Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΣτΕ 179/2015 (7μ.): ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟΝ 2 Ν. 3900/2010



Η ρύθμιση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η οποία σκοπεί στην επίλυση από το Συμβούλιο της Επικρατείας του κριθέντος από διοικητικό δικαστήριο σοβαρού ζητήματος αντίθεσης διάταξης τυπικού νόμου σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής εάν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ίδιο ζήτημα έχει ήδη κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή, κατά μείζονα λόγο, με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου). Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του προαναφερόμενου σκοπού της, σε περίπτωση που το επίμαχο ζήτημα είχε μεν κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακόμα και της Ολομέλειας, αλλά με νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η ορθότητα της υφιστάμενης νομολογίας τέθηκε σε αμφιβολία και το ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση σε σχηματισμό αυξημένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, την Ολομέλεια ή επταμελή σύνθεση Τμήματος, τότε, ελλείψει επίλυσής του, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτώς.

Αριθμός 179/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ηρ. Τσακόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 14 Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ...., η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 7075/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά το νόμο η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 7075/2012 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε, κατ’ αποδοχή σχετικής προσφυγής της αναιρεσίβλητης, η έντοκη επιστροφή σε αυτήν του φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2002, που είχε αχρεωστήτως καταβληθεί ή παρακρατηθεί από τις αποδοχές της ως μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι..
3. Επειδή, με την 3400/2014 απόφασης του Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης την 1.10.2014 και ορίσθηκε νέα δικάσιμος, λόγω μη νόμιμης κοινοποίησης στην αναιρεσίβλητη αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης και της από 17.7.2014 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή.
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την 1891δ/18.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Χαρμπίλα, αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης, της προαναφερόμενης πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος καθώς και της ως άνω 3400/2014 απόφασης του Δικαστηρίου κοινοποιήθηκαν νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 14.1.2015. Συνεπώς, η αίτηση κρίνεται παραδεκτή από την ανωτέρω άποψη.
5. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ. κ.ά.). Περαιτέρω, αν με την αίτηση αναίρεσης αμφισβητείται μόνο το ύψος των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ύψος της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων. Εξάλλου, έστω κι αν το εν λόγω ποσό δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς, διότι είναι άδηλο σε ποιο χρονικό σημείο θα γίνει η καταβολή των τόκων, πάντως, εφόσον είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ, ενόψει και του ύψους της κύριας απαίτησης, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 1875/2012 επταμ., 903/2014, 2433/2014 κ.ά.), υπό την επιφύλαξη, πάντως, του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (βλ. ΣτΕ 2412/2012 επταμ., 855/2013 επταμ. κ.ά.).
6. Επειδή, η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας […]». Η συνδρομή των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της, δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά μόνον κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος (βλ. ΣτΕ 2412/2012 επταμ., 2433/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η οποία σκοπεί στην επίλυση από το Συμβούλιο της Επικρατείας του κριθέντος από διοικητικό δικαστήριο σοβαρού ζητήματος αντίθεσης διάταξης τυπικού νόμου σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής εάν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ίδιο ζήτημα έχει ήδη κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή, κατά μείζονα λόγο, με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου). Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του προαναφερόμενου σκοπού της, σε περίπτωση που το επίμαχο ζήτημα είχε μεν κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακόμα και της Ολομέλειας, αλλά με νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η ορθότητα της υφιστάμενης νομολογίας τέθηκε σε αμφιβολία και το ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση σε σχηματισμό αυξημένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, την Ολομέλεια ή επταμελή σύνθεση Τμήματος, τότε, ελλείψει επίλυσής του, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτώς (contra ΣτΕ ΣΤ΄ Τμ. 2659/2013 επταμ., 2672/2014 κ.λπ.).
8. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι από το ατομικό εισόδημα της αναιρεσίβλητης από μισθωτές υπηρεσίες κατά το οικονομικό έτος 2002 δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος ποσό επιδομάτων συνολικού ύψους 11.269,26 ευρώ και διατάχθηκε, μετά από νέα εκκαθάριση του φόρου, η επιστροφή, εντόκως, με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, αυτού που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αφού κρίθηκε συναφώς ότι «[…] το ποσό του τόκου πρέπει να υπολογισθεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένης, ως προς τούτο, της διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που ορίζει το επιτόκιο αυτό σε 6% ετησίως, καθόσον αυτή αντιβαίνει, κατά το ανωτέρω μέρος, στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. [Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Και τούτο διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται αυτό από λόγους δημοσίου συμφέροντος [...]». Στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης, η οποία βάλλει μόνο κατά του σκέλους της αναιρεσιβαλλομένης περί καταβολής τόκων, έχει επισυναφθεί σημείωμα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, όπου το ποσό της διαφοράς προσδιορίζεται σε 4.500,36 ευρώ. Ενόψει τούτου, το ποσό της παρούσας διαφοράς κρίνεται προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ και, συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση διατυπώνεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι αυτή «[…] ασκείται παραδεκτώς ως προς το ζήτημα που τίθεται με αυτήν αναφορικά με τον κατά νόμο χρόνο έναρξης και ποσοστό των τόκων, σε περίπτωση καταβολής αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, […] διότι, κατ’ εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ρητά αντίθετη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου. [...] Εξάλλου, αναφορικά με τη 1663/2009 απόφαση της Ολομελείας του [Συμβουλίου της Επικρατείας], έχει ήδη εκδοθεί η αντίθετη νεότερη 1620/2011 απόφαση του Δικαστηρίου [...], με την οποία κρίθηκε η ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου ως σύμφωνη με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος και της αντιθέσεως των δύο αποφάσεων [...], παραπέμφθηκε το εν λόγω ζήτημα στην Ολομέλεια [...]».
10. Επειδή, σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε διατυπώνει κρίση περί αντίθεσης διάταξης νόμου στο Σύνταγμα που να το αφορά, ούτε, άλλωστε, περιέχει κάποια σκέψη σχετικά με το ζήτημα αυτό. Συνεπώς, η αίτηση, κατά το μέρος που αφορά στο εν λόγω ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
11. Επειδή, αντίθετα, σε σχέση με το ζήτημα του ύψους του επιτοκίου, ο ισχυρισμός του Δημοσίου είναι βάσιμος γιατί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή κρίση περί αντίθεσης στα άρθρα (4 παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος της διάταξης του άρθρου 21 του Κ.Ν.Δ.Δ. που ορίζει το ποσοστό του επιτοκίου σε 6% ετησίως. Και ναι μεν με την 1663/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε κριθεί ότι η εν λόγω διάταξη του Κ.Ν.Δ.Δ. αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, στη συνέχεια, όμως, με την 1620/2011 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου διατυπώθηκε αντίθετη κρίση, το δε ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Ακολούθως, με την (δημοσιευθείσα την 13.12.2012) απόφαση 25/2012 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ήρθη αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 2812/2011 της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και 1127 και 1128/2010 του Αρείου Πάγου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της ως ίδιας άνω διάταξης και κρίθηκε ότι αυτή δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και παρ. 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Συντάγματος, ύστερα δε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιληφθείσα της παραπεμπτικής απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος, έκρινε, με την 2114/2014 απόφασή της, ότι η ρύθμιση δεν παραβιάζει ούτε τη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., πρόκειται δε για διάταξη ουσιαστική και όχι δικονομική με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης με αυτήν των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κατά τον χρόνο της άσκησης της παρούσας αίτησης αναίρεσης (16.11.2012), το ζήτημα της αντίθεσης της επίμαχης διάταξης στα άρθρα 4 (παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος, αφενός, δεν είχε ακόμα επιλυθεί από το Α.Ε.Δ. και, αφετέρου, εκκρεμούσε ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1620/2011 παραπεμπτικής απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος. Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο για την εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 χρόνο, το αναιρεσείον Δημόσιο βασίμως επικαλείται την εν λόγω διάταξη, προκειμένου να θεμελιώσει το παραδεκτό του οικείου (περί του ύψους του επιτοκίου) σκέλους της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7.
12. Επειδή, κατόπιν αυτών, το Τμήμα κρίνει ότι, εν όψει των προαναφερθέντων περί συνταγματικότητας της κρίσιμης διάταξης του άρθρου 21 του Κ.Ν.Δ.Δ., ο παραδεκτά προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, η δε προσβαλλομένη θα έπρεπε, κατά το μέρος τούτο, να αναιρεθεί. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 που άπτεται του παραδεκτού του λόγου αυτού και της επ’ αυτού αντίθετης νομολογίας του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2659/2013 επταμ., 2672/2014 κ.ά.), κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 18/1989, ορίζει δε ενώπιόν της ως εισηγητή τον Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή. 

Δια ταύτα 

Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Ορίζει ως εισηγητή το Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 19 Ιανουαρίου 2015
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
 
Φ. Αρναούτογλου     Ι. Μητροτάσιος 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος      Η Γραμματέας
 
Ν. Μαρκουλάκης        Κ. Κεχρολόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΣτΕ 179/2015 (7μ.): ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟΝ 2 Ν. 3900/2010



Η ρύθμιση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η οποία σκοπεί στην επίλυση από το Συμβούλιο της Επικρατείας του κριθέντος από διοικητικό δικαστήριο σοβαρού ζητήματος αντίθεσης διάταξης τυπικού νόμου σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής εάν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ίδιο ζήτημα έχει ήδη κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή, κατά μείζονα λόγο, με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου). Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του προαναφερόμενου σκοπού της, σε περίπτωση που το επίμαχο ζήτημα είχε μεν κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακόμα και της Ολομέλειας, αλλά με νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η ορθότητα της υφιστάμενης νομολογίας τέθηκε σε αμφιβολία και το ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση σε σχηματισμό αυξημένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, την Ολομέλεια ή επταμελή σύνθεση Τμήματος, τότε, ελλείψει επίλυσής του, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτώς.

Αριθμός 179/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ηρ. Τσακόπουλος, Εμμ. Κουσιουρής, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος. 

Για να δικάσει την από 14 Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ...., η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 7075/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά το νόμο η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 7075/2012 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε, κατ’ αποδοχή σχετικής προσφυγής της αναιρεσίβλητης, η έντοκη επιστροφή σε αυτήν του φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2002, που είχε αχρεωστήτως καταβληθεί ή παρακρατηθεί από τις αποδοχές της ως μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι..
3. Επειδή, με την 3400/2014 απόφασης του Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης την 1.10.2014 και ορίσθηκε νέα δικάσιμος, λόγω μη νόμιμης κοινοποίησης στην αναιρεσίβλητη αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης και της από 17.7.2014 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή.
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την 1891δ/18.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Χαρμπίλα, αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης, της προαναφερόμενης πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος καθώς και της ως άνω 3400/2014 απόφασης του Δικαστηρίου κοινοποιήθηκαν νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης την 14.1.2015. Συνεπώς, η αίτηση κρίνεται παραδεκτή από την ανωτέρω άποψη.
5. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ. κ.ά.). Περαιτέρω, αν με την αίτηση αναίρεσης αμφισβητείται μόνο το ύψος των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ύψος της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων. Εξάλλου, έστω κι αν το εν λόγω ποσό δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς, διότι είναι άδηλο σε ποιο χρονικό σημείο θα γίνει η καταβολή των τόκων, πάντως, εφόσον είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ, ενόψει και του ύψους της κύριας απαίτησης, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 1875/2012 επταμ., 903/2014, 2433/2014 κ.ά.), υπό την επιφύλαξη, πάντως, του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (βλ. ΣτΕ 2412/2012 επταμ., 855/2013 επταμ. κ.ά.).
6. Επειδή, η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας […]». Η συνδρομή των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης, ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της, δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά μόνον κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος (βλ. ΣτΕ 2412/2012 επταμ., 2433/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η οποία σκοπεί στην επίλυση από το Συμβούλιο της Επικρατείας του κριθέντος από διοικητικό δικαστήριο σοβαρού ζητήματος αντίθεσης διάταξης τυπικού νόμου σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, δεν έχει πεδίο εφαρμογής εάν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, το ίδιο ζήτημα έχει ήδη κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή, κατά μείζονα λόγο, με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου). Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως του προαναφερόμενου σκοπού της, σε περίπτωση που το επίμαχο ζήτημα είχε μεν κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακόμα και της Ολομέλειας, αλλά με νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, η ορθότητα της υφιστάμενης νομολογίας τέθηκε σε αμφιβολία και το ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση σε σχηματισμό αυξημένης σύνθεσης του Δικαστηρίου, την Ολομέλεια ή επταμελή σύνθεση Τμήματος, τότε, ελλείψει επίλυσής του, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτώς (contra ΣτΕ ΣΤ΄ Τμ. 2659/2013 επταμ., 2672/2014 κ.λπ.).
8. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι από το ατομικό εισόδημα της αναιρεσίβλητης από μισθωτές υπηρεσίες κατά το οικονομικό έτος 2002 δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος ποσό επιδομάτων συνολικού ύψους 11.269,26 ευρώ και διατάχθηκε, μετά από νέα εκκαθάριση του φόρου, η επιστροφή, εντόκως, με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, αυτού που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε αχρεωστήτως, αφού κρίθηκε συναφώς ότι «[…] το ποσό του τόκου πρέπει να υπολογισθεί με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένης, ως προς τούτο, της διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που ορίζει το επιτόκιο αυτό σε 6% ετησίως, καθόσον αυτή αντιβαίνει, κατά το ανωτέρω μέρος, στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. [Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Και τούτο διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται αυτό από λόγους δημοσίου συμφέροντος [...]». Στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης, η οποία βάλλει μόνο κατά του σκέλους της αναιρεσιβαλλομένης περί καταβολής τόκων, έχει επισυναφθεί σημείωμα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ Αθηνών, όπου το ποσό της διαφοράς προσδιορίζεται σε 4.500,36 ευρώ. Ενόψει τούτου, το ποσό της παρούσας διαφοράς κρίνεται προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ και, συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση διατυπώνεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι αυτή «[…] ασκείται παραδεκτώς ως προς το ζήτημα που τίθεται με αυτήν αναφορικά με τον κατά νόμο χρόνο έναρξης και ποσοστό των τόκων, σε περίπτωση καταβολής αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, […] διότι, κατ’ εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ρητά αντίθετη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου. [...] Εξάλλου, αναφορικά με τη 1663/2009 απόφαση της Ολομελείας του [Συμβουλίου της Επικρατείας], έχει ήδη εκδοθεί η αντίθετη νεότερη 1620/2011 απόφαση του Δικαστηρίου [...], με την οποία κρίθηκε η ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου ως σύμφωνη με το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος και της αντιθέσεως των δύο αποφάσεων [...], παραπέμφθηκε το εν λόγω ζήτημα στην Ολομέλεια [...]».
10. Επειδή, σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε διατυπώνει κρίση περί αντίθεσης διάταξης νόμου στο Σύνταγμα που να το αφορά, ούτε, άλλωστε, περιέχει κάποια σκέψη σχετικά με το ζήτημα αυτό. Συνεπώς, η αίτηση, κατά το μέρος που αφορά στο εν λόγω ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
11. Επειδή, αντίθετα, σε σχέση με το ζήτημα του ύψους του επιτοκίου, ο ισχυρισμός του Δημοσίου είναι βάσιμος γιατί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή κρίση περί αντίθεσης στα άρθρα (4 παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος της διάταξης του άρθρου 21 του Κ.Ν.Δ.Δ. που ορίζει το ποσοστό του επιτοκίου σε 6% ετησίως. Και ναι μεν με την 1663/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε κριθεί ότι η εν λόγω διάταξη του Κ.Ν.Δ.Δ. αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, στη συνέχεια, όμως, με την 1620/2011 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου διατυπώθηκε αντίθετη κρίση, το δε ζήτημα παραπέμφθηκε εκ νέου προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Ακολούθως, με την (δημοσιευθείσα την 13.12.2012) απόφαση 25/2012 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ήρθη αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 2812/2011 της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και 1127 και 1128/2010 του Αρείου Πάγου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της ως ίδιας άνω διάταξης και κρίθηκε ότι αυτή δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και παρ. 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Συντάγματος, ύστερα δε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιληφθείσα της παραπεμπτικής απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος, έκρινε, με την 2114/2014 απόφασή της, ότι η ρύθμιση δεν παραβιάζει ούτε τη συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., πρόκειται δε για διάταξη ουσιαστική και όχι δικονομική με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης με αυτήν των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κατά τον χρόνο της άσκησης της παρούσας αίτησης αναίρεσης (16.11.2012), το ζήτημα της αντίθεσης της επίμαχης διάταξης στα άρθρα 4 (παρ. 1) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος, αφενός, δεν είχε ακόμα επιλυθεί από το Α.Ε.Δ. και, αφετέρου, εκκρεμούσε ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1620/2011 παραπεμπτικής απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος. Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο για την εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 χρόνο, το αναιρεσείον Δημόσιο βασίμως επικαλείται την εν λόγω διάταξη, προκειμένου να θεμελιώσει το παραδεκτό του οικείου (περί του ύψους του επιτοκίου) σκέλους της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7.
12. Επειδή, κατόπιν αυτών, το Τμήμα κρίνει ότι, εν όψει των προαναφερθέντων περί συνταγματικότητας της κρίσιμης διάταξης του άρθρου 21 του Κ.Ν.Δ.Δ., ο παραδεκτά προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, η δε προσβαλλομένη θα έπρεπε, κατά το μέρος τούτο, να αναιρεθεί. Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 που άπτεται του παραδεκτού του λόγου αυτού και της επ’ αυτού αντίθετης νομολογίας του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2659/2013 επταμ., 2672/2014 κ.ά.), κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 18/1989, ορίζει δε ενώπιόν της ως εισηγητή τον Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή. 

Δια ταύτα 

Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Ορίζει ως εισηγητή το Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 19 Ιανουαρίου 2015
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
 
Φ. Αρναούτογλου     Ι. Μητροτάσιος 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος      Η Γραμματέας
 
Ν. Μαρκουλάκης        Κ. Κεχρολόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.