Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

ΕλΣυν 3407/2014 (Ολομ.): ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΧΕΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΩΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΙΚΑΣΕΩΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ και στ του Συντάγματος το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πρωτογενώς δικαιοδοσία εκδικάσεως διαφορών που απορρέουν από τον έλεγχο των λογαριασμών εν γένει είτε ο έλεγχος αυτός διενεργείται από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε όχι. Η έννοια του ελέγχου των λογαριασμών είναι θεμελιώδης για τον προσδιορισμό της δικαιοδοτικής ύλης που, πρωτογενώς, εκ του Συντάγματος, υπάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συναφείς δε προς αυτήν είναι οι έννοιες της δημόσιας διαχειρίσεως, τους δημοσίου υπολόγου, του δημοσίου ελλείμματος, καθώς και του καταλογισμού του ελλειμματία υπολόγου, οι οποίες στο σύνολο τους συγκροτούν κατ' ουσίαν τα κριτήρια εκείνα για την ανάδειξη της πλέον βαρύνουσας για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου έννοιας του ελέγχου των λογαριασμών (ΕΣ Ολομ. 1633/2006).  Κατά συνέπεια, διαφορές που απορρέουν από πράξεις (καταλογιστικές) σχετικές με την τακτοποίηση δημοσίου λογαριασμού, εάν, μετά τη διενέργεια προφανώς σχετικού ελέγχου, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που αυτός περιέχει, είναι εσφαλμένα ή ότι τα δεδομένα, στα οποία στηρίζεται, είναι μη νόμιμα, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αντίθετη μειοψηφία.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 

Αριθμός 3407/2014, Ολομελείας 

Ι. Α. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ και στ του Συντάγματος το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πρωτογενώς δικαιοδοσία εκδικάσεως διαφορών που απορρέουν από τον έλεγχο των λογαριασμών εν γένει είτε ο έλεγχος αυτός διενεργείται από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε όχι. Η έννοια του ελέγχου των λογαριασμών είναι θεμελιώδης για τον προσδιορισμό της δικαιοδοτικής ύλης που, πρωτογενώς, εκ του Συντάγματος, υπάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συναφείς δε προς αυτήν είναι οι έννοιες της δημόσιας διαχειρίσεως, τους δημοσίου υπολόγου, του δημοσίου ελλείμματος, καθώς και του καταλογισμού του ελλειμματία υπολόγου, οι οποίες στο σύνολο τους συγκροτούν κατ' ουσίαν τα κριτήρια εκείνα για την ανάδειξη της πλέον βαρύνουσας για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου έννοιας του ελέγχου των λογαριασμών (ΕΣ Ολομ. 1633/2006). Ως λογαριασμός νοείται, όχι μόνον η λογοδοσία, ως σύνολο, του υπόχρεου δημοσίου υπολόγου, αλλά και οποιαδήποτε, ανεξαρτήτως ειδικότερου τύπου, απεικόνιση των εσόδων και εξόδων δημοσίας διαχειρίσεως, ακόμη και η καταγραφή των συγκεκριμένων εκταμιεύσεων για την μισθοδοσία ενός και μόνου δημοσίου υπαλλήλου. Έλεγχο λογαριασμών αποτελεί και οποιαδήποτε αυτεπάγγελτη ή μη ενέργεια δημόσιας αρχής που έχει ως αντικείμενο ή συνέπεια την έστω και μερική επιβεβαίωση του ορθώς έχειν λογαριασμού μιας δημόσιας διαχείρισης. Ως τέτοια επιβεβαίωση νοείται, όχι μόνον η επαλήθευση των λογιστικών πράξεων που περιέχει ο λογαριασμός, αλλά και κάθε έρευνα που διεξάγεται για να διαπιστωθεί η νομιμότητα των δεδομένων, στα οποία στηρίζεται αυτός, όπως λ.χ. η έρευνα του αν έχει δικαίωμα να εισπράξει ο εκάστοτε λαβών το ποσό της εκταμιεύσεως. Κατά συνέπεια, διαφορές που απορρέουν από πράξεις (καταλογιστικές) σχετικές με την τακτοποίηση δημοσίου λογαριασμού, εάν, μετά τη διενέργεια προφανώς σχετικού ελέγχου, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που αυτός περιέχει, είναι εσφαλμένα ή ότι τα δεδομένα, στα οποία στηρίζεται, είναι μη νόμιμα, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. Αποφ. Ολομ. ΕλΣ 1104/ 2007, 565/2000).
    Β. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι νομίμως καταλογίστηκε με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης Ελεγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Ε.Α.Κ.) σε βάρος του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών του κλάδου ΥΕ Επιμελητών, το ποσό των 6.564,07 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επιπλέον αποδοχές που καταβλήθηκαν σ' αυτόν αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006, λόγω της εσφαλμένης, εκ μέρους της Υπηρεσίας, μη παρακράτησης αυτοτελούς φόρου επί της ειδικής αποζημίωσης των Δικαιωμάτων Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε,Τ.). Η συγκεκριμένη διαφορά απορρέουσα από τον έλεγχο του λογαριασμού της μισθοδοσίας του ως άνω δημοσίου υπαλλήλου και συναρτώ μενη με αχρεωστήτως καταβληθείσες σε αυτόν αποδοχές, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου υπάγεται, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η δε ύπαρξη δικαιοδοσίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και κατά το στάδιο της αναιρετικής δίκης (ΕΣ Ολομ 133, 565/2000, 1002/1999). Μειοψήφησαν τέσσερα (4) μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι οι Σύμβουλοι Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου και Σταμάτιος Πουλής οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση η υποκείμενη σχέση, μη επηρεαζόμενη από την τυπική της μορφή με την έκδοση της καταλογιστικής πράξης είναι καθαρά φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, καθόσον πρόκειται για την αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% επί του 50% της ειδικής αποζημίωσης των Δικαιωμάτων Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε,Τ.), που ελάμβανε κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ως άνω δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, φόρος ο οποίος παρακρατείται κατά την καταβολή της αποζημίωσης αυτής από την υπόχρεη για την καταβολή της υπηρεσία (άρθρο 14 παρ. 6 ν. 2238/1994, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2459/1997). Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και, στο πλαίσιο εκδικάσεως της, η έφεση να παραπεμφθεί (ΕΣ Ολομ. 1633/2006) στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθρο 6 παρ. 2 περ. β ΚΔΔ). Πλην όμως η γνώμη αυτή δεν κράτησε.
    II. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2773669, 4785828 και 3430650 σειράς Α' έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου), πρέπει να γίνει κατά τα λοιπά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων, οι οποίοι, όπως συμπληρώνονται με το νομίμως κατατεθέν στις 5.3.2014 υπόμνημα, και καθ' ερμηνεία του δικογράφου, αφορούν στην παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας με την ειδικότερη αιτίαση α) της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, με την ειδικότερη αιτίαση της μη ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού του φακέλου και της μη έκδοσης δεύτερης προδικαστικής απόφασης.
    III. Το άρθρο 115 του π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α', 304) ορίζει ότι «Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται: α) Διά κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος, β) Διά πα-ράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και γ) Δι' εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του διέποντος την επίδικον υπόθεσιν Νόμου». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η ουσιαστική κρίση του Τμήματος σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παραμένοντας ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων αποδείξεων από το Τμήμα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ενδεικτικά ΕΣ Ολομ. 2311/2013, 1384/2012, 1328/2008). Εξάλλου, η ευχέρεια του Τμήματος να διατάσσει τη συμπλήρωση των στοιχείων της δικογραφίας στην οποία (ευχέρεια) περιλαμβάνεται και η δυνατότητα διαβίβασης του φακέλου σε Ειδική Υγειονομική Επιτροπή προκειμένου να γνωματεύσει για τα ζητήματα που κρίνει το Δικαστήριο αναγκαία, αναφέρεται σε εκτίμηση από το δίκασαν Τμήμα των αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ. ΕΣ Ολομ. 3087/2010, 66/2008, 850/2001). IV. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε στο άρθρο 14 παρ. 6, η οποία (παράγραφος) προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α' 17) ότι: «Από την αποζημίωση που καταβάλλεται στους δικαιούχους από τους λογαριασμούς (...) Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.) (...) ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Το ποσό του φόρου που προκύπτει παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από τον υπόχρεο για την καταβολή τους (...) Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών». Και στο άρθρο 9 παρ. 5 υπό τον τίτλο «Απαλλαγές από το φόρο» ότι: «Από το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες απαλλάσσονται: α) (...) θ) οι μισθοί, συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνει σε ποσοστό το ογδόντα τοις εκατό (80%)». Από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι ποσοστό 50% της ειδικής αποζημίωσης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που συνιστά στοιχείο των αποδοχών και χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, υπόκειται σε αυτοτελή φόρο με συντελεστή 15%, ο οποίος παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από την υπόχρεη για την καταβολή τους υπηρεσία Δεν υπέχουν την ως άνω φορολογική υποχρέωση πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριά κινητική αναπηρία, που υπερβαίνει σε ποσοστό το 80%ο.
    V. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το 1 Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η 50η Διεύθυνση Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Α.Κ. ύστερα από έλεγχο που διενήργησε στη μισθοδοσία υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που εμπίπτουν στην περίπτωση θ' της παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2238/1994, στην οποία προβλέπεται απαλλαγή από τη φορολογία των αποδοχών των υπαλλήλων που η αναπηρία τους υπερβαίνει σε ποσοστό το 80% διαπίστωσε ότι στο σύστημα είχε καταχωρηθεί σχετική μεταβολή που εμφάνιζε τον εκκαλούντα, υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. Π., να ανήκει εσφαλμένα στην προαναφερόμενη κατηγορία, ενώ από την 267/6.4.1993 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού Π. προέκυπτε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ήταν 70%. Στις 18.4.2007 ο εκκαλών υπέβαλε αίτηση στην Α/βάθμια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Νομού Π. και ζήτησε να κριθεί εκ νέου το ποσοστό αναπηρίας του. Η ανωτέρω Επιτροπή, με την 11/24.4.2007 απόφαση της, γνωμάτευσε ότι ο εκκαλών παρουσιάζει ποσοστό αναπηρίας 75%. Ενόψει αυτών, με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Λ.Κ. καταλογίστηκε σε βάρος του το ποσό των 6.564,07 ευρώ, που αντιστοιχεί σης επιπλέον αποδοχές που καταβλήθηκαν σ' αυτόν αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006, λόγω της εσφαλμένης, εκ μέρους της Υπηρεσίας, μη παρακράτησης αυτοτελούς φόρου επί της ειδικής αποζημίωσης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.. Με τον μοναδικό λόγο έφεσης ο εκκαλών προέβαλε ότι η καταλογιστική απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί, καθόσον η προαναφερθείσα 11 /24.4.2007 απόφαση της Α/βάθμιας Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής Ν.ΓΙ. είχε προσβληθεί από αυτόν με ένσταση και ότι εκδόθηκε ήδη η 6/4.12.2007 απόφαση της Β/θ μιας Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής Ν.Ι., με την οποία το ποσοστό αναπηρίας του καθορίστηκε σε ποσοστό 80%» και άνω εφ' όρου ζωής. Προσκόμισε δε, την τελευταία αυτή γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής, στην οποία δέχθηκε το Τμήμα ότι πράγματι αναφέρεται ότι ο εκκαλών «πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με χορειοαθέτωση συνεπεία παιδικής εγκεφαλοπάθειας που προκαλεί βαριά κινητική αναπηρία και δυσαρθρία και συνοδεύεται από ορθοστατικές διαταραχές. Ποσοστό αναπηρίας 80% (ογδόντα) και άνω εφ' όρου ζωής». Ωστόσο, ενόψει του ότι από την τελευταία αυτή γνωμάτευση δεν προέκυπτε από πότε άρχεται η εν λόγω αυξημένη αναπηρία (80% και άνω), ούτε διευκρινιζόταν το ποσοστό αναπηρίας που είχε ο εκκαλών κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.1998 έως 31.12.2006, το δίκασαν Τμήμα έκρινε αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου η Β/θ μια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Ν.Ι. να διευκρινίσει αιτιολογημένα, ύστερα από αυτοπρόσωπη εξέταση του εκκαλούντος αν αυτός παρουσίαζε το αυξημένο ποσοστό αναπηρίας (80% και άνω) και κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1.1.1998 έως 31.12.2006). Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης προσκομίσθηκε η 21/25.5.2010 γνωμάτευση της Β/Βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. I., στην οποία αναφέρεται ότι αυτή «δεν είναι σε θέση να απαντήσει για το ποσοστό αναπηρίας του κ. Κ.Β. του I. για το διάστημα 1998-2006 λόγω ελλείψεων ιατρικών γνωματεύσεων και λοιπών παραστατικών στοιχείων για το παραπάνω χρονικό διάστημα». Με βάση τα δεδομένα αυτά το δίκασαν Τμήμα έκρινε ότι ο ένδικος καταλογισμός είναι νόμιμος καθόσον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1.1.1998 έως 31.12.2006) ίσχυε η 267/6.4.1993 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού II., που δεν αμφισβητήθηκε από τον εκκαλούντα, σύμφωνα με την οποία το ποσοστό αναπηρίας του ανερχόταν σε 70%> και, ως εκ τούτου, η ειδική αποζημίωση των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που συνιστούσε στοιχείο των αποδοχών του, έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν μειωμένη κατά το ποσό του αυτοτελούς φόρου. Δεν ασκούν δε επιρροή α) η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα 12-036433/27.3.2012 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας του IKA προεχόντως διότι το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσοστό αναπηρίας (άνω του 80%) άρχεται «από 9.3.2012 και εφ' όρου ζωής», ενώ οι αναφορές στην ίδια γνωμάτευση, περί ανικανότητας του «δια παν βιοποριστικό επάγγελμα» προ του 18ου και προ του 25ου έτους της ηλικίας του δεν συνοδεύονται από καθορισμό συγκεκριμένου ποσοστού αναπηρίας αναγόμενο στο χρόνο αυτό, και β) οι 2936/5.5.20005, 7188/1.11.2005, 3260/17.4.2007 ιατρικές γνωματεύσεις του Γενικού Νοσοκομείου Π., το από 9.10.1984 πιστοποιητικό στρατολογίας και το 5214/5.4.1993 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου L, προεχόντως διότι τα στοιχεία αυτά αναφέρονται απλά στην πάθηση του εκκαλούντος και δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένο ποσοστό αναπηρίας.
    VI. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί στη σκέψη IV, το Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διέπουσες την επίδικη υπόθεση διατάζεις διαλαμβάνοντας πλήρη, σαφή και ειδική αιτιολογία, χωρίς να παραλείψει να αποφανθεί επί προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα ουσιώδους ισχυρισμού και κρίνοντας νόμιμο τον επιβληθέντα σε βάρος του καταλογισμό με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Λ.Κ., καθόσον ο αναιρεσείων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006 είχε ποσοστό αναπηρίας 70%, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου λόγων του αναιρετηρίου. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί μη ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού του φακέλου, λόγω μη εκτίμησης της αδυναμίας αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εκκαλούντος στην Β/βάθμια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή εξαιτίας σοβαρότατου τροχαίου ατυχήματος, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το δίκασαν Τμήμα και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, ως απαράδεκτος απορρίπτεται και ο ισχυρισμός περί μη έκδοσης δεύτερης προδικαστικής απόφασης προκειμένου το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας του ΙΚΑ να εκδώσει νέα γνωμάτευση, στην οποία να αναγράφεται το ποσοστό αναπηρίας του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον αφορά στη μη ελεγχόμενη αναιρετικά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, σύμφωνα με τα άρθρα 70 παρ. 2 και 97 του π.δ. 1225/1981, με προδικαστική απόφαση, τη συμπλήρωση των αποδείξεων.
    VII. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 π.δ. 1225/1981).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

ΕλΣυν 3407/2014 (Ολομ.): ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΧΕΙ ΠΡΩΤΟΓΕΝΩΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΙΚΑΣΕΩΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ και στ του Συντάγματος το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πρωτογενώς δικαιοδοσία εκδικάσεως διαφορών που απορρέουν από τον έλεγχο των λογαριασμών εν γένει είτε ο έλεγχος αυτός διενεργείται από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε όχι. Η έννοια του ελέγχου των λογαριασμών είναι θεμελιώδης για τον προσδιορισμό της δικαιοδοτικής ύλης που, πρωτογενώς, εκ του Συντάγματος, υπάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συναφείς δε προς αυτήν είναι οι έννοιες της δημόσιας διαχειρίσεως, τους δημοσίου υπολόγου, του δημοσίου ελλείμματος, καθώς και του καταλογισμού του ελλειμματία υπολόγου, οι οποίες στο σύνολο τους συγκροτούν κατ' ουσίαν τα κριτήρια εκείνα για την ανάδειξη της πλέον βαρύνουσας για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου έννοιας του ελέγχου των λογαριασμών (ΕΣ Ολομ. 1633/2006).  Κατά συνέπεια, διαφορές που απορρέουν από πράξεις (καταλογιστικές) σχετικές με την τακτοποίηση δημοσίου λογαριασμού, εάν, μετά τη διενέργεια προφανώς σχετικού ελέγχου, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που αυτός περιέχει, είναι εσφαλμένα ή ότι τα δεδομένα, στα οποία στηρίζεται, είναι μη νόμιμα, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αντίθετη μειοψηφία.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 

Αριθμός 3407/2014, Ολομελείας 

Ι. Α. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 98 παρ. 1 περ. γ και στ του Συντάγματος το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πρωτογενώς δικαιοδοσία εκδικάσεως διαφορών που απορρέουν από τον έλεγχο των λογαριασμών εν γένει είτε ο έλεγχος αυτός διενεργείται από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε όχι. Η έννοια του ελέγχου των λογαριασμών είναι θεμελιώδης για τον προσδιορισμό της δικαιοδοτικής ύλης που, πρωτογενώς, εκ του Συντάγματος, υπάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συναφείς δε προς αυτήν είναι οι έννοιες της δημόσιας διαχειρίσεως, τους δημοσίου υπολόγου, του δημοσίου ελλείμματος, καθώς και του καταλογισμού του ελλειμματία υπολόγου, οι οποίες στο σύνολο τους συγκροτούν κατ' ουσίαν τα κριτήρια εκείνα για την ανάδειξη της πλέον βαρύνουσας για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου έννοιας του ελέγχου των λογαριασμών (ΕΣ Ολομ. 1633/2006). Ως λογαριασμός νοείται, όχι μόνον η λογοδοσία, ως σύνολο, του υπόχρεου δημοσίου υπολόγου, αλλά και οποιαδήποτε, ανεξαρτήτως ειδικότερου τύπου, απεικόνιση των εσόδων και εξόδων δημοσίας διαχειρίσεως, ακόμη και η καταγραφή των συγκεκριμένων εκταμιεύσεων για την μισθοδοσία ενός και μόνου δημοσίου υπαλλήλου. Έλεγχο λογαριασμών αποτελεί και οποιαδήποτε αυτεπάγγελτη ή μη ενέργεια δημόσιας αρχής που έχει ως αντικείμενο ή συνέπεια την έστω και μερική επιβεβαίωση του ορθώς έχειν λογαριασμού μιας δημόσιας διαχείρισης. Ως τέτοια επιβεβαίωση νοείται, όχι μόνον η επαλήθευση των λογιστικών πράξεων που περιέχει ο λογαριασμός, αλλά και κάθε έρευνα που διεξάγεται για να διαπιστωθεί η νομιμότητα των δεδομένων, στα οποία στηρίζεται αυτός, όπως λ.χ. η έρευνα του αν έχει δικαίωμα να εισπράξει ο εκάστοτε λαβών το ποσό της εκταμιεύσεως. Κατά συνέπεια, διαφορές που απορρέουν από πράξεις (καταλογιστικές) σχετικές με την τακτοποίηση δημοσίου λογαριασμού, εάν, μετά τη διενέργεια προφανώς σχετικού ελέγχου, διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία που αυτός περιέχει, είναι εσφαλμένα ή ότι τα δεδομένα, στα οποία στηρίζεται, είναι μη νόμιμα, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. Αποφ. Ολομ. ΕλΣ 1104/ 2007, 565/2000).
    Β. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι νομίμως καταλογίστηκε με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης Ελεγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Ε.Α.Κ.) σε βάρος του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών του κλάδου ΥΕ Επιμελητών, το ποσό των 6.564,07 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επιπλέον αποδοχές που καταβλήθηκαν σ' αυτόν αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006, λόγω της εσφαλμένης, εκ μέρους της Υπηρεσίας, μη παρακράτησης αυτοτελούς φόρου επί της ειδικής αποζημίωσης των Δικαιωμάτων Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε,Τ.). Η συγκεκριμένη διαφορά απορρέουσα από τον έλεγχο του λογαριασμού της μισθοδοσίας του ως άνω δημοσίου υπαλλήλου και συναρτώ μενη με αχρεωστήτως καταβληθείσες σε αυτόν αποδοχές, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου υπάγεται, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η δε ύπαρξη δικαιοδοσίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και κατά το στάδιο της αναιρετικής δίκης (ΕΣ Ολομ 133, 565/2000, 1002/1999). Μειοψήφησαν τέσσερα (4) μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι οι Σύμβουλοι Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου και Σταμάτιος Πουλής οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση η υποκείμενη σχέση, μη επηρεαζόμενη από την τυπική της μορφή με την έκδοση της καταλογιστικής πράξης είναι καθαρά φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, καθόσον πρόκειται για την αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 15% επί του 50% της ειδικής αποζημίωσης των Δικαιωμάτων Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε,Τ.), που ελάμβανε κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ως άνω δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, φόρος ο οποίος παρακρατείται κατά την καταβολή της αποζημίωσης αυτής από την υπόχρεη για την καταβολή της υπηρεσία (άρθρο 14 παρ. 6 ν. 2238/1994, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2459/1997). Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και, στο πλαίσιο εκδικάσεως της, η έφεση να παραπεμφθεί (ΕΣ Ολομ. 1633/2006) στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθρο 6 παρ. 2 περ. β ΚΔΔ). Πλην όμως η γνώμη αυτή δεν κράτησε.
    II. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2773669, 4785828 και 3430650 σειράς Α' έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου), πρέπει να γίνει κατά τα λοιπά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων, οι οποίοι, όπως συμπληρώνονται με το νομίμως κατατεθέν στις 5.3.2014 υπόμνημα, και καθ' ερμηνεία του δικογράφου, αφορούν στην παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας με την ειδικότερη αιτίαση α) της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, με την ειδικότερη αιτίαση της μη ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού του φακέλου και της μη έκδοσης δεύτερης προδικαστικής απόφασης.
    III. Το άρθρο 115 του π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α', 304) ορίζει ότι «Η αίτησις αναιρέσεως ασκείται: α) Διά κακήν σύνθεσιν του δικάσαντος Τμήματος, β) Διά πα-ράβασιν ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και γ) Δι' εσφαλμένην ερμηνείαν ή πλημμελή εφαρμογήν του διέποντος την επίδικον υπόθεσιν Νόμου». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η ουσιαστική κρίση του Τμήματος σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παραμένοντας ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων αποδείξεων από το Τμήμα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ενδεικτικά ΕΣ Ολομ. 2311/2013, 1384/2012, 1328/2008). Εξάλλου, η ευχέρεια του Τμήματος να διατάσσει τη συμπλήρωση των στοιχείων της δικογραφίας στην οποία (ευχέρεια) περιλαμβάνεται και η δυνατότητα διαβίβασης του φακέλου σε Ειδική Υγειονομική Επιτροπή προκειμένου να γνωματεύσει για τα ζητήματα που κρίνει το Δικαστήριο αναγκαία, αναφέρεται σε εκτίμηση από το δίκασαν Τμήμα των αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ. ΕΣ Ολομ. 3087/2010, 66/2008, 850/2001). IV. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όριζε στο άρθρο 14 παρ. 6, η οποία (παράγραφος) προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α' 17) ότι: «Από την αποζημίωση που καταβάλλεται στους δικαιούχους από τους λογαριασμούς (...) Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων (ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.) (...) ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Το ποσό του φόρου που προκύπτει παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από τον υπόχρεο για την καταβολή τους (...) Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών». Και στο άρθρο 9 παρ. 5 υπό τον τίτλο «Απαλλαγές από το φόρο» ότι: «Από το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες απαλλάσσονται: α) (...) θ) οι μισθοί, συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνει σε ποσοστό το ογδόντα τοις εκατό (80%)». Από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι ποσοστό 50% της ειδικής αποζημίωσης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που συνιστά στοιχείο των αποδοχών και χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, υπόκειται σε αυτοτελή φόρο με συντελεστή 15%, ο οποίος παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από την υπόχρεη για την καταβολή τους υπηρεσία Δεν υπέχουν την ως άνω φορολογική υποχρέωση πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριά κινητική αναπηρία, που υπερβαίνει σε ποσοστό το 80%ο.
    V. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το 1 Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η 50η Διεύθυνση Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Α.Κ. ύστερα από έλεγχο που διενήργησε στη μισθοδοσία υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που εμπίπτουν στην περίπτωση θ' της παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2238/1994, στην οποία προβλέπεται απαλλαγή από τη φορολογία των αποδοχών των υπαλλήλων που η αναπηρία τους υπερβαίνει σε ποσοστό το 80% διαπίστωσε ότι στο σύστημα είχε καταχωρηθεί σχετική μεταβολή που εμφάνιζε τον εκκαλούντα, υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. Π., να ανήκει εσφαλμένα στην προαναφερόμενη κατηγορία, ενώ από την 267/6.4.1993 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού Π. προέκυπτε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ήταν 70%. Στις 18.4.2007 ο εκκαλών υπέβαλε αίτηση στην Α/βάθμια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Νομού Π. και ζήτησε να κριθεί εκ νέου το ποσοστό αναπηρίας του. Η ανωτέρω Επιτροπή, με την 11/24.4.2007 απόφαση της, γνωμάτευσε ότι ο εκκαλών παρουσιάζει ποσοστό αναπηρίας 75%. Ενόψει αυτών, με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Λ.Κ. καταλογίστηκε σε βάρος του το ποσό των 6.564,07 ευρώ, που αντιστοιχεί σης επιπλέον αποδοχές που καταβλήθηκαν σ' αυτόν αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006, λόγω της εσφαλμένης, εκ μέρους της Υπηρεσίας, μη παρακράτησης αυτοτελούς φόρου επί της ειδικής αποζημίωσης των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ.. Με τον μοναδικό λόγο έφεσης ο εκκαλών προέβαλε ότι η καταλογιστική απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί, καθόσον η προαναφερθείσα 11 /24.4.2007 απόφαση της Α/βάθμιας Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής Ν.ΓΙ. είχε προσβληθεί από αυτόν με ένσταση και ότι εκδόθηκε ήδη η 6/4.12.2007 απόφαση της Β/θ μιας Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής Ν.Ι., με την οποία το ποσοστό αναπηρίας του καθορίστηκε σε ποσοστό 80%» και άνω εφ' όρου ζωής. Προσκόμισε δε, την τελευταία αυτή γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής, στην οποία δέχθηκε το Τμήμα ότι πράγματι αναφέρεται ότι ο εκκαλών «πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με χορειοαθέτωση συνεπεία παιδικής εγκεφαλοπάθειας που προκαλεί βαριά κινητική αναπηρία και δυσαρθρία και συνοδεύεται από ορθοστατικές διαταραχές. Ποσοστό αναπηρίας 80% (ογδόντα) και άνω εφ' όρου ζωής». Ωστόσο, ενόψει του ότι από την τελευταία αυτή γνωμάτευση δεν προέκυπτε από πότε άρχεται η εν λόγω αυξημένη αναπηρία (80% και άνω), ούτε διευκρινιζόταν το ποσοστό αναπηρίας που είχε ο εκκαλών κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.1998 έως 31.12.2006, το δίκασαν Τμήμα έκρινε αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου η Β/θ μια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Ν.Ι. να διευκρινίσει αιτιολογημένα, ύστερα από αυτοπρόσωπη εξέταση του εκκαλούντος αν αυτός παρουσίαζε το αυξημένο ποσοστό αναπηρίας (80% και άνω) και κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1.1.1998 έως 31.12.2006). Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης προσκομίσθηκε η 21/25.5.2010 γνωμάτευση της Β/Βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. I., στην οποία αναφέρεται ότι αυτή «δεν είναι σε θέση να απαντήσει για το ποσοστό αναπηρίας του κ. Κ.Β. του I. για το διάστημα 1998-2006 λόγω ελλείψεων ιατρικών γνωματεύσεων και λοιπών παραστατικών στοιχείων για το παραπάνω χρονικό διάστημα». Με βάση τα δεδομένα αυτά το δίκασαν Τμήμα έκρινε ότι ο ένδικος καταλογισμός είναι νόμιμος καθόσον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1.1.1998 έως 31.12.2006) ίσχυε η 267/6.4.1993 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού II., που δεν αμφισβητήθηκε από τον εκκαλούντα, σύμφωνα με την οποία το ποσοστό αναπηρίας του ανερχόταν σε 70%> και, ως εκ τούτου, η ειδική αποζημίωση των ΔΙ.Β.Ε.Ε.Τ., που συνιστούσε στοιχείο των αποδοχών του, έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν μειωμένη κατά το ποσό του αυτοτελούς φόρου. Δεν ασκούν δε επιρροή α) η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα 12-036433/27.3.2012 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας του IKA προεχόντως διότι το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσοστό αναπηρίας (άνω του 80%) άρχεται «από 9.3.2012 και εφ' όρου ζωής», ενώ οι αναφορές στην ίδια γνωμάτευση, περί ανικανότητας του «δια παν βιοποριστικό επάγγελμα» προ του 18ου και προ του 25ου έτους της ηλικίας του δεν συνοδεύονται από καθορισμό συγκεκριμένου ποσοστού αναπηρίας αναγόμενο στο χρόνο αυτό, και β) οι 2936/5.5.20005, 7188/1.11.2005, 3260/17.4.2007 ιατρικές γνωματεύσεις του Γενικού Νοσοκομείου Π., το από 9.10.1984 πιστοποιητικό στρατολογίας και το 5214/5.4.1993 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου L, προεχόντως διότι τα στοιχεία αυτά αναφέρονται απλά στην πάθηση του εκκαλούντος και δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένο ποσοστό αναπηρίας.
    VI. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί στη σκέψη IV, το Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διέπουσες την επίδικη υπόθεση διατάζεις διαλαμβάνοντας πλήρη, σαφή και ειδική αιτιολογία, χωρίς να παραλείψει να αποφανθεί επί προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα ουσιώδους ισχυρισμού και κρίνοντας νόμιμο τον επιβληθέντα σε βάρος του καταλογισμό με την 92468/0050/27.11.2007 απόφαση του Διευθυντή της 50ης Διεύθυνσης Εκκαθάρισης, Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Αποδοχών του Γ.Λ.Κ., καθόσον ο αναιρεσείων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2006 είχε ποσοστό αναπηρίας 70%, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου λόγων του αναιρετηρίου. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί μη ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού του φακέλου, λόγω μη εκτίμησης της αδυναμίας αυτοπρόσωπης εμφάνισης του εκκαλούντος στην Β/βάθμια Ειδική Υγειονομική Επιτροπή εξαιτίας σοβαρότατου τροχαίου ατυχήματος, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το δίκασαν Τμήμα και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, ως απαράδεκτος απορρίπτεται και ο ισχυρισμός περί μη έκδοσης δεύτερης προδικαστικής απόφασης προκειμένου το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας του ΙΚΑ να εκδώσει νέα γνωμάτευση, στην οποία να αναγράφεται το ποσοστό αναπηρίας του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθόσον αφορά στη μη ελεγχόμενη αναιρετικά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει, σύμφωνα με τα άρθρα 70 παρ. 2 και 97 του π.δ. 1225/1981, με προδικαστική απόφαση, τη συμπλήρωση των αποδείξεων.
    VII. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 π.δ. 1225/1981).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.