Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

ΣτΕ 155/2015: ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤ' ΕΦΑΡΜΟΓΗΝ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ Ο.Τ.Α. ΕΧΕΙ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ



Ως κριτήριο κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, επιβάλλεται, σύμφωνα, άλλωστε, και με το ιστορικό της θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως και τον σκοπό του νομοθέτη, να θεωρηθεί η απλή διάκριση μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων και όχι η διάκριση μεταξύ (ατομικών) πράξεων αναγομένων στην «οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.» ή μη, η οποία είναι κατά την εφαρμογή της δυσχερής και μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αμφισβητήσεις και στην καθυστέρηση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, την οποία πρωτίστως ήθελε να περιορίσει ο ν. 3900/2010. Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου έχει υπαχθεί το σύνολο των διαφορών από την έκδοση ατομικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. αδιαφόρως του ειδικοτέρου περιεχομένου τους και, ιδίως, του χαρακτήρα τους ως αναγομένων στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των ως άνω Οργανισμών, δεδομένου ότι ως πράξεις με το χαρακτήρα αυτόν οι οποίες εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας νοούνται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνον οι κανονιστικές (βλ. ΣΕ 2640/2014). Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Αριθμός 155/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Ποταμιάς, Φ. Ντζίμας, Σύμβουλοι, Κ. Κατρά, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.
Α) Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2013 αίτηση:
του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Επαμεινώνδα Ρέκκα (Α.Μ. 10204), που τον διόρισε με πρακτικό της Οικονομικής του Επιτροπής,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 7/2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 Ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου.
Β) Για να δικάσει την από 2 Απριλίου 2013 αίτηση:
του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Επαμεινώνδα Ρέκκα (Α.Μ. 10204), που τον διόρισε με πρακτικό της Οικονομικής του Επιτροπής,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 7/2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 Ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, όπως αυτή επανεκδόθηκε σε «ορθή επανάληψη», με ημερομηνία 27.03.2013.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Παπαγιάννη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος Δήμου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις, και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις, οι οποίες ασκούνται ατελώς, ο αιτών Δήμος ζητεί την ακύρωση της 7/2013 (πρακτικό 3/25.2.2013) αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Ν. Κυκλάδων της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε α) η υπ’ αριθμ. πρωτ. 49861/6351/7.12.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέως της ως άνω Αποκεντρωμένης Διοικήσεως, απορριπτική προσφυγής κατά της 292/2012 (πρακτικό 17/24.9.2012) αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του αιτούντος Δήμου, και β) η ως άνω απόφαση (292/2012) του Δ.Σ.. Με την απόφαση αυτή είχε εγκριθεί τροποποίηση του τίτλου του Κωδικού Αριθμού 00-6737.003 του προϋπολογισμού (οικον. έτους 2012) του αιτούντος Δήμου από «Επιχορήγηση ΔΕΠΕΔΑΣ [=ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΝΩ ΣΥΡΟΥ] για λειτουργικές δαπάνες έτους 2012» σε «Επιχορήγηση Ρ.Ε.ΔΗ.Σ.Ε. [=ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ] για λειτουργικές δαπάνες έτους 2012», λόγω αλλαγής της επωνυμίας της ως άνω δημοτικής επιχειρήσεως, ώστε η εγκεκριμένη ετήσια επιχορήγηση αυτής με συνολικό ποσό 60.000 ευρώ υπό την παλαιά επωνυμία της να γίνει προς την ίδια επιχείρηση υπό τη νέα επωνυμία της, σε δύο ισόποσες δόσεις των 30.000 ευρώ. Με τη δεύτερη από τις υπό κρίση αιτήσεις ζητείται η ακύρωση της ίδιας ως άνω αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, όπως αυτή επανεκδόθηκε σε «ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ» με ημερομηνία 27.3.2013. Οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
2. Επειδή, ως προς την πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 1286/26.3.2013) η δίκη πρέπει να καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι ο αιτών Δήμος παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής με δήλωσή του υποβληθείσα δια του δικογράφου της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 1553/11.4.2013), το οποίο υπογράφεται από τον ίδιο δικηγόρο.
3. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου ακυρώθηκε απόφαση του Δ.Σ. (292/2012) του Δήμου Σύρου-Ερμουπόλεως, η οποία, όπως προκύπτει από το προοίμιό της, εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των περί προϋπολογισμού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού διατάξεων των ν. 3463/2006 (Α΄ 114) και 3852/2010 (Α΄ 87), (βλ. άρθρα 155 και επόμ. ν. 3463/2006, 266-267 ν. 3852/2010, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο). Εξάλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Δ.Σ. κατ’ εφαρμογήν, προεχόντως, της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 16 του ν. 2218/1994 περί ιδρύσεως νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως κλπ. (Α΄ 90), (άρθρο 277 παρ. 8 του π.δ. 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος, Α΄ 231), με την οποία οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η επιχορήγηση από δήμους οποιασδήποτε επιχειρήσεως την οποία συνιστούν ή στην οποία συμμετέχουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 28 του π.δ. 323/1989, και τούτο, αφού έγινε δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδάφ. δεύτερο του π.δ. 25/1988 (Α΄ 10), κατά την οποία επιτρέπεται η χρηματοδότηση από Ο.Τ.Α. για την κάλυψη δαπανών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί ατομική διοικητική πράξη, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν, προεχόντως, διατάξεων της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. σχετικών με την κατάρτιση και το περιεχόμενο του προϋπολογισμού τους και τη χρηματοδότηση από αυτούς δημοτικών επιχειρήσεων με σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού (βλ. και άρθρο 107, παρ. 1, περ. γ΄ του ν. 3852/2010· βλ. επίσης ΣΕ 4740/1998 επτ., του Στ΄ Τμήματος, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 6 περ. β΄ του π.δ. 309/1986, Α΄ 136, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 1 του π.δ. 239/1994, Α΄ 135, κατά το οποίο στην αρμοδιότητα του ως άνω Τμήματος του Δικαστηρίου υπάγονταν, μεταξύ άλλων, οι διαφορές από την «εφαρμογή της νομοθεσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως»).
4. Επειδή, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 213) με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, περιπτώσεως ια΄, ορίζει ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: ... ια) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν θίγονται οι διατάξεις, με τις οποίες διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου ως διαφορές ουσίας ...».
5. Επειδή, με το ν. 3900/2010, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, επιχειρήθηκε ευρείας κλίμακας παρέμβαση του νομοθέτη με σκοπό τον εξορθολογισμό των διαδικασιών και την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, παρέμβαση η οποία, όσον αφορά ειδικότερα το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποσκοπούσε προεχόντως στην αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει το Δικαστήριο λόγω του όγκου των υποθέσεών του. Με τη θέσπιση των μέτρων του ν. 3900/2010 επιδιώχθηκε να αντιμετωπισθεί, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, το πρόβλημα της υπερφορτώσεως του Δικαστηρίου και η αποφασιστική διευκόλυνση της ασκήσεως του έργου του, με τελικό στόχο «τη σηµαντική επιτάχυνση της διοικητικής δίκης επ’ ωφελεία του πολίτη». Μεταξύ των μέτρων που θεσπίσθηκαν για το σκοπό αυτόν ήταν και η μεταφορά αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου στα διοικητικά δικαστήρια (άρθρα 47-50 ν. 3900/2010), η οποία επιχειρήθηκε, ενόψει και όσων ορίζονται στο άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος, με γνώμονα τη φύση και τη σπουδαιότητα των σχετικών υποθέσεων, η οποία επέτρεπε, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, τη μεταφορά τους. Όπως, εξάλλου, και ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, οι ρυθμίσεις του οι οποίες αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτέλεσαν, σε μεγάλο βαθμό, υλοποίηση προτάσεων του ίδιου του Δικαστηρίου, οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπ’ αριθμ. 4/2010 απόφαση της Διοικητικής του Ολομέλειας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτήν, με την οποία υιοθετήθηκε κατά τούτο πρόταση Επιτροπής δικαστών του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαφορών που έπρεπε να μεταφερθούν στα Διοικητικά Εφετεία ως ακυρωτικές ήταν και «οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πλην [...] οργανώσεως» (σημείο Β.5 των προτάσεων της Επιτροπής και σημείο 21 της αποφάσεως της Διοικητ. Ολομελείας). Αντίθετα, η ως άνω Επιτροπή και η Διοικητική Ολομέλεια θεώρησαν ότι δεν ήταν σκόπιμο να μεταφερθούν στα διοικητικά δικαστήρια ακυρωτικές διαφορές αναφυόμενες από την έκδοση ορισμένων κατηγοριών κανονιστικών πράξεων, όπως οι σχετικές με τους Ο.Τ.Α. και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (απόφαση 4/2010, σημείο Β.11 των προτάσεων της Επιτροπής και σημείο 31 της αποφάσεως). Ακολούθως θεσπίσθηκε η παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η οποία διατυπώθηκε κατά τρόπο που να εναρμονίζεται με την ως άνω απόφαση της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξαιρώντας δηλαδή από την ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου για πράξεις εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. εκείνες οι οποίες ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους ως Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Η εξαίρεση αυτή, παρότι ετέθη κατά νομοτεχνικά αδόκιμο τρόπο σε διάταξη ρυθμίζουσα ζήτημα μεταφοράς αρμοδιότητας επί διαφορών που αναφύονται από την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά τη διατήρηση της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνο επί διαφορών από την προσβολή κανονιστικών πράξεων με αντικείμενο την οργάνωση ή λειτουργία υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. ως Ν.Π.Δ.Δ. (π.χ. οργανισμοί ή εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας), δηλαδή πράξεων κατά τεκμήριο αυξημένης σπουδαιότητας, ως προς τις οποίες θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σκόπιμο να γίνει μεταφορά της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στα διοικητικά δικαστήρια. Η ερμηνεία, εξάλλου, αυτή της διατάξεως του άρ. 1 παρ. 1 περ. ια΄ ν. 702/1977 όχι μόνο εναρμονίζεται προς τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη και το σκοπό του νόμου (ελάφρυνση του Συμβουλίου της Επικρατείας από διαφορές περιορισμένης σπουδαιότητας), αλλά στηρίζεται και στα εξής αποφασιστικής σημασίας δεδομένα: (α) Το σύνολο των διοικητικών διαφορών από ατομικές διοικητικές πράξεις οι οποίες αφορούν το διορισμό ή την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων και του εν γένει προσωπικού των Ο.Τ.Α. (πλην της τυχόν προαγωγής σε βαθμό Γενικού Διευθυντή ή αναθέσεως καθηκόντων Γενικού Διευθυντή) υπάγεται ήδη στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ και γ΄, και παρ. 2 περ. στ΄ ν. 702/1977, όπως ισχύει), τούτο δε παρότι οι πράξεις αυτές, συνδεόμενες ασφαλώς και με την εύρυθμη εσωτερική λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., δεν υστερούν σε σημασία συγκρινόμενες με οποιαδήποτε άλλη ατομική διοικητική πράξη σχετική με ζήτημα εσωτερικής οργανώσεως ή λειτουργίας των εν λόγω υπηρεσιών, ώστε να υφίσταται ως προς αυτήν αποχρών λόγος για την κατ’ εξαίρεση διατήρηση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας. (β) Για λόγους ασφαλείας δικαίου και μέριμνας υπέρ των ασκούντων το κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστηρίων πρέπει να γίνεται, ενόψει και της κατ’ άρθρον 8 του Συντάγματος αρχής του νόμιμου δικαστή, με τη χρήση των απλούστερων δυνατών κριτηρίων, ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια του οργανωτικού σχήματος της κατανομής των εν λόγω αρμοδιοτήτων και να αποφεύγεται η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον αναρμοδίων δικαστηρίων, με πρόδηλη συνέπεια την επιβράδυνση των σχετικών δικών. Ενόψει αυτών, καθίσταται σαφές ότι ως κριτήριο κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, επιβάλλεται, σύμφωνα, άλλωστε, και με το ιστορικό της θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως και τον εκτεθέντα σκοπό του νομοθέτη, να θεωρηθεί η απλή διάκριση μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων και όχι η διάκριση μεταξύ (ατομικών) πράξεων αναγομένων στην «οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.» ή μη, η οποία είναι κατά την εφαρμογή της δυσχερής και μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αμφισβητήσεις και στην καθυστέρηση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, την οποία πρωτίστως ήθελε να περιορίσει ο ν. 3900/2010. Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου έχει υπαχθεί το σύνολο των διαφορών από την έκδοση ατομικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. αδιαφόρως του ειδικοτέρου περιεχομένου τους και, ιδίως, του χαρακτήρα τους ως αναγομένων στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των ως άνω Οργανισμών, δεδομένου ότι ως πράξεις με το χαρακτήρα αυτόν οι οποίες εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας νοούνται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνον οι κανονιστικές (βλ. ΣΕ 2640/2014). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Φ. Ντζίμας, προς τη γνώμη του οποίου συντάχθηκε η Πάρεδρος Κ. Κατρά, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 702/1977, όπως κατά τα ανωτέρω ισχύει, αφορά, κατά τη σαφή διατύπωσή της, την υπαγωγή στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου της εκδικάσεως αιτήσεων ακυρώσεως στρεφομένων αποκλειστικώς κατά κατηγοριών ατομικών πράξεων των διοικητικών αρχών, στις οποίες περιλαμβάνονται ήδη, σύμφωνα με την περ. ια΄ της ανωτέρω διατάξεως, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, οι ατομικές πράξεις που αφορούν την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α., πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εξαίρεση αυτή από την υπαγωγή στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου των πράξεων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. αποκτά λογικό νόημα, μόνο εφόσον πρόκειται για πράξεις ατομικές και όχι κανονιστικές, δεδομένου ότι οι τελευταίες ουδέποτε υπήχθησαν με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, ώστε να παρίσταται ανάγκη να διατυπωθεί στο νόμο ρήτρα εξαιρέσεώς τους από την αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού. Η ερμηνεία αυτή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, η οποία στηρίζεται στο σαφές γράμμα της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανατρέπεται από το εκτεθέν ιστορικό της θεσπίσεώς της ή τον επιδιωχθέντα από το νομοθέτη σκοπό, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διαφορές από πράξεις «οργανώσεως και λειτουργίας» των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. εξαιρέθηκαν, πάντως, ρητώς από τη διατυπωθείσα πρόταση μεταφοράς τους στα διοικητικά δικαστήρια, η οποία και υιοθετήθηκε τελικώς από το νομοθέτη, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση ανάλογα με τη φύση των σχετικών πράξεων ως κανονιστικών ή ατομικών. Τούτο δε, διότι προδήλως θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σκόπιμη η μεταφορά τους, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος της ελαφρύνσεως του Δικαστηρίου από υποθέσεις ήσσονος σπουδαιότητας. Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, όπως ισχύει, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου υπάγονται ατομικές πράξεις εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. πλην των ρητώς εξαιρουμένων από το νόμο ατομικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται κατά τη νομοθεσία αυτήν, αλλά ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των ως άνω Οργανισμών.
6. Επειδή, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, η δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, ως προς την οποία δεν καταργείται η δίκη, έχει υπαχθεί, κατά τα προεκτεθέντα, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, στο οποίο και θα έπρεπε να παραπεμφθεί, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη με την αίτηση αυτή πράξη συνιστά, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ατομική διοικητική πράξη εκδοθείσα κατά τη νομοθεσία περί Ο.Τ.Α. (πρβλ. ΣΕ 2640/2014). Κατά την ειδικότερη, εξάλλου, γνώμη του Προεδρεύοντος Συμβούλου Μ. Βηλαρά, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Ι. Παπαγιάννης, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή ως προς την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, η ως άνω αίτηση ακυρώσεως θα έπρεπε να παραπεμφθεί στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά, πάντως, ζήτημα οργανώσεως ή λειτουργίας ιδίας «υπηρεσίας» του αιτούντος Δήμου ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, αλλά ζήτημα χρηματοδοτήσεως, μέσω του προϋπολογισμού του, δημοτικής επιχειρήσεως, η οποία δεν αποτελεί ιδία «υπηρεσία» του νομικού προσώπου του Δήμου υπό την ανωτέρω έννοια (πρβλ. ΣΕ 2640/2014). Αντιθέτως, κατά τη γνώμη που μειοψήφησε, η ως άνω αίτηση ακυρώσεως εξακολουθεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και θα έπρεπε να εκδικασθεί από αυτό, διότι η προσβαλλόμενη ατομική πράξη αφορά προεχόντως την τροποποίηση του προϋπολογισμού του αιτούντος Δήμου, δηλαδή αντικείμενο αναγόμενο, πάντως, στην οργάνωση και λειτουργία του (πρβλ. ΣΕ 3279/2011, 658/2011, 890/2008, 3982/2006, 634/2006, 2255/2003, 473/2003 κ.ά.). Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ως άνω ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι, κατά το μέρος που η δίκη δεν καταργείται σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεσή του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, να ορισθεί δε ως εισηγητής ο Πάρεδρος Ι. Παπαγιάννης και δικάσιμος η 30η Απριλίου 2015.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις και καταργεί τη δίκη ως προς την πρώτη από αυτές.
Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής αποφάσεως και παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, ενώπιον της οποίας ορίζει εισηγητή τον Πάρεδρο Ι. Παπαγιάννη και δικάσιμο την 30η Απριλίου 2015.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2014
 Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Ο Γραμματέας
 
 
 Μ. Βηλαράς  Ν. Βασιλόπουλος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 2015.
 Ο Πρoεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας
 
 
 Μ. Βηλαράς  Γ. Μουλοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

ΣτΕ 155/2015: ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤ' ΕΦΑΡΜΟΓΗΝ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ Ο.Τ.Α. ΕΧΕΙ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ



Ως κριτήριο κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, επιβάλλεται, σύμφωνα, άλλωστε, και με το ιστορικό της θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως και τον σκοπό του νομοθέτη, να θεωρηθεί η απλή διάκριση μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων και όχι η διάκριση μεταξύ (ατομικών) πράξεων αναγομένων στην «οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.» ή μη, η οποία είναι κατά την εφαρμογή της δυσχερής και μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αμφισβητήσεις και στην καθυστέρηση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, την οποία πρωτίστως ήθελε να περιορίσει ο ν. 3900/2010. Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου έχει υπαχθεί το σύνολο των διαφορών από την έκδοση ατομικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. αδιαφόρως του ειδικοτέρου περιεχομένου τους και, ιδίως, του χαρακτήρα τους ως αναγομένων στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των ως άνω Οργανισμών, δεδομένου ότι ως πράξεις με το χαρακτήρα αυτόν οι οποίες εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας νοούνται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνον οι κανονιστικές (βλ. ΣΕ 2640/2014). Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση.


Αριθμός 155/2015 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Γ. Ποταμιάς, Φ. Ντζίμας, Σύμβουλοι, Κ. Κατρά, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.
Α) Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2013 αίτηση:
του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Επαμεινώνδα Ρέκκα (Α.Μ. 10204), που τον διόρισε με πρακτικό της Οικονομικής του Επιτροπής,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 7/2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 Ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου.
Β) Για να δικάσει την από 2 Απριλίου 2013 αίτηση:
του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Επαμεινώνδα Ρέκκα (Α.Μ. 10204), που τον διόρισε με πρακτικό της Οικονομικής του Επιτροπής,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 7/2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 Ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, όπως αυτή επανεκδόθηκε σε «ορθή επανάληψη», με ημερομηνία 27.03.2013.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Παπαγιάννη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος Δήμου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις, και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 

1. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις, οι οποίες ασκούνται ατελώς, ο αιτών Δήμος ζητεί την ακύρωση της 7/2013 (πρακτικό 3/25.2.2013) αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 Ν. Κυκλάδων της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε α) η υπ’ αριθμ. πρωτ. 49861/6351/7.12.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέως της ως άνω Αποκεντρωμένης Διοικήσεως, απορριπτική προσφυγής κατά της 292/2012 (πρακτικό 17/24.9.2012) αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του αιτούντος Δήμου, και β) η ως άνω απόφαση (292/2012) του Δ.Σ.. Με την απόφαση αυτή είχε εγκριθεί τροποποίηση του τίτλου του Κωδικού Αριθμού 00-6737.003 του προϋπολογισμού (οικον. έτους 2012) του αιτούντος Δήμου από «Επιχορήγηση ΔΕΠΕΔΑΣ [=ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΝΩ ΣΥΡΟΥ] για λειτουργικές δαπάνες έτους 2012» σε «Επιχορήγηση Ρ.Ε.ΔΗ.Σ.Ε. [=ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ] για λειτουργικές δαπάνες έτους 2012», λόγω αλλαγής της επωνυμίας της ως άνω δημοτικής επιχειρήσεως, ώστε η εγκεκριμένη ετήσια επιχορήγηση αυτής με συνολικό ποσό 60.000 ευρώ υπό την παλαιά επωνυμία της να γίνει προς την ίδια επιχείρηση υπό τη νέα επωνυμία της, σε δύο ισόποσες δόσεις των 30.000 ευρώ. Με τη δεύτερη από τις υπό κρίση αιτήσεις ζητείται η ακύρωση της ίδιας ως άνω αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, όπως αυτή επανεκδόθηκε σε «ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ» με ημερομηνία 27.3.2013. Οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
2. Επειδή, ως προς την πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 1286/26.3.2013) η δίκη πρέπει να καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι ο αιτών Δήμος παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής με δήλωσή του υποβληθείσα δια του δικογράφου της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 1553/11.4.2013), το οποίο υπογράφεται από τον ίδιο δικηγόρο.
3. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου ακυρώθηκε απόφαση του Δ.Σ. (292/2012) του Δήμου Σύρου-Ερμουπόλεως, η οποία, όπως προκύπτει από το προοίμιό της, εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των περί προϋπολογισμού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού διατάξεων των ν. 3463/2006 (Α΄ 114) και 3852/2010 (Α΄ 87), (βλ. άρθρα 155 και επόμ. ν. 3463/2006, 266-267 ν. 3852/2010, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο). Εξάλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Δ.Σ. κατ’ εφαρμογήν, προεχόντως, της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 16 του ν. 2218/1994 περί ιδρύσεως νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως κλπ. (Α΄ 90), (άρθρο 277 παρ. 8 του π.δ. 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος, Α΄ 231), με την οποία οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η επιχορήγηση από δήμους οποιασδήποτε επιχειρήσεως την οποία συνιστούν ή στην οποία συμμετέχουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 28 του π.δ. 323/1989, και τούτο, αφού έγινε δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδάφ. δεύτερο του π.δ. 25/1988 (Α΄ 10), κατά την οποία επιτρέπεται η χρηματοδότηση από Ο.Τ.Α. για την κάλυψη δαπανών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί ατομική διοικητική πράξη, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν, προεχόντως, διατάξεων της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. σχετικών με την κατάρτιση και το περιεχόμενο του προϋπολογισμού τους και τη χρηματοδότηση από αυτούς δημοτικών επιχειρήσεων με σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού (βλ. και άρθρο 107, παρ. 1, περ. γ΄ του ν. 3852/2010· βλ. επίσης ΣΕ 4740/1998 επτ., του Στ΄ Τμήματος, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 6 περ. β΄ του π.δ. 309/1986, Α΄ 136, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 1 του π.δ. 239/1994, Α΄ 135, κατά το οποίο στην αρμοδιότητα του ως άνω Τμήματος του Δικαστηρίου υπάγονταν, μεταξύ άλλων, οι διαφορές από την «εφαρμογή της νομοθεσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως»).
4. Επειδή, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 213) με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, περιπτώσεως ια΄, ορίζει ότι: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: ... ια) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν θίγονται οι διατάξεις, με τις οποίες διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου ως διαφορές ουσίας ...».
5. Επειδή, με το ν. 3900/2010, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, επιχειρήθηκε ευρείας κλίμακας παρέμβαση του νομοθέτη με σκοπό τον εξορθολογισμό των διαδικασιών και την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, παρέμβαση η οποία, όσον αφορά ειδικότερα το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποσκοπούσε προεχόντως στην αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει το Δικαστήριο λόγω του όγκου των υποθέσεών του. Με τη θέσπιση των μέτρων του ν. 3900/2010 επιδιώχθηκε να αντιμετωπισθεί, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, το πρόβλημα της υπερφορτώσεως του Δικαστηρίου και η αποφασιστική διευκόλυνση της ασκήσεως του έργου του, με τελικό στόχο «τη σηµαντική επιτάχυνση της διοικητικής δίκης επ’ ωφελεία του πολίτη». Μεταξύ των μέτρων που θεσπίσθηκαν για το σκοπό αυτόν ήταν και η μεταφορά αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου στα διοικητικά δικαστήρια (άρθρα 47-50 ν. 3900/2010), η οποία επιχειρήθηκε, ενόψει και όσων ορίζονται στο άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος, με γνώμονα τη φύση και τη σπουδαιότητα των σχετικών υποθέσεων, η οποία επέτρεπε, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, τη μεταφορά τους. Όπως, εξάλλου, και ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, οι ρυθμίσεις του οι οποίες αφορούν το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτέλεσαν, σε μεγάλο βαθμό, υλοποίηση προτάσεων του ίδιου του Δικαστηρίου, οι οποίες διατυπώθηκαν στην υπ’ αριθμ. 4/2010 απόφαση της Διοικητικής του Ολομέλειας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτήν, με την οποία υιοθετήθηκε κατά τούτο πρόταση Επιτροπής δικαστών του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαφορών που έπρεπε να μεταφερθούν στα Διοικητικά Εφετεία ως ακυρωτικές ήταν και «οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πλην [...] οργανώσεως» (σημείο Β.5 των προτάσεων της Επιτροπής και σημείο 21 της αποφάσεως της Διοικητ. Ολομελείας). Αντίθετα, η ως άνω Επιτροπή και η Διοικητική Ολομέλεια θεώρησαν ότι δεν ήταν σκόπιμο να μεταφερθούν στα διοικητικά δικαστήρια ακυρωτικές διαφορές αναφυόμενες από την έκδοση ορισμένων κατηγοριών κανονιστικών πράξεων, όπως οι σχετικές με τους Ο.Τ.Α. και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (απόφαση 4/2010, σημείο Β.11 των προτάσεων της Επιτροπής και σημείο 31 της αποφάσεως). Ακολούθως θεσπίσθηκε η παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, η οποία διατυπώθηκε κατά τρόπο που να εναρμονίζεται με την ως άνω απόφαση της Διοικητικής Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξαιρώντας δηλαδή από την ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου για πράξεις εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. εκείνες οι οποίες ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους ως Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Η εξαίρεση αυτή, παρότι ετέθη κατά νομοτεχνικά αδόκιμο τρόπο σε διάταξη ρυθμίζουσα ζήτημα μεταφοράς αρμοδιότητας επί διαφορών που αναφύονται από την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά τη διατήρηση της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μόνο επί διαφορών από την προσβολή κανονιστικών πράξεων με αντικείμενο την οργάνωση ή λειτουργία υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. ως Ν.Π.Δ.Δ. (π.χ. οργανισμοί ή εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας), δηλαδή πράξεων κατά τεκμήριο αυξημένης σπουδαιότητας, ως προς τις οποίες θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σκόπιμο να γίνει μεταφορά της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στα διοικητικά δικαστήρια. Η ερμηνεία, εξάλλου, αυτή της διατάξεως του άρ. 1 παρ. 1 περ. ια΄ ν. 702/1977 όχι μόνο εναρμονίζεται προς τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη και το σκοπό του νόμου (ελάφρυνση του Συμβουλίου της Επικρατείας από διαφορές περιορισμένης σπουδαιότητας), αλλά στηρίζεται και στα εξής αποφασιστικής σημασίας δεδομένα: (α) Το σύνολο των διοικητικών διαφορών από ατομικές διοικητικές πράξεις οι οποίες αφορούν το διορισμό ή την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων και του εν γένει προσωπικού των Ο.Τ.Α. (πλην της τυχόν προαγωγής σε βαθμό Γενικού Διευθυντή ή αναθέσεως καθηκόντων Γενικού Διευθυντή) υπάγεται ήδη στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ και γ΄, και παρ. 2 περ. στ΄ ν. 702/1977, όπως ισχύει), τούτο δε παρότι οι πράξεις αυτές, συνδεόμενες ασφαλώς και με την εύρυθμη εσωτερική λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., δεν υστερούν σε σημασία συγκρινόμενες με οποιαδήποτε άλλη ατομική διοικητική πράξη σχετική με ζήτημα εσωτερικής οργανώσεως ή λειτουργίας των εν λόγω υπηρεσιών, ώστε να υφίσταται ως προς αυτήν αποχρών λόγος για την κατ’ εξαίρεση διατήρηση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας. (β) Για λόγους ασφαλείας δικαίου και μέριμνας υπέρ των ασκούντων το κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστηρίων πρέπει να γίνεται, ενόψει και της κατ’ άρθρον 8 του Συντάγματος αρχής του νόμιμου δικαστή, με τη χρήση των απλούστερων δυνατών κριτηρίων, ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια του οργανωτικού σχήματος της κατανομής των εν λόγω αρμοδιοτήτων και να αποφεύγεται η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον αναρμοδίων δικαστηρίων, με πρόδηλη συνέπεια την επιβράδυνση των σχετικών δικών. Ενόψει αυτών, καθίσταται σαφές ότι ως κριτήριο κατανομής της αρμοδιότητας μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και διοικητικών εφετείων κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, επιβάλλεται, σύμφωνα, άλλωστε, και με το ιστορικό της θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως και τον εκτεθέντα σκοπό του νομοθέτη, να θεωρηθεί η απλή διάκριση μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων και όχι η διάκριση μεταξύ (ατομικών) πράξεων αναγομένων στην «οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α.» ή μη, η οποία είναι κατά την εφαρμογή της δυσχερής και μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αμφισβητήσεις και στην καθυστέρηση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, την οποία πρωτίστως ήθελε να περιορίσει ο ν. 3900/2010. Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου έχει υπαχθεί το σύνολο των διαφορών από την έκδοση ατομικών πράξεων εκδιδομένων κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. αδιαφόρως του ειδικοτέρου περιεχομένου τους και, ιδίως, του χαρακτήρα τους ως αναγομένων στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των ως άνω Οργανισμών, δεδομένου ότι ως πράξεις με το χαρακτήρα αυτόν οι οποίες εξακολουθούν να υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας νοούνται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνον οι κανονιστικές (βλ. ΣΕ 2640/2014). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Φ. Ντζίμας, προς τη γνώμη του οποίου συντάχθηκε η Πάρεδρος Κ. Κατρά, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 702/1977, όπως κατά τα ανωτέρω ισχύει, αφορά, κατά τη σαφή διατύπωσή της, την υπαγωγή στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου της εκδικάσεως αιτήσεων ακυρώσεως στρεφομένων αποκλειστικώς κατά κατηγοριών ατομικών πράξεων των διοικητικών αρχών, στις οποίες περιλαμβάνονται ήδη, σύμφωνα με την περ. ια΄ της ανωτέρω διατάξεως, όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010, οι ατομικές πράξεις που αφορούν την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α., πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εξαίρεση αυτή από την υπαγωγή στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου των πράξεων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. αποκτά λογικό νόημα, μόνο εφόσον πρόκειται για πράξεις ατομικές και όχι κανονιστικές, δεδομένου ότι οι τελευταίες ουδέποτε υπήχθησαν με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, ώστε να παρίσταται ανάγκη να διατυπωθεί στο νόμο ρήτρα εξαιρέσεώς τους από την αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού. Η ερμηνεία αυτή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, η οποία στηρίζεται στο σαφές γράμμα της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανατρέπεται από το εκτεθέν ιστορικό της θεσπίσεώς της ή τον επιδιωχθέντα από το νομοθέτη σκοπό, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διαφορές από πράξεις «οργανώσεως και λειτουργίας» των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α. εξαιρέθηκαν, πάντως, ρητώς από τη διατυπωθείσα πρόταση μεταφοράς τους στα διοικητικά δικαστήρια, η οποία και υιοθετήθηκε τελικώς από το νομοθέτη, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση ανάλογα με τη φύση των σχετικών πράξεων ως κανονιστικών ή ατομικών. Τούτο δε, διότι προδήλως θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σκόπιμη η μεταφορά τους, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος της ελαφρύνσεως του Δικαστηρίου από υποθέσεις ήσσονος σπουδαιότητας. Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, όπως ισχύει, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου υπάγονται ατομικές πράξεις εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. πλην των ρητώς εξαιρουμένων από το νόμο ατομικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται κατά τη νομοθεσία αυτήν, αλλά ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των ως άνω Οργανισμών.
6. Επειδή, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, η δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, ως προς την οποία δεν καταργείται η δίκη, έχει υπαχθεί, κατά τα προεκτεθέντα, στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, στο οποίο και θα έπρεπε να παραπεμφθεί, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη με την αίτηση αυτή πράξη συνιστά, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ατομική διοικητική πράξη εκδοθείσα κατά τη νομοθεσία περί Ο.Τ.Α. (πρβλ. ΣΕ 2640/2014). Κατά την ειδικότερη, εξάλλου, γνώμη του Προεδρεύοντος Συμβούλου Μ. Βηλαρά, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Ι. Παπαγιάννης, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή ως προς την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 1, παρ. 1, περ. ια΄, του ν. 702/1977, η ως άνω αίτηση ακυρώσεως θα έπρεπε να παραπεμφθεί στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά, πάντως, ζήτημα οργανώσεως ή λειτουργίας ιδίας «υπηρεσίας» του αιτούντος Δήμου ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, αλλά ζήτημα χρηματοδοτήσεως, μέσω του προϋπολογισμού του, δημοτικής επιχειρήσεως, η οποία δεν αποτελεί ιδία «υπηρεσία» του νομικού προσώπου του Δήμου υπό την ανωτέρω έννοια (πρβλ. ΣΕ 2640/2014). Αντιθέτως, κατά τη γνώμη που μειοψήφησε, η ως άνω αίτηση ακυρώσεως εξακολουθεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και θα έπρεπε να εκδικασθεί από αυτό, διότι η προσβαλλόμενη ατομική πράξη αφορά προεχόντως την τροποποίηση του προϋπολογισμού του αιτούντος Δήμου, δηλαδή αντικείμενο αναγόμενο, πάντως, στην οργάνωση και λειτουργία του (πρβλ. ΣΕ 3279/2011, 658/2011, 890/2008, 3982/2006, 634/2006, 2255/2003, 473/2003 κ.ά.). Λόγω, όμως, της σπουδαιότητας του ως άνω ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι, κατά το μέρος που η δίκη δεν καταργείται σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεσή του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, να ορισθεί δε ως εισηγητής ο Πάρεδρος Ι. Παπαγιάννης και δικάσιμος η 30η Απριλίου 2015.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις και καταργεί τη δίκη ως προς την πρώτη από αυτές.
Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής αποφάσεως και παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, ενώπιον της οποίας ορίζει εισηγητή τον Πάρεδρο Ι. Παπαγιάννη και δικάσιμο την 30η Απριλίου 2015.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2014
 Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Ο Γραμματέας
 
 
 Μ. Βηλαράς  Ν. Βασιλόπουλος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 2015.
 Ο Πρoεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας
 
 
 Μ. Βηλαράς  Γ. Μουλοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.