Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 903/2015: ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΑΝΕΚΚΛΗΤΟΥ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ



Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ανέκκλητης αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η οποία έχει εκδοθεί ερήμην του διαδίκου, δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ο διάδικος, όμως, ο οποίος παραλείπει την άσκηση ανακοπής και ασκεί ευθέως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην του, δεν μπορεί με την αίτηση αυτή να προβάλει παράπονα που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά τη δίκη ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Τούτο δε, διότι για τη θεραπεία των πλημμελειών αυτών της διαδικασίας προβλέπεται το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής, το οποίο συνεπάγεται την κατ’ ουσίαν εξέταση των σχετικών παραπόνων από το ίδιο δικαστήριο στο οποίο εχώρησε η πλημμελής συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου η σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για τα ίδια αυτής ελαττώματα.

Αριθμός 903/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. – Ελ. Κωνσταντινίδου, Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Ολ. Παπαδοπούλου, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.

Για να δικάσει την από 4 Νοεμβρίου 2010 αίτηση:

του Δήμου Περιστερίου Αττικής, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Κωνσταντίνο Σιουρούνη (Α.Μ. 6640), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1) … (..) και 2) … (…), οι οποίες δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Δήμος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 5920/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Δήμου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ολ. Παπαδοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται, κατά νόμον, χωρίς καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 5920/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλομένη ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή προσφυγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, η άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση, η οποία είχε επιβληθεί σε ακίνητο ευρισκόμενο στον Δήμο Περιστερίου Αττικής, στο οικοδομικό τετράγωνο … στην οδό …, και φερόμενο ως ανήκον στις αναιρεσιβλήτους, και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για τη διενέργεια των νομίμων.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Τμήματος, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244).
4. Επειδή, ο αιτών Δήμος παραδεκτώς ασκεί την υπό κρίση αίτηση, ως ηττηθείς διάδικος στην επί της προσφυγής των αναιρεσιβλήτων δίκη, και εμπροθέσμως.
5. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση καίτοι δεν παρέστησαν οι καθ’ ων η αίτηση … και …, εφόσον, όπως προκύπτει από τα οικεία αποδεικτικά, αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως, καθώς και της πράξεως της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου, κοινοποιήθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, σε αυτές.
6. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21-12-2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α΄ 30), αφενός μεν ορίσθηκε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που γεννώνται από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), δηλαδή το οικείο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφετέρου δε καταργήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (όπως ίσχυε) περί υπαγωγής των διαφορών αυτών στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων. Εξ άλλου, η ισχύς του ανωτέρω άρθρου 1 άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, από την 1.1.2002. Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001 (Α΄ 17) προβλέπονται οι περιπτώσεις υποχρεωτικής ανακλήσεως και αυτοδίκαιης άρσεως αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 και 3), στην δε παρ. 4 ορίζεται ότι: «Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης…». Σύμφωνα δε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 7.5.2001. Ενόψει των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις και του χρόνου, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η ακυρωθείσα σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει τα ρυμοτομικά βάρη του επίδικου ακινήτου, αρμοδίως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο αυτό.
7. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 (Α΄ 1), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 212/1975 (Α΄ 252), προέβλεπε, ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως, εάν παρέλθει ορισμένος χρόνος από την κήρυξή τους χωρίς να έχει καθορισθεί η οφειλομένη αποζημίωση. Ειδικότερα προέβλεπε ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων ανακαλούνται εάν παρέλθει οκταετία. Με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) καταργήθηκε το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1991 και, συνεπώς, και ο θεσμός της αυτοδίκαιης ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως μετά την άπρακτη πάροδο οκταετίας από την κήρυξή της. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 - 4 του ως άνω ν. 2882/2001, «2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης… Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, ανάπτυξη οικιστικών περιοχών και για αρχαιολογικούς σκοπούς. 3. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2719/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Από τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Όπως όμως έχει κριθεί, εν όψει των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, καθώς και άλλα ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση των απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, όταν οι πολεοδομικές αυτές δεσμεύσεις της ιδιοκτησίας διατηρούνται πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως των βαρυνομένων ακινήτων, ανακύπτει υποχρέωση του αρμοδίου κατά περίπτωση οργάνου της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης (βλ. ΣΕ 3908/2007 επτ. 4842/2012 κ.ά.).
8. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, οι αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 236,50 τμ, το οποίο βρίσκεται στο ΟΤ … του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Περιστερίου, επί της οδού …. Με το β.δ. της 20.1.1955 (Α΄ 13) επιβλήθηκε στο ανωτέρω ακίνητο ρυμοτομική απαλλοτρίωση για τη διαπλάτυνση της οδού Τρώων. Οι αναιρεσίβλητες υπέβαλαν στη Νομαρχία Αθηνών την από 13.3.2007 αίτηση, με την οποία ζήτησαν την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως που επιβλήθηκε στο ακίνητό τους, λόγω της παρόδου 52 ετών από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως χωρίς τη συντέλεσή της, αναφέροντας ότι δεν έχει γίνει καμμία ενέργεια από τα αρμόδια όργανα για τον σκοπό αυτό και δεν έχει ξεκινήσει διαδικασία προσδιορισμού της σχετικής αποζημιώσεως. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, με την 5346/331/28.3.2007 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Τομέα Δυτικής Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Κατά της αρνήσεως της Διοικήσεως να άρει την επιβληθείσα στο ανωτέρω ακίνητο απαλλοτρίωση οι αναιρεσίβλητες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι από το έτος 1955, κατά το οποίο επιβλήθηκε ρυμοτομική απαλλοτρίωση στο επίδικο ακίνητο, μέχρι το έτος 2007, κατά το οποίο υποβλήθηκε το αίτημα άρσεως της απαλλοτριώσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα 52 ετών, χωρίς η Διοίκηση να έχει προβεί στη συντέλεση της απαλλοτριώσεως αυτής και ότι το χρονικό αυτό διάστημα υπερβαίνει τα εύλογα χρονικά όρια, εντός των οποίων είναι συνταγματικώς ανεκτή η δέσμευση της ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει, εξ άλλου, από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου, πριν από την αναιρεσιβαλλομένη εκδόθηκε η 2311/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων Δήμος Περιστερίου, κατά του οποίου εστρέφετο η ασκηθείσα προσφυγή, δεν κλήθηκε να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 12.11.2008 και δεν προέκυπτε ότι είχε λάβει γνώση της δικασίμου αυτής, ακυρώθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 62 παρ. 2 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η διεξαχθείσα συζήτηση και διατάχθηκε η εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως την 9.12.2009, μετά από κλήση, με επιμέλεια της Γραμματείας του εν λόγω Διοικητικού Πρωτοδικείου, όλων των διαδίκων, ήτοι των ήδη αναιρεσιβλήτων, του Δημοσίου, της Νομαρχίας Αθηνών και του αναιρεσείοντος Δήμου Περιστερίου. Η ως άνω 2311/2009 απόφαση επιδόθηκε στο Δήμο Περιστερίου την 8.10.2009 και η νέα συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, έλαβε χώρα την 9.12.2009. Όπως βεβαιώνεται δε στο πρακτικό της οικείας συνεδριάσεως, διαπιστώθηκε από το δικάσαν δικαστήριο η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ο οποίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση.
9. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) και οι διατάξεις του οποίου, πλην του άρθρου 66 αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 11 του ν. 2882/2001, προβλέπει στο άρθρο 89 τα εξής: «Ο διάδικος, που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου επειδή δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή επειδή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρεσε, λόγω ανώτερης βίας, να παρασταθεί, έχει δικαίωμα να ασκήσει, για τους λόγους αυτούς, κατά της σχετικής απόφασης, ανακοπή». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 90 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, περαιτέρω, ότι «Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την πλήρη γνώση της», στο δε άρθρο 91 Κώδικα αυτού ότι «Αν ο λόγος της ανακοπής κριθεί βάσιμος, το δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και προχωρεί στην εκδίκαση της διαφοράς». Εξάλλου, το άρθρο 53 παρ. 1 π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προβλέπει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ’ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφηση.
10. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ανέκκλητης αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η οποία έχει εκδοθεί ερήμην του διαδίκου, δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ο διάδικος, όμως, ο οποίος παραλείπει την άσκηση ανακοπής και ασκεί ευθέως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην του, δεν μπορεί με την αίτηση αυτή να προβάλει παράπονα που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά τη δίκη ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Τούτο δε, διότι για τη θεραπεία των πλημμελειών αυτών της διαδικασίας προβλέπεται το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής, το οποίο συνεπάγεται την κατ’ ουσίαν εξέταση των σχετικών παραπόνων από το ίδιο δικαστήριο στο οποίο εχώρησε η πλημμελής συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου η σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για τα ίδια αυτής ελαττώματα (πρβλ. ΣΕ 1554/2013, 2858/2012, 666/2008, 3069/2004).
11. Επειδή, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει ότι μη νομίμως συζητήθηκε η προσφυγή των αναιρεσιβλήτων εφόσον «ουδέποτε κοινοποιήθηκε [σε αυτόν] αντίγραφο της προσφυγής αυτής». Ο λόγος όμως αυτός είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως, ως απαραδέκτως προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως κατά της ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσης αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι αιτιάσεις που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευση διαδίκου κατά τη δίκη επί της οποίας εκδίδεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορούν να προβληθούν μόνο με το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 89 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, και όχι με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ. ΣΕ 1554/2013, 2858/2012, 666/2008, 3069/2004).
12. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως ότι μη νομίμως εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του ν. 2882/2001, αορίστως άλλωστε προβαλλόμενος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Απορριπτέος είναι και ο λόγος αναιρέσεως ότι η παραδοχή της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων «θα είναι καταστροφική για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της περιοχής», ως μη αναφερόμενος σε νομικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης.
13. Επειδή, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2015
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
 
Ν. Ρόζος Ειρ. Δασκαλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2015.
Η Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος   Η Γραμματέας
 
 
Αγγ. Θεοφιλοπούλου Ειρ. Δασκαλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 903/2015: ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΑΝΕΚΚΛΗΤΟΥ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ



Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ανέκκλητης αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η οποία έχει εκδοθεί ερήμην του διαδίκου, δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ο διάδικος, όμως, ο οποίος παραλείπει την άσκηση ανακοπής και ασκεί ευθέως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην του, δεν μπορεί με την αίτηση αυτή να προβάλει παράπονα που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά τη δίκη ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Τούτο δε, διότι για τη θεραπεία των πλημμελειών αυτών της διαδικασίας προβλέπεται το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής, το οποίο συνεπάγεται την κατ’ ουσίαν εξέταση των σχετικών παραπόνων από το ίδιο δικαστήριο στο οποίο εχώρησε η πλημμελής συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου η σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για τα ίδια αυτής ελαττώματα.

Αριθμός 903/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. – Ελ. Κωνσταντινίδου, Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Ολ. Παπαδοπούλου, Μ. Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.

Για να δικάσει την από 4 Νοεμβρίου 2010 αίτηση:

του Δήμου Περιστερίου Αττικής, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Κωνσταντίνο Σιουρούνη (Α.Μ. 6640), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1) … (..) και 2) … (…), οι οποίες δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Δήμος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 5920/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Δήμου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ολ. Παπαδοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται, κατά νόμον, χωρίς καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 5920/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλομένη ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή προσφυγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, η άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση, η οποία είχε επιβληθεί σε ακίνητο ευρισκόμενο στον Δήμο Περιστερίου Αττικής, στο οικοδομικό τετράγωνο … στην οδό …, και φερόμενο ως ανήκον στις αναιρεσιβλήτους, και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για τη διενέργεια των νομίμων.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Τμήματος, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244).
4. Επειδή, ο αιτών Δήμος παραδεκτώς ασκεί την υπό κρίση αίτηση, ως ηττηθείς διάδικος στην επί της προσφυγής των αναιρεσιβλήτων δίκη, και εμπροθέσμως.
5. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση καίτοι δεν παρέστησαν οι καθ’ ων η αίτηση … και …, εφόσον, όπως προκύπτει από τα οικεία αποδεικτικά, αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως, καθώς και της πράξεως της Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου, κοινοποιήθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, σε αυτές.
6. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21-12-2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α΄ 30), αφενός μεν ορίσθηκε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που γεννώνται από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), δηλαδή το οικείο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφετέρου δε καταργήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (όπως ίσχυε) περί υπαγωγής των διαφορών αυτών στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων. Εξ άλλου, η ισχύς του ανωτέρω άρθρου 1 άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, από την 1.1.2002. Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001 (Α΄ 17) προβλέπονται οι περιπτώσεις υποχρεωτικής ανακλήσεως και αυτοδίκαιης άρσεως αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 και 3), στην δε παρ. 4 ορίζεται ότι: «Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης…». Σύμφωνα δε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 7.5.2001. Ενόψει των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις και του χρόνου, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η ακυρωθείσα σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει τα ρυμοτομικά βάρη του επίδικου ακινήτου, αρμοδίως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο αυτό.
7. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 (Α΄ 1), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν. 212/1975 (Α΄ 252), προέβλεπε, ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως, εάν παρέλθει ορισμένος χρόνος από την κήρυξή τους χωρίς να έχει καθορισθεί η οφειλομένη αποζημίωση. Ειδικότερα προέβλεπε ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων ανακαλούνται εάν παρέλθει οκταετία. Με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) καταργήθηκε το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1991 και, συνεπώς, και ο θεσμός της αυτοδίκαιης ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως μετά την άπρακτη πάροδο οκταετίας από την κήρυξή της. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 - 4 του ως άνω ν. 2882/2001, «2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης… Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, ανάπτυξη οικιστικών περιοχών και για αρχαιολογικούς σκοπούς. 3. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2719/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Από τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Όπως όμως έχει κριθεί, εν όψει των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, καθώς και άλλα ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση των απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, όταν οι πολεοδομικές αυτές δεσμεύσεις της ιδιοκτησίας διατηρούνται πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως των βαρυνομένων ακινήτων, ανακύπτει υποχρέωση του αρμοδίου κατά περίπτωση οργάνου της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης (βλ. ΣΕ 3908/2007 επτ. 4842/2012 κ.ά.).
8. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, οι αναιρεσίβλητες είναι συγκύριες εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 236,50 τμ, το οποίο βρίσκεται στο ΟΤ … του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Περιστερίου, επί της οδού …. Με το β.δ. της 20.1.1955 (Α΄ 13) επιβλήθηκε στο ανωτέρω ακίνητο ρυμοτομική απαλλοτρίωση για τη διαπλάτυνση της οδού Τρώων. Οι αναιρεσίβλητες υπέβαλαν στη Νομαρχία Αθηνών την από 13.3.2007 αίτηση, με την οποία ζήτησαν την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως που επιβλήθηκε στο ακίνητό τους, λόγω της παρόδου 52 ετών από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως χωρίς τη συντέλεσή της, αναφέροντας ότι δεν έχει γίνει καμμία ενέργεια από τα αρμόδια όργανα για τον σκοπό αυτό και δεν έχει ξεκινήσει διαδικασία προσδιορισμού της σχετικής αποζημιώσεως. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, με την 5346/331/28.3.2007 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Τομέα Δυτικής Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Κατά της αρνήσεως της Διοικήσεως να άρει την επιβληθείσα στο ανωτέρω ακίνητο απαλλοτρίωση οι αναιρεσίβλητες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι από το έτος 1955, κατά το οποίο επιβλήθηκε ρυμοτομική απαλλοτρίωση στο επίδικο ακίνητο, μέχρι το έτος 2007, κατά το οποίο υποβλήθηκε το αίτημα άρσεως της απαλλοτριώσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα 52 ετών, χωρίς η Διοίκηση να έχει προβεί στη συντέλεση της απαλλοτριώσεως αυτής και ότι το χρονικό αυτό διάστημα υπερβαίνει τα εύλογα χρονικά όρια, εντός των οποίων είναι συνταγματικώς ανεκτή η δέσμευση της ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει, εξ άλλου, από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου, πριν από την αναιρεσιβαλλομένη εκδόθηκε η 2311/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων Δήμος Περιστερίου, κατά του οποίου εστρέφετο η ασκηθείσα προσφυγή, δεν κλήθηκε να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 12.11.2008 και δεν προέκυπτε ότι είχε λάβει γνώση της δικασίμου αυτής, ακυρώθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 62 παρ. 2 περ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η διεξαχθείσα συζήτηση και διατάχθηκε η εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως την 9.12.2009, μετά από κλήση, με επιμέλεια της Γραμματείας του εν λόγω Διοικητικού Πρωτοδικείου, όλων των διαδίκων, ήτοι των ήδη αναιρεσιβλήτων, του Δημοσίου, της Νομαρχίας Αθηνών και του αναιρεσείοντος Δήμου Περιστερίου. Η ως άνω 2311/2009 απόφαση επιδόθηκε στο Δήμο Περιστερίου την 8.10.2009 και η νέα συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, έλαβε χώρα την 9.12.2009. Όπως βεβαιώνεται δε στο πρακτικό της οικείας συνεδριάσεως, διαπιστώθηκε από το δικάσαν δικαστήριο η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ο οποίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση.
9. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) και οι διατάξεις του οποίου, πλην του άρθρου 66 αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 11 του ν. 2882/2001, προβλέπει στο άρθρο 89 τα εξής: «Ο διάδικος, που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου επειδή δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή επειδή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρεσε, λόγω ανώτερης βίας, να παρασταθεί, έχει δικαίωμα να ασκήσει, για τους λόγους αυτούς, κατά της σχετικής απόφασης, ανακοπή». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 90 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, περαιτέρω, ότι «Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την πλήρη γνώση της», στο δε άρθρο 91 Κώδικα αυτού ότι «Αν ο λόγος της ανακοπής κριθεί βάσιμος, το δικαστήριο εξαφανίζει την απόφαση και προχωρεί στην εκδίκαση της διαφοράς». Εξάλλου, το άρθρο 53 παρ. 1 π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προβλέπει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ’ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφηση.
10. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ανέκκλητης αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η οποία έχει εκδοθεί ερήμην του διαδίκου, δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ο διάδικος, όμως, ο οποίος παραλείπει την άσκηση ανακοπής και ασκεί ευθέως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην του, δεν μπορεί με την αίτηση αυτή να προβάλει παράπονα που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά τη δίκη ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Τούτο δε, διότι για τη θεραπεία των πλημμελειών αυτών της διαδικασίας προβλέπεται το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής, το οποίο συνεπάγεται την κατ’ ουσίαν εξέταση των σχετικών παραπόνων από το ίδιο δικαστήριο στο οποίο εχώρησε η πλημμελής συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου η σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για τα ίδια αυτής ελαττώματα (πρβλ. ΣΕ 1554/2013, 2858/2012, 666/2008, 3069/2004).
11. Επειδή, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει ότι μη νομίμως συζητήθηκε η προσφυγή των αναιρεσιβλήτων εφόσον «ουδέποτε κοινοποιήθηκε [σε αυτόν] αντίγραφο της προσφυγής αυτής». Ο λόγος όμως αυτός είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως, ως απαραδέκτως προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως κατά της ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσης αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι αιτιάσεις που αφορούν τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή εμπρόθεσμη κλήτευση διαδίκου κατά τη δίκη επί της οποίας εκδίδεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορούν να προβληθούν μόνο με το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 89 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, και όχι με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ. ΣΕ 1554/2013, 2858/2012, 666/2008, 3069/2004).
12. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως ότι μη νομίμως εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του ν. 2882/2001, αορίστως άλλωστε προβαλλόμενος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Απορριπτέος είναι και ο λόγος αναιρέσεως ότι η παραδοχή της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων «θα είναι καταστροφική για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της περιοχής», ως μη αναφερόμενος σε νομικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης.
13. Επειδή, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2015
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
 
Ν. Ρόζος Ειρ. Δασκαλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2015.
Η Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος   Η Γραμματέας
 
 
Αγγ. Θεοφιλοπούλου Ειρ. Δασκαλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.