Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4283/2014: ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ




Η παράλειψη επεμβάσεως των αστυνομικών οργάνων με σκοπό την λήψη προστατευτικών μέτρων υπέρ των πολιτών και των περιουσιών τους πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη αθλητικών συναντήσεων, τόσο εντός όσο και εκτός των αγωνιστικών χώρων, συνιστά παράλειψη διοικητικών οργάνων για την οποία το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση.



 Αριθμός 4283/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Κομνηνός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο (Α.Μ. 25796), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1578/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χ. Κομνηνού.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1578/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφενός μεν απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 5597/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αφετέρου δε έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και ορίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν ως αποζημίωση το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 133.415,72 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής του και σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του κατά τη διάρκεια επεισοδίων που προηγήθηκαν της έναρξης αγώνα καλαθοσφαίρισης .
3. Επειδή, στο άρθρο 8 του ν. 2800/2000 (Α' 42) ορίζεται ότι «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια …….. και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας …. 2. …… 3. Η άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας ... β. Την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές, γ....». Εξάλλου, στο άρθρο 41Δ του ν. 2725/1999 (Α΄ 121) το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3057/2002 (Α '239) ορίζεται ότι: «1. Η αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης κατά τις αθλητικές συναντήσεις εντός και εκτός των αγωνιστικών χώρων ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Λιμενικό Σώμα, εφόσον η αθλητική συνάντηση διεξάγεται σε περιοχή δικαιοδοσίας του. Οι διοργανώτριες αρχές αθλητικών εκδηλώσεων, τα εκάστοτε διαγωνιζόμενα αθλητικά σωματεία, Τ.Α.Α. ή Α.Α.Ε., οι σύνδεσμοι φιλάθλων και γενικά οι αθλητικοί φορείς υποχρεούνται να συνεργάζονται με την αρμόδια αστυνομική αρχή και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις και αποφάσεις της, ιδίως για θέματα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση ομαλής τέλεσης μιας αθλητικής συνάντησης, στη μετακίνηση, προσέλευση και αποχώρηση των φιλάθλων, στον τρόπο διάθεσης των εισιτηρίων στους διαγωνιζομένους, στον καθορισμό των θέσεων των οπαδών τους στις κερκίδες και των μεταξύ τους κενών τμημάτων και γενικά στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης. Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει στην περιοχή της δικαιοδοσίας της, το κατά την κρίση της αναγκαίο προσωπικό για την τήρηση της τάξης σε αθλητικές συναντήσεις, στο οποίο και καταβάλλεται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2800/2000 (Φ. Α' 41) αποζημίωση … 2. … Σε κάθε περίπτωση, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιούνται από την αρμόδια αστυνομική αρχή. 3. …..». Περαιτέρω, στο άρθρο 41Ε "Ηλεκτρονική εποπτεία αθλητικών εγκαταστάσεων" όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3372/2005 (φ. Α΄ 187) και το άρθρο 5 του ν. 3262/2004 (φ. Α' 173) προβλέπεται ότι: «1. Στις αθλητικές εγκαταστάσεις, που προορίζονται για τη διεξαγωγή των αγώνων των εθνικών πρωταθλημάτων, καθώς και του Κυπέλλου Ελλάδος, όπου μετέχουν Α.Α.Ε. ή Τ.Α.Α. τοποθετούνται ηλεκτρονικά συστήματα εποπτείας των χώρων και των προσώπων, που ευρίσκονται σε αυτούς. Με αυτά πραγματοποιείται η λήψη, αποθήκευση, επεξεργασία και αναπαραγωγή εικόνας ή εικόνας και ήχου πριν, κατά της διάρκεια και μετά τη λήξη μιας αθλητικής συνάντησης. 2. Αποκλειστικός σκοπός της λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων είναι η αντιμετώπιση πράξεων βίας και αξιόποινων εν γένει πράξεων με αφορμή αθλητικές συναντήσεις.... 3. Η χρήση και η λειτουργία των ανωτέρω συστημάτων ηλεκτρονικής εποπτείας, καθώς και η ευθύνη της επεξεργασίας και φύλαξης των δεδομένων που αυτά παράγουν, ανήκει αποκλειστικά στην Ελληνική Αστυνομία.....».
4. Επειδή, εξάλλου, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Εισ. Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (Σ.τ.Ε. 1364, 1677/2008, 952, 1491, 1590/2010, 1407/2014). Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 8 του Ν. 2800/2000, καθώς και 41Δ και 41 Ε του ν. 2725/1999, οι οποίες δεν αποβλέπουν μόνο στην προστασία του γενικού συμφέροντος αλλά και εκείνου των κατ’ ιδίαν προσώπων, προκύπτει ότι η παράλειψη επεμβάσεως των αστυνομικών οργάνων με σκοπό την λήψη προστατευτικών μέτρων υπέρ των πολιτών και των περιουσιών τους πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη αθλητικών συναντήσεων, τόσο εντός όσο και εκτός των αγωνιστικών χώρων, συνιστά παράλειψη διοικητικών οργάνων για την οποία το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 28/2000, 3706, 3919/2001, 307/2007, 648, 1364, 1677/2008, 952, 1491, 1590/2010, 442/2012).
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στις 11-3-2007 ημέρα Κυριακή και ώρα 17.00 είχε προγραμματισθεί να διεξαχθεί στο κλειστό Γυμναστήριο ΜΕΤΣ αγώνας καλαθοσφαίρισης για το Πρωτάθλημα Β' Κατηγορίας Ανδρών μεταξύ των ομάδων του ... και του .... Για την τήρηση της τάξεως είχε διατεθεί, με διαταγή της Διευθύνσεως Αστυνομίας Αθηνών, ένας αστυνόμος, ένας υπαστυνόμος, ένας αρχιφύλακας, δέκα αστυφύλακες, μία διμοιρία μέτρων τάξης (ΔΙΜΕΤ) και μία διμοιρία αποκατάστασης τάξεως (ΔΙΑΤ), η οποία στις 15.30 ενισχύθηκε από μία ακόμα διμοιρία. Περί ώρα 16.30, φίλαθλοι του Γυμναστικού Συλλόγου ... μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, κατέφθασαν με τουριστικό λεωφορείο, συνοδεία αστυνομικής δύναμης, στο γήπεδο του ΜΕΤΣ. Αμέσως μετά, όπως προκύπτει από την έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών με ημερομηνία 2-7-2007, οι φίλαθλοι αυτοί καθώς εισέρχονταν στο γήπεδο προκειμένου να καταλάβουν τις θέσεις τους, δέχθηκαν απρόκλητα επίθεση από πενήντα (50) περίπου φιλάθλους της ομάδας του ..., οι οποίοι ευρίσκοντο ήδη εντός του γηπέδου και συγκεκριμένα στο άνω διάζωμα αυτού, απ' όπου εκτόξευσαν εναντίον των οπαδών της ομάδας του ... πέτρες, μπουκάλια νερού, βίδες, αναπτήρες, κέρματα καθώς και μία κροτίδα. Η τελευταία επέπεσε στο σημείο που βρισκόταν ο αναιρεσίβλητος ο οποίος στην προσπάθειά του να την αποκρούσει, ήλθε σε επαφή με αυτήν με το δεξί χέρι του, με αποτέλεσμα η κροτίδα να εκραγεί και να ακρωτηριασθεί τμήμα των δύο δακτύλων του (μέσου και δείκτη). Εξαιτίας του τραυματισμού αυτού ο αναιρεσίβλητος διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου διαγνώσθηκε βαριά κάκωση (ΔΕ) άκρας χειρός. Αμέσως, εισήχθη στο χειρουργείο, προκειμένου να επιτευχθεί συρραφή και συγκόλληση των δακτύλων του, τμήματα των οποίων βρέθηκαν εντός του γηπέδου και παραδόθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου, μετά τη λήξη του αγώνα, όπως βεβαιώνεται στην προαναφερόμενη έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος μετά τη χειρουργική επέμβαση παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ίδιο νοσοκομείο μέχρι τις 30-3-2007, εξαιτίας δε επιδεινώσεως της καταστάσεώς του, επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο στις 24-4-2007, οπότε και υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση (αποχωρισμός κρημνού). Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος με την από 1-6-2007 αγωγή του ζήτησε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.ΝΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 929 επομ. του ΑΚ., ν’ αποκατασταθεί η ζημία την οποία υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, ισχυριζόμενος ότι αυτός οφείλεται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων αστυνόμευσης από τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και ότι θα είχε αποφευχθεί εάν είχαν ληφθεί από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα τα επιβαλλόμενα από το Νόμο μέτρα διασφάλισης της δημόσιας τάξης και της σωματικής ακεραιότητας των φιλάθλων, τόσο κατά την προετοιμασία όσο και κατά την έναρξη και διεξαγωγή της συγκεκριμένης αθλητικής εκδήλωσης. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος υποστήριξε ότι η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έγκειται στο γεγονός ότι τα αστυνομικά όργανα που είχαν αναλάβει την ευθύνη λήψης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την τήρηση της τάξεως ενόψει του προγραμματισμένου αγώνα καλαθόσφαιρας μεταξύ των ομάδων ... και ... αμέλησαν τα καθήκοντά τους, μη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, τόσο κατά τον έλεγχο των χώρων του γηπέδου την παραμονή του αγώνα για την ανεύρεση τυχόν κρυμμένων φωτοβολίδων ή κροτίδων, όσο και κατά το σωματικό έλεγχο των φιλάθλων κατά την είσοδό τους στο γήπεδο, για τον εντοπισμό οπαδών οι οποίοι έφεραν φωτοβολίδες, κροτίδες και συναφή αντικείμενα. Ακόμη, προέβαλε ότι δεν απεστάλη επαρκής αστυνομική δύναμη μεταξύ των φιλάθλων στις κερκίδες για την πρόληψη επεισοδίων και τη "σύλληψη" φωτοβολίδων, δεν διατηρήθηκαν κενά τμήματα μεταξύ των φιλάθλων και δεν ελήφθη μέριμνα ώστε να τοποθετηθούν οι φίλαθλοι των αντιπάλων ομάδων σε αντίθετες κερκίδες ικανής αποστάσεως η μία από άλλη, ισχυρίστηκε δε ότι η συμπεριφορά αυτή των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, που συνίσταται στον ακρωτηριασμό των δύο δακτύλων του (μέσου και δείκτη του δεξιού χεριού), ακινητοποίηση του αντίχειρα, κατάγματα στην παλάμη και τα υπόλοιπα δάκτυλα και πλήθος συρραφών τραυμάτων. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, το από 7-3-2007 έγγραφο του ... που συντάχθηκε και απεστάλη προς την Ελληνική Αστυνομία προκειμένου να ληφθούν αυξημένα μέτρα προστασίας των ομάδων και των φιλάθλων για τον επίμαχο αγώνα, καθώς και την από 8-5-2007 βεβαίωση του Α' Τμήματος Παγκρατίου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι περί την 16.40 ώρα της 11-3-2007, 120 περίπου φίλαθλοι του ..., ενώ εισέρχονταν στη δεξιά κερκίδα για να παρακολουθήσουν τον αγώνα καλαθοσφαίρισης δέχτηκαν αναίτια και απρόκλητα από φιλάθλους του ... που ευρίσκοντο στην αριστερή κερκίδα, πέτρες, μπουκάλια, καθώς και μία κροτίδα με αποτέλεσμα, στην προσπάθειά του να την απωθήσει ο αναιρεσίβλητος να τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι του με ακρωτηριασμό μέρους των δακτύλων του δείκτη και του μέσου (πρώτο τμήμα). Εξάλλου, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με υπόμνημά του που κατέθεσε πρωτοδίκως, αρνήθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, υποστήριξε δε ότι τα αστυνομικά όργανα έλαβαν όλα τα μέτρα ασφαλείας που ήταν απαραίτητα και κατάλληλα, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της σοβαρότητας και των εν γένει συνθηκών της συγκεκριμένης αθλητικής αναμέτρησης. Ακόμη, το Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε ότι η διάθεση δύναμης 96 συνολικά αστυνομικών ενόψει του είδους της αθλητικής συναντήσεως, της βαρύτητας του αγώνα (Β' κατηγορίας καλαθόσφαιρας), του πλήθους των φιλάθλων (420 άτομα) και ειδικότερα των οπαδών της φιλοξενούμενης ομάδας (100 άτομα), δηλαδή ένας (1) αστυνομικός για κάθε 4,6 οπαδούς, ήταν, κατά αντικειμενική κρίση, επαρκής. Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι οι αστυνομικές δυνάμεις συνόδευσαν τους οπαδούς της ομάδας του Περιστερίου κατά την είσοδό τους στο γήπεδο, αφού άλλωστε και οι ίδιες δέχθηκαν την επίθεση με ρίψη αντικειμένων, όπως και οι οπαδοί του Περιστερίου καθώς και ότι είναι πρακτικά αδύνατη η εκ των προτέρων ανεύρεση απαγορευμένων αντικειμένων, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, είναι δε κοινώς γνωστό, ότι κροτίδες, πέτρες και άλλα μεταφέρονται και κρύβονται επιμελώς ημέρες πριν την αθλητική συνάντηση. Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά καθώς και τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν κατά τη διεξαγωγή του εν λόγω αγώνα καλαθοσφαίρισης έκρινε ότι η Ελληνική Αστυνομία εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, όσον αφορά τόσο στη διατήρηση της ευταξίας όσο και την επίτευξη ομαλής και κυρίως ασφαλούς προσέλευσης των φιλάθλων στις αθλητικές εγκαταστάσεις, η πλημμέλεια δε αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή, τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, για το λόγο δε αυτό έκρινε ότι στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωσή του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.ΝΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 929 επομ. του ΑΚ. Κατόπιν τούτων, το διοικητικό πρωτοδικείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσίβλητου, ως αποζημίωση, συνολικό ποσό 133.415,72 ευρώ, καθώς και περιοδική παροχή ποσού 765,25 ευρώ μηνιαίως επί μια διετία.
6. Επειδή, οι διάδικοι άσκησαν στη συνέχεια αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο με την έφεσή του, αμφισβητώντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ισχυρίστηκε ότι τα αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων λύσεων την, κατά την κρίση τους, ενδεικνυόμενη, η επιλογή τους δε αυτή ελέγχεται μόνο ως προς την υπέρβαση των ακραίων ορίων ή την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας τους στην προκειμένη δε περίπτωση, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΕΛ.ΑΣ και ασκώντας τη σχετική διακριτική ευχέρεια που τους παρέχει ο νόμος, έλαβαν όλα τα μέτρα ασφαλείας που ήταν απαραίτητα και κατάλληλα, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της σοβαρότητας και των εν γένει συνθηκών της συγκεκριμένης αθλητικής αναμετρήσεως. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του Ελληνικού Δημοσίου με τη σκέψη ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κι αυτό διότι ναι μεν στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νόμος τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας μπορούν να επιλέγουν εκείνα τα ενδεικνυόμενα για κάθε περίπτωση μέτρα, δηλαδή τα μέσα και τον τρόπο καθώς και τον αριθμό της δύναμης των ανδρών με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν κάθε έκνομο επεισόδιο για το οποίο καλούνται ή το οποίο υποπίπτει στην αντίληψή τους, σε κάθε περίπτωση, όμως, τα επιλεγόμενα από τα αρμόδια όργανα της ΕΛ.ΑΣ μέτρα πρέπει να είναι τα αναγκαία και ικανά και να είναι αποτελεσματικά, ώστε να εκπληρώνεται το καθήκον τους, δηλαδή η διαφύλαξη της κοινωνικής γαλήνης και ηρεμίας, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καθώς και η προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους και τελικά να εξασφαλίζεται η πρόληψη και η καταστολή οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, πάντοτε κατά το δικάσαν εφετείο, τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από τα όργανα της ΕΛ.ΑΣ δεν ήσαν τα αναγκαία και πάντως δεν ήσαν αποτελεσματικά, άλλως τα αστυνομικά όργανα εκτέλεσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, αφού και η τάξη διασαλεύτηκε εντός του αθλητικού χώρου και η ασφάλεια των φιλάθλων δεν επιτεύχθηκε. Και μπορεί μεν να διατέθηκε δύναμη 96 ανδρών της Αστυνομίας για τη διασφάλιση της τάξεως κατά την διεξαγωγή του επίμαχου αγώνα, οι φίλαθλοι όμως και των δύο ομάδων κατόρθωσαν να μεταφέρουν μέσα στο χώρο του γηπέδου διάφορα αντικείμενα, όπως μπουκάλια, βίδες, πέτρες, ξύλα, αναπτήρες, κέρματα καθώς και την επίμαχη κροτίδα, τα οποία και κατόρθωσαν να εκτοξεύσουν εναντίον αλλήλων, με αποτέλεσμα να διασαλευθεί πλήρως η τάξη στον αγωνιστικό χώρο και από την εκτόξευση της εν λόγω κροτίδας να ακρωτηριαστεί ο αναιρεσίβλητος, γεγονός το οποίο, κατά το δικάσαν εφετείο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα αστυνομικά όργανα δεν έκαναν κανένα έλεγχο στον αγωνιστικό χώρο, πριν από την έναρξη του εν λόγω αγώνα καθώς και κατά την προσέλευση των φιλάθλων, όπως σωματικό έλεγχο των εισερχομένων, ώστε να αποτρέψουν τέτοιας εκτάσεως επεισόδια εντός του γηπέδου, δεδομένου μάλιστα, ότι ο φιλοξενούμενος ... με το από 7-3-2007 έγγραφό του, προς την αρμόδια αστυνομική αρχή, είχε ζητήσει τη λήψη αυξημένων μέτρων προστασίας, λόγω της κρισιμότητας του αγώνος. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν εφετείο απέρριψε τελικώς ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τους οποίους, αφενός μεν έγινε επαρκής αστυνομικός έλεγχος και αφετέρου, ήταν αδύνατος ο εντοπισμός επικίνδυνων αντικειμένων ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας, περαιτέρω δε έκρινε ότι εφόσον τα αστυνομικά όργανα δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και δεν κατόρθωσαν να διασφαλίσουν ούτε τη σωματική ακεραιότητα των φιλάθλων, όπως είχαν υποχρέωση, εκτέλεσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, η δε πλημμελής αυτή εκτέλεση τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή, τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, για το λόγο δε αυτό θεμελιώνεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση του τελευταίου, όπως άλλωστε είχε γίνει δεκτό και με την πρωτόδικη απόφαση.
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Αστυνομία δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πραγματικής καταστάσεως, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ, 8 του Ν. 2800/2000, καθώς και 41Δ και 41 Ε του ν. 2725/1999, πλημμελώς δε αιτιολόγησε την κρίση του αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την ως άνω κρίση του, η οποία είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, δεν επικαλείται δε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι είχε προβάλει ενώπιον του διοικητικού εφετείου ειδικότερους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έτυχαν αντιμετωπίσεως. Κατά το μέρος δε που με αυτόν προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η Ελληνική Αστυνομία έλαβε, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα που τυχόν θα ανέκυπταν κατά τον επίμαχο αγώνα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση κρίση περί πραγμάτων του δικάσαντος διοικητικού εφετείου.
8. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6/10.7.1944, Α΄ 139), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Όπως κρίθηκε με την ΑΕΔ 25/2012, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται επί όλων των οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και η διαφοροποίηση που εισάγει σε σχέση με το υψηλότερο, γενικώς ισχύον για τις οφειλές των ιδιωτών, επιτόκιο υπερημερίας, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση διότι αποβλέπει στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και την αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, εν τέλει δε στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, προς το σκοπό εκπληρώσεως των κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεων του Κράτους έναντι των πολιτών, και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένων δε υπόψη και των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως και εξακολουθούν να ισχύουν, δεν αντίκειται ούτε προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, όπως κρίθηκε και με τις αποφάσεις της Ολομέλειας ΣτΕ 378/2014 και 2114/2014, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ, και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξάλλου, όπως κρίθηκε ειδικότερα με την απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 2114/2014, από την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν προκαλείται παραβίαση ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.
9. Επειδή, με την έφεσή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, μεταξύ άλλων, να προσδιοριστεί το ποσοστό του επιτοκίου με βάση το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να του καταβάλει το επιδικασθέν ποσό των 133.415,72 ευρώ, δεδομένου ότι με την πρωτόδικη απόφαση είχε μεν διαταχθεί η καταβολή του ποσού αυτού «νομιμοτόκως», χωρίς όμως να προσδιορίζεται το επιτόκιο, ειδικότερα δε ζήτησε να διευκρινιστεί ότι αυτό πρέπει να είναι το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, όπως άλλωστε είχε ζητηθεί και με την αγωγή. Το δικάσαν εφετείο δεχόμενο τον ως άνω λόγο εφέσεως, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944, Α΄ 139) αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 (παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος καθώς και στις υπερνομοθετικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 6 (παρ. 1) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς στις όμοιες του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, για το λόγο δε αυτό δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν τούτου, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση αυτή το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας για τους ιδιώτες, μεταρρύθμισε δε αναλόγως την πρωτόδικη απόφαση.
10. Επειδή, η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δηλαδή ο τόκος πρέπει να υπολογιστεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο και όχι με το προβλεπόμενο από το άρθρο 21 εδ. α΄ του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου επιτόκιο 6%, δεν είναι, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, ορθή. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ’ ο μέρος μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος του επιτοκίου με βάση το οποίο πρέπει να υπολογιστούν οι οφειλόμενοι στον αναιρεσίβλητο τόκοι επί του ποσού της καταβαλλόμενης σε αυτόν αποζημιώσεως εκ μέρους του Δημοσίου (Σ.τ.Ε. 2114/2014 Ολομ, 2298,2430-31/2014). Εξάλλου, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει κατά τούτο διευκρινίσεως, το Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζει περαιτέρω την έφεση του αναιρεσίβλητου καθ’ ο μέρος προβάλλεται με αυτήν ότι ως εφαρμοστέο επιτόκιο πρέπει εν προκειμένω να οριστεί το εκάστοτε γενικώς ισχύον και για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και όχι το επιτόκιο 6% που ορίζεται από το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και την απορρίπτει κατά το μέρος αυτό.
11. Επειδή, ενόψει της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ τους η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την 1578/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση, δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος την έφεση του αναιρεσίβλητου και την απορρίπτει, κατά το αιτιολογικό.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΣτΕ 4283/2014: ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΑΣ. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ




Η παράλειψη επεμβάσεως των αστυνομικών οργάνων με σκοπό την λήψη προστατευτικών μέτρων υπέρ των πολιτών και των περιουσιών τους πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη αθλητικών συναντήσεων, τόσο εντός όσο και εκτός των αγωνιστικών χώρων, συνιστά παράλειψη διοικητικών οργάνων για την οποία το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση.



 Αριθμός 4283/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Κομνηνός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 29 Οκτωβρίου 2009 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ..., κατοίκου ... (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο (Α.Μ. 25796), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1578/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χ. Κομνηνού.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1578/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφενός μεν απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 5597/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αφετέρου δε έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και ορίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν ως αποζημίωση το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 133.415,72 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής του και σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του κατά τη διάρκεια επεισοδίων που προηγήθηκαν της έναρξης αγώνα καλαθοσφαίρισης .
3. Επειδή, στο άρθρο 8 του ν. 2800/2000 (Α' 42) ορίζεται ότι «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια …….. και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας …. 2. …… 3. Η άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας ... β. Την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές, γ....». Εξάλλου, στο άρθρο 41Δ του ν. 2725/1999 (Α΄ 121) το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3057/2002 (Α '239) ορίζεται ότι: «1. Η αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης κατά τις αθλητικές συναντήσεις εντός και εκτός των αγωνιστικών χώρων ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Λιμενικό Σώμα, εφόσον η αθλητική συνάντηση διεξάγεται σε περιοχή δικαιοδοσίας του. Οι διοργανώτριες αρχές αθλητικών εκδηλώσεων, τα εκάστοτε διαγωνιζόμενα αθλητικά σωματεία, Τ.Α.Α. ή Α.Α.Ε., οι σύνδεσμοι φιλάθλων και γενικά οι αθλητικοί φορείς υποχρεούνται να συνεργάζονται με την αρμόδια αστυνομική αρχή και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις και αποφάσεις της, ιδίως για θέματα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση ομαλής τέλεσης μιας αθλητικής συνάντησης, στη μετακίνηση, προσέλευση και αποχώρηση των φιλάθλων, στον τρόπο διάθεσης των εισιτηρίων στους διαγωνιζομένους, στον καθορισμό των θέσεων των οπαδών τους στις κερκίδες και των μεταξύ τους κενών τμημάτων και γενικά στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης. Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει στην περιοχή της δικαιοδοσίας της, το κατά την κρίση της αναγκαίο προσωπικό για την τήρηση της τάξης σε αθλητικές συναντήσεις, στο οποίο και καταβάλλεται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2800/2000 (Φ. Α' 41) αποζημίωση … 2. … Σε κάθε περίπτωση, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιούνται από την αρμόδια αστυνομική αρχή. 3. …..». Περαιτέρω, στο άρθρο 41Ε "Ηλεκτρονική εποπτεία αθλητικών εγκαταστάσεων" όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3372/2005 (φ. Α΄ 187) και το άρθρο 5 του ν. 3262/2004 (φ. Α' 173) προβλέπεται ότι: «1. Στις αθλητικές εγκαταστάσεις, που προορίζονται για τη διεξαγωγή των αγώνων των εθνικών πρωταθλημάτων, καθώς και του Κυπέλλου Ελλάδος, όπου μετέχουν Α.Α.Ε. ή Τ.Α.Α. τοποθετούνται ηλεκτρονικά συστήματα εποπτείας των χώρων και των προσώπων, που ευρίσκονται σε αυτούς. Με αυτά πραγματοποιείται η λήψη, αποθήκευση, επεξεργασία και αναπαραγωγή εικόνας ή εικόνας και ήχου πριν, κατά της διάρκεια και μετά τη λήξη μιας αθλητικής συνάντησης. 2. Αποκλειστικός σκοπός της λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων είναι η αντιμετώπιση πράξεων βίας και αξιόποινων εν γένει πράξεων με αφορμή αθλητικές συναντήσεις.... 3. Η χρήση και η λειτουργία των ανωτέρω συστημάτων ηλεκτρονικής εποπτείας, καθώς και η ευθύνη της επεξεργασίας και φύλαξης των δεδομένων που αυτά παράγουν, ανήκει αποκλειστικά στην Ελληνική Αστυνομία.....».
4. Επειδή, εξάλλου, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Εισ. Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (Σ.τ.Ε. 1364, 1677/2008, 952, 1491, 1590/2010, 1407/2014). Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 8 του Ν. 2800/2000, καθώς και 41Δ και 41 Ε του ν. 2725/1999, οι οποίες δεν αποβλέπουν μόνο στην προστασία του γενικού συμφέροντος αλλά και εκείνου των κατ’ ιδίαν προσώπων, προκύπτει ότι η παράλειψη επεμβάσεως των αστυνομικών οργάνων με σκοπό την λήψη προστατευτικών μέτρων υπέρ των πολιτών και των περιουσιών τους πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη αθλητικών συναντήσεων, τόσο εντός όσο και εκτός των αγωνιστικών χώρων, συνιστά παράλειψη διοικητικών οργάνων για την οποία το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση (πρβλ. Σ.τ.Ε. 28/2000, 3706, 3919/2001, 307/2007, 648, 1364, 1677/2008, 952, 1491, 1590/2010, 442/2012).
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στις 11-3-2007 ημέρα Κυριακή και ώρα 17.00 είχε προγραμματισθεί να διεξαχθεί στο κλειστό Γυμναστήριο ΜΕΤΣ αγώνας καλαθοσφαίρισης για το Πρωτάθλημα Β' Κατηγορίας Ανδρών μεταξύ των ομάδων του ... και του .... Για την τήρηση της τάξεως είχε διατεθεί, με διαταγή της Διευθύνσεως Αστυνομίας Αθηνών, ένας αστυνόμος, ένας υπαστυνόμος, ένας αρχιφύλακας, δέκα αστυφύλακες, μία διμοιρία μέτρων τάξης (ΔΙΜΕΤ) και μία διμοιρία αποκατάστασης τάξεως (ΔΙΑΤ), η οποία στις 15.30 ενισχύθηκε από μία ακόμα διμοιρία. Περί ώρα 16.30, φίλαθλοι του Γυμναστικού Συλλόγου ... μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, κατέφθασαν με τουριστικό λεωφορείο, συνοδεία αστυνομικής δύναμης, στο γήπεδο του ΜΕΤΣ. Αμέσως μετά, όπως προκύπτει από την έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών με ημερομηνία 2-7-2007, οι φίλαθλοι αυτοί καθώς εισέρχονταν στο γήπεδο προκειμένου να καταλάβουν τις θέσεις τους, δέχθηκαν απρόκλητα επίθεση από πενήντα (50) περίπου φιλάθλους της ομάδας του ..., οι οποίοι ευρίσκοντο ήδη εντός του γηπέδου και συγκεκριμένα στο άνω διάζωμα αυτού, απ' όπου εκτόξευσαν εναντίον των οπαδών της ομάδας του ... πέτρες, μπουκάλια νερού, βίδες, αναπτήρες, κέρματα καθώς και μία κροτίδα. Η τελευταία επέπεσε στο σημείο που βρισκόταν ο αναιρεσίβλητος ο οποίος στην προσπάθειά του να την αποκρούσει, ήλθε σε επαφή με αυτήν με το δεξί χέρι του, με αποτέλεσμα η κροτίδα να εκραγεί και να ακρωτηριασθεί τμήμα των δύο δακτύλων του (μέσου και δείκτη). Εξαιτίας του τραυματισμού αυτού ο αναιρεσίβλητος διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου διαγνώσθηκε βαριά κάκωση (ΔΕ) άκρας χειρός. Αμέσως, εισήχθη στο χειρουργείο, προκειμένου να επιτευχθεί συρραφή και συγκόλληση των δακτύλων του, τμήματα των οποίων βρέθηκαν εντός του γηπέδου και παραδόθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου, μετά τη λήξη του αγώνα, όπως βεβαιώνεται στην προαναφερόμενη έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος μετά τη χειρουργική επέμβαση παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ίδιο νοσοκομείο μέχρι τις 30-3-2007, εξαιτίας δε επιδεινώσεως της καταστάσεώς του, επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο στις 24-4-2007, οπότε και υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση (αποχωρισμός κρημνού). Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος με την από 1-6-2007 αγωγή του ζήτησε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.ΝΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 929 επομ. του ΑΚ., ν’ αποκατασταθεί η ζημία την οποία υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, ισχυριζόμενος ότι αυτός οφείλεται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων αστυνόμευσης από τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και ότι θα είχε αποφευχθεί εάν είχαν ληφθεί από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα τα επιβαλλόμενα από το Νόμο μέτρα διασφάλισης της δημόσιας τάξης και της σωματικής ακεραιότητας των φιλάθλων, τόσο κατά την προετοιμασία όσο και κατά την έναρξη και διεξαγωγή της συγκεκριμένης αθλητικής εκδήλωσης. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος υποστήριξε ότι η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έγκειται στο γεγονός ότι τα αστυνομικά όργανα που είχαν αναλάβει την ευθύνη λήψης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την τήρηση της τάξεως ενόψει του προγραμματισμένου αγώνα καλαθόσφαιρας μεταξύ των ομάδων ... και ... αμέλησαν τα καθήκοντά τους, μη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, τόσο κατά τον έλεγχο των χώρων του γηπέδου την παραμονή του αγώνα για την ανεύρεση τυχόν κρυμμένων φωτοβολίδων ή κροτίδων, όσο και κατά το σωματικό έλεγχο των φιλάθλων κατά την είσοδό τους στο γήπεδο, για τον εντοπισμό οπαδών οι οποίοι έφεραν φωτοβολίδες, κροτίδες και συναφή αντικείμενα. Ακόμη, προέβαλε ότι δεν απεστάλη επαρκής αστυνομική δύναμη μεταξύ των φιλάθλων στις κερκίδες για την πρόληψη επεισοδίων και τη "σύλληψη" φωτοβολίδων, δεν διατηρήθηκαν κενά τμήματα μεταξύ των φιλάθλων και δεν ελήφθη μέριμνα ώστε να τοποθετηθούν οι φίλαθλοι των αντιπάλων ομάδων σε αντίθετες κερκίδες ικανής αποστάσεως η μία από άλλη, ισχυρίστηκε δε ότι η συμπεριφορά αυτή των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, που συνίσταται στον ακρωτηριασμό των δύο δακτύλων του (μέσου και δείκτη του δεξιού χεριού), ακινητοποίηση του αντίχειρα, κατάγματα στην παλάμη και τα υπόλοιπα δάκτυλα και πλήθος συρραφών τραυμάτων. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, το από 7-3-2007 έγγραφο του ... που συντάχθηκε και απεστάλη προς την Ελληνική Αστυνομία προκειμένου να ληφθούν αυξημένα μέτρα προστασίας των ομάδων και των φιλάθλων για τον επίμαχο αγώνα, καθώς και την από 8-5-2007 βεβαίωση του Α' Τμήματος Παγκρατίου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι περί την 16.40 ώρα της 11-3-2007, 120 περίπου φίλαθλοι του ..., ενώ εισέρχονταν στη δεξιά κερκίδα για να παρακολουθήσουν τον αγώνα καλαθοσφαίρισης δέχτηκαν αναίτια και απρόκλητα από φιλάθλους του ... που ευρίσκοντο στην αριστερή κερκίδα, πέτρες, μπουκάλια, καθώς και μία κροτίδα με αποτέλεσμα, στην προσπάθειά του να την απωθήσει ο αναιρεσίβλητος να τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί χέρι του με ακρωτηριασμό μέρους των δακτύλων του δείκτη και του μέσου (πρώτο τμήμα). Εξάλλου, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με υπόμνημά του που κατέθεσε πρωτοδίκως, αρνήθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, υποστήριξε δε ότι τα αστυνομικά όργανα έλαβαν όλα τα μέτρα ασφαλείας που ήταν απαραίτητα και κατάλληλα, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της σοβαρότητας και των εν γένει συνθηκών της συγκεκριμένης αθλητικής αναμέτρησης. Ακόμη, το Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε ότι η διάθεση δύναμης 96 συνολικά αστυνομικών ενόψει του είδους της αθλητικής συναντήσεως, της βαρύτητας του αγώνα (Β' κατηγορίας καλαθόσφαιρας), του πλήθους των φιλάθλων (420 άτομα) και ειδικότερα των οπαδών της φιλοξενούμενης ομάδας (100 άτομα), δηλαδή ένας (1) αστυνομικός για κάθε 4,6 οπαδούς, ήταν, κατά αντικειμενική κρίση, επαρκής. Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι οι αστυνομικές δυνάμεις συνόδευσαν τους οπαδούς της ομάδας του Περιστερίου κατά την είσοδό τους στο γήπεδο, αφού άλλωστε και οι ίδιες δέχθηκαν την επίθεση με ρίψη αντικειμένων, όπως και οι οπαδοί του Περιστερίου καθώς και ότι είναι πρακτικά αδύνατη η εκ των προτέρων ανεύρεση απαγορευμένων αντικειμένων, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, είναι δε κοινώς γνωστό, ότι κροτίδες, πέτρες και άλλα μεταφέρονται και κρύβονται επιμελώς ημέρες πριν την αθλητική συνάντηση. Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά καθώς και τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν κατά τη διεξαγωγή του εν λόγω αγώνα καλαθοσφαίρισης έκρινε ότι η Ελληνική Αστυνομία εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, όσον αφορά τόσο στη διατήρηση της ευταξίας όσο και την επίτευξη ομαλής και κυρίως ασφαλούς προσέλευσης των φιλάθλων στις αθλητικές εγκαταστάσεις, η πλημμέλεια δε αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή, τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, για το λόγο δε αυτό έκρινε ότι στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωσή του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.ΝΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 929 επομ. του ΑΚ. Κατόπιν τούτων, το διοικητικό πρωτοδικείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσίβλητου, ως αποζημίωση, συνολικό ποσό 133.415,72 ευρώ, καθώς και περιοδική παροχή ποσού 765,25 ευρώ μηνιαίως επί μια διετία.
6. Επειδή, οι διάδικοι άσκησαν στη συνέχεια αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης. Ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο με την έφεσή του, αμφισβητώντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ισχυρίστηκε ότι τα αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων λύσεων την, κατά την κρίση τους, ενδεικνυόμενη, η επιλογή τους δε αυτή ελέγχεται μόνο ως προς την υπέρβαση των ακραίων ορίων ή την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας τους στην προκειμένη δε περίπτωση, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της ΕΛ.ΑΣ και ασκώντας τη σχετική διακριτική ευχέρεια που τους παρέχει ο νόμος, έλαβαν όλα τα μέτρα ασφαλείας που ήταν απαραίτητα και κατάλληλα, λαμβανομένων υπόψη του είδους, της σοβαρότητας και των εν γένει συνθηκών της συγκεκριμένης αθλητικής αναμετρήσεως. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του Ελληνικού Δημοσίου με τη σκέψη ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κι αυτό διότι ναι μεν στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νόμος τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας μπορούν να επιλέγουν εκείνα τα ενδεικνυόμενα για κάθε περίπτωση μέτρα, δηλαδή τα μέσα και τον τρόπο καθώς και τον αριθμό της δύναμης των ανδρών με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν κάθε έκνομο επεισόδιο για το οποίο καλούνται ή το οποίο υποπίπτει στην αντίληψή τους, σε κάθε περίπτωση, όμως, τα επιλεγόμενα από τα αρμόδια όργανα της ΕΛ.ΑΣ μέτρα πρέπει να είναι τα αναγκαία και ικανά και να είναι αποτελεσματικά, ώστε να εκπληρώνεται το καθήκον τους, δηλαδή η διαφύλαξη της κοινωνικής γαλήνης και ηρεμίας, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καθώς και η προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους και τελικά να εξασφαλίζεται η πρόληψη και η καταστολή οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, πάντοτε κατά το δικάσαν εφετείο, τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από τα όργανα της ΕΛ.ΑΣ δεν ήσαν τα αναγκαία και πάντως δεν ήσαν αποτελεσματικά, άλλως τα αστυνομικά όργανα εκτέλεσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, αφού και η τάξη διασαλεύτηκε εντός του αθλητικού χώρου και η ασφάλεια των φιλάθλων δεν επιτεύχθηκε. Και μπορεί μεν να διατέθηκε δύναμη 96 ανδρών της Αστυνομίας για τη διασφάλιση της τάξεως κατά την διεξαγωγή του επίμαχου αγώνα, οι φίλαθλοι όμως και των δύο ομάδων κατόρθωσαν να μεταφέρουν μέσα στο χώρο του γηπέδου διάφορα αντικείμενα, όπως μπουκάλια, βίδες, πέτρες, ξύλα, αναπτήρες, κέρματα καθώς και την επίμαχη κροτίδα, τα οποία και κατόρθωσαν να εκτοξεύσουν εναντίον αλλήλων, με αποτέλεσμα να διασαλευθεί πλήρως η τάξη στον αγωνιστικό χώρο και από την εκτόξευση της εν λόγω κροτίδας να ακρωτηριαστεί ο αναιρεσίβλητος, γεγονός το οποίο, κατά το δικάσαν εφετείο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα αστυνομικά όργανα δεν έκαναν κανένα έλεγχο στον αγωνιστικό χώρο, πριν από την έναρξη του εν λόγω αγώνα καθώς και κατά την προσέλευση των φιλάθλων, όπως σωματικό έλεγχο των εισερχομένων, ώστε να αποτρέψουν τέτοιας εκτάσεως επεισόδια εντός του γηπέδου, δεδομένου μάλιστα, ότι ο φιλοξενούμενος ... με το από 7-3-2007 έγγραφό του, προς την αρμόδια αστυνομική αρχή, είχε ζητήσει τη λήψη αυξημένων μέτρων προστασίας, λόγω της κρισιμότητας του αγώνος. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν εφετείο απέρριψε τελικώς ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τους οποίους, αφενός μεν έγινε επαρκής αστυνομικός έλεγχος και αφετέρου, ήταν αδύνατος ο εντοπισμός επικίνδυνων αντικειμένων ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας, περαιτέρω δε έκρινε ότι εφόσον τα αστυνομικά όργανα δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και δεν κατόρθωσαν να διασφαλίσουν ούτε τη σωματική ακεραιότητα των φιλάθλων, όπως είχαν υποχρέωση, εκτέλεσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, η δε πλημμελής αυτή εκτέλεση τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή, τον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, για το λόγο δε αυτό θεμελιώνεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση του τελευταίου, όπως άλλωστε είχε γίνει δεκτό και με την πρωτόδικη απόφαση.
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Αστυνομία δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πραγματικής καταστάσεως, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό του αναιρεσίβλητου, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ, 8 του Ν. 2800/2000, καθώς και 41Δ και 41 Ε του ν. 2725/1999, πλημμελώς δε αιτιολόγησε την κρίση του αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την ως άνω κρίση του, η οποία είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, δεν επικαλείται δε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι είχε προβάλει ενώπιον του διοικητικού εφετείου ειδικότερους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έτυχαν αντιμετωπίσεως. Κατά το μέρος δε που με αυτόν προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η Ελληνική Αστυνομία έλαβε, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα που τυχόν θα ανέκυπταν κατά τον επίμαχο αγώνα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση κρίση περί πραγμάτων του δικάσαντος διοικητικού εφετείου.
8. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6/10.7.1944, Α΄ 139), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Όπως κρίθηκε με την ΑΕΔ 25/2012, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται επί όλων των οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες και η διαφοροποίηση που εισάγει σε σχέση με το υψηλότερο, γενικώς ισχύον για τις οφειλές των ιδιωτών, επιτόκιο υπερημερίας, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση διότι αποβλέπει στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και την αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, εν τέλει δε στην ορθή άσκηση της δημοσίας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, προς το σκοπό εκπληρώσεως των κατά το Σύνταγμα και τους νόμους υποχρεώσεων του Κράτους έναντι των πολιτών, και, ως εκ τούτου, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένων δε υπόψη και των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως και εξακολουθούν να ισχύουν, δεν αντίκειται ούτε προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, όπως κρίθηκε και με τις αποφάσεις της Ολομέλειας ΣτΕ 378/2014 και 2114/2014, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 14 της ΕΣΔΑ, και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξάλλου, όπως κρίθηκε ειδικότερα με την απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 2114/2014, από την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου δεν προκαλείται παραβίαση ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.
9. Επειδή, με την έφεσή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, μεταξύ άλλων, να προσδιοριστεί το ποσοστό του επιτοκίου με βάση το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να του καταβάλει το επιδικασθέν ποσό των 133.415,72 ευρώ, δεδομένου ότι με την πρωτόδικη απόφαση είχε μεν διαταχθεί η καταβολή του ποσού αυτού «νομιμοτόκως», χωρίς όμως να προσδιορίζεται το επιτόκιο, ειδικότερα δε ζήτησε να διευκρινιστεί ότι αυτό πρέπει να είναι το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, όπως άλλωστε είχε ζητηθεί και με την αγωγή. Το δικάσαν εφετείο δεχόμενο τον ως άνω λόγο εφέσεως, έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944, Α΄ 139) αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 (παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος καθώς και στις υπερνομοθετικού περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 6 (παρ. 1) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς στις όμοιες του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, για το λόγο δε αυτό δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν τούτου, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση αυτή το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας για τους ιδιώτες, μεταρρύθμισε δε αναλόγως την πρωτόδικη απόφαση.
10. Επειδή, η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δηλαδή ο τόκος πρέπει να υπολογιστεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο και όχι με το προβλεπόμενο από το άρθρο 21 εδ. α΄ του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου επιτόκιο 6%, δεν είναι, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, ορθή. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ’ ο μέρος μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος του επιτοκίου με βάση το οποίο πρέπει να υπολογιστούν οι οφειλόμενοι στον αναιρεσίβλητο τόκοι επί του ποσού της καταβαλλόμενης σε αυτόν αποζημιώσεως εκ μέρους του Δημοσίου (Σ.τ.Ε. 2114/2014 Ολομ, 2298,2430-31/2014). Εξάλλου, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρήζει κατά τούτο διευκρινίσεως, το Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζει περαιτέρω την έφεση του αναιρεσίβλητου καθ’ ο μέρος προβάλλεται με αυτήν ότι ως εφαρμοστέο επιτόκιο πρέπει εν προκειμένω να οριστεί το εκάστοτε γενικώς ισχύον και για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και όχι το επιτόκιο 6% που ορίζεται από το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και την απορρίπτει κατά το μέρος αυτό.
11. Επειδή, ενόψει της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ τους η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών. 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την 1578/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση, δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος την έφεση του αναιρεσίβλητου και την απορρίπτει, κατά το αιτιολογικό.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.