Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΣτΕ 25/2015: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΡΗ ΕΝΑΡΞΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΤΩΧΟΥ ΠΡΕΠΕΙ Η ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΤΟΣΟ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΙΚΟ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΤΩΧΟ

Στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πριν από τον οριστικό καταλογισμό (βεβαίωση εν ευρεία εννοία), δεν επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης αν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του φόρου, τόσο στον ορισθέντα σύνδικο της πτώχευσης όσο και στον πτωχό. Η υποχρέωση δε κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης προς τον πτωχό και το σύνδικο, προκειμένου να οριστικοποιηθεί αυτή, η οποία υποχρέωση απορρέει ευθέως από τη ρύθμιση του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), ο πτωχός, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση, στερείται της δικανικής ικανότητας να ασκεί τα δικαιώματά του, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διέπουν μόνο τα ζητήματα της διοικητικής δίκης και δεν επηρεάζουν την ισχύ ρυθμίσεων, που αφορούν ζητήματα διοικητικής διαδικασίας, όπως οι ρυθμίσεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων.

Αριθμός 25/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ` Τμήματος, Π. Ευστρατίου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ.- Ελ. Παπαδημήτρη, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Κατσάνη.

Για να δικάσει την από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. , ο οποίος παρέστη με τη Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.......», που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής (......), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 725/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Κ. Φιλοπούλου. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, εξαφανίστηκε η 1143/2006 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και, ακολούθως, κατά παραδοχή ανακοπής της αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε η 1873/4/18.3.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. . Με την πράξη αυτή είχε βεβαιωθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, με βάση την 1408/30.10.2003 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Π.Ε.Κ. , χρήσεως 1993, και τον σχετικό 162/4/30.1.2004 χρηματικό κατάλογο, φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους 2.053.947 ευρώ.

3. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 191-194/2013, βλ. και 1376/2013 Ολομ.), από τις διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου, οι οποίες, υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α?97), εφαρμόζονται και από τα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, δεδομένου ότι ο Κώδικας αυτός δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για τη δικανική ικανότητα του πτωχεύσαντος, όπως περιείχε ο προϊσχύσας Κώδικας Φορολογικής Δικονομίας, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση και μέχρι πέρατος αυτής, ο πτωχεύσας παύει να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς και εκπροσωπείται, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, από το σύνδικο.

4. Επειδή, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ν.δ. 356/1974, Α` 90) ορίζει, στο μεν άρθρο 2 ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, η οποία ανατίθεται στα Δημόσια Ταμεία, ενεργείται δυνάμει νομίμου τίτλου (παρ. 1), και ότι νόμιμος τίτλος είναι, μεταξύ άλλων, η βεβαίωση και ο προσδιορισμός, αρμοδίως κατά νόμο, του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, καθώς και η αποδεικνυόμενη από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα οφειλή (παρ. 2 στοιχεία α και β), στο δε άρθρο 4 παρ. 1 ότι μετά τη βεβαίωση στο Δημόσιο Ταμείο ορισμένου ποσού ως δημοσίου εσόδου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει στον οφειλέτη ατομική ειδοποίηση, η οποία περιέχει τα στοιχεία του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκει αυτό, τον αριθμό και τη χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαιώσεως καθώς και τη χρονολογία πληρωμής του χρέους ή κάθε δόσης, κατά περίπτωση. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι ανακοπή χωρεί, μεταξύ άλλων, και κατά της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου (στοιχ. α). Εξάλλου, στο άρθρο 68 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2238/1994 (Α?151) περί κυρώσεως του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζεται ότι «1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, τόσο γι’ αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι’ αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση. Στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 61 το φύλλο ελέγχου εκδίδεται: α) ... β) ... γ) Αν πρόκειται για πτώχευση, στο όνομα του πτωχού ...», κατά δε το άρθρο 69 του ίδιου νόμου, «αντίγραφο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68, κοινοποιείται στον υπόχρεο μαζί με τη σχετική έκθεση ελέγχου ... Ειδικά, η κοινοποίηση του φύλλου ελέγχου σε περίπτωση πτώχευσης γίνεται στο σύνδικο και τον πτωχό ...». Οι διατάξεις αυτές του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1642/1986 (Α?125), και στις περιπτώσεις εκδόσεως πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α. Όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 191-194/2013), από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πριν από τον οριστικό καταλογισμό (βεβαίωση εν ευρεία εννοία), δεν επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης αν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του φόρου, τόσο στον ορισθέντα σύνδικο της πτώχευσης όσο και στον πτωχό. Η υποχρέωση δε κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης προς τον πτωχό και το σύνδικο, προκειμένου να οριστικοποιηθεί αυτή, η οποία υποχρέωση απορρέει ευθέως από τη ρύθμιση του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), ο πτωχός, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση, στερείται της δικανικής ικανότητας να ασκεί τα δικαιώματά του, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διέπουν μόνο τα ζητήματα της διοικητικής δίκης και δεν επηρεάζουν την ισχύ ρυθμίσεων, που αφορούν ζητήματα διοικητικής διαδικασίας, όπως οι ρυθμίσεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 1238/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με την 1586/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διορίστηκε οριστική σύνδικος πτωχεύσεως μία δικηγόρος Αθηνών. Ακολούθως, προκειμένου να διενεργηθεί τακτικός φορολογικός έλεγχος στην αναιρεσίβλητη, ο Προϊστάμενος του Π.Ε.Κ. Πειραιώς κοινοποίησε, στις 22.9.2003, στην ανωτέρω σύνδικο την 6635/19.9.2003 πρόσκληση, ώστε να μεριμνήσει αυτή, ως σύνδικος, να τεθούν τα βιβλία και στοιχεία της πτωχευσάσης εταιρίας στη διάθεση του ελέγχου. Λόγω, όμως, αδράνειας της συνδίκου η Φορολογική Αρχή προέβη σε εξωλογιστικό προσδιορισμό των καθαρών κερδών της επιχείρησης, συντάσσοντας τις οικείες εκθέσεις ελέγχου. Με βάση τα πορίσματα του ελέγχου, ο προαναφερθείς Προϊστάμενος εξέδωσε, το έτος 2003, πράξεις καταλογισμού φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. καθώς και πράξεις επιβολής προστίμων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, οι οποίες κοινοποιήθηκαν μόνον στη σύνδικο. Στη συνέχεια, τα ποσά των καταλογισθέντων φόρων και επιβληθέντων προστίμων βεβαιώθηκαν ταμειακώς σε βάρος της αναιρεσίβλητης με σχετικές πράξεις της διάδικης φορολογικής Αρχής. Ειδικότερα, με την 1873/4/18.3.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. , που εκδόθηκε με βάση την 1408/30.10.2003 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Π.Ε.Κ. και τον συνταχθέντα σχετικώς χρηματικό κατάλογο, βεβαιώθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης φόρος προστιθέμενης αξίας, ποσού 2.053.947 ευρώ. Κατά της πράξης αυτής ταμειακής βεβαίωσης ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με τη σκέψη ότι το ένδικο αυτό βοήθημα είχε ασκηθεί πράγματι από την ίδια την αναιρεσίβλητη, χωρίς αυτή να νομιμοποιείται, ως τελούσα υπό πτώχευση. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η αναιρεσίβλητη, η οποία στο μεταξύ έπαυσε να τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, αφού με την 2676/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή έφεσή της κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την κήρυξε σε πτώχευση, άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε κατά πρώτον, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της ανακοπής, ότι το ένδικο αυτό βοήθημα είχε ασκηθεί, παραδεκτώς, από την ως άνω ορισθείσα σύνδικο και όχι από την αναιρεσίβλητη εταιρία. Στη συνέχεια δε, το δικάσαν δικαστήριο, δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε ότι η κοινοποίηση των προαναφερθεισών καταλογιστικών πράξεων μόνον προς τη σύνδικο της πτώχευσης δεν ήταν πλήρης, αφού αυτές έπρεπε να επιδοθούν και στην πτωχή εταιρία, με συνέπεια να μη συγκροτηθεί οριστικός νόμιμος τίτλος και, ως εκ τούτου, να πάσχει ακυρότητα η επίμαχη ταμειακή βεβαίωση. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν δικαστήριο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, κατόπιν αποδοχής της ανακοπής, ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη ταμειακής βεβαίωσης (υπ’ αριθμ. 1873/4/18.3.2004).

6. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας το δικόγραφο της ανακοπής, δέχθηκε ότι αυτή ασκήθηκε από την οριστική σύνδικο πτωχεύσεως και όχι από την ίδια τη διάδικο εταιρία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία του δικογράφου της ανακοπής, στην επικεφαλίδα του οποίου αναγράφεται, πάντως, ότι ασκείται από την αναιρεσίβλητη εταιρία «... που τελεί σε κατάσταση πτώχευσης και εκπροσωπείται νομίμως από την σύνδικο της πτωχεύσεως ..... δικηγόρο Αθηνών ...», είναι, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του δικογράφου, ορθή και αιτιολογείται νομίμως, πρέπει δε, κατόπιν αυτού, να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση.

7. Επειδή, περαιτέρω, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία, εν προκειμένω, λόγω της μη κοινοποιήσεως των καταλογιστικών πράξεων και προς την πτωχή εταιρία, δεν υφίστατο έγκυρος νόμιμος τίτλος, με συνέπεια να στερείται νομίμου ερείσματος η επίδικη ταμειακή βεβαίωση, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 4, ορθή. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι παρείλκε η κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης και προς τον πτωχό, εφόσον αυτός, μετά την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αυτοτελώς τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα.

8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2014

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας

Αθ. Ράντος Δ. Κατσάνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΣτΕ 25/2015: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΡΗ ΕΝΑΡΞΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΤΩΧΟΥ ΠΡΕΠΕΙ Η ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΤΟΣΟ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΙΚΟ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΤΩΧΟ

Στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πριν από τον οριστικό καταλογισμό (βεβαίωση εν ευρεία εννοία), δεν επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης αν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του φόρου, τόσο στον ορισθέντα σύνδικο της πτώχευσης όσο και στον πτωχό. Η υποχρέωση δε κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης προς τον πτωχό και το σύνδικο, προκειμένου να οριστικοποιηθεί αυτή, η οποία υποχρέωση απορρέει ευθέως από τη ρύθμιση του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), ο πτωχός, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση, στερείται της δικανικής ικανότητας να ασκεί τα δικαιώματά του, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διέπουν μόνο τα ζητήματα της διοικητικής δίκης και δεν επηρεάζουν την ισχύ ρυθμίσεων, που αφορούν ζητήματα διοικητικής διαδικασίας, όπως οι ρυθμίσεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων.

Αριθμός 25/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ` Τμήματος, Π. Ευστρατίου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ.- Ελ. Παπαδημήτρη, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Κατσάνη.

Για να δικάσει την από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. , ο οποίος παρέστη με τη Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.......», που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής (......), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 725/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Κ. Φιλοπούλου. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, εξαφανίστηκε η 1143/2006 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και, ακολούθως, κατά παραδοχή ανακοπής της αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε η 1873/4/18.3.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. . Με την πράξη αυτή είχε βεβαιωθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, με βάση την 1408/30.10.2003 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Π.Ε.Κ. , χρήσεως 1993, και τον σχετικό 162/4/30.1.2004 χρηματικό κατάλογο, φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους 2.053.947 ευρώ.

3. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 191-194/2013, βλ. και 1376/2013 Ολομ.), από τις διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου, οι οποίες, υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α?97), εφαρμόζονται και από τα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, δεδομένου ότι ο Κώδικας αυτός δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για τη δικανική ικανότητα του πτωχεύσαντος, όπως περιείχε ο προϊσχύσας Κώδικας Φορολογικής Δικονομίας, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση και μέχρι πέρατος αυτής, ο πτωχεύσας παύει να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς και εκπροσωπείται, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, από το σύνδικο.

4. Επειδή, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ν.δ. 356/1974, Α` 90) ορίζει, στο μεν άρθρο 2 ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, η οποία ανατίθεται στα Δημόσια Ταμεία, ενεργείται δυνάμει νομίμου τίτλου (παρ. 1), και ότι νόμιμος τίτλος είναι, μεταξύ άλλων, η βεβαίωση και ο προσδιορισμός, αρμοδίως κατά νόμο, του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία οφείλεται, καθώς και η αποδεικνυόμενη από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα οφειλή (παρ. 2 στοιχεία α και β), στο δε άρθρο 4 παρ. 1 ότι μετά τη βεβαίωση στο Δημόσιο Ταμείο ορισμένου ποσού ως δημοσίου εσόδου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει στον οφειλέτη ατομική ειδοποίηση, η οποία περιέχει τα στοιχεία του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκει αυτό, τον αριθμό και τη χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαιώσεως καθώς και τη χρονολογία πληρωμής του χρέους ή κάθε δόσης, κατά περίπτωση. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι ανακοπή χωρεί, μεταξύ άλλων, και κατά της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου (στοιχ. α). Εξάλλου, στο άρθρο 68 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2238/1994 (Α?151) περί κυρώσεως του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζεται ότι «1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, τόσο γι’ αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι’ αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση. Στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 61 το φύλλο ελέγχου εκδίδεται: α) ... β) ... γ) Αν πρόκειται για πτώχευση, στο όνομα του πτωχού ...», κατά δε το άρθρο 69 του ίδιου νόμου, «αντίγραφο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68, κοινοποιείται στον υπόχρεο μαζί με τη σχετική έκθεση ελέγχου ... Ειδικά, η κοινοποίηση του φύλλου ελέγχου σε περίπτωση πτώχευσης γίνεται στο σύνδικο και τον πτωχό ...». Οι διατάξεις αυτές του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1642/1986 (Α?125), και στις περιπτώσεις εκδόσεως πράξης προσδιορισμού Φ.Π.Α. Όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 191-194/2013), από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης πριν από τον οριστικό καταλογισμό (βεβαίωση εν ευρεία εννοία), δεν επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης αν δεν έχει προηγουμένως εγκύρως κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του φόρου, τόσο στον ορισθέντα σύνδικο της πτώχευσης όσο και στον πτωχό. Η υποχρέωση δε κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης προς τον πτωχό και το σύνδικο, προκειμένου να οριστικοποιηθεί αυτή, η οποία υποχρέωση απορρέει ευθέως από τη ρύθμιση του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι υπό την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), ο πτωχός, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση, στερείται της δικανικής ικανότητας να ασκεί τα δικαιώματά του, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διέπουν μόνο τα ζητήματα της διοικητικής δίκης και δεν επηρεάζουν την ισχύ ρυθμίσεων, που αφορούν ζητήματα διοικητικής διαδικασίας, όπως οι ρυθμίσεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για την κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 1238/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με την 1586/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου διορίστηκε οριστική σύνδικος πτωχεύσεως μία δικηγόρος Αθηνών. Ακολούθως, προκειμένου να διενεργηθεί τακτικός φορολογικός έλεγχος στην αναιρεσίβλητη, ο Προϊστάμενος του Π.Ε.Κ. Πειραιώς κοινοποίησε, στις 22.9.2003, στην ανωτέρω σύνδικο την 6635/19.9.2003 πρόσκληση, ώστε να μεριμνήσει αυτή, ως σύνδικος, να τεθούν τα βιβλία και στοιχεία της πτωχευσάσης εταιρίας στη διάθεση του ελέγχου. Λόγω, όμως, αδράνειας της συνδίκου η Φορολογική Αρχή προέβη σε εξωλογιστικό προσδιορισμό των καθαρών κερδών της επιχείρησης, συντάσσοντας τις οικείες εκθέσεις ελέγχου. Με βάση τα πορίσματα του ελέγχου, ο προαναφερθείς Προϊστάμενος εξέδωσε, το έτος 2003, πράξεις καταλογισμού φόρου εισοδήματος και Φ.Π.Α. καθώς και πράξεις επιβολής προστίμων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, οι οποίες κοινοποιήθηκαν μόνον στη σύνδικο. Στη συνέχεια, τα ποσά των καταλογισθέντων φόρων και επιβληθέντων προστίμων βεβαιώθηκαν ταμειακώς σε βάρος της αναιρεσίβλητης με σχετικές πράξεις της διάδικης φορολογικής Αρχής. Ειδικότερα, με την 1873/4/18.3.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. , που εκδόθηκε με βάση την 1408/30.10.2003 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου του Π.Ε.Κ. και τον συνταχθέντα σχετικώς χρηματικό κατάλογο, βεβαιώθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης φόρος προστιθέμενης αξίας, ποσού 2.053.947 ευρώ. Κατά της πράξης αυτής ταμειακής βεβαίωσης ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με τη σκέψη ότι το ένδικο αυτό βοήθημα είχε ασκηθεί πράγματι από την ίδια την αναιρεσίβλητη, χωρίς αυτή να νομιμοποιείται, ως τελούσα υπό πτώχευση. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η αναιρεσίβλητη, η οποία στο μεταξύ έπαυσε να τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, αφού με την 2676/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή έφεσή της κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την κήρυξε σε πτώχευση, άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε κατά πρώτον, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της ανακοπής, ότι το ένδικο αυτό βοήθημα είχε ασκηθεί, παραδεκτώς, από την ως άνω ορισθείσα σύνδικο και όχι από την αναιρεσίβλητη εταιρία. Στη συνέχεια δε, το δικάσαν δικαστήριο, δικάζοντας επί της ανακοπής, δέχθηκε ότι η κοινοποίηση των προαναφερθεισών καταλογιστικών πράξεων μόνον προς τη σύνδικο της πτώχευσης δεν ήταν πλήρης, αφού αυτές έπρεπε να επιδοθούν και στην πτωχή εταιρία, με συνέπεια να μη συγκροτηθεί οριστικός νόμιμος τίτλος και, ως εκ τούτου, να πάσχει ακυρότητα η επίμαχη ταμειακή βεβαίωση. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν δικαστήριο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, κατόπιν αποδοχής της ανακοπής, ακύρωσε την προσβληθείσα πράξη ταμειακής βεβαίωσης (υπ’ αριθμ. 1873/4/18.3.2004).

6. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας το δικόγραφο της ανακοπής, δέχθηκε ότι αυτή ασκήθηκε από την οριστική σύνδικο πτωχεύσεως και όχι από την ίδια τη διάδικο εταιρία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία του δικογράφου της ανακοπής, στην επικεφαλίδα του οποίου αναγράφεται, πάντως, ότι ασκείται από την αναιρεσίβλητη εταιρία «... που τελεί σε κατάσταση πτώχευσης και εκπροσωπείται νομίμως από την σύνδικο της πτωχεύσεως ..... δικηγόρο Αθηνών ...», είναι, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου του δικογράφου, ορθή και αιτιολογείται νομίμως, πρέπει δε, κατόπιν αυτού, να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση.

7. Επειδή, περαιτέρω, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία, εν προκειμένω, λόγω της μη κοινοποιήσεως των καταλογιστικών πράξεων και προς την πτωχή εταιρία, δεν υφίστατο έγκυρος νόμιμος τίτλος, με συνέπεια να στερείται νομίμου ερείσματος η επίδικη ταμειακή βεβαίωση, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 4, ορθή. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι παρείλκε η κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης και προς τον πτωχό, εφόσον αυτός, μετά την ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αυτοτελώς τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα.

8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2014

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας

Αθ. Ράντος Δ. Κατσάνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.