Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4505/2014 (Ολομ.): ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ



Κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον όμως η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που δικαιολογούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό παρέχεται στον κοινό νομοθέτη ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί από τον δικαστή κατά πόσο ο νομοθέτης κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο που του τάσσει η συνταγματική αυτή επιταγή, κρίσιμη είναι η εν όψει και των δεδομένων της κοινής πείρας έρευνα του σκοπού στον οποίο απέβλεψε όπως αποτυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες στην Βουλή, που απεικονίζουν σε τι αυτός, πράγματι, στόχευε, όχι δε η αναζήτηση άλλων αιτιολογικών ερεισμάτων που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την νομοθετική επιλογή, πλην, όμως, δεν προκύπτει ότι αποτέλεσαν τον λόγο της θέσπισής της.

 
Αριθμός 4505/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Αντ. Ντέμσιας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ο. Νικολαράκου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ιω. Γράβαρης και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5 Ιανουαρίου 2010 αίτηση:
της Κοινοπραξίας με την επωνυμία «...» και το διακριτικό τίτλο «...», όπως μετονομάσθηκε η Κοινοπραξία με την επωνυμία «...» και το διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στην Αθήνα (...), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Φιλιώ Μεντή (Α.Μ. 12315), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Ροδίων Δωδεκανήσου, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Σπυρίδωνα Φλογαΐτη (Α.Μ. 7043) και β) Θεόδωρο Παπαγεωργίου (Α.Μ. 115 Δ.Σ. Ρόδου), που τους διόρισε με απόφαση η Οικονομική του Επιτροπή και γ) Φώτιο Χατζηδιάκο, Δήμαρχο Ροδίων, δικηγόρο (Α.Μ. 151 Δ.Σ. Ρόδου).
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3931/2013 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1051/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Γ. Τσιμέκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους του αναιρεσίβλητου Δήμου και τον Δήμαρχο ως δικηγόρο, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 214), του Συμβούλου Δημητρίου Μακρή, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη αντ’ αυτού, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Ιωάννης Γράβαρης, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 200/2014).
2. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 729698, 2576627, 2576657/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, Α σειράς).
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 1051/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας κατά της υπ’ αριθ. 483/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την τελευταία απόφαση, προσφυγή της ως άνω κοινοπραξίας κατά της εγγραφής της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρο 1 παρ. 2 περ. 10 υποπερ. Α.1 ν. 3852/2010, Α’ 87, βλ. και άρθρο 283 παρ. 1 του ίδιου νόμου), όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, για οφειλή δημοτικού φόρου Δωδεκανήσου, οικονομικού έτους 1996, 7.081.098 δραχμών και ισόποσο πρόστιμο, κατ’ άρθρο 19 του ν. 1080/1980, είχε γίνει δεκτή μόνο κατά το μέρος που αφορούσε στο πρόστιμο.
4. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια κατόπιν της υπ’ αριθ. 3931/2013 απόφασης του Β΄ Τμήματος, με την οποία παραπέμφθηκε προς επίλυση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 14 παρ. 5 και 2 εδ. α του π.δ. 18/1989, αλλά και λόγω της σπουδαιότητάς του, το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος της διατάξεως του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, με την οποία επιβλήθηκε ο επίδικος δημοτικός φόρος Δωδεκανήσου, δεδομένου ότι το Τμήμα με την ανωτέρω απόφασή του ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διατάξεως.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον όμως η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που δικαιολογούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό παρέχεται στον κοινό νομοθέτη ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα (ΣτΕ 4354/1985 επτ., 1135/1991 επτ., 444/1995 επτ., 2974/2001 επτ., 3485/2007, 1685/2013 Ολ., 3408-9/2013 Ολ. κ.ά.). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί από τον δικαστή κατά πόσο ο νομοθέτης κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο που του τάσσει η συνταγματική αυτή επιταγή, κρίσιμη είναι η εν όψει και των δεδομένων της κοινής πείρας έρευνα του σκοπού στον οποίο απέβλεψε όπως αποτυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες στην Βουλή, που απεικονίζουν σε τι αυτός, πράγματι, στόχευε, όχι δε η αναζήτηση άλλων αιτιολογικών ερεισμάτων που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την νομοθετική επιλογή, πλην, όμως, δεν προκύπτει ότι αποτέλεσαν τον λόγο της θέσπισής της.
6. Επειδή, μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, στις 31-3-1947, με τις διατάξεις των άρθρων 2 του α.ν. 798/1948 (Α’ 248) διατηρήθηκαν «προσωρινώς» σε ισχύ οι διατάξεις των 187/1938 και 132/1939 Τοπικών Κυβερνητικών Διαταγμάτων της Ιταλικής Διοικήσεως περί επιβολής τοπικού φόρου κατανάλωσης υπέρ των δήμων και κοινοτήτων της Δωδεκανήσου επί των εισαγομένων σ’ αυτήν εμπορευμάτων, καθώς και των εξαγομένων από αυτήν (πρβλ. ΣΕ 2956/1981), αναστελλομένης της ισχύος των αντιστοίχων διατάξεων του Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων. Στην συνέχεια, όταν, με τις διατάξεις του α.ν. 1910/1951 (Α’ 221) ρυθμίσθηκαν τα των εσόδων όλων των δήμων και κοινοτήτων της Χώρας, περιλαμβανομένης, συνεπώς, και της Δωδεκανήσου, με το άρθρο 79 ορίσθηκε ειδικότερα ότι διατηρούνταν σε ισχύ οι υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων της Γεν. Διοικήσεως Δωδεκανήσου εισπραττόμενοι φόροι, τέλη και δικαιώματα, περί των οποίων δεν προέβλεπε ο νόμος αυτός, και οι οποίοι επιτρεπόταν να καταργηθούν με βασιλικό διάταγμα [βλ. και 76 ν.δ. 3033/1954, Α’ 258, 84 β.δ. της 19-12-1955/21-1-1956, Α’ 29, 92 β.δ. 24-9/20-10-1958, Α’ 171], το οποίο, πάντως, ποτέ δεν εκδόθηκε. Συνεπώς, υπό το καθεστώς αυτό, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης της Δωδεκανήσου, επιπλέον των προβλεπόμενων από τις πάγιες ρυθμίσεις περί δήμων και κοινοτήτων εσόδων, συνέχιζαν να απολαμβάνουν και του προαναφερθέντος ειδικού τοπικού φόρου κατανάλωσης, κρίθηκε δε ότι η διατήρηση αυτή σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων, όπως, άλλωστε, και άλλες φορολογικές αποκλίσεις σχετικά με τη Δωδεκάνησο [βλ. για το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ/τος 655/1948 (Α’ 114) τις ΣτΕ 139, 194/1956, καθώς και για το άρθρο 79 παρ. 2 του ν.δ/τος 3323/1955 (Α’ 214) την ΣτΕ 321/1961], δεν παραβίαζαν τις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας και συνεισφοράς των Ελλήνων αδιακρίτως στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών τους ενόψει, μεταξύ άλλων, των «διαφόρων συνθηκών» υπό τις οποίες τελούσαν οι φορολογούμενοι στη Δωδεκάνησο σε σχέση με τους φορολογούμενους στη λοιπή Ελλάδα (ΣτΕ 2956/1981). Αργότερα, όμως, ύστερα από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, όταν εγέρθηκαν αμφισβητήσεις σχετικά με τη συμφωνία των πιο πάνω διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. συζητήσεις στη Βουλή, συνεδρίαση ΡΔ/21-4-1994) και απέληξαν σε αποφατική κρίση του ΔΕΚ (βλ. απόφαση της 14/9/1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-485/93 και 486/93, Σιμιτζή κατά Δήμου Κω), αυτές καταργήθηκαν από 1-7-1994 με την παράγραφο 2 του άρθρου 65 του ν. 2214/1994 «Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις» (Α’ 75). Παράλληλα, με τη διάταξη του άρθρου 60 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι «1. Επιβάλλεται, υπέρ των Ο.Τ.Α. Νομού Δωδεκανήσου, φόρος με την ονομασία "Δημοτικός φόρος Δωδεκανήσου", σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2. Ο φόρος επιβάλλεται στα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποιούνται από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στην περιφέρεια του Νομού Δωδεκανήσου, από κάθε πρόσωπο που θεωρείται ως επιτηδευματίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992). 3. Ως ακαθάριστα έσοδα νοούνται τα ακαθάριστα έσοδα όπως αυτά προσδιορίζονται για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος. 4. Ο φόρος υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστή επί των ακαθάριστων εσόδων ανάλογα με το ύψος του συντελεστή καθαρού κέρδους, που προβλέπεται για την οικονομική δραστηριότητα του επιτηδευματία, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
Συντελεστής καθαρού κέρδους Συντελεστής φόρου
Μέχρι 5%     0,2 %
πάνω από 5% και μέχρι 10% 0,4 %
πάνω από 10% και μέχρι 15% 0,6 %
πάνω από 15% και μέχρι 20% 0,8 %
πάνω από 20% 1,0 %
Ως συντελεστής καθαρού κέρδους νοείται, κατά περίπτωση, ο μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους επί των ακαθάριστων εσόδων ή ο συντελεστής καθαρών αμοιβών, όπως ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή ο συντελεστής καθαρού κέρδους ή καθαρών αμοιβών που ορίζεται, αντίστοιχα, με τις διατάξεις του άρθρου 36 και 46 του ν.δ. 3323/1955. 5. Απαλλάσσονται από το φόρο τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφελείας ή επιδιώκουν, … … σκοπούς μορφωτικούς φιλανθρωπικούς ή αλληλοβοηθείας και εν γένει σκοπούς μη κερδοσκοπικούς. Απαλλάσσονται και οι αγρότες που δεν έχουν ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α.. Επίσης, εξαιρούνται από το φόρο τα ακαθάριστα έσοδα που προέρχονται από: α) αεροπορικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες και χερσαίες με λεωφορεία που εξυπηρετούν δημόσιες συγκοινωνιακές ανάγκες, β) πώληση εφημερίδων και περιοδικών και παροχή υπηρεσιών έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και γ) πώληση αυτοκινήτων επί των οποίων επιβάλλεται ο ειδικός φόρος του ν. 363/1976 (ΦΕΚ 152 Α’). 6. Υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Ο υπόχρεος στην καταβολή του φόρου οφείλει εντός του επόμενου μήνα από τη λήξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, να υποβάλλει δήλωση απόδοσης του φόρου στο δήμο που ορίζεται από τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου. 7. Ο φόρος αποδίδεται στον κεντρικό δήμο κάθε νησιού (πρωτεύουσα), ο οποίος ορίζεται και διαχειριστής του φόρου αυτού. Στην περίπτωση που στο ίδιο νησί υπάρχουν περισσότεροι από ένας Ο.Τ.Α. το ποσό του φόρου, κατανέμεται στο μεν διαχειριστή δήμο, σε ποσοστά πενήντα πέντε (55%) τοις εκατό, στους δε λοιπούς Ο.Τ.Α. σε ποσοστό σαράντα πέντε (45%) τοις εκατό, με πληθυσμιακά κριτήρια. 8. Όλα τα θέματα που αναφέρονται στην υποβολή και στην επαλήθευση της δήλωσης, στη βεβαίωση και στην είσπραξη του φόρου, … … διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στον Κώδικα Προσόδων Δήμων και Κοινοτήτων. 9. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών καθορίζεται κάθε διαδικαστικό θέμα και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου. 10. Η ισχύς των διατάξεων αυτού του άρθρου αρχίζει από 1 Ιουλίου 1994».
7. Επειδή, από τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή σχετικά με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο ενώπιον της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων, προκύπτει ότι ο επίδικος φόρος, που επιβλήθηκε δίχως μελέτη και επίκληση ειδικών συνθηκών διαφοροποίησης της Δωδεκανήσου έναντι των λοιπών περιφερειών του Κράτους, προορίσθηκε να αποτελέσει, και μάλιστα μόνιμα και όχι προσωρινά, «υποκατάστατο» του καταργηθέντος με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 του ίδιου νομοθετήματος φόρου, προς ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας (βλ. πρακτικά Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων σε συνδυασμό με Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΔ΄/21-4-1994, όπου αναφέρεται ότι «… επιδιώκουμε … το αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον το ίδιο μ’ αυτό που υπήρχε με τον ισχύοντα δημοτικό φόρο … να μπορούν οι δήμοι και οι κοινότητες να έχουν τουλάχιστον το ίδιο έσοδο…»).
8. Επειδή, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του χρόνου επιβολής του επιδίκου φόρου, 50 περίπου χρόνια μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, είναι, προφανώς, διαφορετικές εκείνων που υπήρχαν κατά τα αμέσως επόμενα της ένωσης αυτής έτη και δικαιολογούσαν μιαν ειδική, έναντι άλλων περιοχών της χώρας με τα αυτά χαρακτηριστικά, μεταχείριση. Τούτο προκύπτει άλλωστε και από τη διαφαινόμενη σε σειρά νεότερων φορολογικών ρυθμίσεων μεταβολή της ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, σύμφωνα με την οποία η Δωδεκάνησος δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά μαζί με άλλες περιοχές με τα αυτά χαρακτηριστικά, ενιαία. Ειδικότερα, α) προβλέφθηκε υπό προϋποθέσεις (άρθρο 17 παρ. 4 ν. 1642/1986, Α’ 125, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 26 ν. 2093/1992, Α’ 181, άρθρο 21 παρ. 4 ν. 2859/2000, Α’ 248) κατά ενιαίο τρόπο για τα νησιά των νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και τα νησιά του Αιγαίου Θάσο, Σαμοθράκη, Βόρειες Σποράδες και Σκύρο, μείωση κατά 30% των συντελεστών φ.π.α., αφού, με το άρθρο 8 του ν. 1881/1990 (Α’ 42) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1884/1990 (Α’ 81), είχε εγκαταλειφθεί η πρόβλεψη σχετικής μείωσης μόνο για τη Δωδεκάνησο (άρθρο 17 εδ. β’ ν. 1642/1986, άρθρο 2 ν. 1676/1986, Α’ 204), β) ο νομοθέτης, ο οποίος είχε αρχικώς ορίσει ειδικά για τη Δωδεκάνησο ότι η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955 (Α’ 214) κλίμακα φορολογικών συντελεστών και ο κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου συμπληρωματικός φόρος εφαρμόζονται μειωμένοι στο ήμισυ, από το ποσό δε του φόρου αυτού ποσοστό 20% αποτελεί έσοδο υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων της Δωδεκανήσου (βλ. άρθρο 79 παρ. 2 ν.δ. 3323/1955, Α’ 214, βλ. και άρθρο 19 παρ. 4 και 5 ν.δ. 3843/1958, Α’ 148, 11 ν. 4045/1960, Α’ 47), προέβη ακολούθως σε ειδικές ευνοϊκές ρυθμίσεις ως προς τη φορολογία εισοδήματος (βλ. πιο πάνω άρθρο 9 ν.δ. 3323/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2065/1992, Α’ 113, και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2214/1994) που αναφέρονταν μεν στη Δωδεκάνησο, μαζί, όμως, με άλλες περιοχές (νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου, καθώς και περιοχές των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, περιλαμβανόμενες σε ζώνη βάθους 20 χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή), ενώ, εξάλλου, με το άρθρο 118 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α’ 151, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2459/1997, Α’ 17) προέβη σε φορολογικές απαλλαγές και μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος, καθώς και σε λοιπές φορολογίες (ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, φόρο μεταβίβασης ακινήτων), για λόγους αναπτυξιακούς και εθνικούς (συγκράτηση και αύξηση πληθυσμού) σε περιοχές, τις οποίες, όμως, καθόρισε με γενικό και αντικειμενικό τρόπο (νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους). Κατά τα λοιπά, λόγοι που δικαιολογούν, και μάλιστα με πάγιο τρόπο, την επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δωδεκανήσου και, συνεπώς, σε βάρος εκείνων μόνον που ασκούν εκεί οικονομική δραστηριότητα, κατ’ εξαίρεση όλων όσοι την ασκούν στην λοιπή ελληνική επικράτεια, ούτε από τη φύση του φόρου αυτού συνάγεται ούτε, όπως προαναφέρθηκε, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης της σχετικής διάταξης, αναδεικνύεται (πρβλ. ΣΕ 3037/2008 Ολ., 650/1995 7μ.). Και ναι μεν με τις από 4.4.2014 απόψεις του ενώπιον της Ολομελείας και το υπ’ αριθ. πρωτ. 2/106683/29.9.2014 έγγραφό του ο αναιρεσίβλητος Δήμος προσκομίζει και επικαλείται μελέτες και στοιχεία από τα οποία υποστηρίζει ότι προκύπτουν οι ιδιαίτερες συνθήκες που δικαιολογούν την επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δωδεκανήσου, όπως α) μελέτη του Παντείου Πανεπιστημίου (Κέντρο Μελετών Οικονομικής Πολιτικής), με τίτλο «Ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου, εναρμόνιση με το κοινοτικό καθεστώς, εκσυγχρονισμός και εναλλακτικές προτάσεις χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης», η οποία εκπονήθηκε το έτος 1992 κατόπιν σχετικής απόφασης της Δ.Ε. της ΤΕΔΚ Δωδεκανήσου, β) μελέτη με τίτλο «Η Οικονομία της Δωδεκανήσου κατά τα έτη 1990-2010» (έκδοση 2013) του Μιλτιάδη Λογοθέτη, πρώην Διευθυντή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, γ) οικονομοτεχνική έκθεση από 2.4.2014 που υπογράφεται από τον Οικονομολόγο M.Sc. Χαράλαμπο Λουκαρά, Επιστημονικό Συνεργάτη του Δημάρχου Ρόδου και περιέχει στοιχεία δύο άλλων μελετών («Σχέδιο στρατηγικής ανάπτυξης του Νομού Δωδεκανήσου 2007-2015», η οποία εκπονήθηκε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης και «Μελέτη Τουριστικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου», που υλοποιήθηκε από τον Ε.Ο.Τ. το 2003), δ) το από 15.12.1992 ψήφισμα της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Δημάρχων και Κοινοταρχών Επαρχίας Ρόδου, και το από 29 και 30 Μαρτίου 1993 ψήφισμα του έκτακτου Συνεδρίου των εκπροσώπων των Δήμων και Κοινοτήτων της Δωδεκανήσου, σχετικά με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του (τότε) Δημοτικού Φόρου καταναλώσεως, προκειμένου να διατηρηθούν οι αντίστοιχοι πόροι της τοπικής αυτοδιοίκησης προς στήριξη της εθνικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής επιβίωσης των νησιών, και ε) την από 23.9.2014 γνωμοδότηση της Επίκουρης Καθηγήτριας Ελ. Θεοχαροπούλου. Τα στοιχεία, όμως, αυτά, ως επί το πλείστον, άλλωστε, μεταγενέστερα της επιβολής του επίδικου φόρου, ούτε εκτιμήθηκαν από τον νομοθέτη κατά την ψήφιση της επίμαχης διατάξεως του ν. 2214/1994, ούτε είναι δυνατόν να εκτιμηθούν το πρώτον υπό του παρόντος δικαστηρίου καθ’ υποκατάστασή του προς δικαιολόγηση της διακεκριμένης φορολογικής μεταχειρίσεως της Δωδεκανήσου έναντι των λοιπών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά περιοχών της χώρας, καθώς δεν αφορούν δεδομένα κοινής πείρας. Άλλωστε, όπως κρίθηκε και με την παραπεμπτική απόφαση του Β΄ Τμήματος, επίκληση, με συγκεκριμένο τρόπο, συνθηκών που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια διαφοροποίηση, δεν είχε γίνει ούτε στις προσκομισθείσες από 1-10-1995 και 21-8-2012 γνωμοδοτήσεις του Καθηγητή Σπ. Φλογαΐτη και της Επίκουρης Καθηγήτριας Ελ. Θεοχαροπούλου, αντιστοίχως, ούτε στο προσκομισθέν υπ’ αριθ. 3153/2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών ΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών, στα οποία γίνεται χρήση εκφράσεων και επίκληση συνθηκών που προσιδιάζουν, όμως, και σε άλλες περιοχές της Χώρας, όπως, γενικώς, ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων παραμεθόριου νησιωτικού συμπλέγματος με απομονωμένα νησιά, αύξησης εσόδων ΟΤΑ προς εκπλήρωση της αποστολής τους ενόψει και του άρθρου 102 του Συντάγματος και, συνεπώς, σκοπού δημοσίου συμφέροντος, τουριστικού προορισμού κλπ. Πρόκειται για συνθήκες που θα δικαιολογούσαν μεν ενδεχομένως τη διαφοροποίηση των εν λόγω κατηγοριών με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (πρβλ. ΣΕ 2626/1980, 3442/1981, 986/1982, 2543/2004 7μ.), όχι όμως μόνης της Δωδεκανήσου. Για τους λόγους αυτούς, δεν αρκεί να στηρίξει θεμιτά την προσβαλλόμενη ρύθμιση, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, μόνη η, χωρίς συγκεκριμένη εξειδίκευση των λόγων που το επιβάλλουν, επίκληση των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 6 (παρ. 5, μετά την αναθεώρηση με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, Α’ 84/17-4-2011) και της προστεθείσας, άλλωστε, με το ίδιο πιο πάνω ψήφισμα ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 101 του Συντάγματος περί των ιδιαίτερων συνθηκών των νησιωτικών περιοχών, ούτε εκείνων του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος για την ανάπτυξη των παραμεθόριων νησιωτικών περιοχών, ή εκείνων του άρθρου 9 του ν. 1850/1989 «Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονομίας» (Α’ 114) που ορίζουν ότι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν δικαίωμα, στα πλαίσια της εθνικής οικονομικής πολιτικής, σε επαρκείς ίδιους πόρους τους οποίους μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους (παρ. 1) τουλάχιστον δε ένα μέρος αυτών πρέπει να προέρχεται από τοπικούς φόρους και τέλη των οποίων το ύψος έχουν το δικαίωμα να ορίζουν μέσα στα όρια του νόμου (παρ. 4), τα προβλεπόμενα από τις οποίες μέτρα οφείλουν να κινούνται εντός των ορίων που τάσσουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Κατόπιν των ανωτέρω, η επιβολή του ένδικου φόρου, και μάλιστα πάγια, σε μόνους όσους ασκούν οικονομική δραστηριότητα στη Δωδεκάνησο υπέρ των ΟΤΑ αυτής αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση. Μειοφήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μαρινάκης, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνον των ΟΤΑ Δωδεκανήσου δεν αντίκειται στις ανωτέρω αρχές της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου για τους εξής λόγους: Ο φόρος αυτός, όπως εκτέθηκε, δεν θεσπίσθηκε το πρώτον υπέρ των εν λόγω ΟΤΑ, αλλά αποτέλεσε διάδοχο προηγούμενου τοπικού φόρου κατανάλωσης, ο οποίος είχε, επίσης, επιβληθεί υπέρ μόνον των δήμων και κοινοτήτων της Δωδεκανήσου, ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, επί διαφορετικής φορολογητέας ύλης και, συγκεκριμένα, επί των εισερχομένων και εξερχομένων καταναλωτικών αγαθών στη Δωδεκάνησο, υπολογιζόμενος επί της αξίας του εμπορεύματος κατά τον χρόνο της εισαγωγής ή εξαγωγής. Η διατήρηση του τοπικού αυτού φόρου και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, είχε κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι δεν παραβίαζε τη συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 5) περί ισότητας και συνεισφοράς των Ελλήνων πολιτών αδιακρίτως στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών τους (ΣτΕ 2956/1981). Ο νομοθέτης προέβη, όμως, στην κατάργησή του εν λόγω φόρου κατανάλωσης με το άρθρο 65 του ν. 2214/1994 λόγω του χαρακτήρα του ως αντικοινοτικού, τον οποίο απέκτησε μετά την 31.12.1992, επιβάλλοντας ταυτόχρονα, σε αντικατάστασή του, τον ένδικο φόρο με το άρθρο 60 του ίδιου νόμου (βλ. Πρακτικά Συζητήσεων Βουλής, Συνεδρίαση ΡΔ΄/21-4-1994, σελ. 4391-4393, αναφορές βουλευτών Κ. Σφυρίου και Αρ. Παυλίδη). Ειδικότερα, ο εν λόγω φόρος, ως εκ του ότι επεβάλλετο επί των εισαγομένων και εξαγομένων στη Δωδεκάνησο εμπορευμάτων, ήταν βέβαιο ότι από 1.1.1993 ήταν αντίθετος στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ., L 169/29.6.1987) λόγω λήξεως, την 31.12.1992, της χρονικής περιόδου που προέβλεπε το άρθρο 13 της Πράξης αυτής για την προοδευτική εγκαθίδρυση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς εντός της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, μέσα στην οποία προβλέφθηκε ότι εξασφαλίζεται, χωρίς ύπαρξη εσωτερικών συνόρων, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ. και άρθρο 8Α Συνθ. ΕΟΚ). Η αντικοινοτικότητα του καταργηθέντος φόρου επιβεβαιώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (απόφαση της 14/9/1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-485/93 και 486/93, Σιμιτζή κατά Δήμου Κω), η οποία εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων που είχαν υποβληθεί από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου (βλ. 132/1993 απόφαση αυτού) και εκκρεμούσαν ενώπιον του ΔΕΚ κατά την ψήφιση του ν. 2214/1994. Η απόφαση του ΔΕΚ δέχθηκε, ειδικότερα, ότι πρόκειται περί φορολογικής επιβάρυνσης ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, η οποία δεν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 9 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ και θεώρησε, μάλιστα, απορρίπτοντας σχετικό αίτημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να περιορισθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής πέραν της 16ης Ιουλίου 1992, ημερομηνίας εκδόσεως προηγούμενης παρόμοιας αποφάσεως (υπόθεση C-163/90, Legros κλπ, Συλλογή 1992, σελ. Ι-4625), «διότι μετά τη χρονολογία αυτή, η ελληνική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η επίδικη επιβάρυνση [ο καταργηθείς φόρος] δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο» (βλ. σκέψεις 29-33 αυτής). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον της Ολομελείας ο καθ’ ου Δήμος Ρόδου, η Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.) της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου (ΤΕΔΚΔ), ενόψει των ανωτέρω, επικείμενων τότε, προβλημάτων συμφωνίας του φόρου με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, ανέθεσε με απόφασή της, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο την εκπόνηση σχετικής μελέτης. Η μελέτη αυτή, η οποία, όπως αναφέρεται στις από 4.4.2014 απόψεις του αναιρεσίβλητου Δήμου Ρόδου προς το Δικαστήριο, αποτέλεσε το κύριο στοιχείο των προπαρασκευαστικών πράξεων της ψηφίσεως της επίμαχης διάταξης με την οποία επιβλήθηκε ο ένδικος φόρος, χωρίς, πάντως, τούτο να προκύπτει από τα ανωτέρω Πρακτικά συζητήσεων της Βουλής, συνετάγη το έτος 1992, από το Κέντρο Μελετών Οικονομικής Πολιτικής του εν λόγω Πανεπιστημίου, με τίτλο «Ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου, εναρμόνιση με το κοινοτικό καθεστώς, εκσυγχρονισμός και εναλλακτικές προτάσεις χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης». Στην εν λόγω μελέτη περιγράφονται κατ’ αρχάς τα προβλήματα εναρμόνισης του φόρου με το κοινοτικό δίκαιο και προτείνονται λύσεις για την αναπλήρωση των εισπραττομένων από την επιβολή του ποσών, στη συνέχεια δε, αφού γίνεται λεπτομερής ανάλυση των εσόδων και εξόδων των δήμων και κοινοτήτων του νομού Δωδεκανήσου και της σημασίας του φόρου ως πηγής εσόδων των ΟΤΑ, αναφέρεται εμφατικά ότι «αν καταργηθεί ο Δημοτικός Φόρος και δεν φροντίσει η Πολιτεία να αναπληρώσει τα έσοδα οι ΟΤΑ Δωδεκανήσου δεν θα βρεθούν απλώς σε οικονομικά δύσκολη θέση αλλά θα προκληθεί οικονομική κατάρρευση και αναστολή λειτουργιών» (σελ. 22, 56-57). Με τα δεδομένα αυτά, ενώπιον των οποίων ευρέθη ο νομοθέτης, ενόψει δηλαδή α) της ανάγκης που ανέκυψε προς κατάργηση του, κατά τα ανωτέρω, επί μακρά σειρά ετών ισχύσαντος προηγούμενου δημοτικού φόρου κατανάλωσης, λόγω του ότι η κοινοτική έννομη τάξη με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, από 1.1.1993, δεν ανείχετο πλέον ούτε εντός της ίδιας χώρας τη διατήρηση εσωτερικών συνόρων που να κωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και β) των δυσμενέστατων συνεπειών της κατάργησης αυτής για τους ΟΤΑ της Δωδεκανήσου, η οποία προκύπτει από την ανωτέρω μελέτη και, πάντως, συνάγεται, κατά κοινή πείρα, ενόψει της πολύ μεγάλης συμμετοχής του καταργηθέντος φόρου στα έσοδα των εν λόγω ΟΤΑ (η οποία για το έτος 1992 ανήρχετο στο ποσό των 2 δις 627 εκατ. δραχμών, βλ. ανωτέρω Πρακτικά Συζητήσεων Βουλής, σελ. 4392), συνέτρεχαν εν προκειμένω, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, επαρκείς αιτιολογικοί λόγοι που διαφοροποιούσαν την Δωδεκάνησο από τις λοιπές νησιωτικές παραμεθόριες περιοχές της χώρας. Οι λόγοι αυτοί συνίσταντο, ειδικότερα, στην αποφυγή ανατροπής και μάλιστα αιφνίδιας των οικονομικών δεδομένων των ΟΤΑ της Δωδεκανήσου (πρβλ. ΣτΕ 4003/2014 Ολομ.) και δικαιολογούσαν, κατά τα πρώτα μετά την κατάργηση του προηγούμενου φόρου έτη, όπως είναι το επίδικο (1996), και μέχρις ότου αντιμετωπισθεί η αιφνίδια αυτή ανατροπή, την υπέρ μόνον των ΟΤΑ Δωδεκανήσου επιβολή του ένδικου φόρου, ενόψει μάλιστα της επιβαλλόμενης από το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρεώσεως του Κράτους να λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα προς προαγωγή ιδίως της οικονομίας των νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών (βλ. και τα ως άνω ψηφίσματα των τοπικών φορέων της περιοχής, σχετικά με την ανάγκη διατήρησης των εσόδων από τον Δημοτικό Φόρο Δωδεκανήσου για την ύπαρξη της τοπικής αυτοδιοίκησης του νομού). Η Σύμβουλος Μ. Καραμανώφ, μειοψηφήσασα, επίσης, διατύπωσε την εξής άποψη: Η ανάγκη θέσπισης ειδικού φόρου υπέρ των ΟΤΑ της Δωδεκανήσου ενόψει των ειδικών συνθηκών της περιοχής είχε διαπιστωθεί ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, ο δε Έλληνας νομοθέτης θεώρησε, σιωπηρώς μεν πλην σαφώς, ότι η ανάγκη αυτή εξακολούθησε να υφίσταται και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, όπως προδήλως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν προέβη στην έκδοση β.δ/των για την κατάργηση του εν λόγω φόρου, ενώ είχε την δυνατότητα να το πράξει δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων του α.ν. 1910/1951. Η πεποίθηση του νομοθέτη περί της συνδρομής ειδικών συνθηκών στη Δωδεκάνησο, οι οποίες επιβάλλουν τη συνέχιση επιβολής ειδικού υπέρ των ΟΤΑ φόρου, εκδηλώθηκε τόσο με τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του ΔΕΚ δίκη περί της αντικοινότητας του φόρου, η οποία διαπιστώθηκε εν τέλει με την προαναφερθείσα απόφαση του ΔΕΚ, όσο και με την ανωτέρω μελέτη του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία απετέλεσε το βασικό αιτιολογικό έρεισμα της βουλήσεως του νομοθέτη να αντικαταστήσει τον κριθέντα ως αντικοινοτικό φόρο με άλλον ισοδυνάμου αποτελέσματος, ο οποίος δεν θα παρουσίαζε προβλήματα αντικοινοτικότητας. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα αναζήτησης και ανεύρεσης από τον ακυρωτικό δικαστή ειδικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση της Δωδεκανήσου έναντι άλλων νησιωτικών περιοχών της χώρας με ανάλογα χαρακτηριστικά, αφού οι λόγοι αυτοί είχαν διαπιστωθεί ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, είχαν κριθεί συνταγματικοί με την απόφαση ΣτΕ 2956/1981, κατά την κρίση δε του νομοθέτη, όπως αυτή προκύπτει από την προεκτεθείσα εν γένει στάση του καθ’ όλο το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα εξακολουθούσαν να υφίστανται και μέχρι τον χρόνο ψήφισης της επίμαχης διάταξης του άρθρου 60 του ν. 2214/1994.
9. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: η ήδη αναιρεσείουσα κοινοπραξία συνήψε με τη Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ) την από 5-11-1994 σύμβαση, με την οποία ανέλαβε τη μελέτη, ανέγερση και αποπεράτωση του νέου κτιρίου του Νοσοκομείου Ρόδου και την προμήθεια και εγκατάσταση του βασικού ιατρικού εξοπλισμού αυτού. Για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, ο καθ’ ου Δήμος προέβη στην εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους δημοτικού φόρου Δωδεκανήσου οικονομικού έτους 1996 για ποσό 7.081.098 δραχμών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, σύμφωνα και με την οικεία έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων του, όπως προκύπτει από την 1882/1997 γνωστοποίησή του εν λόγω Δήμου προς την αναιρεσείουσα. Το διοικητικό εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που θεώρησε νόμιμη την επιβολή του ένδικου φόρου, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι «εφόσον ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου επιβάλλεται γενικά επί όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται στο Νομό αυτό, πλην ορισμένων ρητά αναφερόμενων στο νόμο εξαιρέσεων, με συντελεστή που καθορίζεται αντικειμενικά με βάση το ύψος των καθαρών κερδών τους, δηλαδή με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, έχοντας ως στόχο την κάλυψη των τοπικών αναγκών και την εξυπηρέτηση του τοπικού συμφέροντος, η επιβολή του δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος» και απέρριψε ως αβάσιμο περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης. Η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η δε κρινόμενη αίτηση πρέπει, για τον πιο πάνω λόγο που βασίμως προβάλλεται, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών που μειοψήφησαν, η ανωτέρω κρίση είναι νόμιμη και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.
10. Επειδή, περαιτέρω, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό. Ενόψει τούτου, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζει την από 10.10.2003 έφεση της αιτούσας κοινοπραξίας δέχεται αυτήν, για τον ανωτέρω λόγο, εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 483/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, δέχεται για τον ίδιο λόγο την από 14.10.1997 προσφυγή της και ακυρώνει την εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, κατά το μη ακυρωθέν κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιβολή του ένδικου φόρου. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα, κατά το σκεπτικό.
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1051/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επιβάλλει στο Δήμο Ρόδου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για την κατ’ αναίρεση δίκη, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.
Κρατώντας την υπόθεση, δικάζει την από 10.10.2003 έφεση της αναιρεσείουσας, την δέχεται και εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 483/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου κατά το μέρος που απέρριψε την από 14.10.1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας.
Δέχεται την από 14.10.1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας.
Ακυρώνει την εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιβολή του ένδικου φόρου.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα των κατατεθέντων για την άσκηση της προσφυγής και της εφέσεώς της παραβόλων.
Απαλλάσσει τον Δήμο Ρόδου από την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για τις δίκες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2014
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
 
 
Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
 
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4505/2014 (Ολομ.): ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ



Κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον όμως η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που δικαιολογούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό παρέχεται στον κοινό νομοθέτη ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί από τον δικαστή κατά πόσο ο νομοθέτης κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο που του τάσσει η συνταγματική αυτή επιταγή, κρίσιμη είναι η εν όψει και των δεδομένων της κοινής πείρας έρευνα του σκοπού στον οποίο απέβλεψε όπως αποτυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες στην Βουλή, που απεικονίζουν σε τι αυτός, πράγματι, στόχευε, όχι δε η αναζήτηση άλλων αιτιολογικών ερεισμάτων που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την νομοθετική επιλογή, πλην, όμως, δεν προκύπτει ότι αποτέλεσαν τον λόγο της θέσπισής της.

 
Αριθμός 4505/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Αντ. Ντέμσιας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ο. Νικολαράκου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ιω. Γράβαρης και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5 Ιανουαρίου 2010 αίτηση:
της Κοινοπραξίας με την επωνυμία «...» και το διακριτικό τίτλο «...», όπως μετονομάσθηκε η Κοινοπραξία με την επωνυμία «...» και το διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στην Αθήνα (...), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Φιλιώ Μεντή (Α.Μ. 12315), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Ροδίων Δωδεκανήσου, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Σπυρίδωνα Φλογαΐτη (Α.Μ. 7043) και β) Θεόδωρο Παπαγεωργίου (Α.Μ. 115 Δ.Σ. Ρόδου), που τους διόρισε με απόφαση η Οικονομική του Επιτροπή και γ) Φώτιο Χατζηδιάκο, Δήμαρχο Ροδίων, δικηγόρο (Α.Μ. 151 Δ.Σ. Ρόδου).
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3931/2013 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1051/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Γ. Τσιμέκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους του αναιρεσίβλητου Δήμου και τον Δήμαρχο ως δικηγόρο, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 214), του Συμβούλου Δημητρίου Μακρή, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη αντ’ αυτού, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Ιωάννης Γράβαρης, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 200/2014).
2. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 729698, 2576627, 2576657/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, Α σειράς).
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 1051/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας κατά της υπ’ αριθ. 483/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την τελευταία απόφαση, προσφυγή της ως άνω κοινοπραξίας κατά της εγγραφής της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρο 1 παρ. 2 περ. 10 υποπερ. Α.1 ν. 3852/2010, Α’ 87, βλ. και άρθρο 283 παρ. 1 του ίδιου νόμου), όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, για οφειλή δημοτικού φόρου Δωδεκανήσου, οικονομικού έτους 1996, 7.081.098 δραχμών και ισόποσο πρόστιμο, κατ’ άρθρο 19 του ν. 1080/1980, είχε γίνει δεκτή μόνο κατά το μέρος που αφορούσε στο πρόστιμο.
4. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια κατόπιν της υπ’ αριθ. 3931/2013 απόφασης του Β΄ Τμήματος, με την οποία παραπέμφθηκε προς επίλυση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 14 παρ. 5 και 2 εδ. α του π.δ. 18/1989, αλλά και λόγω της σπουδαιότητάς του, το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος της διατάξεως του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, με την οποία επιβλήθηκε ο επίδικος δημοτικός φόρος Δωδεκανήσου, δεδομένου ότι το Τμήμα με την ανωτέρω απόφασή του ήχθη σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διατάξεως.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον όμως η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που δικαιολογούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Στο πλαίσιο αυτό παρέχεται στον κοινό νομοθέτη ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα (ΣτΕ 4354/1985 επτ., 1135/1991 επτ., 444/1995 επτ., 2974/2001 επτ., 3485/2007, 1685/2013 Ολ., 3408-9/2013 Ολ. κ.ά.). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί από τον δικαστή κατά πόσο ο νομοθέτης κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο που του τάσσει η συνταγματική αυτή επιταγή, κρίσιμη είναι η εν όψει και των δεδομένων της κοινής πείρας έρευνα του σκοπού στον οποίο απέβλεψε όπως αποτυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες στην Βουλή, που απεικονίζουν σε τι αυτός, πράγματι, στόχευε, όχι δε η αναζήτηση άλλων αιτιολογικών ερεισμάτων που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την νομοθετική επιλογή, πλην, όμως, δεν προκύπτει ότι αποτέλεσαν τον λόγο της θέσπισής της.
6. Επειδή, μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, στις 31-3-1947, με τις διατάξεις των άρθρων 2 του α.ν. 798/1948 (Α’ 248) διατηρήθηκαν «προσωρινώς» σε ισχύ οι διατάξεις των 187/1938 και 132/1939 Τοπικών Κυβερνητικών Διαταγμάτων της Ιταλικής Διοικήσεως περί επιβολής τοπικού φόρου κατανάλωσης υπέρ των δήμων και κοινοτήτων της Δωδεκανήσου επί των εισαγομένων σ’ αυτήν εμπορευμάτων, καθώς και των εξαγομένων από αυτήν (πρβλ. ΣΕ 2956/1981), αναστελλομένης της ισχύος των αντιστοίχων διατάξεων του Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων. Στην συνέχεια, όταν, με τις διατάξεις του α.ν. 1910/1951 (Α’ 221) ρυθμίσθηκαν τα των εσόδων όλων των δήμων και κοινοτήτων της Χώρας, περιλαμβανομένης, συνεπώς, και της Δωδεκανήσου, με το άρθρο 79 ορίσθηκε ειδικότερα ότι διατηρούνταν σε ισχύ οι υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων της Γεν. Διοικήσεως Δωδεκανήσου εισπραττόμενοι φόροι, τέλη και δικαιώματα, περί των οποίων δεν προέβλεπε ο νόμος αυτός, και οι οποίοι επιτρεπόταν να καταργηθούν με βασιλικό διάταγμα [βλ. και 76 ν.δ. 3033/1954, Α’ 258, 84 β.δ. της 19-12-1955/21-1-1956, Α’ 29, 92 β.δ. 24-9/20-10-1958, Α’ 171], το οποίο, πάντως, ποτέ δεν εκδόθηκε. Συνεπώς, υπό το καθεστώς αυτό, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης της Δωδεκανήσου, επιπλέον των προβλεπόμενων από τις πάγιες ρυθμίσεις περί δήμων και κοινοτήτων εσόδων, συνέχιζαν να απολαμβάνουν και του προαναφερθέντος ειδικού τοπικού φόρου κατανάλωσης, κρίθηκε δε ότι η διατήρηση αυτή σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων, όπως, άλλωστε, και άλλες φορολογικές αποκλίσεις σχετικά με τη Δωδεκάνησο [βλ. για το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ/τος 655/1948 (Α’ 114) τις ΣτΕ 139, 194/1956, καθώς και για το άρθρο 79 παρ. 2 του ν.δ/τος 3323/1955 (Α’ 214) την ΣτΕ 321/1961], δεν παραβίαζαν τις συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας και συνεισφοράς των Ελλήνων αδιακρίτως στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών τους ενόψει, μεταξύ άλλων, των «διαφόρων συνθηκών» υπό τις οποίες τελούσαν οι φορολογούμενοι στη Δωδεκάνησο σε σχέση με τους φορολογούμενους στη λοιπή Ελλάδα (ΣτΕ 2956/1981). Αργότερα, όμως, ύστερα από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, όταν εγέρθηκαν αμφισβητήσεις σχετικά με τη συμφωνία των πιο πάνω διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. συζητήσεις στη Βουλή, συνεδρίαση ΡΔ/21-4-1994) και απέληξαν σε αποφατική κρίση του ΔΕΚ (βλ. απόφαση της 14/9/1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-485/93 και 486/93, Σιμιτζή κατά Δήμου Κω), αυτές καταργήθηκαν από 1-7-1994 με την παράγραφο 2 του άρθρου 65 του ν. 2214/1994 «Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις» (Α’ 75). Παράλληλα, με τη διάταξη του άρθρου 60 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι «1. Επιβάλλεται, υπέρ των Ο.Τ.Α. Νομού Δωδεκανήσου, φόρος με την ονομασία "Δημοτικός φόρος Δωδεκανήσου", σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2. Ο φόρος επιβάλλεται στα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποιούνται από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στην περιφέρεια του Νομού Δωδεκανήσου, από κάθε πρόσωπο που θεωρείται ως επιτηδευματίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992). 3. Ως ακαθάριστα έσοδα νοούνται τα ακαθάριστα έσοδα όπως αυτά προσδιορίζονται για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος. 4. Ο φόρος υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστή επί των ακαθάριστων εσόδων ανάλογα με το ύψος του συντελεστή καθαρού κέρδους, που προβλέπεται για την οικονομική δραστηριότητα του επιτηδευματία, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
Συντελεστής καθαρού κέρδους Συντελεστής φόρου
Μέχρι 5%     0,2 %
πάνω από 5% και μέχρι 10% 0,4 %
πάνω από 10% και μέχρι 15% 0,6 %
πάνω από 15% και μέχρι 20% 0,8 %
πάνω από 20% 1,0 %
Ως συντελεστής καθαρού κέρδους νοείται, κατά περίπτωση, ο μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους επί των ακαθάριστων εσόδων ή ο συντελεστής καθαρών αμοιβών, όπως ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή ο συντελεστής καθαρού κέρδους ή καθαρών αμοιβών που ορίζεται, αντίστοιχα, με τις διατάξεις του άρθρου 36 και 46 του ν.δ. 3323/1955. 5. Απαλλάσσονται από το φόρο τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφελείας ή επιδιώκουν, … … σκοπούς μορφωτικούς φιλανθρωπικούς ή αλληλοβοηθείας και εν γένει σκοπούς μη κερδοσκοπικούς. Απαλλάσσονται και οι αγρότες που δεν έχουν ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α.. Επίσης, εξαιρούνται από το φόρο τα ακαθάριστα έσοδα που προέρχονται από: α) αεροπορικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες και χερσαίες με λεωφορεία που εξυπηρετούν δημόσιες συγκοινωνιακές ανάγκες, β) πώληση εφημερίδων και περιοδικών και παροχή υπηρεσιών έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και γ) πώληση αυτοκινήτων επί των οποίων επιβάλλεται ο ειδικός φόρος του ν. 363/1976 (ΦΕΚ 152 Α’). 6. Υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Ο υπόχρεος στην καταβολή του φόρου οφείλει εντός του επόμενου μήνα από τη λήξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, να υποβάλλει δήλωση απόδοσης του φόρου στο δήμο που ορίζεται από τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου. 7. Ο φόρος αποδίδεται στον κεντρικό δήμο κάθε νησιού (πρωτεύουσα), ο οποίος ορίζεται και διαχειριστής του φόρου αυτού. Στην περίπτωση που στο ίδιο νησί υπάρχουν περισσότεροι από ένας Ο.Τ.Α. το ποσό του φόρου, κατανέμεται στο μεν διαχειριστή δήμο, σε ποσοστά πενήντα πέντε (55%) τοις εκατό, στους δε λοιπούς Ο.Τ.Α. σε ποσοστό σαράντα πέντε (45%) τοις εκατό, με πληθυσμιακά κριτήρια. 8. Όλα τα θέματα που αναφέρονται στην υποβολή και στην επαλήθευση της δήλωσης, στη βεβαίωση και στην είσπραξη του φόρου, … … διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στον Κώδικα Προσόδων Δήμων και Κοινοτήτων. 9. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών καθορίζεται κάθε διαδικαστικό θέμα και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου. 10. Η ισχύς των διατάξεων αυτού του άρθρου αρχίζει από 1 Ιουλίου 1994».
7. Επειδή, από τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή σχετικά με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο ενώπιον της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων, προκύπτει ότι ο επίδικος φόρος, που επιβλήθηκε δίχως μελέτη και επίκληση ειδικών συνθηκών διαφοροποίησης της Δωδεκανήσου έναντι των λοιπών περιφερειών του Κράτους, προορίσθηκε να αποτελέσει, και μάλιστα μόνιμα και όχι προσωρινά, «υποκατάστατο» του καταργηθέντος με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 του ίδιου νομοθετήματος φόρου, προς ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας (βλ. πρακτικά Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων σε συνδυασμό με Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΡΔ΄/21-4-1994, όπου αναφέρεται ότι «… επιδιώκουμε … το αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον το ίδιο μ’ αυτό που υπήρχε με τον ισχύοντα δημοτικό φόρο … να μπορούν οι δήμοι και οι κοινότητες να έχουν τουλάχιστον το ίδιο έσοδο…»).
8. Επειδή, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του χρόνου επιβολής του επιδίκου φόρου, 50 περίπου χρόνια μετά την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, είναι, προφανώς, διαφορετικές εκείνων που υπήρχαν κατά τα αμέσως επόμενα της ένωσης αυτής έτη και δικαιολογούσαν μιαν ειδική, έναντι άλλων περιοχών της χώρας με τα αυτά χαρακτηριστικά, μεταχείριση. Τούτο προκύπτει άλλωστε και από τη διαφαινόμενη σε σειρά νεότερων φορολογικών ρυθμίσεων μεταβολή της ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, σύμφωνα με την οποία η Δωδεκάνησος δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά μαζί με άλλες περιοχές με τα αυτά χαρακτηριστικά, ενιαία. Ειδικότερα, α) προβλέφθηκε υπό προϋποθέσεις (άρθρο 17 παρ. 4 ν. 1642/1986, Α’ 125, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 26 ν. 2093/1992, Α’ 181, άρθρο 21 παρ. 4 ν. 2859/2000, Α’ 248) κατά ενιαίο τρόπο για τα νησιά των νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και τα νησιά του Αιγαίου Θάσο, Σαμοθράκη, Βόρειες Σποράδες και Σκύρο, μείωση κατά 30% των συντελεστών φ.π.α., αφού, με το άρθρο 8 του ν. 1881/1990 (Α’ 42) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1884/1990 (Α’ 81), είχε εγκαταλειφθεί η πρόβλεψη σχετικής μείωσης μόνο για τη Δωδεκάνησο (άρθρο 17 εδ. β’ ν. 1642/1986, άρθρο 2 ν. 1676/1986, Α’ 204), β) ο νομοθέτης, ο οποίος είχε αρχικώς ορίσει ειδικά για τη Δωδεκάνησο ότι η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955 (Α’ 214) κλίμακα φορολογικών συντελεστών και ο κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου συμπληρωματικός φόρος εφαρμόζονται μειωμένοι στο ήμισυ, από το ποσό δε του φόρου αυτού ποσοστό 20% αποτελεί έσοδο υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων της Δωδεκανήσου (βλ. άρθρο 79 παρ. 2 ν.δ. 3323/1955, Α’ 214, βλ. και άρθρο 19 παρ. 4 και 5 ν.δ. 3843/1958, Α’ 148, 11 ν. 4045/1960, Α’ 47), προέβη ακολούθως σε ειδικές ευνοϊκές ρυθμίσεις ως προς τη φορολογία εισοδήματος (βλ. πιο πάνω άρθρο 9 ν.δ. 3323/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2065/1992, Α’ 113, και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2214/1994) που αναφέρονταν μεν στη Δωδεκάνησο, μαζί, όμως, με άλλες περιοχές (νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου, καθώς και περιοχές των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, περιλαμβανόμενες σε ζώνη βάθους 20 χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή), ενώ, εξάλλου, με το άρθρο 118 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α’ 151, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2459/1997, Α’ 17) προέβη σε φορολογικές απαλλαγές και μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος, καθώς και σε λοιπές φορολογίες (ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, φόρο μεταβίβασης ακινήτων), για λόγους αναπτυξιακούς και εθνικούς (συγκράτηση και αύξηση πληθυσμού) σε περιοχές, τις οποίες, όμως, καθόρισε με γενικό και αντικειμενικό τρόπο (νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους). Κατά τα λοιπά, λόγοι που δικαιολογούν, και μάλιστα με πάγιο τρόπο, την επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δωδεκανήσου και, συνεπώς, σε βάρος εκείνων μόνον που ασκούν εκεί οικονομική δραστηριότητα, κατ’ εξαίρεση όλων όσοι την ασκούν στην λοιπή ελληνική επικράτεια, ούτε από τη φύση του φόρου αυτού συνάγεται ούτε, όπως προαναφέρθηκε, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης της σχετικής διάταξης, αναδεικνύεται (πρβλ. ΣΕ 3037/2008 Ολ., 650/1995 7μ.). Και ναι μεν με τις από 4.4.2014 απόψεις του ενώπιον της Ολομελείας και το υπ’ αριθ. πρωτ. 2/106683/29.9.2014 έγγραφό του ο αναιρεσίβλητος Δήμος προσκομίζει και επικαλείται μελέτες και στοιχεία από τα οποία υποστηρίζει ότι προκύπτουν οι ιδιαίτερες συνθήκες που δικαιολογούν την επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δωδεκανήσου, όπως α) μελέτη του Παντείου Πανεπιστημίου (Κέντρο Μελετών Οικονομικής Πολιτικής), με τίτλο «Ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου, εναρμόνιση με το κοινοτικό καθεστώς, εκσυγχρονισμός και εναλλακτικές προτάσεις χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης», η οποία εκπονήθηκε το έτος 1992 κατόπιν σχετικής απόφασης της Δ.Ε. της ΤΕΔΚ Δωδεκανήσου, β) μελέτη με τίτλο «Η Οικονομία της Δωδεκανήσου κατά τα έτη 1990-2010» (έκδοση 2013) του Μιλτιάδη Λογοθέτη, πρώην Διευθυντή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, γ) οικονομοτεχνική έκθεση από 2.4.2014 που υπογράφεται από τον Οικονομολόγο M.Sc. Χαράλαμπο Λουκαρά, Επιστημονικό Συνεργάτη του Δημάρχου Ρόδου και περιέχει στοιχεία δύο άλλων μελετών («Σχέδιο στρατηγικής ανάπτυξης του Νομού Δωδεκανήσου 2007-2015», η οποία εκπονήθηκε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης και «Μελέτη Τουριστικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου», που υλοποιήθηκε από τον Ε.Ο.Τ. το 2003), δ) το από 15.12.1992 ψήφισμα της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Δημάρχων και Κοινοταρχών Επαρχίας Ρόδου, και το από 29 και 30 Μαρτίου 1993 ψήφισμα του έκτακτου Συνεδρίου των εκπροσώπων των Δήμων και Κοινοτήτων της Δωδεκανήσου, σχετικά με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του (τότε) Δημοτικού Φόρου καταναλώσεως, προκειμένου να διατηρηθούν οι αντίστοιχοι πόροι της τοπικής αυτοδιοίκησης προς στήριξη της εθνικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής επιβίωσης των νησιών, και ε) την από 23.9.2014 γνωμοδότηση της Επίκουρης Καθηγήτριας Ελ. Θεοχαροπούλου. Τα στοιχεία, όμως, αυτά, ως επί το πλείστον, άλλωστε, μεταγενέστερα της επιβολής του επίδικου φόρου, ούτε εκτιμήθηκαν από τον νομοθέτη κατά την ψήφιση της επίμαχης διατάξεως του ν. 2214/1994, ούτε είναι δυνατόν να εκτιμηθούν το πρώτον υπό του παρόντος δικαστηρίου καθ’ υποκατάστασή του προς δικαιολόγηση της διακεκριμένης φορολογικής μεταχειρίσεως της Δωδεκανήσου έναντι των λοιπών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά περιοχών της χώρας, καθώς δεν αφορούν δεδομένα κοινής πείρας. Άλλωστε, όπως κρίθηκε και με την παραπεμπτική απόφαση του Β΄ Τμήματος, επίκληση, με συγκεκριμένο τρόπο, συνθηκών που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια διαφοροποίηση, δεν είχε γίνει ούτε στις προσκομισθείσες από 1-10-1995 και 21-8-2012 γνωμοδοτήσεις του Καθηγητή Σπ. Φλογαΐτη και της Επίκουρης Καθηγήτριας Ελ. Θεοχαροπούλου, αντιστοίχως, ούτε στο προσκομισθέν υπ’ αριθ. 3153/2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών ΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών, στα οποία γίνεται χρήση εκφράσεων και επίκληση συνθηκών που προσιδιάζουν, όμως, και σε άλλες περιοχές της Χώρας, όπως, γενικώς, ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών και γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων παραμεθόριου νησιωτικού συμπλέγματος με απομονωμένα νησιά, αύξησης εσόδων ΟΤΑ προς εκπλήρωση της αποστολής τους ενόψει και του άρθρου 102 του Συντάγματος και, συνεπώς, σκοπού δημοσίου συμφέροντος, τουριστικού προορισμού κλπ. Πρόκειται για συνθήκες που θα δικαιολογούσαν μεν ενδεχομένως τη διαφοροποίηση των εν λόγω κατηγοριών με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (πρβλ. ΣΕ 2626/1980, 3442/1981, 986/1982, 2543/2004 7μ.), όχι όμως μόνης της Δωδεκανήσου. Για τους λόγους αυτούς, δεν αρκεί να στηρίξει θεμιτά την προσβαλλόμενη ρύθμιση, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, μόνη η, χωρίς συγκεκριμένη εξειδίκευση των λόγων που το επιβάλλουν, επίκληση των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 6 (παρ. 5, μετά την αναθεώρηση με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, Α’ 84/17-4-2011) και της προστεθείσας, άλλωστε, με το ίδιο πιο πάνω ψήφισμα ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 101 του Συντάγματος περί των ιδιαίτερων συνθηκών των νησιωτικών περιοχών, ούτε εκείνων του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος για την ανάπτυξη των παραμεθόριων νησιωτικών περιοχών, ή εκείνων του άρθρου 9 του ν. 1850/1989 «Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονομίας» (Α’ 114) που ορίζουν ότι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν δικαίωμα, στα πλαίσια της εθνικής οικονομικής πολιτικής, σε επαρκείς ίδιους πόρους τους οποίους μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους (παρ. 1) τουλάχιστον δε ένα μέρος αυτών πρέπει να προέρχεται από τοπικούς φόρους και τέλη των οποίων το ύψος έχουν το δικαίωμα να ορίζουν μέσα στα όρια του νόμου (παρ. 4), τα προβλεπόμενα από τις οποίες μέτρα οφείλουν να κινούνται εντός των ορίων που τάσσουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Κατόπιν των ανωτέρω, η επιβολή του ένδικου φόρου, και μάλιστα πάγια, σε μόνους όσους ασκούν οικονομική δραστηριότητα στη Δωδεκάνησο υπέρ των ΟΤΑ αυτής αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση. Μειοφήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μαρινάκης, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η επιβολή του ένδικου φόρου υπέρ μόνον των ΟΤΑ Δωδεκανήσου δεν αντίκειται στις ανωτέρω αρχές της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου για τους εξής λόγους: Ο φόρος αυτός, όπως εκτέθηκε, δεν θεσπίσθηκε το πρώτον υπέρ των εν λόγω ΟΤΑ, αλλά αποτέλεσε διάδοχο προηγούμενου τοπικού φόρου κατανάλωσης, ο οποίος είχε, επίσης, επιβληθεί υπέρ μόνον των δήμων και κοινοτήτων της Δωδεκανήσου, ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, επί διαφορετικής φορολογητέας ύλης και, συγκεκριμένα, επί των εισερχομένων και εξερχομένων καταναλωτικών αγαθών στη Δωδεκάνησο, υπολογιζόμενος επί της αξίας του εμπορεύματος κατά τον χρόνο της εισαγωγής ή εξαγωγής. Η διατήρηση του τοπικού αυτού φόρου και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, είχε κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι δεν παραβίαζε τη συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 5) περί ισότητας και συνεισφοράς των Ελλήνων πολιτών αδιακρίτως στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών τους (ΣτΕ 2956/1981). Ο νομοθέτης προέβη, όμως, στην κατάργησή του εν λόγω φόρου κατανάλωσης με το άρθρο 65 του ν. 2214/1994 λόγω του χαρακτήρα του ως αντικοινοτικού, τον οποίο απέκτησε μετά την 31.12.1992, επιβάλλοντας ταυτόχρονα, σε αντικατάστασή του, τον ένδικο φόρο με το άρθρο 60 του ίδιου νόμου (βλ. Πρακτικά Συζητήσεων Βουλής, Συνεδρίαση ΡΔ΄/21-4-1994, σελ. 4391-4393, αναφορές βουλευτών Κ. Σφυρίου και Αρ. Παυλίδη). Ειδικότερα, ο εν λόγω φόρος, ως εκ του ότι επεβάλλετο επί των εισαγομένων και εξαγομένων στη Δωδεκάνησο εμπορευμάτων, ήταν βέβαιο ότι από 1.1.1993 ήταν αντίθετος στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ., L 169/29.6.1987) λόγω λήξεως, την 31.12.1992, της χρονικής περιόδου που προέβλεπε το άρθρο 13 της Πράξης αυτής για την προοδευτική εγκαθίδρυση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς εντός της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, μέσα στην οποία προβλέφθηκε ότι εξασφαλίζεται, χωρίς ύπαρξη εσωτερικών συνόρων, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ. και άρθρο 8Α Συνθ. ΕΟΚ). Η αντικοινοτικότητα του καταργηθέντος φόρου επιβεβαιώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (απόφαση της 14/9/1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-485/93 και 486/93, Σιμιτζή κατά Δήμου Κω), η οποία εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων που είχαν υποβληθεί από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου (βλ. 132/1993 απόφαση αυτού) και εκκρεμούσαν ενώπιον του ΔΕΚ κατά την ψήφιση του ν. 2214/1994. Η απόφαση του ΔΕΚ δέχθηκε, ειδικότερα, ότι πρόκειται περί φορολογικής επιβάρυνσης ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, η οποία δεν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 9 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ και θεώρησε, μάλιστα, απορρίπτοντας σχετικό αίτημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να περιορισθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής πέραν της 16ης Ιουλίου 1992, ημερομηνίας εκδόσεως προηγούμενης παρόμοιας αποφάσεως (υπόθεση C-163/90, Legros κλπ, Συλλογή 1992, σελ. Ι-4625), «διότι μετά τη χρονολογία αυτή, η ελληνική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η επίδικη επιβάρυνση [ο καταργηθείς φόρος] δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο» (βλ. σκέψεις 29-33 αυτής). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον της Ολομελείας ο καθ’ ου Δήμος Ρόδου, η Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.) της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου (ΤΕΔΚΔ), ενόψει των ανωτέρω, επικείμενων τότε, προβλημάτων συμφωνίας του φόρου με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, ανέθεσε με απόφασή της, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο την εκπόνηση σχετικής μελέτης. Η μελέτη αυτή, η οποία, όπως αναφέρεται στις από 4.4.2014 απόψεις του αναιρεσίβλητου Δήμου Ρόδου προς το Δικαστήριο, αποτέλεσε το κύριο στοιχείο των προπαρασκευαστικών πράξεων της ψηφίσεως της επίμαχης διάταξης με την οποία επιβλήθηκε ο ένδικος φόρος, χωρίς, πάντως, τούτο να προκύπτει από τα ανωτέρω Πρακτικά συζητήσεων της Βουλής, συνετάγη το έτος 1992, από το Κέντρο Μελετών Οικονομικής Πολιτικής του εν λόγω Πανεπιστημίου, με τίτλο «Ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου, εναρμόνιση με το κοινοτικό καθεστώς, εκσυγχρονισμός και εναλλακτικές προτάσεις χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης». Στην εν λόγω μελέτη περιγράφονται κατ’ αρχάς τα προβλήματα εναρμόνισης του φόρου με το κοινοτικό δίκαιο και προτείνονται λύσεις για την αναπλήρωση των εισπραττομένων από την επιβολή του ποσών, στη συνέχεια δε, αφού γίνεται λεπτομερής ανάλυση των εσόδων και εξόδων των δήμων και κοινοτήτων του νομού Δωδεκανήσου και της σημασίας του φόρου ως πηγής εσόδων των ΟΤΑ, αναφέρεται εμφατικά ότι «αν καταργηθεί ο Δημοτικός Φόρος και δεν φροντίσει η Πολιτεία να αναπληρώσει τα έσοδα οι ΟΤΑ Δωδεκανήσου δεν θα βρεθούν απλώς σε οικονομικά δύσκολη θέση αλλά θα προκληθεί οικονομική κατάρρευση και αναστολή λειτουργιών» (σελ. 22, 56-57). Με τα δεδομένα αυτά, ενώπιον των οποίων ευρέθη ο νομοθέτης, ενόψει δηλαδή α) της ανάγκης που ανέκυψε προς κατάργηση του, κατά τα ανωτέρω, επί μακρά σειρά ετών ισχύσαντος προηγούμενου δημοτικού φόρου κατανάλωσης, λόγω του ότι η κοινοτική έννομη τάξη με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, από 1.1.1993, δεν ανείχετο πλέον ούτε εντός της ίδιας χώρας τη διατήρηση εσωτερικών συνόρων που να κωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και β) των δυσμενέστατων συνεπειών της κατάργησης αυτής για τους ΟΤΑ της Δωδεκανήσου, η οποία προκύπτει από την ανωτέρω μελέτη και, πάντως, συνάγεται, κατά κοινή πείρα, ενόψει της πολύ μεγάλης συμμετοχής του καταργηθέντος φόρου στα έσοδα των εν λόγω ΟΤΑ (η οποία για το έτος 1992 ανήρχετο στο ποσό των 2 δις 627 εκατ. δραχμών, βλ. ανωτέρω Πρακτικά Συζητήσεων Βουλής, σελ. 4392), συνέτρεχαν εν προκειμένω, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, επαρκείς αιτιολογικοί λόγοι που διαφοροποιούσαν την Δωδεκάνησο από τις λοιπές νησιωτικές παραμεθόριες περιοχές της χώρας. Οι λόγοι αυτοί συνίσταντο, ειδικότερα, στην αποφυγή ανατροπής και μάλιστα αιφνίδιας των οικονομικών δεδομένων των ΟΤΑ της Δωδεκανήσου (πρβλ. ΣτΕ 4003/2014 Ολομ.) και δικαιολογούσαν, κατά τα πρώτα μετά την κατάργηση του προηγούμενου φόρου έτη, όπως είναι το επίδικο (1996), και μέχρις ότου αντιμετωπισθεί η αιφνίδια αυτή ανατροπή, την υπέρ μόνον των ΟΤΑ Δωδεκανήσου επιβολή του ένδικου φόρου, ενόψει μάλιστα της επιβαλλόμενης από το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρεώσεως του Κράτους να λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα προς προαγωγή ιδίως της οικονομίας των νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών (βλ. και τα ως άνω ψηφίσματα των τοπικών φορέων της περιοχής, σχετικά με την ανάγκη διατήρησης των εσόδων από τον Δημοτικό Φόρο Δωδεκανήσου για την ύπαρξη της τοπικής αυτοδιοίκησης του νομού). Η Σύμβουλος Μ. Καραμανώφ, μειοψηφήσασα, επίσης, διατύπωσε την εξής άποψη: Η ανάγκη θέσπισης ειδικού φόρου υπέρ των ΟΤΑ της Δωδεκανήσου ενόψει των ειδικών συνθηκών της περιοχής είχε διαπιστωθεί ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, ο δε Έλληνας νομοθέτης θεώρησε, σιωπηρώς μεν πλην σαφώς, ότι η ανάγκη αυτή εξακολούθησε να υφίσταται και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, όπως προδήλως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν προέβη στην έκδοση β.δ/των για την κατάργηση του εν λόγω φόρου, ενώ είχε την δυνατότητα να το πράξει δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων του α.ν. 1910/1951. Η πεποίθηση του νομοθέτη περί της συνδρομής ειδικών συνθηκών στη Δωδεκάνησο, οι οποίες επιβάλλουν τη συνέχιση επιβολής ειδικού υπέρ των ΟΤΑ φόρου, εκδηλώθηκε τόσο με τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του ΔΕΚ δίκη περί της αντικοινότητας του φόρου, η οποία διαπιστώθηκε εν τέλει με την προαναφερθείσα απόφαση του ΔΕΚ, όσο και με την ανωτέρω μελέτη του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία απετέλεσε το βασικό αιτιολογικό έρεισμα της βουλήσεως του νομοθέτη να αντικαταστήσει τον κριθέντα ως αντικοινοτικό φόρο με άλλον ισοδυνάμου αποτελέσματος, ο οποίος δεν θα παρουσίαζε προβλήματα αντικοινοτικότητας. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα αναζήτησης και ανεύρεσης από τον ακυρωτικό δικαστή ειδικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση της Δωδεκανήσου έναντι άλλων νησιωτικών περιοχών της χώρας με ανάλογα χαρακτηριστικά, αφού οι λόγοι αυτοί είχαν διαπιστωθεί ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας, είχαν κριθεί συνταγματικοί με την απόφαση ΣτΕ 2956/1981, κατά την κρίση δε του νομοθέτη, όπως αυτή προκύπτει από την προεκτεθείσα εν γένει στάση του καθ’ όλο το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα εξακολουθούσαν να υφίστανται και μέχρι τον χρόνο ψήφισης της επίμαχης διάταξης του άρθρου 60 του ν. 2214/1994.
9. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: η ήδη αναιρεσείουσα κοινοπραξία συνήψε με τη Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ) την από 5-11-1994 σύμβαση, με την οποία ανέλαβε τη μελέτη, ανέγερση και αποπεράτωση του νέου κτιρίου του Νοσοκομείου Ρόδου και την προμήθεια και εγκατάσταση του βασικού ιατρικού εξοπλισμού αυτού. Για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, ο καθ’ ου Δήμος προέβη στην εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους δημοτικού φόρου Δωδεκανήσου οικονομικού έτους 1996 για ποσό 7.081.098 δραχμών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60 του ν. 2214/1994, σύμφωνα και με την οικεία έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων του, όπως προκύπτει από την 1882/1997 γνωστοποίησή του εν λόγω Δήμου προς την αναιρεσείουσα. Το διοικητικό εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που θεώρησε νόμιμη την επιβολή του ένδικου φόρου, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι «εφόσον ο Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου επιβάλλεται γενικά επί όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται στο Νομό αυτό, πλην ορισμένων ρητά αναφερόμενων στο νόμο εξαιρέσεων, με συντελεστή που καθορίζεται αντικειμενικά με βάση το ύψος των καθαρών κερδών τους, δηλαδή με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, έχοντας ως στόχο την κάλυψη των τοπικών αναγκών και την εξυπηρέτηση του τοπικού συμφέροντος, η επιβολή του δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος» και απέρριψε ως αβάσιμο περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης. Η κρίση αυτή δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η δε κρινόμενη αίτηση πρέπει, για τον πιο πάνω λόγο που βασίμως προβάλλεται, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατά τη γνώμη, όμως, των μελών που μειοψήφησαν, η ανωτέρω κρίση είναι νόμιμη και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.
10. Επειδή, περαιτέρω, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό. Ενόψει τούτου, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζει την από 10.10.2003 έφεση της αιτούσας κοινοπραξίας δέχεται αυτήν, για τον ανωτέρω λόγο, εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 483/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, δέχεται για τον ίδιο λόγο την από 14.10.1997 προσφυγή της και ακυρώνει την εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, κατά το μη ακυρωθέν κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιβολή του ένδικου φόρου. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα, κατά το σκεπτικό.
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1051/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επιβάλλει στο Δήμο Ρόδου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για την κατ’ αναίρεση δίκη, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.
Κρατώντας την υπόθεση, δικάζει την από 10.10.2003 έφεση της αναιρεσείουσας, την δέχεται και εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 483/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου κατά το μέρος που απέρριψε την από 14.10.1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας.
Δέχεται την από 14.10.1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας.
Ακυρώνει την εγγραφή της στους βεβαιωτικούς καταλόγους του αναιρεσιβλήτου Δήμου, όπως αυτή προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1882/1997 γνωστοποίηση του εν λόγω Δήμου προς αυτήν, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιβολή του ένδικου φόρου.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα των κατατεθέντων για την άσκηση της προσφυγής και της εφέσεώς της παραβόλων.
Απαλλάσσει τον Δήμο Ρόδου από την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας για τις δίκες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2014
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
 
 
Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
 
 
Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.