Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4864/2014: ΤΟ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ



Από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (Α΄ 35), ήτοι από 1.6.1999, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, με τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής αποφάσεως), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (ΣτΕ 1767/2013).

Αριθμός 4864/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 

Α) Για να δικάσει την από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:
του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Φίλιππο Βασιλογιάννη (Α.Μ. 15749), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, 2) Υπουργού Εξωτερικών και 3) Υπουργού Δημόσιας Τάξης, οι οποίοι παρέστησαν με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Β) Για να δικάσει την από 14 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:
του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Φίλιππο Βασιλογιάννη (Α.Μ. 15749), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Λαμπροπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 3056926, 3056927, 3056928/2008), ζητείται από τον αναιρεσείοντα η αναίρεση της αποφάσεως 1717/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της αποφάσεως 8876/2006 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταρρυθμίσθηκε η απόφαση αυτή και αναγνωρίσθηκε, τελικώς, η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, Αστυφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, το ποσό των 36.142 δολαρίων Η.Π.Α., νομιμοτόκως, με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο, το οποίο αντιστοιχεί σε προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών και λόγω τέκνων, καθώς και σε έξοδα πρώτης εγκατάστασης, για το διάστημα από 6.2.2000 έως 28.2.2002, κατά το οποίο αυτός υπηρέτησε στην αλλοδαπή, εκτελώντας καθήκοντα προσωπικού ασφαλείας στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Τρίπολη της Λιβύης. Με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως 1717/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφενός μεν απερρίφθη η έφεσή του, αφετέρου δε έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου.
2. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας.
3. Επειδή, κατά τα ήδη κριθέντα (ΣτΕ 169, 66/2014, 1767/2013, 3377/2012, 2697/2011 κ.α.), το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους, δικαιούται, κατ’ αρχάς, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όχι κατ’ εφαρμογή της ανίσχυρης – εκδοθείσης καθ’ υπέρβαση της διατάξεως της παρ. 4 του αρ. 50 του ν. 1481/1984, Α΄ 152 - διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990 (Β΄ 629), όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την Κ.Υ.Α. 1027/4/2-ε/9.1.1992 (Β΄ 35) (κατά την οποία οι αστυνομικοί, ειδικώς, της ανωτέρω κατηγορίας λαμβάνουν όλοι, ανεξαρτήτως βαθμού, επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή ίσο με το 45% του επιδόματος αλλοδαπής του Προϊσταμένου Πρέσβη), αλλά κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ΄/11.11.1996 (Β΄ 1058), με την οποία καθορίζεται, αναλόγως βαθμού (με βάση την αντιστοιχία των βαθμών των αστυνομικών υπαλλήλων προς τους βαθμούς των διπλωματικών υπαλλήλων, βλ. την ως άνω Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990 και ΣτΕ 3993/2009), το ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Πρέσβη που δικαιούται το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό, για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990 (ήτοι οι αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης είτε σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών). Το ποσοστό δε αυτό, για τους Αστυφύλακες, όπως ο αναιρεσείων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθοριζόταν (με την ΚΥΑ 8002/35/16-ιδ/1996), σε ποσοστό 50% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου Πρέσβη. Περαιτέρω, η ίδια ως άνω κατηγορία αστυνομικού προσωπικού (που αποσπάται στο εξωτερικό για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας) δικαιούται το επίδομα αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται, τελικώς, με τις προβλεπόμενες από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις (παρ. Γ και Ε της Κ.Υ.Α. Φ083-58/1988, Β΄ 177, όπως οι παρ. αυτές αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με τις Κ.Υ.Α. ΣΤ1/Μ/Φ083.6/ΑΣ/853/1993, Β΄ 252 και 20011800/165/0022/ 1993, Β΄ 153), για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, προσαυξήσεις, λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων. Οι εν λόγω προσαυξήσεις δεν συνιστούν ιδιαίτερο επίδομα, αλλά οι συνθήκες στέγασης και τα οικογενειακά βάρη λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιδόματος αλλοδαπής (ΣτΕ 1767/2013, 3112/2010, 1709/2009 κ.α.). Ειδικότερα, τις ανωτέρω προσαυξήσεις δικαιούται η παραπάνω κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, διότι, όπως γίνεται δεκτό (ΣτΕ 1767, 286/2013, 2932, 1709/2009, 226/2008 κ.α.), εφόσον ο κανονιστικός νομοθέτης προέβλεψε την, κατ’ αρχήν, χορήγηση στο αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό, του θεσπισθέντος αρχικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επιδόματος αλλοδαπής, εξομοιώνοντας, ως προς το εν λόγω επίδομα, τους αστυνομικούς υπαλλήλους με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών – υπό την αντίληψη, προδήλως, ότι, ως προς τις ανάγκες, στην κάλυψη των οποίων απέβλεπε το εν λόγω επίδομα, και οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων τελούν υπό τις αυτές συνθήκες -, η διαφοροποίηση που επιφύλαξε ειδικώς σε ορισμένη κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, σε εκείνη, δηλαδή, που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 1 της ανωτέρω Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990 (αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό για την εκτέλεση υπηρεσιών ασφαλείας), σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού της ίδιας Κ.Υ.Α. (δηλ. αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό, στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών), καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή προσωπικού, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετεί στο εξωτερικό, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβίωσης και στέγασης τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, όσο και με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού που υπηρετούν στο εξωτερικό.
4. Επειδή, εξάλλου, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών διατηρήθηκε και μετά την ισχύ του ν. 2594/1998 (Α΄ 62) (με τον οποίο κυρώθηκε ο Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών), με το άρθρο 135 παρ. 4 του οποίου ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τη στέγαση από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, χωρίς να θεσπισθεί και ιδιαίτερο επίδομα στέγασης. Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 135 του ν. 2594/1998, εκδόθηκε η ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22.1.2001 (Β΄ 390/9.4.2001), με την οποία ορίσθηκε ότι: «Γ. Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως … Δ. Στους μονίμους υπάλληλους όλων των κλάδων του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά ποσοστό 8% για κάθε τέκνο ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 12% για κάθε τέκνο ηλικίας από 7 μέχρι 12 ετών και κατά ποσοστό 16% για κάθε τέκνο ηλικίας από 13 μέχρι 18 ετών επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως ή 24 ετών εφόσον αποδεδειγμένα φοιτά σε Ανώτερα ή Ανώτατα εκπαιδευτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 2470/97».
5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 2685/1999, με τίτλο «Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας κ.λπ.» (Α’ 35), ορίζεται ότι «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι μετακινούμενοι εκτός έδρας, με οποιαδήποτε ιδιότητα, με εντολή του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ και β΄ βαθμού και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, για εκτέλεση υπηρεσίας, με ειδική αποστολή, για συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια, εκπαίδευση, μετεκπαίδευση, καθώς και οι τοποθετούμενοι, μετατιθέμενοι και αποσπώμενοι. 2. Οι αναγνωριζόμενες σε βάρος του Δημοσίου δαπάνες μετακίνησης είναι: α. Το αντίτιμο των εισιτηρίων των συγκοινωνιακών μέσων, η έκδοση κάρτας απεριορίστων διαδρομών, καθώς και η δαπάνη χρήσης ιδιόκτητου μεταφορικού μέσου ή μισθωμένου οχήματος, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η χρησιμοποίησή του. β. Τα έξοδα διανυκτέρευσης. γ. Η ημερήσια αποζημίωση. δ. Τα έξοδα μετάθεσης, τοποθέτησης και απόσπασης. ε. Τα έξοδα μετακίνησης όσων αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, για τη μετάβασή τους στον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους.». Περαιτέρω, στο άρθρο 17 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: «1. Στα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου πρόσωπα, που μεταβαίνουν με εντολή του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή ή για εκπαίδευση στο εξωτερικό, μέχρι τριάντα (30) ημέρες καταβάλλονται έξοδα μετακίνησης, ημερήσια αποζημίωση και έξοδα διανυκτέρευσης. 2. Για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα (30) ημερών καταβάλλεται στους ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας όπου υπηρετούν, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για τους πολιτικούς υπαλλήλους και με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Οικονομικών για τους στρατιωτικούς, με εξαίρεση τις ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 20 του παρόντος νόμου. Το ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής καταβάλλεται με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. 3. Τα έξοδα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού καταβάλλονται και στο πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό που έχει τοποθετηθεί στο εξωτερικό ή έχει μεταβεί για εκπαίδευση ή εκτέλεση υπηρεσίας, για χρονικό διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών και μετακινείται με ειδική αποστολή ή για εκτέλεση υπηρεσίας ή για εκπαίδευση από τη μόνιμη έδρα στην ίδια ή άλλη χώρα του εξωτερικού ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 23 του ως άνω νόμου (2685/1999) ορίζεται ότι: «1. Οι μετακινούμενοι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, λόγω μετάθεσης ή τοποθέτησης ή απόσπασης από το εσωτερικό στο εξωτερικό και αντίστροφα ή από μια πόλη χώρας του εξωτερικού σε άλλη πόλη της ίδιας ή άλλης χώρας, οι αποσπώμενοι ή τοποθετούμενοι στο εξωτερικό σε πρεσβευτικές ή προξενικές διπλωματικές αρχές ή διεθνείς οργανισμούς, καθώς και οι αποστελλόμενοι για υπηρεσία ή με ειδική αποστολή ή εκπαίδευση, δικαιούνται: α) τα έξοδα μετακίνησης των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους. β) τις δαπάνες μεταφοράς της οικοσκευής τους. γ) Έξοδα πρώτης εγκατάστασης, τα οποία αντιστοιχούν σε ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. 2. …».
6. Επειδή, από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (Α΄ 35), ήτοι από 1.6.1999, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, με τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής αποφάσεως), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (ΣτΕ 1767/2013). Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από τη μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3103/2003, η οποία θεσπίσθηκε, σύμφωνα με την οικεία εισηγητική έκθεση, για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που υπάρχει στο άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, όσον αφορά στην παροχή εξουσιοδότησης στους αρμοδίους υπουργούς για έκδοση κανονιστικής απόφασης για τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού (βλ. ΣτΕ 1767/2013, 3751/2012, 4004/2009, πρβλ. ΣτΕ 4974/2012 επτ., 2295, 92/2011, 1100/2010, 3531/2009). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2685/1999, οι αποστελλόμενοι στο εξωτερικό πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι προς εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας, λαμβάνουν, εκτός των άλλων εξόδων, και έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως προς αντιμετώπιση των ιδιαιτέρων συνθηκών, τις οποίες συνεπάγεται η πρώτη εγκατάστασή των στην αλλοδαπή (πρβλ. ΣτΕ 927/2014 επταμελούς).
7. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος που υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, αποσπάσθηκε με την υπ’ αριθμ. 6001/9/630-α/25.11.1999 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας (φρούρηση και ασφάλεια των κτιριακών εγκαταστάσεων) της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Τρίπολη της Λιβύης για δύο έτη και δη από 6.2.2000 έως 28.2.2002. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα της αποσπάσεώς του έλαβε το 45% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη στην Τρίπολη, χωρίς άλλα επιδόματα και προσαυξήσεις. Με την από 21.9.2002 αγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως, κατά την επίσημη ισοτιμία του δολαρίου των Η.Π.Α. προς το ευρώ την ημέρα πληρωμής, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον του επιδόματος αλλοδαπής που είχε λάβει, α) τη διαφορά 5% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (6.162 δολαρίων Η.Π.Α.), β) την προσαύξηση επί του ως άνω επιδόματος για την κάλυψη αναγκών στέγασης και λόγω τέκνου (24.766 και 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., αντιστοίχως), με βάση την κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, τελεί σε παρόμοιες συνθήκες, μεταξύ άλλων, με το προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90 και με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι δικαιούνται να εισπράττουν το χορηγούμενο στους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων για την αντιμετώπιση των στεγαστικών τους αναγκών και λόγω υπάρξεως τέκνων και γ) το ποσό των 3.746 δολαρίων Η.Π.Α. και 2.200 ευρώ, άλλως το ποσό των 3.746 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο αντιστοιχεί στα έξοδα πρώτης εγκατάστασης, κατ’ ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23 του μ. 2685/1999. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι η διαφοροποίηση που επεφύλαξε ο κανονιστικός νομοθέτης στην κατηγορία του αστυνομικού προσωπικού που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στο οποίο ανήκει και ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος, σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες του αστυνομικού προσωπικού της ίδιας αποφάσεως καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείο Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, έκρινε ότι ο ίδιος δικαιούται να λάβει για το ένδικο διάστημα, κατά το οποίο υπηρέτησε με απόσπαση στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Λιβύη, α) επίδομα αλλοδαπής, υψηλότερο κατά ποσοστό 5%, ήτοι το 50% του επιδόματος Πρέσβη και συνολικά ποσό 6.162 δολαρίων Η.Π.Α., β) προσαύξηση του επιδόματος αυτού λόγω στέγασης και τέκνων, ποσού 14.963 και 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., αντιστοίχως, και ποσό 3.746 δολαρίων Η.Π.Α. ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, συνολικά δε το ποσό των 33.637 δολαρίων Η.Π.Α., απέρριψε όμως το αίτημα της αγωγής για μετατροπή του ως άνω ποσού σε ευρώ καθώς και την καταβολή τόκων, λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της αγωγής. Επί εφέσεως αμφοτέρων των διαδίκων κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Εφετείο έκρινε ότι α) η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και ότι, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 2, 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995, ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος/αναιρεσιβλήτου ισχύει η πενταετής παραγραφή, και, ως εκ τούτου, οι αξιώσεις του τελευταίου για το έτος 2000 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού, από το τέλος του έτους 2000, εντός του οποίου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη, έως και την άσκηση της αγωγής (30.12.2002), δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου λόγους εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, β) ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπηρέτησε στην αλλοδαπή, ποσοστό μεγαλύτερο του 45% (και συγκεκριμένα 50%) επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, αφού η μη εφαρμογή στο προσωπικό της παρ. 1 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στην οποία αυτός υπάγεται, των διατάξεων της παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της ιδίας αυτής Κ.Υ.Α. δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, γ) η κατηγορία προσωπικού της παρ. 1 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στην οποία υπάγεται ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβιώσεως τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση όσο και με τις λοιπές κατηγορίες του αστυνομικού προσωπικού της παραπάνω Κ.Υ.Α. που υπηρετούν στο εξωτερικό και βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και υπό τις ίδιες συνθήκες όσον αφορά την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών και ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος δικαιούται προσαύξηση λόγω τέκνου, συνολικού ύψους 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., και προσαύξηση λόγω στέγασης ποσοστού 20% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, συνολικού ύψους 24.766 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς και ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής, ως έξοδα πρώτης εγκατάστασης, συνολικού ύψους 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., συνολικώς δε το ποσό των 36.142 δολαρίων, νομιμοτόκως, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, που πρέπει να καταβληθεί σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως δηλαδή της νόμιμης ισοτιμίας ευρώ – δολαρίου Η.Π.Α..
8. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 3 έως 6, δεν είναι ορθή η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού 45% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, το οποίο αυτός έλαβε, και του ποσοστού 50% επί του ιδίου επιδόματος, αφού, σε αντίθεση με την κρίση του Εφετείου, η κατηγορία του αστυνομικού προσωπικού του αναιρεσείοντος είναι όμοια προς αυτήν των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14946/1990, ο δε αναιρεσείων δικαιούται, πλέον κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, ως αποσπασθείς στην αλλοδαπή υπό το κράτος ισχύος της (25.11.1999), αναλόγως του βαθμού του που είναι αυτός του Αστυφύλακα, το ποσοστό 50% επί του ως άνω επιδόματος του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, η δε διαφορετική μεταχείριση των δύο εν λόγω κατηγοριών αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Κατά τον βασίμως, συνεπώς, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιό της αυτό.
9. Επειδή, περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε, μεταξύ άλλων, κρίνει με την απόφαση 8876/2006 ότι ο αναιρεσείων θα εδικαιούτο να λάβει ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως το ποσό των 3.828 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής μετά των σχετικών προσαυξήσεων λόγω στεγάσεως και τέκνου (2.900 + 580 + 348 ευρώ), εν όψει όμως του ότι ο αναιρεσείων είχε περιορίσει το αιτηθέν για την αιτία αυτή ποσό με την αγωγή του σε εκείνο των 3.746 δολ. Η.Π.Α., το δικαστήριο του επεδίκασε το τελευταίο αυτό ποσό. Επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενης κατά της ως άνω αποφάσεως, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, δικαιούται, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, χωρίς τις συμπεριληφθείσες, εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσαυξήσεις, προσδιόρισε δε και επεδίκασε στον αναιρεσείοντα το εν λόγω μηνιαίο επίδομα στο ποσό των 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., υπολογίζοντας ότι σε αυτό ανέρχεται το ποσοστό 45% επί του μηνιαίου επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη (5.800 δολάρια Η.Π.Α.). Με την πρώτη κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι εσφαλμένως επιδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσείοντα, το ποσό των 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., κατ’ ευθεία εφαρμογή του εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, με το σκεπτικό ότι το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής, αντί του αιτηθέντος από τον ίδιο ποσού 3.749 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο και του επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι μεν απορριπτέος κατά το μέρος που ο αναιρεσείων διεκδικεί και τις επιδικασθείσες, εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσαυξήσεις λόγω στεγάσεως και τέκνων, εν όψει όμως του ότι, όπως προεξετέθη, ο αναιρεσείων δικαιούται, κατ’ ευθεία εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να υπολογισθεί στο ποσοστό 50% επί του μηνιαίου επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, το οποίο, όπως σχετικώς δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο και δεν αμφισβητείται, ανέρχεται στο ποσό των 5.800 δολαρίων Η.Π.Α., ο αναιρεσείων δικαιούται σχετικώς, σύμφωνα με τα, κατά τούτο, βασίμως προβαλλόμενα, το ποσό των 2.900 δολαρίων Η.Π.Α. (5.800 δολάρια Χ 50%).
10. Επειδή, με τη δεύτερη κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ορθή, όσον αφορά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 24.766 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο αποτελεί την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών, αφού, κατά τα προβαλλόμενα, η εν λόγω προσαύξηση ανέρχεται, κατά νόμον, σε ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη και όχι σε ποσοστό 20%, το οποίο ισχύει μόνον για τους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Όπως δε υποστηρίζεται, η κατηγορία του αναιρεσιβλήτου δεν παρουσιάζει ομοιότητα, ούτε από απόψεως καθηκόντων και υποχρεώσεων ούτε δε από απόψεως συνθηκών στεγάσεως ως προς το διπλωματικό προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητος η διαφορετική μεταχείριση, κατά το εν λόγω κεφάλαιο, των δύο κατηγοριών υπαλλήλων. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 6, από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (1.6.1999), ο οποίος διέπει τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, ως εκ του χρόνου αποσπάσεώς του στην αλλοδαπή, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό, όπως ο αναιρεσίβλητος, δικαιούται τόσο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, όσο και τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής απόφασης), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (πρβλ. ΣτΕ 1767/2013).
11. Επειδή, εξ άλλου, με την 1/2012 απόφαση του Α.Ε.Δ. κρίθηκε ότι η θέσπιση με τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, (A΄ 247), βραχύτερης (διετούς) παραγραφής για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού από αποδοχές, αντί της πενταετούς παραγραφής, στην οποία υπόκεινται οι λοιπές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 90 του ανωτέρω νόμου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Εξάλλου, με την 32/2008 απόφαση του Α.Ε.Δ. κρίθηκε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995, (A΄ 247), προκύπτει ότι η παραγραφή των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αρχίζει από τη γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Συνεπώς, μη νομίμως αναγνωρίσθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την επίδικη διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 6.2.2000 έως 31.12.2000, διότι, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, οι ανωτέρω αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που αρχίζει από τη γένεση της κάθε αξιώσεως, κατά την άσκηση της αγωγής του, στις 30.12.2002, τον ισχυρισμό δε αυτό είχε προβάλει το αναιρεσείον τόσο με το από 31.1.2006 υπόμνημά του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, όσο και με την έφεσή του κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως.
12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα ανωτέρω ποσά της επίδικης διαφοράς αποδοχών αυτού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του έως την εξόφληση της απαιτήσεώς του, διότι ως αγωγή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, (κ.δ. της 26.6/10.7.1944 - Α΄ 139), νοείται η καταψηφιστική και όχι η αναγνωριστική αγωγή, όπως ήταν η αγωγή του αναιρεσίβλητου, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό με το από 24.1.2006 υπόμνημά του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως κρίθηκε με την 7/2011 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η έναρξη της τοκογονίας απαιτήσεως κατά του Δημοσίου επέρχεται με την επίδοση σ’ αυτό όχι μόνο καταψηφιστικής αλλά και αναγνωριστικής αγωγής.
13. Επειδή, τέλος, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), καθ’ ο μέρος ορίζει ότι το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου ισούται με 6%, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), διότι δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίας ωφελείας που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση ως προς το ύψος του επιτοκίου οφειλών του Δημοσίου, σε σχέση με το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ούτε το Δημόσιο επικαλέσθηκε την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν ποσό εντόκως, με το γενικώς ισχύον επιτόκιο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Σύμφωνα, όμως, με τα κριθέντα με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), καθ’ ο μέρος ορίζει ότι το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου ισούται με 6%, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος. Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό (ΣτΕ 1288, 597/2013, 2988/2012), στα συγκεκριμένα ζητήματα το Σύνταγμα δεν έχει στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α.. Κατ’ ακολουθία, η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ως προς το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου δεν παρίσταται νόμιμη, όπως βασίμως προβάλλεται.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές. Δεδομένου δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να την κρατήσει και να την δικάσει κατ’ ουσίαν. Κατόπιν δε της, κατά το αιτιολογικό εξαφανίσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο συνεκδικάζει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Για τον προεκτεθέντα στη σκέψη 8 λόγο πρέπει να απορριφθεί ο λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και να αναγνωρισθεί, κατ’ αποδοχή της αγωγής, ότι ο αναιρεσείων δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ποσοστού 50% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη. Για τα προεκτεθέντα στη σκέψη 9 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, να μεταρρυθμισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 2.900 δολαρίων Η.Π.Α., ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως. Περαιτέρω, για τα προεκτεθέντα στη σκέψη 11, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να μεταρρυθμισθεί ή πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που αφορούν την επίδικη διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 6.2.2000 έως 31.12.2000, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Τέλος, κατά τα προεκτεθέντα στη σκέψη 13, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά το σκέλος που ζήτησε την επιδίκαση τόκων επί της αναγνωριστικής του αγωγής, να απορριφθεί αυτή κατά το σκέλος που αιτήθηκε τον υπολογισμό των εν λόγω τόκων κατά τον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, να μεταρρυθμισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που αφορούν την επίδικη διαφορά αποδοχών οφείλονται στον αναιρεσίβλητο με το, κατ’ άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου, ύψους 6%.
15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη τόσο για την κατ’ αναίρεση δίκη (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989), όσο και για την ουσιαστική δίκη (άρθρο 275 παρ. 1 του ν. 2721/1999), πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις και τις δέχεται εν μέρει.
Αναιρεί εν μέρει την 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση.
Συνεκδικάζει τις αντίθετες εφέσεις και τις δέχεται εν μέρει.
Μεταρρυθμίζει την 8876/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος/ενάγοντος για τις επίδικες αξιώσεις χρονικού διαστήματος από 6.2.2000 έως 31.12.2000, την απορρίπτει, αναγνωρίζει δε ότι το Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1.1.2001 και 28.2.2002 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ποσοστού 50% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ύψους 2.900 δολαρίων Η.Π.Α., το σύνολο δε των αξιώσεων του αναιρεσείοντος/ενάγοντος με ποσοστό τόκου ύψους 6%, κατά το σκεπτικό.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
 
 
Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4864/2014: ΤΟ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ



Από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (Α΄ 35), ήτοι από 1.6.1999, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, με τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής αποφάσεως), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (ΣτΕ 1767/2013).

Αριθμός 4864/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 

Α) Για να δικάσει την από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:
του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Φίλιππο Βασιλογιάννη (Α.Μ. 15749), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, 2) Υπουργού Εξωτερικών και 3) Υπουργού Δημόσιας Τάξης, οι οποίοι παρέστησαν με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Β) Για να δικάσει την από 14 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:
του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Φίλιππο Βασιλογιάννη (Α.Μ. 15749), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Λαμπροπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 3056926, 3056927, 3056928/2008), ζητείται από τον αναιρεσείοντα η αναίρεση της αποφάσεως 1717/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της αποφάσεως 8876/2006 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταρρυθμίσθηκε η απόφαση αυτή και αναγνωρίσθηκε, τελικώς, η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, Αστυφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, το ποσό των 36.142 δολαρίων Η.Π.Α., νομιμοτόκως, με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο, το οποίο αντιστοιχεί σε προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών και λόγω τέκνων, καθώς και σε έξοδα πρώτης εγκατάστασης, για το διάστημα από 6.2.2000 έως 28.2.2002, κατά το οποίο αυτός υπηρέτησε στην αλλοδαπή, εκτελώντας καθήκοντα προσωπικού ασφαλείας στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Τρίπολη της Λιβύης. Με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως 1717/2007 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφενός μεν απερρίφθη η έφεσή του, αφετέρου δε έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου.
2. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας.
3. Επειδή, κατά τα ήδη κριθέντα (ΣτΕ 169, 66/2014, 1767/2013, 3377/2012, 2697/2011 κ.α.), το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας υπηρεσιών του Ελληνικού Κράτους, δικαιούται, κατ’ αρχάς, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όχι κατ’ εφαρμογή της ανίσχυρης – εκδοθείσης καθ’ υπέρβαση της διατάξεως της παρ. 4 του αρ. 50 του ν. 1481/1984, Α΄ 152 - διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990 (Β΄ 629), όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την Κ.Υ.Α. 1027/4/2-ε/9.1.1992 (Β΄ 35) (κατά την οποία οι αστυνομικοί, ειδικώς, της ανωτέρω κατηγορίας λαμβάνουν όλοι, ανεξαρτήτως βαθμού, επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή ίσο με το 45% του επιδόματος αλλοδαπής του Προϊσταμένου Πρέσβη), αλλά κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ΄/11.11.1996 (Β΄ 1058), με την οποία καθορίζεται, αναλόγως βαθμού (με βάση την αντιστοιχία των βαθμών των αστυνομικών υπαλλήλων προς τους βαθμούς των διπλωματικών υπαλλήλων, βλ. την ως άνω Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990 και ΣτΕ 3993/2009), το ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Πρέσβη που δικαιούται το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό, για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/21.9.1990 (ήτοι οι αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης είτε σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών). Το ποσοστό δε αυτό, για τους Αστυφύλακες, όπως ο αναιρεσείων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθοριζόταν (με την ΚΥΑ 8002/35/16-ιδ/1996), σε ποσοστό 50% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου Πρέσβη. Περαιτέρω, η ίδια ως άνω κατηγορία αστυνομικού προσωπικού (που αποσπάται στο εξωτερικό για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας) δικαιούται το επίδομα αλλοδαπής, όπως αυτό διαμορφώνεται, τελικώς, με τις προβλεπόμενες από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις (παρ. Γ και Ε της Κ.Υ.Α. Φ083-58/1988, Β΄ 177, όπως οι παρ. αυτές αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με τις Κ.Υ.Α. ΣΤ1/Μ/Φ083.6/ΑΣ/853/1993, Β΄ 252 και 20011800/165/0022/ 1993, Β΄ 153), για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, προσαυξήσεις, λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων. Οι εν λόγω προσαυξήσεις δεν συνιστούν ιδιαίτερο επίδομα, αλλά οι συνθήκες στέγασης και τα οικογενειακά βάρη λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιδόματος αλλοδαπής (ΣτΕ 1767/2013, 3112/2010, 1709/2009 κ.α.). Ειδικότερα, τις ανωτέρω προσαυξήσεις δικαιούται η παραπάνω κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, διότι, όπως γίνεται δεκτό (ΣτΕ 1767, 286/2013, 2932, 1709/2009, 226/2008 κ.α.), εφόσον ο κανονιστικός νομοθέτης προέβλεψε την, κατ’ αρχήν, χορήγηση στο αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται στο εξωτερικό, του θεσπισθέντος αρχικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επιδόματος αλλοδαπής, εξομοιώνοντας, ως προς το εν λόγω επίδομα, τους αστυνομικούς υπαλλήλους με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών – υπό την αντίληψη, προδήλως, ότι, ως προς τις ανάγκες, στην κάλυψη των οποίων απέβλεπε το εν λόγω επίδομα, και οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων τελούν υπό τις αυτές συνθήκες -, η διαφοροποίηση που επιφύλαξε ειδικώς σε ορισμένη κατηγορία αστυνομικού προσωπικού, σε εκείνη, δηλαδή, που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 1 της ανωτέρω Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990 (αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό για την εκτέλεση υπηρεσιών ασφαλείας), σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού της ίδιας Κ.Υ.Α. (δηλ. αστυνομικοί που αποσπώνται στο εξωτερικό, στα πλαίσια ειδικών αποστολών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή σε υπηρεσίες διεθνών οργανισμών), καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή προσωπικού, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετεί στο εξωτερικό, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβίωσης και στέγασης τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, όσο και με τις λοιπές κατηγορίες αστυνομικού προσωπικού που υπηρετούν στο εξωτερικό.
4. Επειδή, εξάλλου, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών διατηρήθηκε και μετά την ισχύ του ν. 2594/1998 (Α΄ 62) (με τον οποίο κυρώθηκε ο Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών), με το άρθρο 135 παρ. 4 του οποίου ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τη στέγαση από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, χωρίς να θεσπισθεί και ιδιαίτερο επίδομα στέγασης. Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 135 του ν. 2594/1998, εκδόθηκε η ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22.1.2001 (Β΄ 390/9.4.2001), με την οποία ορίσθηκε ότι: «Γ. Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως … Δ. Στους μονίμους υπάλληλους όλων των κλάδων του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά ποσοστό 8% για κάθε τέκνο ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 12% για κάθε τέκνο ηλικίας από 7 μέχρι 12 ετών και κατά ποσοστό 16% για κάθε τέκνο ηλικίας από 13 μέχρι 18 ετών επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως ή 24 ετών εφόσον αποδεδειγμένα φοιτά σε Ανώτερα ή Ανώτατα εκπαιδευτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 2470/97».
5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 2685/1999, με τίτλο «Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας κ.λπ.» (Α’ 35), ορίζεται ότι «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι μετακινούμενοι εκτός έδρας, με οποιαδήποτε ιδιότητα, με εντολή του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ και β΄ βαθμού και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, για εκτέλεση υπηρεσίας, με ειδική αποστολή, για συμμετοχή σε συνέδρια, σεμινάρια, εκπαίδευση, μετεκπαίδευση, καθώς και οι τοποθετούμενοι, μετατιθέμενοι και αποσπώμενοι. 2. Οι αναγνωριζόμενες σε βάρος του Δημοσίου δαπάνες μετακίνησης είναι: α. Το αντίτιμο των εισιτηρίων των συγκοινωνιακών μέσων, η έκδοση κάρτας απεριορίστων διαδρομών, καθώς και η δαπάνη χρήσης ιδιόκτητου μεταφορικού μέσου ή μισθωμένου οχήματος, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η χρησιμοποίησή του. β. Τα έξοδα διανυκτέρευσης. γ. Η ημερήσια αποζημίωση. δ. Τα έξοδα μετάθεσης, τοποθέτησης και απόσπασης. ε. Τα έξοδα μετακίνησης όσων αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, για τη μετάβασή τους στον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους.». Περαιτέρω, στο άρθρο 17 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: «1. Στα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου πρόσωπα, που μεταβαίνουν με εντολή του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. για εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή ή για εκπαίδευση στο εξωτερικό, μέχρι τριάντα (30) ημέρες καταβάλλονται έξοδα μετακίνησης, ημερήσια αποζημίωση και έξοδα διανυκτέρευσης. 2. Για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα (30) ημερών καταβάλλεται στους ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής, σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη της χώρας όπου υπηρετούν, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για τους πολιτικούς υπαλλήλους και με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Οικονομικών για τους στρατιωτικούς, με εξαίρεση τις ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 20 του παρόντος νόμου. Το ανωτέρω επίδομα αλλοδαπής καταβάλλεται με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. 3. Τα έξοδα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού καταβάλλονται και στο πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό που έχει τοποθετηθεί στο εξωτερικό ή έχει μεταβεί για εκπαίδευση ή εκτέλεση υπηρεσίας, για χρονικό διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών και μετακινείται με ειδική αποστολή ή για εκτέλεση υπηρεσίας ή για εκπαίδευση από τη μόνιμη έδρα στην ίδια ή άλλη χώρα του εξωτερικού ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 23 του ως άνω νόμου (2685/1999) ορίζεται ότι: «1. Οι μετακινούμενοι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, λόγω μετάθεσης ή τοποθέτησης ή απόσπασης από το εσωτερικό στο εξωτερικό και αντίστροφα ή από μια πόλη χώρας του εξωτερικού σε άλλη πόλη της ίδιας ή άλλης χώρας, οι αποσπώμενοι ή τοποθετούμενοι στο εξωτερικό σε πρεσβευτικές ή προξενικές διπλωματικές αρχές ή διεθνείς οργανισμούς, καθώς και οι αποστελλόμενοι για υπηρεσία ή με ειδική αποστολή ή εκπαίδευση, δικαιούνται: α) τα έξοδα μετακίνησης των ιδίων και των μελών της οικογένειάς τους. β) τις δαπάνες μεταφοράς της οικοσκευής τους. γ) Έξοδα πρώτης εγκατάστασης, τα οποία αντιστοιχούν σε ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. 2. …».
6. Επειδή, από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (Α΄ 35), ήτοι από 1.6.1999, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, με τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής αποφάσεως), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (ΣτΕ 1767/2013). Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από τη μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3103/2003, η οποία θεσπίσθηκε, σύμφωνα με την οικεία εισηγητική έκθεση, για την κάλυψη του νομοθετικού κενού που υπάρχει στο άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, όσον αφορά στην παροχή εξουσιοδότησης στους αρμοδίους υπουργούς για έκδοση κανονιστικής απόφασης για τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού (βλ. ΣτΕ 1767/2013, 3751/2012, 4004/2009, πρβλ. ΣτΕ 4974/2012 επτ., 2295, 92/2011, 1100/2010, 3531/2009). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2685/1999, οι αποστελλόμενοι στο εξωτερικό πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι προς εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας, λαμβάνουν, εκτός των άλλων εξόδων, και έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως προς αντιμετώπιση των ιδιαιτέρων συνθηκών, τις οποίες συνεπάγεται η πρώτη εγκατάστασή των στην αλλοδαπή (πρβλ. ΣτΕ 927/2014 επταμελούς).
7. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος που υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, αποσπάσθηκε με την υπ’ αριθμ. 6001/9/630-α/25.11.1999 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως για εκτέλεση καθηκόντων προσωπικού ασφαλείας (φρούρηση και ασφάλεια των κτιριακών εγκαταστάσεων) της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Τρίπολη της Λιβύης για δύο έτη και δη από 6.2.2000 έως 28.2.2002. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα της αποσπάσεώς του έλαβε το 45% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη στην Τρίπολη, χωρίς άλλα επιδόματα και προσαυξήσεις. Με την από 21.9.2002 αγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει νομιμοτόκως, κατά την επίσημη ισοτιμία του δολαρίου των Η.Π.Α. προς το ευρώ την ημέρα πληρωμής, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον του επιδόματος αλλοδαπής που είχε λάβει, α) τη διαφορά 5% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (6.162 δολαρίων Η.Π.Α.), β) την προσαύξηση επί του ως άνω επιδόματος για την κάλυψη αναγκών στέγασης και λόγω τέκνου (24.766 και 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., αντιστοίχως), με βάση την κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, τελεί σε παρόμοιες συνθήκες, μεταξύ άλλων, με το προσωπικό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90 και με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι δικαιούνται να εισπράττουν το χορηγούμενο στους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων για την αντιμετώπιση των στεγαστικών τους αναγκών και λόγω υπάρξεως τέκνων και γ) το ποσό των 3.746 δολαρίων Η.Π.Α. και 2.200 ευρώ, άλλως το ποσό των 3.746 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο αντιστοιχεί στα έξοδα πρώτης εγκατάστασης, κατ’ ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23 του μ. 2685/1999. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι η διαφοροποίηση που επεφύλαξε ο κανονιστικός νομοθέτης στην κατηγορία του αστυνομικού προσωπικού που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στο οποίο ανήκει και ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος, σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες του αστυνομικού προσωπικού της ίδιας αποφάσεως καθώς και σε σχέση με το προσωπικό του Υπουργείο Εξωτερικών, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, έκρινε ότι ο ίδιος δικαιούται να λάβει για το ένδικο διάστημα, κατά το οποίο υπηρέτησε με απόσπαση στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Λιβύη, α) επίδομα αλλοδαπής, υψηλότερο κατά ποσοστό 5%, ήτοι το 50% του επιδόματος Πρέσβη και συνολικά ποσό 6.162 δολαρίων Η.Π.Α., β) προσαύξηση του επιδόματος αυτού λόγω στέγασης και τέκνων, ποσού 14.963 και 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., αντιστοίχως, και ποσό 3.746 δολαρίων Η.Π.Α. ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, συνολικά δε το ποσό των 33.637 δολαρίων Η.Π.Α., απέρριψε όμως το αίτημα της αγωγής για μετατροπή του ως άνω ποσού σε ευρώ καθώς και την καταβολή τόκων, λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της αγωγής. Επί εφέσεως αμφοτέρων των διαδίκων κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Εφετείο έκρινε ότι α) η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και ότι, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 2, 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995, ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος/αναιρεσιβλήτου ισχύει η πενταετής παραγραφή, και, ως εκ τούτου, οι αξιώσεις του τελευταίου για το έτος 2000 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού, από το τέλος του έτους 2000, εντός του οποίου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη, έως και την άσκηση της αγωγής (30.12.2002), δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου λόγους εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, β) ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπηρέτησε στην αλλοδαπή, ποσοστό μεγαλύτερο του 45% (και συγκεκριμένα 50%) επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, αφού η μη εφαρμογή στο προσωπικό της παρ. 1 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στην οποία αυτός υπάγεται, των διατάξεων της παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της ιδίας αυτής Κ.Υ.Α. δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, γ) η κατηγορία προσωπικού της παρ. 1 του άρθρου 1 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/90, στην οποία υπάγεται ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος, τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες διαβιώσεως τόσο με τους υπηρετούντες στο εξωτερικό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση όσο και με τις λοιπές κατηγορίες του αστυνομικού προσωπικού της παραπάνω Κ.Υ.Α. που υπηρετούν στο εξωτερικό και βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και υπό τις ίδιες συνθήκες όσον αφορά την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών και ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος δικαιούται προσαύξηση λόγω τέκνου, συνολικού ύψους 8.766 δολαρίων Η.Π.Α., και προσαύξηση λόγω στέγασης ποσοστού 20% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, συνολικού ύψους 24.766 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς και ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής, ως έξοδα πρώτης εγκατάστασης, συνολικού ύψους 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., συνολικώς δε το ποσό των 36.142 δολαρίων, νομιμοτόκως, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, που πρέπει να καταβληθεί σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως δηλαδή της νόμιμης ισοτιμίας ευρώ – δολαρίου Η.Π.Α..
8. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 3 έως 6, δεν είναι ορθή η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού 45% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, το οποίο αυτός έλαβε, και του ποσοστού 50% επί του ιδίου επιδόματος, αφού, σε αντίθεση με την κρίση του Εφετείου, η κατηγορία του αστυνομικού προσωπικού του αναιρεσείοντος είναι όμοια προς αυτήν των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14946/1990, ο δε αναιρεσείων δικαιούται, πλέον κατ’ ευθεία εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, ως αποσπασθείς στην αλλοδαπή υπό το κράτος ισχύος της (25.11.1999), αναλόγως του βαθμού του που είναι αυτός του Αστυφύλακα, το ποσοστό 50% επί του ως άνω επιδόματος του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, η δε διαφορετική μεταχείριση των δύο εν λόγω κατηγοριών αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Κατά τον βασίμως, συνεπώς, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιό της αυτό.
9. Επειδή, περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε, μεταξύ άλλων, κρίνει με την απόφαση 8876/2006 ότι ο αναιρεσείων θα εδικαιούτο να λάβει ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως το ποσό των 3.828 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής μετά των σχετικών προσαυξήσεων λόγω στεγάσεως και τέκνου (2.900 + 580 + 348 ευρώ), εν όψει όμως του ότι ο αναιρεσείων είχε περιορίσει το αιτηθέν για την αιτία αυτή ποσό με την αγωγή του σε εκείνο των 3.746 δολ. Η.Π.Α., το δικαστήριο του επεδίκασε το τελευταίο αυτό ποσό. Επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενης κατά της ως άνω αποφάσεως, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, δικαιούται, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, χωρίς τις συμπεριληφθείσες, εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσαυξήσεις, προσδιόρισε δε και επεδίκασε στον αναιρεσείοντα το εν λόγω μηνιαίο επίδομα στο ποσό των 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., υπολογίζοντας ότι σε αυτό ανέρχεται το ποσοστό 45% επί του μηνιαίου επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη (5.800 δολάρια Η.Π.Α.). Με την πρώτη κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι εσφαλμένως επιδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσείοντα, το ποσό των 2.610 δολαρίων Η.Π.Α., κατ’ ευθεία εφαρμογή του εδ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, με το σκεπτικό ότι το εν λόγω ποσό αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο επίδομα αλλοδαπής, αντί του αιτηθέντος από τον ίδιο ποσού 3.749 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο και του επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι μεν απορριπτέος κατά το μέρος που ο αναιρεσείων διεκδικεί και τις επιδικασθείσες, εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσαυξήσεις λόγω στεγάσεως και τέκνων, εν όψει όμως του ότι, όπως προεξετέθη, ο αναιρεσείων δικαιούται, κατ’ ευθεία εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 23 του ν. 2685/1999, ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ένα μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να υπολογισθεί στο ποσοστό 50% επί του μηνιαίου επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, το οποίο, όπως σχετικώς δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο και δεν αμφισβητείται, ανέρχεται στο ποσό των 5.800 δολαρίων Η.Π.Α., ο αναιρεσείων δικαιούται σχετικώς, σύμφωνα με τα, κατά τούτο, βασίμως προβαλλόμενα, το ποσό των 2.900 δολαρίων Η.Π.Α. (5.800 δολάρια Χ 50%).
10. Επειδή, με τη δεύτερη κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ορθή, όσον αφορά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 24.766 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο αποτελεί την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών, αφού, κατά τα προβαλλόμενα, η εν λόγω προσαύξηση ανέρχεται, κατά νόμον, σε ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη και όχι σε ποσοστό 20%, το οποίο ισχύει μόνον για τους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Όπως δε υποστηρίζεται, η κατηγορία του αναιρεσιβλήτου δεν παρουσιάζει ομοιότητα, ούτε από απόψεως καθηκόντων και υποχρεώσεων ούτε δε από απόψεως συνθηκών στεγάσεως ως προς το διπλωματικό προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητος η διαφορετική μεταχείριση, κατά το εν λόγω κεφάλαιο, των δύο κατηγοριών υπαλλήλων. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε στη σκέψη 6, από την έναρξη ισχύος του ν. 2685/1999 (1.6.1999), ο οποίος διέπει τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, ως εκ του χρόνου αποσπάσεώς του στην αλλοδαπή, και μέχρι την έκδοση της υπουργικής αποφάσεως, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) (περί καθορισμού του ύψους του επιδόματος αλλοδαπής του αστυνομικού προσωπικού), το υπηρετούν στο εξωτερικό, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, αστυνομικό προσωπικό, όπως ο αναιρεσίβλητος, δικαιούται τόσο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, κατ’ ευθεία εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2685/1999, με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στα ποσοστά που καθορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Κ.Υ.Α. 4804/2/1-14046/1990, όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. 8002/35/16-ιδ/1996, όσο και τις προβλεπόμενες (κατά τη χρονική περίοδο μέχρι την έκδοση της παραπάνω κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 3103/2003 υπουργικής απόφασης), από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, προσαυξήσεις, συνεπώς και με την προσαύξηση λόγω στεγαστικών αναγκών και λόγω τέκνων (πρβλ. ΣτΕ 1767/2013).
11. Επειδή, εξ άλλου, με την 1/2012 απόφαση του Α.Ε.Δ. κρίθηκε ότι η θέσπιση με τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, (A΄ 247), βραχύτερης (διετούς) παραγραφής για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού από αποδοχές, αντί της πενταετούς παραγραφής, στην οποία υπόκεινται οι λοιπές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 90 του ανωτέρω νόμου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Εξάλλου, με την 32/2008 απόφαση του Α.Ε.Δ. κρίθηκε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995, (A΄ 247), προκύπτει ότι η παραγραφή των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αρχίζει από τη γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Συνεπώς, μη νομίμως αναγνωρίσθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την επίδικη διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 6.2.2000 έως 31.12.2000, διότι, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, οι ανωτέρω αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που αρχίζει από τη γένεση της κάθε αξιώσεως, κατά την άσκηση της αγωγής του, στις 30.12.2002, τον ισχυρισμό δε αυτό είχε προβάλει το αναιρεσείον τόσο με το από 31.1.2006 υπόμνημά του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, όσο και με την έφεσή του κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως.
12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα ανωτέρω ποσά της επίδικης διαφοράς αποδοχών αυτού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του έως την εξόφληση της απαιτήσεώς του, διότι ως αγωγή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, (κ.δ. της 26.6/10.7.1944 - Α΄ 139), νοείται η καταψηφιστική και όχι η αναγνωριστική αγωγή, όπως ήταν η αγωγή του αναιρεσίβλητου, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό με το από 24.1.2006 υπόμνημά του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως κρίθηκε με την 7/2011 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η έναρξη της τοκογονίας απαιτήσεως κατά του Δημοσίου επέρχεται με την επίδοση σ’ αυτό όχι μόνο καταψηφιστικής αλλά και αναγνωριστικής αγωγής.
13. Επειδή, τέλος, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), καθ’ ο μέρος ορίζει ότι το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου ισούται με 6%, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), διότι δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίας ωφελείας που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση ως προς το ύψος του επιτοκίου οφειλών του Δημοσίου, σε σχέση με το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ούτε το Δημόσιο επικαλέσθηκε την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν ποσό εντόκως, με το γενικώς ισχύον επιτόκιο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Σύμφωνα, όμως, με τα κριθέντα με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), καθ’ ο μέρος ορίζει ότι το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου ισούται με 6%, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος. Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό (ΣτΕ 1288, 597/2013, 2988/2012), στα συγκεκριμένα ζητήματα το Σύνταγμα δεν έχει στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α.. Κατ’ ακολουθία, η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ως προς το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου δεν παρίσταται νόμιμη, όπως βασίμως προβάλλεται.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές. Δεδομένου δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να την κρατήσει και να την δικάσει κατ’ ουσίαν. Κατόπιν δε της, κατά το αιτιολογικό εξαφανίσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο συνεκδικάζει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Για τον προεκτεθέντα στη σκέψη 8 λόγο πρέπει να απορριφθεί ο λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και να αναγνωρισθεί, κατ’ αποδοχή της αγωγής, ότι ο αναιρεσείων δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ποσοστού 50% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη. Για τα προεκτεθέντα στη σκέψη 9 πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, να μεταρρυθμισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 2.900 δολαρίων Η.Π.Α., ως έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως. Περαιτέρω, για τα προεκτεθέντα στη σκέψη 11, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να μεταρρυθμισθεί ή πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που αφορούν την επίδικη διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 6.2.2000 έως 31.12.2000, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Τέλος, κατά τα προεκτεθέντα στη σκέψη 13, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά το σκέλος που ζήτησε την επιδίκαση τόκων επί της αναγνωριστικής του αγωγής, να απορριφθεί αυτή κατά το σκέλος που αιτήθηκε τον υπολογισμό των εν λόγω τόκων κατά τον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, να μεταρρυθμισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί ότι οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου που αφορούν την επίδικη διαφορά αποδοχών οφείλονται στον αναιρεσίβλητο με το, κατ’ άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26ης.6./10ης.7.1944 (Α΄ 139), επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου, ύψους 6%.
15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη τόσο για την κατ’ αναίρεση δίκη (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989), όσο και για την ουσιαστική δίκη (άρθρο 275 παρ. 1 του ν. 2721/1999), πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις και τις δέχεται εν μέρει.
Αναιρεί εν μέρει την 1717/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση.
Συνεκδικάζει τις αντίθετες εφέσεις και τις δέχεται εν μέρει.
Μεταρρυθμίζει την 8876/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος/ενάγοντος για τις επίδικες αξιώσεις χρονικού διαστήματος από 6.2.2000 έως 31.12.2000, την απορρίπτει, αναγνωρίζει δε ότι το Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1.1.2001 και 28.2.2002 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ποσοστού 50% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στη Λιβύη, έξοδα πρώτης εγκαταστάσεως, ύψους 2.900 δολαρίων Η.Π.Α., το σύνολο δε των αξιώσεων του αναιρεσείοντος/ενάγοντος με ποσοστό τόκου ύψους 6%, κατά το σκεπτικό.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ης Δεκεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
 
 
Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.