Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ΣτΕ 3578/2014: ΕΡΜΗΝΕΙΑ "ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ" ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΕΦΕΣΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣτΕ

Από 1.1.2011 ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 

4. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4987/2012, 3933/2012). Ειδικότερα, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση. Εξάλλου, ο εύλογος χρόνος που συναρτάται με τη δυνατότητα ανάκλησης διοικητικής πράξης κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί νομική έννοια και στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, προσδιορίζεται δε με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, όπως το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης, ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο χωρεί η ανάκληση, οι ιδιαίτερες συνθήκες που θεμελιώνουν λόγο δημόσιου συμφέροντος και τα τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ζήτημα νομολογιακού προηγουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα.

    5. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη από την άποψη του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν η εκκαλούμενη απόφαση ερμήνευσε ορθώς τις γενικές αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, δεχόμενη ότι η πάροδος 15 ετών από την κύρωση της πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου ήταν δυνατή η ανάκληση της κυρωτικής πράξης για λόγους νομιμότητας, συναφώς δε και αν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία προσδιορίζεται η, κατά τις γενικές αυτές αρχές, έννοια του ευλόγου χρόνου υπό τα αυτά ή παραπλήσια γεγονότα που κρίθηκαν από το δικάσαν. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της έφεσης παρατίθενται οι κρίσεις της εκκαλουμένης και στη συνέχεια προβάλλεται ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων για την ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς είναι εσφαλμένη καθώς και ότι δεν υφίσταται, «καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαμορφωμένη ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου ». Αντιθέτως, οι εφεσίβλητες με το από 23.5.2012 υπόμνημα ισχυρίζονται ότι με το δικόγραφο της έφεσης ο εκκαλών δεν προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που καθιστούν παραδεκτή την άσκηση της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 και παραθέτουν νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική με την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (βλ. σελ. 3 του υπομνήματος στην οποία μνημονεύονται οι αποφάσεις Σ.τ.Ε. 289/1993, 1974/1994, 2880/1997, 3959/1998, 2051/1999, 2595/2001, 3447/2007). Ο προαναφερθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος για το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης παραδεκτώς και βασίμως προβάλλεται, διότι υπό τα αυτά νομικά και πραγματικά γεγονότα που έκρινε η εκκαλουμένη καθ’ ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δοθέντος και ότι οι αποφάσεις τις οποίες μνημονεύει στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού η εκκαλούμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων (βλ. σκ. 7 εκκαλουμένης), αφορούν την ανάκληση οικοδομικής άδειας και άλλων αδειών, ενώ και η 2819/1997 απόφαση του Σ.τ.Ε., που παρατίθεται στην ελάσσονα, και με την οποία κρίθηκε ότι είναι νόμιμη η ανάκληση και ανασύνταξη, λόγω πλάνης, πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης 16 έτη μετά την έκδοσή της (βλ. σκ. 4 της 2819/1997 απόφασης), υπό διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νομολογία του Σ.τ.Ε. η οποία στηρίζει την κρίση της εκκαλουμένης και ότι επιλύει το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα. Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί απαραδέκτου της έφεσης, αφού και οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που μνημονεύονται στο από 23.5.2012 υπόμνημά τους, δεν αφορούν την ανάκληση πράξεων προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας.

    6. Επειδή, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως από τον εκκαλούντα και, επομένως, δοθέντος ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της έφεσης ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το ζήτημα που κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι εφέσεως που συναρτώνται με τον ισχυρισμό αυτόν και οι οποίοι, ως εκ τούτου, προβάλλονται παραδεκτώς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ΣτΕ 3578/2014: ΕΡΜΗΝΕΙΑ "ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ" ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΕΦΕΣΕΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣτΕ

Από 1.1.2011 ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 

4. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4987/2012, 3933/2012). Ειδικότερα, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση. Εξάλλου, ο εύλογος χρόνος που συναρτάται με τη δυνατότητα ανάκλησης διοικητικής πράξης κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί νομική έννοια και στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, προσδιορίζεται δε με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, όπως το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης, ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο χωρεί η ανάκληση, οι ιδιαίτερες συνθήκες που θεμελιώνουν λόγο δημόσιου συμφέροντος και τα τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ζήτημα νομολογιακού προηγουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα.

    5. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη από την άποψη του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν η εκκαλούμενη απόφαση ερμήνευσε ορθώς τις γενικές αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, δεχόμενη ότι η πάροδος 15 ετών από την κύρωση της πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου ήταν δυνατή η ανάκληση της κυρωτικής πράξης για λόγους νομιμότητας, συναφώς δε και αν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία προσδιορίζεται η, κατά τις γενικές αυτές αρχές, έννοια του ευλόγου χρόνου υπό τα αυτά ή παραπλήσια γεγονότα που κρίθηκαν από το δικάσαν. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της έφεσης παρατίθενται οι κρίσεις της εκκαλουμένης και στη συνέχεια προβάλλεται ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων για την ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς είναι εσφαλμένη καθώς και ότι δεν υφίσταται, «καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαμορφωμένη ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου ». Αντιθέτως, οι εφεσίβλητες με το από 23.5.2012 υπόμνημα ισχυρίζονται ότι με το δικόγραφο της έφεσης ο εκκαλών δεν προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που καθιστούν παραδεκτή την άσκηση της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 και παραθέτουν νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική με την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (βλ. σελ. 3 του υπομνήματος στην οποία μνημονεύονται οι αποφάσεις Σ.τ.Ε. 289/1993, 1974/1994, 2880/1997, 3959/1998, 2051/1999, 2595/2001, 3447/2007). Ο προαναφερθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος για το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης παραδεκτώς και βασίμως προβάλλεται, διότι υπό τα αυτά νομικά και πραγματικά γεγονότα που έκρινε η εκκαλουμένη καθ’ ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δοθέντος και ότι οι αποφάσεις τις οποίες μνημονεύει στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού η εκκαλούμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων (βλ. σκ. 7 εκκαλουμένης), αφορούν την ανάκληση οικοδομικής άδειας και άλλων αδειών, ενώ και η 2819/1997 απόφαση του Σ.τ.Ε., που παρατίθεται στην ελάσσονα, και με την οποία κρίθηκε ότι είναι νόμιμη η ανάκληση και ανασύνταξη, λόγω πλάνης, πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης 16 έτη μετά την έκδοσή της (βλ. σκ. 4 της 2819/1997 απόφασης), υπό διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νομολογία του Σ.τ.Ε. η οποία στηρίζει την κρίση της εκκαλουμένης και ότι επιλύει το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα. Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί απαραδέκτου της έφεσης, αφού και οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που μνημονεύονται στο από 23.5.2012 υπόμνημά τους, δεν αφορούν την ανάκληση πράξεων προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας.

    6. Επειδή, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως από τον εκκαλούντα και, επομένως, δοθέντος ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της έφεσης ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το ζήτημα που κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι εφέσεως που συναρτώνται με τον ισχυρισμό αυτόν και οι οποίοι, ως εκ τούτου, προβάλλονται παραδεκτώς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.