4009/2011) και την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος καθώς και της ιδιότητος του μέλους του εκλεκτορικού σώματος, δεν αρκούν για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, αλλά απαιτείται ο αιτών, μέλος του Τμήματος, να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη προσωπική και άμεση βλάβη, την οποία υφίσταται από την πράξη αυτή. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν στη σχετική διαδικασία εκλογής δεν μετείχαν και άλλοι υποψήφιοι (βλ. ΣτΕ 4841/2014, 2258, 3379/2013, 5067/2012 7μ. για τα Πανεπιστήμια και ΣτΕ 4716/2013, 5066/2012 7μ., για τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα). Εξάλλου, με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4009/2011, προβλέφθηκε η δυνατότητα κάθε «μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας του ιδρύματος» να υποβάλει στον Υπουργό Παιδείας αναφορά, με την οποία να επισημαίνει παρανομίες της διαδικασίας της εκλογής και διορισμού μέλους του ΔΕΠ του οικείου Πανεπιστημίου, κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου νομιμότητας της εν λόγω διαδικασίας. Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του διοικητικού ελέγχου νομιμότητας, ο οποίος, ούτως ή άλλως, διενεργείται αυτεπαγγέλτως από τον Υπουργό Παιδείας, κατ’ επιταγή, μάλιστα, και του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 874/1992 Ολομ.), χωρίς όμως να επιδιώκεται ή να συνάγεται από αυτήν διεύρυνση του κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 εννόμου συμφέροντος προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών εφετείων, και μάλιστα τέτοιας έκτασης, ώστε κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του οικείου ιδρύματος να δύναται να προσβάλει δικαστικά, προκαλώντας την έναρξη και διεξαγωγή ιδιαίτερης δίκης, κάθε πράξη διορισμού μέλους του ΔΕΠ του Πανεπιστημίου (ΣτΕ 4841/2014).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Ο παρεμβαίνων, αναπληρωτής καθηγητής του ... Τμήματος ... του ... Πανεπιστημίου ..., υπέβαλε την από 30.3.2009 αίτηση, με την οποία ζήτησε να κινηθεί η κατά νόμον διαδικασία για την εξέλιξή του στη βαθμίδα του καθηγητή στον Τομέα Δημοσίου Δικαίου του ανωτέρω ... Τμήματος, με γνωστικά αντικείμενα «Δημόσιο Λογιστικό Δίκαιο» και «Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Δίκαιο». Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως Ειδικής Συνθέσεως (Γ.Σ.Ε.Σ.) του ... Τμήματος ... του ως άνω Πανεπιστημίου, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 7.4.2009, αποφασίστηκε η προκήρυξη της θέσεως αυτής με γνωστικό αντικείμενο «Δημόσιο Λογιστικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Δίκαιο», ακολούθως δε, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η σχετική ....2009 προκήρυξη (...). Μοναδικός υποψήφιος ήταν ο παρεμβαίνων. Με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως Ειδικής Συνθέσεως, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 10.11.2009, συγκροτήθηκε το οικείο εκλεκτορικό σώμα, το οποίο συνεδρίασε ακολούθως στις 15.12.2009 και όρισε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 6 κεφάλαιο Γ παρ. 1 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυε εν προκειμένω, τριμελή εισηγητική επιτροπή. Με την από 23.2.2010 εισηγητική έκθεση της τελευταίας, αφού διαπιστώθηκε ότι ο παρεμβαίνων διέθετε τα νόμιμα προσόντα, προτάθηκε η εκλογή του στη βαθμίδα του καθηγητή, στην οποία και εξελέγη στη συνέχεια με απόφαση που ελήφθη στις 28.5.2010 σε κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνελεύσεως του ... Τμήματος ... και του Εκλεκτορικού Σώματος. Ακολούθως, ο Πρύτανης του ανωτέρω Πανεπιστημίου προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3549/2007, σε έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας και, αφού έλαβε υπόψη και την από 10.1.2011 σχετική γνωμοδότηση του επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου, ..., επί των ζητημάτων που είχε θέσει ο αιτών αμφισβητώντας την εκλογή του παρεμβαίνοντος, έκρινε, με το 616/17.2.2011 έγγραφό του, σύννομη την εκλογή του τελευταίου, για τον διορισμό του οποίου στην επίμαχη θέση εξέδωσε στη συνέχεια την 37/18.2.2011 πράξη του. Κατά της πράξεως αυτής, της οποίας όμως δεν προκύπτει η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο αιτών άσκησε ενώπιον του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων την από 14.3.2011 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την Φ.122.2/21/68551π.έ./Β2/20.2.2012 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Εν τω μεταξύ εκδόθηκε και η ....2011 πράξη του ιδίου Πρύτανη περί διορισμού του παρεμβαίνοντος, η οποία, μετά την απόρριψη της προσφυγής του αιτούντος, δημοσιεύθηκε προσηκόντως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Γ΄ ... 2012).
9. Επειδή, ο αιτών, στρεφόμενος με την υπό κρίση αίτηση κατά της τελευταίας ως άνω πρυτανικής πράξεως περί διορισμού του παρεμβαίνοντος στην επίμαχη θέση ΔΕΠ, επικαλείται για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του την ιδιότητά του ως καθηγητή Γενικής Θεωρίας του Δικαίου (Φιλοσοφίας του Δικαίου) του ... Τμήματος ... του ... Πανεπιστημίου, στο οποίο ανήκει η προκηρυχθείσα θέση, και προβάλλει ότι, υπό την ιδιότητα αυτή, λόγω και του ευλόγου ενδιαφέροντός του για την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος, έχει ηθικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως και την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως, κατά τη διαδικασία εκδόσεως της οποίας έλαβαν χώρα πολλαπλές πλημμέλειες. Το ηθικό έννομο συμφέρον αποτελούσε, κατά τα προβαλλόμενα από τον αιτούντα με τα κατατεθέντα στις 23-1-2013, 29-5-2014 και 16-6-2014 υπομνήματα, ικανή προϋπόθεση για την κατάφαση του εννόμου συμφέροντος καθηγητή ΑΕΙ προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως διορισμού ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ του Τμήματος, σύμφωνα και με τη διαμορφωθείσα από πολλών ετών πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ υποστηρίζεται ότι εξακολουθεί να στοιχειοθετείται και μετά τη διαφοροποίηση της νομολογίας του Δικαστηρίου με την 2303/2011 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ότι μέλη ΔΕΠ ακόμη και του ιδίου Τμήματος δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την ακύρωση πράξεως εκλογής σε θέση μέλους Δ.Ε.Π. του Α.Ε.Ι., εφόσον στην οικεία διαδικασία εκλογής μετείχαν περισσότεροι του ενός υποψήφιοι, διότι στην προκειμένη περίπτωση για την κατάληψη της επίδικης θέσεως μετείχε στη σχετική διαδικασία μόνον ένας υποψήφιος. Περαιτέρω, με τα ανωτέρω υπομνήματα προβάλλεται ότι η επιγενόμενη πλήρης διαφοροποίηση της νομολογίας του Δικαστηρίου με τις 5066 και 5067/2012 αποφάσεις του, δεν μπορεί να καταλάβει και την κρινόμενη αίτηση, κυρίως, διότι οι αποφάσεις αυτές εξεδόθησαν υπό το κράτος της ισχύος διάφορου νομικού καθεστώτος. Συγκεκριμένα, ο αιτών επικαλείται τη νεότερη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4009/2011, η οποία, κατ’ αυτόν, προβλέπει πλέον ρητώς ότι κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του οικείου Πανεπιστημίου, δικαιούται επί διορισμού ή εξέλιξης άλλου μέλους ΔΕΠ όχι μόνο να προσφεύγει ενώπιον του Υπουργού Παιδείας, αλλά και να ασκεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των διοικητικών εφετείων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά περίπτωση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθησαν στην σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ως προς την έννοια της ως άνω διατάξεως, η δυνατότητα που παρέχεται με αυτήν σε κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας να υποβάλει αναφορά στον Υπουργό Παιδείας κατά πράξεως περί διορισμού ή εξέλιξης άλλου μέλους ΔΕΠ δεν συνεπάγεται και αντίστοιχο δικαίωμα να προσβάλει την πράξη αυτή δικαστικά με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών εφετείων. Εξάλλου, ουδεμία επιρροή επί του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, μπορεί να ασκήσει το γεγονός ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες επήλθε μεταστροφή της νομολογίας του, δημοσιεύθηκαν μετά την ημερομηνία καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι, πάντως, οι παραδοχές των αποφάσεων αυτών δεν μπορούν να υιοθετηθούν και επί των εκκρεμών υποθέσεων, όπως και η προκειμένη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ενόψει του ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ελέγχεται κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως, ενώ θα πρέπει να συντρέχει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, η επιγενόμενη του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν αρκεί να καταστήσει παραδεκτή σε κάθε περίπτωση την αίτηση αυτή. Και ναι μεν με την επικαλούμενη 1377/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά αποφάσεως της Ολομελείας της Ακαδημίας Αθηνών περί μη αναδείξεώς του ως τακτικού μέλους αυτής, κρίθηκε παραδεκτή παρέμβαση τακτικού μέλους της Ακαδημίας υπέρ της ως άνω αποφάσεως περί μη εκλογής του εν λόγω υποψηφίου, πλην αβασίμως υποστηρίζει ο αιτών ότι η απόφαση αυτή αποτελεί νέα μεταστροφή της νομολογίας, η οποία ανέτρεψε ήδη τις κρίσεις των προαναφερθεισών αποφάσεων της 7μελούς συνθέσεως του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, και ότι, συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη και στην παρούσα υπόθεση, διότι η ανωτέρω επικαλούμενη απόφαση έκρινε επί υποθέσεως που δεν ταυτίζεται με την προκειμένη, οι δε παραδοχές της στηρίχθηκαν στο διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει το ανώτατο αυτό πνευματικό ίδρυμα.
10. Επειδή, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόσβαση στα δικαστήρια και, ειδικότερα, για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά των εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα πέρα από τα οποία επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από την παραπάνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος ή την ουσιώδη παρεμπόδιση της ασκήσεώς του (βλ. ΣτΕ. 3856/2013, 2969/2011, 944/2010, 271/2008 , 2531/2005 7μ., πρβλ. ΣτΕ 647/2004 Ολομ., ΑΕΔ 33/1995 ). Τέτοια δικονομική προϋπόθεση συμβατή με την ως άνω συνταγματική διάταξη αποτελεί και το καθιερούμενο από το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου στο πρόσωπο του αιτούντος είναι απαραίτητη για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι εφόσον κριθεί, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, ότι στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως θα παραβιασθεί το κατοχυρούμενο από τα ανωτέρω άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμά του σε δικαστική προστασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.