Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 841/2015: ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΤΑ ΤΔΔ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΗΜΙΟΓΟΝΟΥ ΠΡΑΞΕΩΣ Η΄ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ


Επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξεως ή παραλείψεως από το δικαστήριο της αγωγής αποζημιώσεως γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακυρώσεως.


Αριθμός 841/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 7 Μαΐου 2014 αίτηση:
του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Νικ. Κονδύλη (Α.Μ. 26417), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των Υπουργών: 1) Οικονομικών και 2) Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4877/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αρ. 1342356-7, 3841128/2014 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 4.877/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αρ. 12.521/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αγωγή του ιδίου, με αίτημα την εις αυτόν καταβολή ποσού ύψους 1.052.493,26 ευρώ, ως αποζημίωση δια την ανόρθωση της ζημίας, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποστεί, λόγω μη τοποθετήσεώς του στην θέση του Γενικού Διευθυντού Σπουδών Πρωτοβαθμίου – Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 23.01.2006 έως 05.12.2007.
3. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…».
4. Επειδή, η παρούσα αίτηση, κατατεθείσα την 09.05.2014, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010. Εξ άλλου, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτή, διότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το ζήτημα της μη αναδρομικής τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην θέση του Γενικού Διευθυντού Σπουδών Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, έρχεται σε αντίθεση προς παγία νομολογία του Δικαστηρίου, συμφώνως προς την οποία, επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, εφ’ όσον δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής (ΣτΕ ολομ. 2260/2013). Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι το δικάσαν Εφετείο έκρινε επί του ζητήματος αυτού ότι, ανεξαρτήτως ότι στον ως άνω νόμο [ν. 2190/1994] δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικού διορισμού, τούτο θα ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, ερχόμενο τοιουτοτρόπως σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι περαιτέρω εξεταστέος.
5. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 71 παρ. 1, 78 και 80 παρ.2 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α΄ 97), επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξεως ή παραλείψεως από το δικαστήριο της αγωγής αποζημιώσεως γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2260/2013 ολομ., 2176/2012, 4109/2010).
 6. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ. πρωτ. Φ. 908/114860/Η/ 15.10.2004 αποφάσεως – προσκλήσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εκλήθησαν οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου, οι πληρούντες τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3260/2004 εν συνδυασμώ προς τις οικείες διατάξεις των π.δ/των 339/1990 και 194/1997, να υποβάλουν αιτήσεις δια την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, προκειμένου να κριθούν από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 9 του ν. 3260/2004. Ο αναιρεσείων, συντονιστής εκπαιδεύσεως Φραγκφούρτης Γερμανίας, υπέβαλε την υπ’ αρ. 125119/Η/05.11.2004 αίτηση. Εν συνεχεία, εξεδόθη η ΕΥΣ ΕΞ 107/005/17.11.2005 απόφαση – βεβαίωση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (πρακτικό 61/2005), δια της οποίας ο αναιρεσείων, με άλλους επιλεγέντες, εκρίθη ως καταλληλότερος δια να καταλάβει την θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διευθύνσεως Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως. Δια της υπ’ αρ. Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 αποφάσεως του Υπουργού τοποθετήθηκαν όλοι οι επιλεγέντες Γενικοί Διευθυντές, πλην αυτού. Ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά της παραλείψεως διορισμού του, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αρ. 617/2007 παραπεμπτική ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας απόφαση αυτού. Κατόπιν της υπ’ αρ. 275/2006 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσης επί αιτήσεως αναστολής άλλου μη επιλεγέντος, εξεδόθη η υπ’ αρ. Φ. 908/34693/Η/05.04.2006 απόφαση του ιδίου Υπουργού, δια της οποίας ετοποθετήθησαν εκ νέου οι αναφερόμενοι στην Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 απόφαση του Υπουργού, πλην του αναιρεσείοντος. Δικάσιμος δια την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίσθηκε η 6η Δεκεμβρίου 2007. Την αυτή ημέρα, δια της υπ’ αρ. Φ. 908/140208/Η/06.12.2007 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο αναιρεσείων ετοποθετήθη στην θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διευθύνσεως Σπουδών Πρωτοβαθμίου – Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου. Μετά την έκδοση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, εξεδόθη η υπ’ αρ. 3392/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δια της οποίας κατηργήθη η ανοιγείσα δίκη, δεδομένου ότι η ισχύς της προσβαλλομένης υπ’ αρ. Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 υπουργικής αποφάσεως είχε λήξει δια της εκδόσεως νεωτέρας αποφάσεως περί τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην επίμαχο θέση, εν όψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί ιδιαίτερο έννομο συμφέρον προς συνέχιση της δίκης. Περαιτέρω, δια της υπ’ αρ. Φ. 908/26017/Η/28.02.2008 βεβαιώσεως του Προϊσταμένου του Τμήματος Προσωπικού γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η τοποθέτησή του στην θέση αυτή. Ο αναιρεσείων, δια της από 12.03.2008 αιτήσεώς του, ζήτησε να του καταβληθεί αναδρομικώς η διαφορά αποδοχών για το από 23.01.2006 έως 28.02.2008 χρονικό διάστημα. Επ’ αυτού εξεδόθη η από 04.09.2008 αρνητική απάντηση της Διοικήσεως, δια της οποίας του γνωστοποιήθηκε ότι δεν προβλέπεται εκ του νόμου η καταβολή αναδρομικών αποδοχών. Για τον λόγο αυτόν, ο αναιρεσείων άσκησε την από 03.11.2008 αγωγή του, δια της οποίας ζήτησε να του καταβληθούν ποσά ύψους : α) 52.493,26 ευρώ, ως αποζημίωση δια την ζημία την οποία είχε υποστεί από την παράλειψη των οργάνων του Υπουργείου να τον διορίσουν στην επίδικο θέση από 23.01.2006 και β) 1.000.000 ευρώ δια την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία είχε υποστεί από τον μη έγκαιρο διορισμό του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του. Έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικώτερον, το δικάσαν Εφετείο, αφού έλαβε υπ’ όψη ότι, δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 9 του ν. 2190/1994, η τότε Υπουργός όφειλε να προβεί στην τοποθέτηση των επιλεγέντων από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, ηδύνατο όμως να καθορίσει το χρονικό σημείο εκδόσεως της σχετικής πράξεως, έκρινε ότι η τοποθέτηση αυτού την 05.12.2007 έγινε εντός ευλόγου χρόνου, μετ’ εκτίμηση των υπηρεσιακών δεδομένων. Επί πλέον, απέρριψε ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον έπρεπε και αυτός να διορισθεί αναδρομικώς από 23.01.2006, ως και οι άλλοι επιλεγέντες, με την σκέψη ότι, ανεξαρτήτως ότι στον ως άνω νόμο [ν. 2190/1994] δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικού διορισμού, τούτο θα ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, εν πάση δε περιπτώσει, έκρινε ότι η τοποθέτησή του στην εν λόγω θέση την 05.12.2007 δεν αποδίδει εις αυτόν ηθική απαξία και απέρριψε το αίτημά του να του καταβληθεί αποζημίωση για ηθική βλάβη. Τέλος, απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι θα έμενε στην θέση του μέχρι 31.03.2009 και όχι για μία τριετία, ως προέβλεπε το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 3260/2004, με την σκέψη ότι εκ των στοιχείων του φακέλλου προέκυπτε η παραμονή του εις αυτήν έως την 19.05.2010, οπότε και έληξε η θητεία του λόγω καταργήσεως της θέσεως, δυνάμει του άρθρου 47 του ν. 3848/2010.
7. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 5, η ειδικώτερη και προέχουσα σκέψη του δικάσαντος Εφετείου ότι το ζήτημα της αναδρομικής τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην επίδικο θέση μπορούσε να είναι αντικείμενο μόνον της ακυρωτικής δίκης δεν είναι νόμιμη. Κατά συνέπειαν, ο αντιστοίχως προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος.
8. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, αποβαίνει δε πρόωρη η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στην νομιμότητα των λοιπών σκέψεων της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση, της οποίας το πραγματικό χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου για νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου, δηλαδή να κριθεί παρεμπιπτόντως η νομιμότητα της προβαλλομένης παραλείψεως τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος και να εξετασθεί αν αυτός, εν όψει του συνολικού χρόνου παραμονής του στην θέση, στην οποία τελικώς τοποθετήθηκε, υπέστη ή όχι βλάβη από την εν λόγω παράλειψη, αν αυτή τελικώς κριθεί ως μη νόμιμη. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
Αναιρεί την υπ’ αρ. 4.877/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
 
 
 Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 841/2015: ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΤΑ ΤΔΔ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΗΜΙΟΓΟΝΟΥ ΠΡΑΞΕΩΣ Η΄ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ


Επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξεως ή παραλείψεως από το δικαστήριο της αγωγής αποζημιώσεως γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακυρώσεως.


Αριθμός 841/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 7 Μαΐου 2014 αίτηση:
του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Νικ. Κονδύλη (Α.Μ. 26417), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των Υπουργών: 1) Οικονομικών και 2) Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4877/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αρ. 1342356-7, 3841128/2014 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 4.877/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αρ. 12.521/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε αγωγή του ιδίου, με αίτημα την εις αυτόν καταβολή ποσού ύψους 1.052.493,26 ευρώ, ως αποζημίωση δια την ανόρθωση της ζημίας, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποστεί, λόγω μη τοποθετήσεώς του στην θέση του Γενικού Διευθυντού Σπουδών Πρωτοβαθμίου – Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 23.01.2006 έως 05.12.2007.
3. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,…».
4. Επειδή, η παρούσα αίτηση, κατατεθείσα την 09.05.2014, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010. Εξ άλλου, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτή, διότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το ζήτημα της μη αναδρομικής τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην θέση του Γενικού Διευθυντού Σπουδών Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, έρχεται σε αντίθεση προς παγία νομολογία του Δικαστηρίου, συμφώνως προς την οποία, επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, εφ’ όσον δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής (ΣτΕ ολομ. 2260/2013). Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι το δικάσαν Εφετείο έκρινε επί του ζητήματος αυτού ότι, ανεξαρτήτως ότι στον ως άνω νόμο [ν. 2190/1994] δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικού διορισμού, τούτο θα ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, ερχόμενο τοιουτοτρόπως σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι περαιτέρω εξεταστέος.
5. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 71 παρ. 1, 78 και 80 παρ.2 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α΄ 97), επί αγωγής αποζημιώσεως τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, επί της οποίας θεμελιούται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της πράξεως ή της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ή αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξεως ή παραλείψεως από το δικαστήριο της αγωγής αποζημιώσεως γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή ή την αίτηση ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2260/2013 ολομ., 2176/2012, 4109/2010).
 6. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ. πρωτ. Φ. 908/114860/Η/ 15.10.2004 αποφάσεως – προσκλήσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εκλήθησαν οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου, οι πληρούντες τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3260/2004 εν συνδυασμώ προς τις οικείες διατάξεις των π.δ/των 339/1990 και 194/1997, να υποβάλουν αιτήσεις δια την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, προκειμένου να κριθούν από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 9 του ν. 3260/2004. Ο αναιρεσείων, συντονιστής εκπαιδεύσεως Φραγκφούρτης Γερμανίας, υπέβαλε την υπ’ αρ. 125119/Η/05.11.2004 αίτηση. Εν συνεχεία, εξεδόθη η ΕΥΣ ΕΞ 107/005/17.11.2005 απόφαση – βεβαίωση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (πρακτικό 61/2005), δια της οποίας ο αναιρεσείων, με άλλους επιλεγέντες, εκρίθη ως καταλληλότερος δια να καταλάβει την θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διευθύνσεως Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως. Δια της υπ’ αρ. Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 αποφάσεως του Υπουργού τοποθετήθηκαν όλοι οι επιλεγέντες Γενικοί Διευθυντές, πλην αυτού. Ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά της παραλείψεως διορισμού του, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αρ. 617/2007 παραπεμπτική ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας απόφαση αυτού. Κατόπιν της υπ’ αρ. 275/2006 αποφάσεως της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσης επί αιτήσεως αναστολής άλλου μη επιλεγέντος, εξεδόθη η υπ’ αρ. Φ. 908/34693/Η/05.04.2006 απόφαση του ιδίου Υπουργού, δια της οποίας ετοποθετήθησαν εκ νέου οι αναφερόμενοι στην Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 απόφαση του Υπουργού, πλην του αναιρεσείοντος. Δικάσιμος δια την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίσθηκε η 6η Δεκεμβρίου 2007. Την αυτή ημέρα, δια της υπ’ αρ. Φ. 908/140208/Η/06.12.2007 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο αναιρεσείων ετοποθετήθη στην θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διευθύνσεως Σπουδών Πρωτοβαθμίου – Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου. Μετά την έκδοση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, εξεδόθη η υπ’ αρ. 3392/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δια της οποίας κατηργήθη η ανοιγείσα δίκη, δεδομένου ότι η ισχύς της προσβαλλομένης υπ’ αρ. Φ. 908/7498/Η/23.01.2006 υπουργικής αποφάσεως είχε λήξει δια της εκδόσεως νεωτέρας αποφάσεως περί τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην επίμαχο θέση, εν όψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί ιδιαίτερο έννομο συμφέρον προς συνέχιση της δίκης. Περαιτέρω, δια της υπ’ αρ. Φ. 908/26017/Η/28.02.2008 βεβαιώσεως του Προϊσταμένου του Τμήματος Προσωπικού γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η τοποθέτησή του στην θέση αυτή. Ο αναιρεσείων, δια της από 12.03.2008 αιτήσεώς του, ζήτησε να του καταβληθεί αναδρομικώς η διαφορά αποδοχών για το από 23.01.2006 έως 28.02.2008 χρονικό διάστημα. Επ’ αυτού εξεδόθη η από 04.09.2008 αρνητική απάντηση της Διοικήσεως, δια της οποίας του γνωστοποιήθηκε ότι δεν προβλέπεται εκ του νόμου η καταβολή αναδρομικών αποδοχών. Για τον λόγο αυτόν, ο αναιρεσείων άσκησε την από 03.11.2008 αγωγή του, δια της οποίας ζήτησε να του καταβληθούν ποσά ύψους : α) 52.493,26 ευρώ, ως αποζημίωση δια την ζημία την οποία είχε υποστεί από την παράλειψη των οργάνων του Υπουργείου να τον διορίσουν στην επίδικο θέση από 23.01.2006 και β) 1.000.000 ευρώ δια την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία είχε υποστεί από τον μη έγκαιρο διορισμό του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του. Έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικώτερον, το δικάσαν Εφετείο, αφού έλαβε υπ’ όψη ότι, δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 9 του ν. 2190/1994, η τότε Υπουργός όφειλε να προβεί στην τοποθέτηση των επιλεγέντων από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, ηδύνατο όμως να καθορίσει το χρονικό σημείο εκδόσεως της σχετικής πράξεως, έκρινε ότι η τοποθέτηση αυτού την 05.12.2007 έγινε εντός ευλόγου χρόνου, μετ’ εκτίμηση των υπηρεσιακών δεδομένων. Επί πλέον, απέρριψε ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, κατά τον οποίον έπρεπε και αυτός να διορισθεί αναδρομικώς από 23.01.2006, ως και οι άλλοι επιλεγέντες, με την σκέψη ότι, ανεξαρτήτως ότι στον ως άνω νόμο [ν. 2190/1994] δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικού διορισμού, τούτο θα ηδύνατο να κριθεί μόνον κατά την ακυρωτική διαδικασία, εν πάση δε περιπτώσει, έκρινε ότι η τοποθέτησή του στην εν λόγω θέση την 05.12.2007 δεν αποδίδει εις αυτόν ηθική απαξία και απέρριψε το αίτημά του να του καταβληθεί αποζημίωση για ηθική βλάβη. Τέλος, απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι θα έμενε στην θέση του μέχρι 31.03.2009 και όχι για μία τριετία, ως προέβλεπε το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 3260/2004, με την σκέψη ότι εκ των στοιχείων του φακέλλου προέκυπτε η παραμονή του εις αυτήν έως την 19.05.2010, οπότε και έληξε η θητεία του λόγω καταργήσεως της θέσεως, δυνάμει του άρθρου 47 του ν. 3848/2010.
7. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 5, η ειδικώτερη και προέχουσα σκέψη του δικάσαντος Εφετείου ότι το ζήτημα της αναδρομικής τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος στην επίδικο θέση μπορούσε να είναι αντικείμενο μόνον της ακυρωτικής δίκης δεν είναι νόμιμη. Κατά συνέπειαν, ο αντιστοίχως προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος.
8. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, αποβαίνει δε πρόωρη η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που αναφέρονται στην νομιμότητα των λοιπών σκέψεων της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση, της οποίας το πραγματικό χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου για νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου, δηλαδή να κριθεί παρεμπιπτόντως η νομιμότητα της προβαλλομένης παραλείψεως τοποθετήσεως του αναιρεσείοντος και να εξετασθεί αν αυτός, εν όψει του συνολικού χρόνου παραμονής του στην θέση, στην οποία τελικώς τοποθετήθηκε, υπέστη ή όχι βλάβη από την εν λόγω παράλειψη, αν αυτή τελικώς κριθεί ως μη νόμιμη. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
Αναιρεί την υπ’ αρ. 4.877/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 2015.
 Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
 
 
 Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.