Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΣτΕ 26/2015:ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ

Από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από αυτές, ως κίνητρο για οικειοθελείς μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων στις προβληματικές περιοχές, επιδότηση για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή χορηγείται μόνο στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους και όχι στους ανήκοντες στο στρατιωτικά οργανωμένο αστυνομικό σώμα, το οποίο διέπεται από ιδιαίτερους οργανικούς νόμους και διάφορο από το ισχύον για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μισθολόγιο, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους, θα το όριζε ρητώς, δεδομένου ότι στο άρθρο 3 του ν. 1481/1984 ορίζεται ότι για το προσωπικό που υπηρετεί στο αστυνομικό σώμα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, η μη χορήγηση της ανωτέρω επιδότησης και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, ανεξαρτήτως αν αυτοί διαβιούν στην ίδια προβληματική περιοχή με πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους, πάντως, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τους τελευταίους, διότι διαφοροποιούνται από αυτούς όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων, την υπηρεσιακή εξέλιξη, (τοποθετήσεις, μεταθέσεις κ.λπ.) και το μισθολογικό καθεστώς από το οποίο διέπονται.
 
Αριθμός 26/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Β. Ραφτοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 2 Μαΐου 2007 αίτηση:

των: 1) έως και 57) , κατοίκων Κομοτηνής, οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Γ. Μπορδόκα (Α.Μ. 13835), που την διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ε. Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 3710/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Πλαπούτα.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, που παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Στ΄ Τμήμα του Δικαστηρίου, λόγω αρμοδιότητας, με την 3903/2013 προδικαστική απόφαση του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, (υπ’ αριθμ. 2776364, 2489130, 2489131/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 3710/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων ή κληρονόμων των αρχικών διαδίκων κατά της 8548/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτήν απόφαση απορρίφθηκε αγωγή των εν λόγω αναιρεσειόντων, αστυνομικών υπαλλήλων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, τα αντιστοιχούντα σε καθέναν από αυτούς ποσά, τα οποία αφορούν επιδότηση αγοράς κατοικίας, που χορηγείται σε δημοσίους υπαλλήλους ύστερα από πενταετή υπηρεσία σε προβληματική περιοχή, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, η οποία μη νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν τους καταβλήθηκε.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου υπ’ αριθμ. 444- Γ2004/29.12.2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Κομοτηνής, ο εκ των διαδίκων στην κατ’ έφεση δίκη ..................... απεβίωσε στις 28.12.2004. Δεδομένου, όμως, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και ως προς αυτόν, παραδεκτώς, κατά τούτο, ασκείται η υπό κρίση αίτηση ως προς τη χήρα του, που εκπροσωπεί στη δίκη και τα ανήλικα κατά την άσκηση της αιτήσεως δύο τέκνα της ίδιας και του αποβιώσαντος, καθώς και ως προς τα ανωτέρω τέκνα του αποβιώσαντος, ως κληρονόμους του, σύμφωνα με τα ευρισκόμενα στο φάκελο της υποθέσεως στοιχεία, (πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης).

4. Επειδή, ο 4ος από τους αναιρεσείοντες ................. απεβίωσε στις 11.10.2013, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 217/3/2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Κομοτηνής, η δε δίκη νομίμως συνεχίζεται από τη χήρα του και τα δύο τέκνα του, ως κληρονόμους αυτού, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία, (πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης και πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας από τους ανωτέρω συνεχίζοντες τη δίκη).

5. Επειδή, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), και της παρ. 4 του άρθρου 53 του ίδιου π. διατάγματος, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999, θεσπίσθηκε το απαράδεκτο της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εφόσον το ποσό της αγομένης ενώπιόν του διαφοράς είναι κατώτερο από 2.000.000 δραχμές, (5.900 ευρώ). Εξαίρεση προβλέπεται επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ έφεση επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές. Η εξαίρεση, συνεπώς, αυτή δεν εκτείνεται και στις περιπτώσεις διεκδικήσεως περιοδικών παροχών με άσκηση αγωγής, της οποίας το αντικείμενο διαμορφώνεται από τη βούληση του ενάγοντος, (ΣτΕ 3937, 4134/2000 Ολ.). Περαιτέρω, όταν προβάλλεται από τον αιτούντα ότι, παρόλο που το αντικείμενο της αιτήσεως είναι κατώτερο από 5.900 ευρώ, (2.000.000 δραχμές), η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν κατά τις ανωτέρω διατάξεις το παραδεκτό της αιτήσεως, οι σχετικοί ισχυρισμοί του πρέπει να προβάλλονται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, να είναι ειδικοί και συγκεκριμένοι και να τεκμηριώνουν κατά τρόπο πλήρη τις εν λόγω επιπτώσεις, τούτο δε απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του εάν ο αναιρεσείων είναι ιδιώτης διάδικος ή διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ανεξαρτήτως της φύσεως της εφαρμοστέας στην υπόθεση διατάξεως νόμου, (ΣτΕ 1315/2001 Ολ.).

6. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέρχεται ως προς τον 6ο από τους αναιρεσείοντες, (...................), σε 1.582.643 δρχ., ως προς τον 12ο από αυτούς, (...............), σε 1.118.124 δρχ., ως προς καθέναν από τον 16ο, (....................) και την 17η, (.............), από τους αναιρεσείοντες σε 1.255.716 δρχ., ως προς τον 20ο από τους αναιρεσείοντες, (...................), σε 852.072 δρχ., ως προς τον 26ο από αυτούς, (.............), σε 1.536.334 δρχ., ως προς τον 28ο από αυτούς, (.........), σε 1.789.594 δρχ., ως προς τον 33ο από αυτούς, (....................), σε 786.114 δρχ., ως προς τον 34ο από αυτούς, (............), σε 1.631.745 δρχ., ως προς τον 38ο από αυτούς, (...........), σε 1.997.625 δρχ., ως προς τον 41ο από αυτούς, (......), σε 1.203.783 δρχ., ως προς τον 42ο από αυτούς, (............) σε 1.202.438 δρχ., ως προς τον 44ο από αυτούς, (...........), σε 1.259.721 δρχ., ως προς τον 46ο από αυτούς, (..........), σε 420.000 δρχ. και ως προς την 49η από αυτούς, (........), σε 1.259.721 δρχ. Οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με την κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε στις 16.5.2007, ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτούς ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις. Συνεπώς, ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001.

7. Επειδή, στο άρθρο 64 του ν. 1943/1991, «Εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, αναβάθμιση του προσωπικού της και άλλες συναφείς διατάξεις», (Α΄ 50), υπό τον τίτλο «Κίνητρα για υπαλλήλους που υπηρετούν ή μετατίθενται σε προβληματικές περιοχές», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, «Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης λειτουργίας και προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις», (Α΄ 170), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος περιοχές της χώρας ως προβληματικές, λόγω ιδιαιτεροτήτων από άποψη, ιδίως, συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης. Οι προβληματικές περιοχές διακρίνονται σε κατηγορία Α΄ ή Β΄, ανάλογα με το βαθμό προβληματικότητάς τους. 2. ... 3. .… 4. Σε υπαλλήλους, που τοποθετούνται ή μετατίθενται σε υπηρεσία προβληματικής περιοχής, εφόσον μετά πενταετή παραμονή δηλώσουν ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην ίδια περιοχή για μία ακόμη δεκαετία και προβούν στην αγορά κατοικίας στην περιοχή αυτήν, καταβάλλεται το 40% της αξίας, όπως καθορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, λαμβάνεται υπόψη το μέρος της αξίας της κατοικίας μέχρι εμβαδού 50 τ.μ. για τον άγαμο και 70 τ.μ. για τον έγγαμο, προστιθεμένων 20 τ.μ. για κάθε ανήλικο τέκνο. 5. … 6. … 7. Η εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 2 έως 4 αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Εξάλλου, με την παρ. 1 της ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30.10.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, «Καθορισμός προβληματικών περιοχών σε εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 2085/92», (Β΄ 667), ο νομός Ροδόπης καθορίσθηκε ως προβληματική περιοχή κατηγορίας Α΄.

8. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από αυτές, ως κίνητρο για οικειοθελείς μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων στις προβληματικές περιοχές, επιδότηση για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή χορηγείται μόνο στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους και όχι στους ανήκοντες στο στρατιωτικά οργανωμένο αστυνομικό σώμα, το οποίο διέπεται από ιδιαίτερους οργανικούς νόμους και διάφορο από το ισχύον για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μισθολόγιο, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, (βλ. άρθρα 3 και 36 του ν. 1481/1984, περί Οργανισμού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Α΄ 152, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 1643/1986, Α΄ 126 και του ν. 2448/1996, Α΄ 279, που αφορούν μισθολογικές ρυθμίσεις για τους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και τους αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους, θα το όριζε ρητώς, δεδομένου ότι στο άρθρο 3 του ν. 1481/1984 ορίζεται ότι για το προσωπικό που υπηρετεί στο αστυνομικό σώμα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, η μη χορήγηση της ανωτέρω επιδότησης και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, ανεξαρτήτως αν αυτοί διαβιούν στην ίδια προβληματική περιοχή με πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους, πάντως, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τους τελευταίους, διότι διαφοροποιούνται από αυτούς όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων, την υπηρεσιακή εξέλιξη, (τοποθετήσεις, μεταθέσεις κ.λπ.) και το μισθολογικό καθεστώς από το οποίο διέπονται.

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι υπηρέτησαν ως αστυνομικοί υπάλληλοι για χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας στην ευρύτερη περιοχή του ν. Ροδόπης, ζήτησαν με αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή αυτή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στην επιδότηση κατοικίας που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, σε πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μετά από πενταετή υπηρεσία σε προβληματική περιοχή και τα οποία παρανόμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν τους χορήγησε το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι υπηρέτησαν πέραν της πενταετίας σε τέτοια περιοχή. Ειδικότερα, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους ότι, έχοντας την επιθυμία να παραμείνουν για δέκα επιπλέον έτη ως μόνιμοι κάτοικοι στον ανωτέρω νομό, (που ανήκει στις προβληματικές περιοχές), προέβησαν, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1992 έως το έτος 2000, σε αγορά διαμερίσματος ή σε ανέγερση οικίας επί ιδιόκτητου οικοπέδου, (η επιφάνεια και αξία των οποίων αναφέρεται στην ως άνω αγωγή), ως πρώτης κατοικίας. Περαιτέρω, με την ανωτέρω αγωγή προβλήθηκε ότι μη νόμιμα το Ελληνικό Δημόσιο δεν τους κατέβαλε το 40% της αξίας των αποκτηθέντων από αυτούς ακινήτων, ως επιδότηση κατοικίας, που ανέρχεται για καθέναν από αυτούς στα ακόλουθα ποσά: Για τον 1ο από τους αναιρεσείοντες σε 3.614.512 δρχ., για τον 2ο από αυτούς σε 3.855.375 δρχ., για τον 3ο από αυτούς σε 3.185.818 δρχ., για τον 4ο από αυτούς σε 2.391.559 δρχ., για τον 5ο από αυτούς σε 4.343.929 δρχ., για τον 7ο από αυτούς σε 2.890.000 δρχ., για τον 8ο από αυτούς σε 2.059.977 δρχ., για τον 9ο από αυτούς σε 2.387.805 δρχ., για τον 10ο από αυτούς σε 3.425.247 δρχ., για τον 11ο από αυτούς σε 6.392.272 δρχ., για τον 13ο από αυτούς σε 3.697.760 δρχ., για τον 14ο από αυτούς σε 5.648.240 δρχ., για τον 15ο από αυτούς σε 2.910.206 δρχ., για τον 18ο από αυτούς σε 3.567.601 δρχ., για τον 19ο από αυτούς σε 3.806.298 δρχ., για τον 21ο από αυτούς σε 3.305.635 δρχ., για τον 22ο από αυτούς σε 3.307.500 δρχ., για τον 23ο από αυτούς σε 3.818.430 δρχ., για τον 24ο από αυτούς σε 2.993.488 δρχ., για τον 25ο από αυτούς σε 3.172.512 δρχ., για τον 27ο από αυτούς σε 6.466.800 δρχ., για τον 29ο από αυτούς σε 3.564.201 δρχ., για τον 30ο από αυτούς σε 6.663.756 δρχ., για τον 31ο από αυτούς σε 2.652.215 δρχ., για τον 32ο από αυτούς σε 2.113.994 δρχ., για το ................. , σε 4.419.482 δρχ., για τον 36ο από τους αναιρεσείοντες σε 6.181.472 δρχ., για τον 37ο από αυτούς σε 7.051.527 δρχ., για τον 39ο από αυτούς σε 2.600.798 δρχ., για τον 40ο από αυτούς σε 5.513.536 δρχ., για τον 43ο από αυτούς σε 7.438.738 δρχ., για τον 45ο από αυτούς σε 7.659.690 δρχ., για τον 47ο από αυτούς σε 7.574.969 δρχ., για τον 48ο από αυτούς σε 4.190.580 δρχ., για τον 50ο από αυτούς σε 3.216.737 δρχ., για τον 51ο από αυτούς σε 7.210.680 δρχ., για τον 52ο από αυτούς σε 7.482.081 δρχ., για τον 53ο από αυτούς σε 4.254.254 δρχ., για τον 54ο από αυτούς σε 4.350.950 δρχ., για τον 55ο από αυτούς σε 7.165.204 δρχ., για τον 56ο από αυτούς σε 6.329.100 δρχ. και για τον 57ο από αυτούς σε 2.320.000 δρχ. Η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, κατά της οποίας οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992 προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές επιδότηση αγοράς κατοικίας χορηγείται μόνο σε πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, για τους οποίους εφαρμόζεται ο Υπαλληλικός Κώδικας και όχι στους αστυνομικούς υπαλλήλους. Τούτο δε διότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι ανήκουν στο αστυνομικό σώμα, ήτοι σε σώμα στρατιωτικά οργανωμένο, που διέπεται από δικούς του οργανικούς νόμους και δεν εφαρμόζονται ως προς αυτούς οι διατάξεις που αφορούν τους πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους, ενώ οι αποδοχές τους καθορίζονται κατ’ αντιστοιχία προς τα ισχύοντα για τους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων. Περαιτέρω, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η μη καταβολή της πιο πάνω επιδότησης αγοράς κατοικίας και στους αστυνομικούς υπαλλήλους δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, αφού οι αστυνομικοί υπάλληλοι τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας και αμοιβής σε σχέση με τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν εδικαιούντο την επίδικη επιδότηση κατοικίας και απέρριψε την έφεσή τους.

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται την επίδικη επιδότηση κατοικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, καθόσον εμπίπτουν στην ευρύτερη κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει τους αστυνομικούς και εν γένει τους στρατιωτικούς υπαλλήλους από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών θα το προέβλεπε ρητώς. Τούτο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και από το σκοπό των ανωτέρω διατάξεων που είναι η προσέλκυση και μακροχρόνια εγκατάσταση ή παραμονή υπαλλήλων, εν γένει, σε προβληματικές περιοχές. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η μη καταβολή της εν λόγω επιδότησης στους αστυνομικούς υπαλλήλους παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθόσον δεν δικαιολογείται η ιδιαίτερη μεταχείριση των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν σε προβληματικές περιοχές ή ο αποκλεισμός των αστυνομικών και στρατιωτικών από τη χορήγηση της επίδικης επιδότησης από το ότι οι αποδοχές των αστυνομικών και των στρατιωτικών καθορίζονται από διαφορετικές διατάξεις από αυτές που διέπουν τις αποδοχές των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου. Τούτο δε διότι κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, το κριτήριο του χαρακτηρισμού περιοχών της χώρας ως προβληματικών είναι οι ιδιαιτερότητες που εμφανίζουν από άποψη συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης, οι οποίες αφορούν όλους τους υπηρετούντες στις περιοχές αυτές υπαλλήλους του Δημοσίου, δηλαδή και τους αστυνομικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους, ανεξαρτήτως των διατάξεων που διέπουν τις αποδοχές τους ή της υπηρεσιακής εξέλιξής τους. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 8, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο νόμιμα έκρινε ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες αστυνομικοί υπάλληλοι δεν εδικαιούντο την επίδικη επιδότηση αγοράς κατοικίας.

11. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος

Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΣτΕ 26/2015:ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ

Από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από αυτές, ως κίνητρο για οικειοθελείς μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων στις προβληματικές περιοχές, επιδότηση για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή χορηγείται μόνο στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους και όχι στους ανήκοντες στο στρατιωτικά οργανωμένο αστυνομικό σώμα, το οποίο διέπεται από ιδιαίτερους οργανικούς νόμους και διάφορο από το ισχύον για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μισθολόγιο, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους, θα το όριζε ρητώς, δεδομένου ότι στο άρθρο 3 του ν. 1481/1984 ορίζεται ότι για το προσωπικό που υπηρετεί στο αστυνομικό σώμα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, η μη χορήγηση της ανωτέρω επιδότησης και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, ανεξαρτήτως αν αυτοί διαβιούν στην ίδια προβληματική περιοχή με πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους, πάντως, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τους τελευταίους, διότι διαφοροποιούνται από αυτούς όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων, την υπηρεσιακή εξέλιξη, (τοποθετήσεις, μεταθέσεις κ.λπ.) και το μισθολογικό καθεστώς από το οποίο διέπονται.
 
Αριθμός 26/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Β. Ραφτοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 2 Μαΐου 2007 αίτηση:

των: 1) έως και 57) , κατοίκων Κομοτηνής, οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Γ. Μπορδόκα (Α.Μ. 13835), που την διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ε. Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 3710/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Πλαπούτα.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, που παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Στ΄ Τμήμα του Δικαστηρίου, λόγω αρμοδιότητας, με την 3903/2013 προδικαστική απόφαση του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, (υπ’ αριθμ. 2776364, 2489130, 2489131/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 3710/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων ή κληρονόμων των αρχικών διαδίκων κατά της 8548/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτήν απόφαση απορρίφθηκε αγωγή των εν λόγω αναιρεσειόντων, αστυνομικών υπαλλήλων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, τα αντιστοιχούντα σε καθέναν από αυτούς ποσά, τα οποία αφορούν επιδότηση αγοράς κατοικίας, που χορηγείται σε δημοσίους υπαλλήλους ύστερα από πενταετή υπηρεσία σε προβληματική περιοχή, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, η οποία μη νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν τους καταβλήθηκε.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου υπ’ αριθμ. 444- Γ2004/29.12.2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Κομοτηνής, ο εκ των διαδίκων στην κατ’ έφεση δίκη ..................... απεβίωσε στις 28.12.2004. Δεδομένου, όμως, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και ως προς αυτόν, παραδεκτώς, κατά τούτο, ασκείται η υπό κρίση αίτηση ως προς τη χήρα του, που εκπροσωπεί στη δίκη και τα ανήλικα κατά την άσκηση της αιτήσεως δύο τέκνα της ίδιας και του αποβιώσαντος, καθώς και ως προς τα ανωτέρω τέκνα του αποβιώσαντος, ως κληρονόμους του, σύμφωνα με τα ευρισκόμενα στο φάκελο της υποθέσεως στοιχεία, (πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης).

4. Επειδή, ο 4ος από τους αναιρεσείοντες ................. απεβίωσε στις 11.10.2013, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 217/3/2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Κομοτηνής, η δε δίκη νομίμως συνεχίζεται από τη χήρα του και τα δύο τέκνα του, ως κληρονόμους αυτού, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία, (πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης και πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας από τους ανωτέρω συνεχίζοντες τη δίκη).

5. Επειδή, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), και της παρ. 4 του άρθρου 53 του ίδιου π. διατάγματος, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999, θεσπίσθηκε το απαράδεκτο της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εφόσον το ποσό της αγομένης ενώπιόν του διαφοράς είναι κατώτερο από 2.000.000 δραχμές, (5.900 ευρώ). Εξαίρεση προβλέπεται επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ έφεση επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές. Η εξαίρεση, συνεπώς, αυτή δεν εκτείνεται και στις περιπτώσεις διεκδικήσεως περιοδικών παροχών με άσκηση αγωγής, της οποίας το αντικείμενο διαμορφώνεται από τη βούληση του ενάγοντος, (ΣτΕ 3937, 4134/2000 Ολ.). Περαιτέρω, όταν προβάλλεται από τον αιτούντα ότι, παρόλο που το αντικείμενο της αιτήσεως είναι κατώτερο από 5.900 ευρώ, (2.000.000 δραχμές), η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν κατά τις ανωτέρω διατάξεις το παραδεκτό της αιτήσεως, οι σχετικοί ισχυρισμοί του πρέπει να προβάλλονται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, να είναι ειδικοί και συγκεκριμένοι και να τεκμηριώνουν κατά τρόπο πλήρη τις εν λόγω επιπτώσεις, τούτο δε απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του εάν ο αναιρεσείων είναι ιδιώτης διάδικος ή διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ανεξαρτήτως της φύσεως της εφαρμοστέας στην υπόθεση διατάξεως νόμου, (ΣτΕ 1315/2001 Ολ.).

6. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέρχεται ως προς τον 6ο από τους αναιρεσείοντες, (...................), σε 1.582.643 δρχ., ως προς τον 12ο από αυτούς, (...............), σε 1.118.124 δρχ., ως προς καθέναν από τον 16ο, (....................) και την 17η, (.............), από τους αναιρεσείοντες σε 1.255.716 δρχ., ως προς τον 20ο από τους αναιρεσείοντες, (...................), σε 852.072 δρχ., ως προς τον 26ο από αυτούς, (.............), σε 1.536.334 δρχ., ως προς τον 28ο από αυτούς, (.........), σε 1.789.594 δρχ., ως προς τον 33ο από αυτούς, (....................), σε 786.114 δρχ., ως προς τον 34ο από αυτούς, (............), σε 1.631.745 δρχ., ως προς τον 38ο από αυτούς, (...........), σε 1.997.625 δρχ., ως προς τον 41ο από αυτούς, (......), σε 1.203.783 δρχ., ως προς τον 42ο από αυτούς, (............) σε 1.202.438 δρχ., ως προς τον 44ο από αυτούς, (...........), σε 1.259.721 δρχ., ως προς τον 46ο από αυτούς, (..........), σε 420.000 δρχ. και ως προς την 49η από αυτούς, (........), σε 1.259.721 δρχ. Οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με την κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε στις 16.5.2007, ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτούς ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις. Συνεπώς, ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001.

7. Επειδή, στο άρθρο 64 του ν. 1943/1991, «Εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, αναβάθμιση του προσωπικού της και άλλες συναφείς διατάξεις», (Α΄ 50), υπό τον τίτλο «Κίνητρα για υπαλλήλους που υπηρετούν ή μετατίθενται σε προβληματικές περιοχές», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, «Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης λειτουργίας και προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις», (Α΄ 170), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Με απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος περιοχές της χώρας ως προβληματικές, λόγω ιδιαιτεροτήτων από άποψη, ιδίως, συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης. Οι προβληματικές περιοχές διακρίνονται σε κατηγορία Α΄ ή Β΄, ανάλογα με το βαθμό προβληματικότητάς τους. 2. ... 3. .… 4. Σε υπαλλήλους, που τοποθετούνται ή μετατίθενται σε υπηρεσία προβληματικής περιοχής, εφόσον μετά πενταετή παραμονή δηλώσουν ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην ίδια περιοχή για μία ακόμη δεκαετία και προβούν στην αγορά κατοικίας στην περιοχή αυτήν, καταβάλλεται το 40% της αξίας, όπως καθορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, λαμβάνεται υπόψη το μέρος της αξίας της κατοικίας μέχρι εμβαδού 50 τ.μ. για τον άγαμο και 70 τ.μ. για τον έγγαμο, προστιθεμένων 20 τ.μ. για κάθε ανήλικο τέκνο. 5. … 6. … 7. Η εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 2 έως 4 αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Εξάλλου, με την παρ. 1 της ΔΙΔΑΔ/Φ.50/265/29847/30.10.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, «Καθορισμός προβληματικών περιοχών σε εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 2085/92», (Β΄ 667), ο νομός Ροδόπης καθορίσθηκε ως προβληματική περιοχή κατηγορίας Α΄.

8. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από αυτές, ως κίνητρο για οικειοθελείς μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων στις προβληματικές περιοχές, επιδότηση για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή χορηγείται μόνο στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους και όχι στους ανήκοντες στο στρατιωτικά οργανωμένο αστυνομικό σώμα, το οποίο διέπεται από ιδιαίτερους οργανικούς νόμους και διάφορο από το ισχύον για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μισθολόγιο, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, (βλ. άρθρα 3 και 36 του ν. 1481/1984, περί Οργανισμού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Α΄ 152, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 1643/1986, Α΄ 126 και του ν. 2448/1996, Α΄ 279, που αφορούν μισθολογικές ρυθμίσεις για τους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και τους αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους, θα το όριζε ρητώς, δεδομένου ότι στο άρθρο 3 του ν. 1481/1984 ορίζεται ότι για το προσωπικό που υπηρετεί στο αστυνομικό σώμα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, η μη χορήγηση της ανωτέρω επιδότησης και στους ανήκοντες στο αστυνομικό σώμα υπαλλήλους δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, ανεξαρτήτως αν αυτοί διαβιούν στην ίδια προβληματική περιοχή με πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους, πάντως, δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τους τελευταίους, διότι διαφοροποιούνται από αυτούς όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων, την υπηρεσιακή εξέλιξη, (τοποθετήσεις, μεταθέσεις κ.λπ.) και το μισθολογικό καθεστώς από το οποίο διέπονται.

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι υπηρέτησαν ως αστυνομικοί υπάλληλοι για χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας στην ευρύτερη περιοχή του ν. Ροδόπης, ζήτησαν με αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή αυτή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στην επιδότηση κατοικίας που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, σε πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους μετά από πενταετή υπηρεσία σε προβληματική περιοχή και τα οποία παρανόμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν τους χορήγησε το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι υπηρέτησαν πέραν της πενταετίας σε τέτοια περιοχή. Ειδικότερα, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους ότι, έχοντας την επιθυμία να παραμείνουν για δέκα επιπλέον έτη ως μόνιμοι κάτοικοι στον ανωτέρω νομό, (που ανήκει στις προβληματικές περιοχές), προέβησαν, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1992 έως το έτος 2000, σε αγορά διαμερίσματος ή σε ανέγερση οικίας επί ιδιόκτητου οικοπέδου, (η επιφάνεια και αξία των οποίων αναφέρεται στην ως άνω αγωγή), ως πρώτης κατοικίας. Περαιτέρω, με την ανωτέρω αγωγή προβλήθηκε ότι μη νόμιμα το Ελληνικό Δημόσιο δεν τους κατέβαλε το 40% της αξίας των αποκτηθέντων από αυτούς ακινήτων, ως επιδότηση κατοικίας, που ανέρχεται για καθέναν από αυτούς στα ακόλουθα ποσά: Για τον 1ο από τους αναιρεσείοντες σε 3.614.512 δρχ., για τον 2ο από αυτούς σε 3.855.375 δρχ., για τον 3ο από αυτούς σε 3.185.818 δρχ., για τον 4ο από αυτούς σε 2.391.559 δρχ., για τον 5ο από αυτούς σε 4.343.929 δρχ., για τον 7ο από αυτούς σε 2.890.000 δρχ., για τον 8ο από αυτούς σε 2.059.977 δρχ., για τον 9ο από αυτούς σε 2.387.805 δρχ., για τον 10ο από αυτούς σε 3.425.247 δρχ., για τον 11ο από αυτούς σε 6.392.272 δρχ., για τον 13ο από αυτούς σε 3.697.760 δρχ., για τον 14ο από αυτούς σε 5.648.240 δρχ., για τον 15ο από αυτούς σε 2.910.206 δρχ., για τον 18ο από αυτούς σε 3.567.601 δρχ., για τον 19ο από αυτούς σε 3.806.298 δρχ., για τον 21ο από αυτούς σε 3.305.635 δρχ., για τον 22ο από αυτούς σε 3.307.500 δρχ., για τον 23ο από αυτούς σε 3.818.430 δρχ., για τον 24ο από αυτούς σε 2.993.488 δρχ., για τον 25ο από αυτούς σε 3.172.512 δρχ., για τον 27ο από αυτούς σε 6.466.800 δρχ., για τον 29ο από αυτούς σε 3.564.201 δρχ., για τον 30ο από αυτούς σε 6.663.756 δρχ., για τον 31ο από αυτούς σε 2.652.215 δρχ., για τον 32ο από αυτούς σε 2.113.994 δρχ., για το ................. , σε 4.419.482 δρχ., για τον 36ο από τους αναιρεσείοντες σε 6.181.472 δρχ., για τον 37ο από αυτούς σε 7.051.527 δρχ., για τον 39ο από αυτούς σε 2.600.798 δρχ., για τον 40ο από αυτούς σε 5.513.536 δρχ., για τον 43ο από αυτούς σε 7.438.738 δρχ., για τον 45ο από αυτούς σε 7.659.690 δρχ., για τον 47ο από αυτούς σε 7.574.969 δρχ., για τον 48ο από αυτούς σε 4.190.580 δρχ., για τον 50ο από αυτούς σε 3.216.737 δρχ., για τον 51ο από αυτούς σε 7.210.680 δρχ., για τον 52ο από αυτούς σε 7.482.081 δρχ., για τον 53ο από αυτούς σε 4.254.254 δρχ., για τον 54ο από αυτούς σε 4.350.950 δρχ., για τον 55ο από αυτούς σε 7.165.204 δρχ., για τον 56ο από αυτούς σε 6.329.100 δρχ. και για τον 57ο από αυτούς σε 2.320.000 δρχ. Η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, κατά της οποίας οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992 προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές επιδότηση αγοράς κατοικίας χορηγείται μόνο σε πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, για τους οποίους εφαρμόζεται ο Υπαλληλικός Κώδικας και όχι στους αστυνομικούς υπαλλήλους. Τούτο δε διότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι ανήκουν στο αστυνομικό σώμα, ήτοι σε σώμα στρατιωτικά οργανωμένο, που διέπεται από δικούς του οργανικούς νόμους και δεν εφαρμόζονται ως προς αυτούς οι διατάξεις που αφορούν τους πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους, ενώ οι αποδοχές τους καθορίζονται κατ’ αντιστοιχία προς τα ισχύοντα για τους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων. Περαιτέρω, το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η μη καταβολή της πιο πάνω επιδότησης αγοράς κατοικίας και στους αστυνομικούς υπαλλήλους δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, αφού οι αστυνομικοί υπάλληλοι τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας και αμοιβής σε σχέση με τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν εδικαιούντο την επίδικη επιδότηση κατοικίας και απέρριψε την έφεσή τους.

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται την επίδικη επιδότηση κατοικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 παρ. 4 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, καθόσον εμπίπτουν στην ευρύτερη κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει τους αστυνομικούς και εν γένει τους στρατιωτικούς υπαλλήλους από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών θα το προέβλεπε ρητώς. Τούτο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και από το σκοπό των ανωτέρω διατάξεων που είναι η προσέλκυση και μακροχρόνια εγκατάσταση ή παραμονή υπαλλήλων, εν γένει, σε προβληματικές περιοχές. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η μη καταβολή της εν λόγω επιδότησης στους αστυνομικούς υπαλλήλους παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), καθόσον δεν δικαιολογείται η ιδιαίτερη μεταχείριση των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν σε προβληματικές περιοχές ή ο αποκλεισμός των αστυνομικών και στρατιωτικών από τη χορήγηση της επίδικης επιδότησης από το ότι οι αποδοχές των αστυνομικών και των στρατιωτικών καθορίζονται από διαφορετικές διατάξεις από αυτές που διέπουν τις αποδοχές των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου. Τούτο δε διότι κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 1943/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2085/1992, το κριτήριο του χαρακτηρισμού περιοχών της χώρας ως προβληματικών είναι οι ιδιαιτερότητες που εμφανίζουν από άποψη συνθηκών διαβίωσης, επικοινωνίας ή στέγασης, οι οποίες αφορούν όλους τους υπηρετούντες στις περιοχές αυτές υπαλλήλους του Δημοσίου, δηλαδή και τους αστυνομικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους, ανεξαρτήτως των διατάξεων που διέπουν τις αποδοχές τους ή της υπηρεσιακής εξέλιξής τους. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 8, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο νόμιμα έκρινε ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες αστυνομικοί υπάλληλοι δεν εδικαιούντο την επίδικη επιδότηση αγοράς κατοικίας.

11. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος

Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.