Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

ΔΕφΑθ 2920/2014: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ - ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΝΠΔΔ


Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, όχι μόνο αποφατικά αλλά και προβαίνοντας στις απαραίτητες προς τούτο θετικές ενέργειες. Συμμόρφωση της Διοίκησης στη δικαστική απόφαση και ανάκληση της διοικητικής πράξης εκλογής και διορισμού του μέλους ΔΕΠ με ταυτόχρονη διακοπή της καταβολής των αποδοχών του. Η Διοίκηση εξετάζοντας εκ νέου την υπόθεση, πρέπει να κρίνει από το σημείο, στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και έπειτα και να λάβει υπόψη τα στοιχεία που είχε εκτιμήσει κατά την αρχική της κρίση. Έχει δε υποχρέωση να προσδώσει στη νέα πράξη εκλογής και διορισμού μέλους ΔΕΠ αναδρομική ισχύ και να καταβάλει σε αυτό αναδρομικώς τις αποδοχές, τις οποίες θα εισέπραττε εάν είχε έκτοτε διορισθεί. Διαφορετικά, γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωση κατ' άρθρο 105 και 106 ΕισΝΑΚ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη καταβολής των αποδοχών που παράνομα παρέλειψε να του καταβάλει. Σύμφωνα δε με αρχή που συνάγεται από το χαρακτήρα δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ο μισθός καταβάλλεται κατά κανόνα εξαιτίας της παροχής από το δημόσιο υπάλληλο των υπηρεσιών του ακόμα και στην περίπτωση που δεν προσέφερε υπηρεσία, πλην όμως αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του. Ο δημόσιος υπάλληλος, και εν προκειμένω το μέλος ΔΕΠ, στις περιπτώσεις αυτές δικαιούται αποζημίωση για τη μη καταβολή των μισθών του λόγω μη δικής του υπαιτιότητας και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση επανεκλογής και διορισμού εκ νέου του ίδιου μέλους ΔΕΠ που εξελέγη και διορίσθηκε αρχικώς. Το ποσό των 200 ευρώ που επιδικάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αποτελεί διακεκριμένο και αυτοτελές κεφάλαιο της δικαστικής αποφάσεως και λόγω του ύψους του - ήτοι κατώτερο ταυ ορίου του εκκλητού των 5.000 ευρώ κατ' άρθρο 92 ΚΔΔ - η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό δεν υπόκειται σε έφεση. 




ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 15ο Τριμελές

Αποτελούμενο από τους: Nικόλαο Σοϊλεντάκη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ , Αγάπη Γαλενιανού- Χαλκιαδάκη και Αικατερίνη Καρφάκη-Εισηγήτρια, Εφέτες Δ. Δ και γραμματέα την Αικατερίνη Αδαμοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
    συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2014, για να δικάσει την από 25-6-2013 έφεση (ΑΒΕΜ ......2013)
    του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ-ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ», που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής (Λεωφ. Συγγρού αρ.136), εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Λιδωρίκη,
    κατά του ..., κατοίκου Πειραιώς Αττικής(οδός ...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Δημήτριο Μαριόλη, τον οποίο διόρισε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο.
    Το Δικαστήριο, άκουσε τους διαδίκους που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά,
    μελέτησε τη δικογραφία και
σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου (άρ. 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 Α' 31 και 285 παρ. 2 περ. ζ΄ του Ν. 2717/1999, Α΄97), ζητείται η εξαφάνιση, της 3629/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) έγινε εν μέρει δεκτή η από 2-2-2006 αγωγή του εφεσιβλήτου και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 48.998,80 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 48.798,80 ευρώ, ως αποζημίωση , ίση με τις αποδοχές του επίκουρου καθηγητή για το χρονικό διάστημα από 6-2-2004 έως 13-9-2005, που έμεινε εκτός υπηρεσίας και το ποσό των 200 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και 2) απορρίφθηκε η αγωγή αυτή καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
    2. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/99, Α' 97), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.3659/2008 (Α'77, ισχύος από 8.6.2008), ορίζεται ότι «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. ..».
    3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση το αντικείμενο της διαφοράς ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο αποτελεί διακεκριμένο και αυτοτελές κεφάλαιο (ΣτΕ 1147/2005), ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ, όσο δηλαδή είναι το ύψος της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο με την εκκαλούμενη απόφαση. Συνεπώς, εφόσον το ποσό αυτό είναι μικρότερο του ορίου του εκκλητού των 5.000 ευρώ, που τάσσεται από την παραπάνω διάταξη, η εκκαλούμενη απόφαση είναι ανέκκλητη κατά το εν λόγω κεφάλαιο και η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ΄ αυτού, ενώ πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας κατά τα λοιπά.
    4. Επειδή, από τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 4 παρ. 1 του ν. 702/1977 και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφούμενη με το περιεχόμενο ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και με θετικές ενέργειες της να χωρήσει στην αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν στο μεταξύ, με βάση την παραπάνω πράξη, ανακαλώντας και τροποποιώντας τις σχετικές διοικητικές πράξεις ή εκδίδοντας νέες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ήταν, αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε στο μεταξύ (βλ. ΣτΕ 2909/1994). Ειδικότερα, η ακύρωση διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της πράξης που έχει ακυρωθεί και η νέα πράξη που τυχόν εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στο χρόνο εκείνο και διέπεται, κατ' αρχήν, από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά το χρόνο, κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση (ΣτΕ 1871/2003,2987/2002). Επίσης, σε περίπτωση ακύρωσης σύνθετης διοικητικής ενέργειας, όπως είναι η μονιμοποίηση ή η εκλογή μελών ΔΕΠ, η Διοίκηση επιλαμβανόμενη και πάλι της υπόθεσης, πρέπει να κρίνει από το σημείο, στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και εντεύθεν και, να λάβει υπόψη μόνον εκείνα τα στοιχεία που είχε εκτιμήσει κατά την αρχική της κρίση (ΣτΕ 1871/2003, 4932/1995). Εξάλλου, σύμφωνα με αρχή που συνάγεται από το χαρακτήρα της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ο μισθός καταβάλλεται κατά κανόνα εξαιτίας της παροχής από το δημόσιο υπάλληλο των υπηρεσιών του, εφόσον δε, δεν προσφέρθηκε υπηρεσία, μισθός οφείλεται μόνον στην περίπτωση, κατά την οποία ο υπάλληλος δεν μπόρεσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του. Επομένως, σε περίπτωση που η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, εκδώσει νέα πράξη διορισμού υπαλλήλου, έχει υποχρέωση να προσδώσει στην πράξη αυτή αναδρομική ισχύ, και να καταβάλει στον υπάλληλο αναδρομικώς τις αποδοχές του, τις οποίες θα εισέπραττε εάν είχε έκτοτε διορισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση γεννάται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο υπάλληλος λόγω της μη καταβολής σε αυτόν των αποδοχών που παράνομα παρέλειψε να του καταβάλει (πρβλ. ΣτΕ 1016/2005, 915/2001) - διατάξεις οι οποίες δεν έχουν θεσπιστεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά αποβλέπουν παράλληλα και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ' ιδίαν προσώπων (ΣτΕ 3919/2001)- πέραν δε της αποζημίωσης αυτής, τα Δικαστήρια δύνανται, επί πλέον, να επιδικάσουν σε βάρος των παραπάνω εύλογη χρηματική ικανοποίηση σε εκείνον που υπέστη προσβολή, μεταξύ άλλων, της προσωπικότητάς του, κατ' ανάλογη εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Α.Κ. (άρθρ. 932).
    5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 296/8-10-2001 πράξη του Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου (307/10-12-2001, τ. ΝΠΔΔ), ο εφεσίβλητος διορίσθηκε, μετά από την εκλογή του σε θέση Δ.Ε.Π. της βαθμίδας του επίκουρου καθηγητή και ανέλαβε καθήκοντα στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του εν λόγω Πανεπιστημίου και στο γνωστικό αντικείμενο «Πολιτική Οικονομία». Η παραπάνω πράξη διορισμού του ακυρώθηκε με την 15/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω μη τήρησης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της, μετά από άσκηση σχετικής αίτησης ακύρωσης από συνυποψήφιο του εφεσιβλήτου για την ίδια θέση. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 8-1-2004 και κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 6-2-2004.Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 49/10-2-2004 Πράξη του Πρύτανη του εν λόγω Πανεπιστημίου, με την οποία ανακλήθηκε ο παραπάνω διορισμός του και διακόπηκε η μισθοδοσία του εφεσιβλήτου από 6-2-2004.Ακολούθως, επαναλήφθηκε η διαδικασία της κρίσης για πλήρωση της παραπάνω θέσης ΔΕΠ και το ειδικό εκλεκτορικό σώμα συνεδρίασε εκ νέου στις 9-12-2004 και επανεξέλεξε τον εφεσίβλητο στην βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή, στο ίδιο τμήμα και γνωστικό αντικείμενο. Στη συνέχεια, διαβίβασε την απόφαση αυτή στον Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου ο οποίος εξέδωσε την 92/7-3-2005 πράξη επαναδιορισμού στην παραπάνω θέση, που δημοσιεύτηκε στην εφ.τ.κ., τ.ΝΠΔΔ στις 13-9-2005. Η πράξη αυτή όριζε ότι η ισχύς της ανατρέχει στο χρόνο της αρχικής του εκλογής δηλαδή στις 10-12-2001, ενώ η μισθοδοσία του εφεσιβλήτου άρχισε στις 16-9-2005, όταν ανέλαβε καθήκοντα. Στη συνέχεια, με την 5416/13-10-2005 αίτηση του προς το Πάντειο Πανεπιστήμιο υποστήριξε ότι η επανεκλογή του ανατρέχει στο χρόνο της αρχικής του εκλογής και ζήτησε την καταβολή των νόμιμων αποδοχών του από 6-2-2004 έως 13-9-2005.Με την από 2-2-2006 αγωγή ο εφεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το εκκαλούν να του καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της ποσό 49.500,60 ευρώ, ως αποζημίωση (κατ' άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ) για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή των αποδοχών του ως επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα καθώς και ποσό 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εν λόγω παράνομη παράλειψη και συνολικά ποσό των 51.500,60 ευρώ. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές του από 6-2-2004, οπότε λόγω ανάκλησης του διορισμού του διεκόπη η μισθοδοσία του έως τις 13-9-2005, όταν ανέλαβε εκ νέου υπηρεσία και του επιδίκασε τα αναφερόμενα στην εισαγωγική σκέψη ποσά. Την κρίση αυτή θεωρεί εσφαλμένη το εκκαλούν Πανεπιστήμιο και ισχυρίζεται ότι ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται κανένα ποσό, γιατί το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν προσέφερε διδακτικό ή διοικητικό έργο και συνεπώς δεν δικαιούται τις αποδοχές της βαθμίδας του.
    6. Επειδή, η ακύρωση, για τυπικό λόγο, με την 15/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, της 296/8-10-2001 πράξης διορισμού του εφεσιβλήτου σε θέση μέλους ΔΕΠ του επίκουρου καθηγητή, επανέφερε την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης και η, στη συνέχεια, εκδοθείσα 92/7-3-2005 νέα πράξη διορισμού του ανατρέχει στο χρόνο του αρχικού διορισμού, δηλαδή έχει αναδρομική ισχύ ως προς όλες τις συνέπειες. Επομένως, ο εφεσίβλητος δικαιούται τις αποδοχές του επίκουρου καθηγητή κατά το διάστημα που δεν μπόρεσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δηλαδή από 6-2-2004, όταν είχε διακοπεί η μισθοδοσία του, μέχρι 13-9-2005, οπότε αυτός ορκίστηκε και ανέλαβε, πάλι, υπηρεσία, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως, το εκκαλούν είναι υπόχρεο να αποκαταστήσει τη συγκεκριμένη ζημία αυτού, ίση με τις αποδοχές του παραπάνω χρονικού διαστήματος, τις οποίες παράνομα τα όργανα αυτού παρέλειψαν να του καταβάλλουν, ποσού 48.798,80 ευρώ, όπως αυτό καθορίστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν. Ακόμη δε, δεν απαιτείται υπαιτιότητα των οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου, καθόσον η ευθύνη αυτού προς αποζημίωση είναι αντικειμενική (ΣτΕ 740/2001), την δε κατά τα παραπάνω παρανομία της παράλειψης των οργάνων νομίμως ελέγχουν, παρεμπιπτόντως, τα διοικητικά δικαστήρια εκδικάζοντας αγωγή αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ. (άρθρο 80 Κ.Δ.Δ.), οι οποίες, άλλωστε, δεν έχουν θεσπιστεί για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά του δημοσίου συμφέροντος, τα αντιθέτως δε προβαλλόμενα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
    7. Επειδή, κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου (275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.).
    
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2014 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 14 Μαΐου 2014. 

    Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΪΛΕΝΤΑΚΗΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΦΑΚΗ 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

ΔΕφΑθ 2920/2014: ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΡΟΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ - ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΝΠΔΔ


Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, όχι μόνο αποφατικά αλλά και προβαίνοντας στις απαραίτητες προς τούτο θετικές ενέργειες. Συμμόρφωση της Διοίκησης στη δικαστική απόφαση και ανάκληση της διοικητικής πράξης εκλογής και διορισμού του μέλους ΔΕΠ με ταυτόχρονη διακοπή της καταβολής των αποδοχών του. Η Διοίκηση εξετάζοντας εκ νέου την υπόθεση, πρέπει να κρίνει από το σημείο, στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και έπειτα και να λάβει υπόψη τα στοιχεία που είχε εκτιμήσει κατά την αρχική της κρίση. Έχει δε υποχρέωση να προσδώσει στη νέα πράξη εκλογής και διορισμού μέλους ΔΕΠ αναδρομική ισχύ και να καταβάλει σε αυτό αναδρομικώς τις αποδοχές, τις οποίες θα εισέπραττε εάν είχε έκτοτε διορισθεί. Διαφορετικά, γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωση κατ' άρθρο 105 και 106 ΕισΝΑΚ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη καταβολής των αποδοχών που παράνομα παρέλειψε να του καταβάλει. Σύμφωνα δε με αρχή που συνάγεται από το χαρακτήρα δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ο μισθός καταβάλλεται κατά κανόνα εξαιτίας της παροχής από το δημόσιο υπάλληλο των υπηρεσιών του ακόμα και στην περίπτωση που δεν προσέφερε υπηρεσία, πλην όμως αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του. Ο δημόσιος υπάλληλος, και εν προκειμένω το μέλος ΔΕΠ, στις περιπτώσεις αυτές δικαιούται αποζημίωση για τη μη καταβολή των μισθών του λόγω μη δικής του υπαιτιότητας και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση επανεκλογής και διορισμού εκ νέου του ίδιου μέλους ΔΕΠ που εξελέγη και διορίσθηκε αρχικώς. Το ποσό των 200 ευρώ που επιδικάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αποτελεί διακεκριμένο και αυτοτελές κεφάλαιο της δικαστικής αποφάσεως και λόγω του ύψους του - ήτοι κατώτερο ταυ ορίου του εκκλητού των 5.000 ευρώ κατ' άρθρο 92 ΚΔΔ - η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό δεν υπόκειται σε έφεση. 




ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 15ο Τριμελές

Αποτελούμενο από τους: Nικόλαο Σοϊλεντάκη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ , Αγάπη Γαλενιανού- Χαλκιαδάκη και Αικατερίνη Καρφάκη-Εισηγήτρια, Εφέτες Δ. Δ και γραμματέα την Αικατερίνη Αδαμοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
    συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2014, για να δικάσει την από 25-6-2013 έφεση (ΑΒΕΜ ......2013)
    του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ-ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ», που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής (Λεωφ. Συγγρού αρ.136), εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Λιδωρίκη,
    κατά του ..., κατοίκου Πειραιώς Αττικής(οδός ...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Δημήτριο Μαριόλη, τον οποίο διόρισε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο.
    Το Δικαστήριο, άκουσε τους διαδίκους που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά,
    μελέτησε τη δικογραφία και
σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου (άρ. 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 Α' 31 και 285 παρ. 2 περ. ζ΄ του Ν. 2717/1999, Α΄97), ζητείται η εξαφάνιση, της 3629/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) έγινε εν μέρει δεκτή η από 2-2-2006 αγωγή του εφεσιβλήτου και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 48.998,80 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 48.798,80 ευρώ, ως αποζημίωση , ίση με τις αποδοχές του επίκουρου καθηγητή για το χρονικό διάστημα από 6-2-2004 έως 13-9-2005, που έμεινε εκτός υπηρεσίας και το ποσό των 200 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και 2) απορρίφθηκε η αγωγή αυτή καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
    2. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/99, Α' 97), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.3659/2008 (Α'77, ισχύος από 8.6.2008), ορίζεται ότι «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. ..».
    3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση το αντικείμενο της διαφοράς ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο αποτελεί διακεκριμένο και αυτοτελές κεφάλαιο (ΣτΕ 1147/2005), ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ, όσο δηλαδή είναι το ύψος της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε στον εφεσίβλητο με την εκκαλούμενη απόφαση. Συνεπώς, εφόσον το ποσό αυτό είναι μικρότερο του ορίου του εκκλητού των 5.000 ευρώ, που τάσσεται από την παραπάνω διάταξη, η εκκαλούμενη απόφαση είναι ανέκκλητη κατά το εν λόγω κεφάλαιο και η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ΄ αυτού, ενώ πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας κατά τα λοιπά.
    4. Επειδή, από τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 4 παρ. 1 του ν. 702/1977 και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφούμενη με το περιεχόμενο ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και με θετικές ενέργειες της να χωρήσει στην αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν στο μεταξύ, με βάση την παραπάνω πράξη, ανακαλώντας και τροποποιώντας τις σχετικές διοικητικές πράξεις ή εκδίδοντας νέες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ήταν, αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε στο μεταξύ (βλ. ΣτΕ 2909/1994). Ειδικότερα, η ακύρωση διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της πράξης που έχει ακυρωθεί και η νέα πράξη που τυχόν εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στο χρόνο εκείνο και διέπεται, κατ' αρχήν, από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά το χρόνο, κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση (ΣτΕ 1871/2003,2987/2002). Επίσης, σε περίπτωση ακύρωσης σύνθετης διοικητικής ενέργειας, όπως είναι η μονιμοποίηση ή η εκλογή μελών ΔΕΠ, η Διοίκηση επιλαμβανόμενη και πάλι της υπόθεσης, πρέπει να κρίνει από το σημείο, στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και εντεύθεν και, να λάβει υπόψη μόνον εκείνα τα στοιχεία που είχε εκτιμήσει κατά την αρχική της κρίση (ΣτΕ 1871/2003, 4932/1995). Εξάλλου, σύμφωνα με αρχή που συνάγεται από το χαρακτήρα της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, ο μισθός καταβάλλεται κατά κανόνα εξαιτίας της παροχής από το δημόσιο υπάλληλο των υπηρεσιών του, εφόσον δε, δεν προσφέρθηκε υπηρεσία, μισθός οφείλεται μόνον στην περίπτωση, κατά την οποία ο υπάλληλος δεν μπόρεσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του. Επομένως, σε περίπτωση που η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, εκδώσει νέα πράξη διορισμού υπαλλήλου, έχει υποχρέωση να προσδώσει στην πράξη αυτή αναδρομική ισχύ, και να καταβάλει στον υπάλληλο αναδρομικώς τις αποδοχές του, τις οποίες θα εισέπραττε εάν είχε έκτοτε διορισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση γεννάται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο υπάλληλος λόγω της μη καταβολής σε αυτόν των αποδοχών που παράνομα παρέλειψε να του καταβάλει (πρβλ. ΣτΕ 1016/2005, 915/2001) - διατάξεις οι οποίες δεν έχουν θεσπιστεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά αποβλέπουν παράλληλα και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ' ιδίαν προσώπων (ΣτΕ 3919/2001)- πέραν δε της αποζημίωσης αυτής, τα Δικαστήρια δύνανται, επί πλέον, να επιδικάσουν σε βάρος των παραπάνω εύλογη χρηματική ικανοποίηση σε εκείνον που υπέστη προσβολή, μεταξύ άλλων, της προσωπικότητάς του, κατ' ανάλογη εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Α.Κ. (άρθρ. 932).
    5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 296/8-10-2001 πράξη του Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου (307/10-12-2001, τ. ΝΠΔΔ), ο εφεσίβλητος διορίσθηκε, μετά από την εκλογή του σε θέση Δ.Ε.Π. της βαθμίδας του επίκουρου καθηγητή και ανέλαβε καθήκοντα στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του εν λόγω Πανεπιστημίου και στο γνωστικό αντικείμενο «Πολιτική Οικονομία». Η παραπάνω πράξη διορισμού του ακυρώθηκε με την 15/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω μη τήρησης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της, μετά από άσκηση σχετικής αίτησης ακύρωσης από συνυποψήφιο του εφεσιβλήτου για την ίδια θέση. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 8-1-2004 και κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο στις 6-2-2004.Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 49/10-2-2004 Πράξη του Πρύτανη του εν λόγω Πανεπιστημίου, με την οποία ανακλήθηκε ο παραπάνω διορισμός του και διακόπηκε η μισθοδοσία του εφεσιβλήτου από 6-2-2004.Ακολούθως, επαναλήφθηκε η διαδικασία της κρίσης για πλήρωση της παραπάνω θέσης ΔΕΠ και το ειδικό εκλεκτορικό σώμα συνεδρίασε εκ νέου στις 9-12-2004 και επανεξέλεξε τον εφεσίβλητο στην βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή, στο ίδιο τμήμα και γνωστικό αντικείμενο. Στη συνέχεια, διαβίβασε την απόφαση αυτή στον Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου ο οποίος εξέδωσε την 92/7-3-2005 πράξη επαναδιορισμού στην παραπάνω θέση, που δημοσιεύτηκε στην εφ.τ.κ., τ.ΝΠΔΔ στις 13-9-2005. Η πράξη αυτή όριζε ότι η ισχύς της ανατρέχει στο χρόνο της αρχικής του εκλογής δηλαδή στις 10-12-2001, ενώ η μισθοδοσία του εφεσιβλήτου άρχισε στις 16-9-2005, όταν ανέλαβε καθήκοντα. Στη συνέχεια, με την 5416/13-10-2005 αίτηση του προς το Πάντειο Πανεπιστήμιο υποστήριξε ότι η επανεκλογή του ανατρέχει στο χρόνο της αρχικής του εκλογής και ζήτησε την καταβολή των νόμιμων αποδοχών του από 6-2-2004 έως 13-9-2005.Με την από 2-2-2006 αγωγή ο εφεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το εκκαλούν να του καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της ποσό 49.500,60 ευρώ, ως αποζημίωση (κατ' άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ) για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή των αποδοχών του ως επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα καθώς και ποσό 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εν λόγω παράνομη παράλειψη και συνολικά ποσό των 51.500,60 ευρώ. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές του από 6-2-2004, οπότε λόγω ανάκλησης του διορισμού του διεκόπη η μισθοδοσία του έως τις 13-9-2005, όταν ανέλαβε εκ νέου υπηρεσία και του επιδίκασε τα αναφερόμενα στην εισαγωγική σκέψη ποσά. Την κρίση αυτή θεωρεί εσφαλμένη το εκκαλούν Πανεπιστήμιο και ισχυρίζεται ότι ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται κανένα ποσό, γιατί το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν προσέφερε διδακτικό ή διοικητικό έργο και συνεπώς δεν δικαιούται τις αποδοχές της βαθμίδας του.
    6. Επειδή, η ακύρωση, για τυπικό λόγο, με την 15/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, της 296/8-10-2001 πράξης διορισμού του εφεσιβλήτου σε θέση μέλους ΔΕΠ του επίκουρου καθηγητή, επανέφερε την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας πράξης και η, στη συνέχεια, εκδοθείσα 92/7-3-2005 νέα πράξη διορισμού του ανατρέχει στο χρόνο του αρχικού διορισμού, δηλαδή έχει αναδρομική ισχύ ως προς όλες τις συνέπειες. Επομένως, ο εφεσίβλητος δικαιούται τις αποδοχές του επίκουρου καθηγητή κατά το διάστημα που δεν μπόρεσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δηλαδή από 6-2-2004, όταν είχε διακοπεί η μισθοδοσία του, μέχρι 13-9-2005, οπότε αυτός ορκίστηκε και ανέλαβε, πάλι, υπηρεσία, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως, το εκκαλούν είναι υπόχρεο να αποκαταστήσει τη συγκεκριμένη ζημία αυτού, ίση με τις αποδοχές του παραπάνω χρονικού διαστήματος, τις οποίες παράνομα τα όργανα αυτού παρέλειψαν να του καταβάλλουν, ποσού 48.798,80 ευρώ, όπως αυτό καθορίστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν. Ακόμη δε, δεν απαιτείται υπαιτιότητα των οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου, καθόσον η ευθύνη αυτού προς αποζημίωση είναι αντικειμενική (ΣτΕ 740/2001), την δε κατά τα παραπάνω παρανομία της παράλειψης των οργάνων νομίμως ελέγχουν, παρεμπιπτόντως, τα διοικητικά δικαστήρια εκδικάζοντας αγωγή αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ. (άρθρο 80 Κ.Δ.Δ.), οι οποίες, άλλωστε, δεν έχουν θεσπιστεί για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά του δημοσίου συμφέροντος, τα αντιθέτως δε προβαλλόμενα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
    7. Επειδή, κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου (275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.).
    
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2014 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 14 Μαΐου 2014. 

    Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΪΛΕΝΤΑΚΗΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΡΦΑΚΗ 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.