Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

ΟλΣτΕ 3178/2014: ΜΕΤΑΤΑΞΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Το σύστημα «μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού» στις «υπηρεσίες του Δημοσίου», εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχει πεδίο εφαρμογής και στις γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, με την έννοια ότι αυτές περιλαμβάνονται στους φορείς υποδοχείς του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται με βάση τις σχετικές διατάξεις. Οι γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών οργανώνονται και στελεχώνονται από δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων που περιβάλλονται από εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, μεταξύ των οποίων η μονιμότητα. Δεν αποκλείεται κατόπιν ειδικής νομοθετικής προβλέψεως η πρόσληψη στις εν λόγω γραμματείες και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις προϋποθέσεις α) ότι δεν αναιρείται ο συνταγματικός κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως των εν λόγω γραμματειών με μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, β) ότι στους υπαλλήλους αυτούς ανατίθενται καθήκοντα τεχνικής ή ειδικής επιστημονικής φύσεως που δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεως εργασίας τους και γ) ότι παραφυλλάσσονται υπέρ των μονίμων δικαστικών υπαλλήλων τα συνδεόμενα αρρήκτως με την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου καθήκοντα (π.χ. συμμετοχή στην συγκρότηση των δικαστηρίων και στις συνεδριάσεις τους, σύνταξη πρακτικών, συμμετοχή στα δικαστικά συμβούλια κ.λπ.). Αντίθετη μειοψηφία. Για την στελέχωση των γραμματειών των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας με υπαλλήλους στο πλαίσιο της μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού που προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως και για οποιαδήποτε εν γένει μετακίνηση υπαλλήλου στα δικαστήρια, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου, στο οποίο ανήκει, μεταξύ άλλων, η κρίση αν ο υπάλληλος διαθέτει τα προσόντα για να ανταποκριθεί επιτυχώς στα συγκεκριμένα καθήκοντα. Στην κρινόμενη υπόθεση η επίδικη μετακίνηση υπαλλήλων στα εν λόγω δικαστήρια του Πειραιώς διενεργήθηκε χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης. Αναπέμπεται η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να ακολουθηθεί η συνταγματικώς επιβεβλημένη διαδικασία και να υποβληθούν οι υπό «μετακίνηση» («μετάταξη» κ.λπ.) υπάλληλοι στην κρίση του αρμοδίου υπηρεσιακού (δικαστικού) συμβουλίου. 


Αριθμός 3178/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου και Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 

    Για να δικάσει την από 2 Αυγούστου 2013 αίτηση:
του Σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Πειραιά», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής (Σκουζέ 3-5), το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Παναγιώτη Δέγλερη (Α.Μ. 2845 Δ.Σ. Πειραιώς), που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος του Σωματείου,
    κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους : α. Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και β. Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
    Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της από 6 Σεπτεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
    Με την αίτηση αυτή το αιτούν Σωματείο επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Φ.Ε.Κ. Γ' 601/14.6.2013) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
    Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
    Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μακρή.
    Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
    Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1304655, 3638095/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
    2. Επειδή με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Γ΄ 601/14.6.2013), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2 και Ζ.1 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (φ. 222/12.11.2012), ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετατάχθηκαν στα (πολιτικά-ποινικά) δικαστήρια του Πειραιώς με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων.
    3. Επειδή η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της μείζονος σπουδαιότητάς της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 2 εδάφιο α΄ του π.δ. 18/1989 (φ. 8), κατόπιν της από 6.9.2013 πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου.
    4. Επειδή με την 1/18.2.2013 απόφαση-ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Β΄ 386/21.2.2013), η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων της περιπτώσεως 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ 559/8.1.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Β΄ 7) και κατόπιν της 1/18.2.2013 γνωμοδοτήσεως του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παράγραφος 3 του ν. 4024/2011 (φ. 226), κλήθηκαν « ... οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των φορέων, υπάλληλοι των οποίων - κατηγορίας ΙΔΑΧ ΔΕ, των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού - Οικονομικού, Διοικητικών γραμματέων και παρεμφερών ειδικοτήτων - τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, λόγω κατάργησης θέσεων, δυνάμει της διατάξεως της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.4 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ... , εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [όπως] συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων, προκειμένου να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σε θέσεις προσωπικού Ειδικοτήτων ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ' αριθμ. ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ.559/8.1.2013 - απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης .... » (παράγραφος 1), κλήθηκαν δε, περαιτέρω, «οι ως άνω υπάλληλοι, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως υποβάλουν, στη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού της υπηρεσίας στην οποία κατείχαν οργανική θέση, Αίτηση-Δήλωση προτίμησης θέσεων, καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία τυχόν δεν περιλαμβάνονται στα προσωπικά τους μητρώα» (παράγραφος 2). Στην ίδια απόφαση-ανακοίνωση διαλαμβάνεται επίσης ότι: «οι φορείς που υπέβαλαν αίτημα για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών τους και ο αριθμός των υπαλλήλων που θα διατεθεί σε κάθε φορέα, αναφέρονται ανά διοικητική μονάδα και έδρα, στο συνημμένο πίνακα, μετά την αξιολόγηση του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και την υπ' αριθμ. 1/18.2.2013 γνωμοδότησή του» (παράγραφος 3), στον εν λόγω δε πίνακα (βλ. σελίδα 8534 του σχετικού φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως) περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια του Πειραιώς (Πρωτοδικείο και Εφετείο, Εισαγγελία Πρωτοδικών και Εισαγγελία Εφετών, Ειρηνοδικείο και Πταισματοδικείο, καθώς και το Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας). Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, με την οποία μετατάχθηκαν σε δικαστήρια (στα οποία περιλαμβάνονται δικαστήρια του Πειραιώς και ειδικότερα του Ειρηνοδικείου, του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και της Εισαγγελίας Εφετών) ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από συγκεκριμένους εν γένει δημόσιους φορείς σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με την ίδια εργασιακή σχέση. Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι: «οι ανωτέρω συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την Υπηρεσία των υπαλλήλων που τις κατέχουν. Η μετάταξη γίνεται με παράλληλη δέσμευση κενών οργανικών θέσεων τακτικού προσωπικού, οι οποίες δεν πληρούνται για όσο χρόνο υφίστανται οι προσωποπαγείς θέσεις. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν κενές θέσεις προς δέσμευση, η μεταφορά των υπαλλήλων γίνεται με δέσμευση ισάριθμων θέσεων που θα κενώνονται. Οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι κατατάσσονται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που οι υπάλληλοι κατείχαν την ημέρα της δημοσίευσης του ν. 4093/2012».
    4. Επειδή το αιτούν σωματείο επικαλείται με την κρινόμενη αίτηση, το από 5.12.2013 υπόμνημα και το κατατεθέν μετά την συζήτηση από 12.12.2013 υπόμνημά του, το προσκομισθέν καταστατικό του (που εγκρίθηκε με την 980/19.11.1945 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τροποποιήθηκε με την 98/28.4.1975 απόφαση του ιδίου Πρωτοδικείου), σύμφωνα με το οποίο έχει σκοπό την προαγωγή και υπεράσπιση των «επαγγελματικών, οικονομικών, ηθικών και κοινωνικών συμφερόντων» των μελών του, δικαστικών υπαλλήλων στα δικαστήρια του Πειραιώς (άρθρο 2), προβάλλει δε ότι η επίδικη μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα δικαστήρια αυτά «παράγει δυσμενέστατες συνέπειες και μάλιστα άμεσα σε βάρος των ήδη υπηρετούντων» στα δικαστήρια του Πειραιώς δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι είναι μέλη του. Εν όψει των προαναφερθέντων, με έννομο συμφέρον το αιτούν σωματείο επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως κατά το μνησθέν μέρος, ισχυριζόμενο ότι η πληττόμενη μεταφορά υπαλλήλων με την κατά τα προεκτεθέντα παράλληλη δέσμευση οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων έχει επιπτώσεις στην αποτελεσματική λειτουργία των δικαστηρίων του Πειραιώς και κατά συνέπεια επηρεάζει δυσμενώς και τις συνθήκες εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων που είναι μέλη του (βλ. ΣτΕ 3355/2013 Ολομέλεια).
    5. Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 92 (όπως ισχύει μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής) ότι: «1. Οι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι μόνιμοι. Μπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει. 2. Νόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά. 3. Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους, τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει. 4. ... ».
    6. Επειδή ο κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (φ. 35) ορίζει στο άρθρο 3 ότι: «1. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων της γραμματείας ορίζεται με νόμο. 2. Η κατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων της γραμματείας στα δικαστήρια και στις εισαγγελίες γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή τους κίνηση, των μεν δικαστικών λειτουργών με προεδρικό διάταγμα, των δε υπαλλήλων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ... (η παράγραφος 2 όπως ισχύει μετά το άρθρο 6 παράγραφος 8 του ν. 2408/1996, φ. 104)», στο άρθρο 7 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 του ν. 1868/1989, φ. 230) ότι: «1. Για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου απαιτείται η παρουσία του γραμματέα του, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας και ο νόμιμος αναπληρωτής του, καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10 παρ. 6. 2. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας ειρηνοδικείου, το δικαστήριο συγκροτείται και χωρίς αυτόν και τα πρακτικά τηρούνται από τον ειρηνοδίκη. 3. ... » και στο άρθρο 10 ότι: «1. Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία λειτουργεί γραμματεία. 2. Της γραμματείας του δικαστηρίου προΐσταται ο δικαστής ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που το διευθύνει και της γραμματείας της εισαγγελίας ο εισαγγελέας που τη διευθύνει. 3. Ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, του δικαστικού συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Συντάσσει με ευθύνη δική του, και του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, τα πρακτικά, τις εκθέσεις, τις πράξεις και τα άλλα έγγραφα που απαιτεί ο νόμος για την πιστοποίηση των δικαστικών ενεργειών. Εκδίδει τα απόγραφα και αντίγραφα, τα πιστοποιητικά και αποσπάσματα, τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και φυλάει το αρχείο και τα άλλα αντικείμενα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Διαχειρίζεται την πίστωση για την γραφική ύλη και παραλαμβάνει οτιδήποτε πρέπει να παρακατατεθεί στο δικαστήριο. Οφείλει να σημειώνει τα εισπρακτέα τέλη του εκδιδόμενου απογράφου ή κατατιθέμενου εγγράφου. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για τη χορήγηση απογράφου, αντιγράφου, πιστοποιητικού και άλλων εγγράφων, αποφαίνεται ο προϊστάμενος της γραμματείας. 4. Αν δεν υπάρχει γραμματέας ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνει στη διεύθυνση των υπηρεσιών της γραμματείας ο επόμενός του ιεραρχικά, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της γραμματείας και στα λοιπά καθήκοντά του ο υπάλληλος που ορίζεται από το γραμματέα που διευθύνει τη γραμματεία. 5. Αν η αναπλήρωση του γραμματέα δεν είναι δυνατή από υπάλληλο του ίδιου δικαστηρίου ή της ίδιας εισαγγελίας, αναπληρώνεται, ύστερα από παραγγελία του προϊσταμένου της γραμματείας, από γραμματέα ... 6. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν υπάρχει γραμματέας και είναι αδύνατη η αναπλήρωσή του από άλλο δικαστικό υπάλληλο, ο προϊστάμενος της γραμματείας αναθέτει προσωρινά την εκτέλεση των καθηκόντων του γραμματέα σ' οποιοδήποτε ημεδαπό κρίνει κατάλληλο. .... Η ανάθεση των προσωρινών αυτών καθηκόντων, γίνεται με πράξη που κοινοποιείται στο διοριζόμενο ο οποίος οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως σ' αυτόν που τον διόρισε και, αφού δώσει τον όρκο της υπηρεσίας, να αναλάβει τα καθήκοντά του .... ». Εξ άλλου ο κώδικας δικαστικών υπαλλήλων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2812/2000 (φ. 67) ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι δικαστικοί υπάλληλοι. 2. Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω, Λέρου (η παράγραφος 2 όπως ισχύει μετά το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ν. 3472/2006, φ. 135)», στο άρθρο 8 ότι: «1. Ο προγραμματισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων στις γραμματείες και υπηρεσίες των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ... . 2. Η πλήρωση των θέσεων δικαστικών υπαλλήλων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για τους υπαλλήλους των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. 3. ..... », στο άρθρο 9 ότι: «1. Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία, με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος, αφορά την πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση, την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος», στο άρθρο 11 ότι: «1. Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του από το διοριζόμενο. 2. Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία». Επίσης ο κώδικας δικαστικών υπαλλήλων προβλέπει στις διατάξεις των άρθρων 16-18 τους τομείς, τις κατηγορίες και τους κλάδους-ειδικότητες των θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων, στις διατάξεις του άρθρου 20 την βαθμολογική κλίμακα των θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων και ορίζει ειδικότερα στην παράγραφο 3 ότι: «Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι, σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά». Επί πλέον ο ίδιος κώδικας στο άρθρο 21 περιέχει διατάξεις για τα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια, ορίζοντας ειδικότερα στην παράγραφο 2 ότι: «Τα παραπάνω συμβούλια αποφασίζουν για την προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων, την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Επίσης αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, υπηρεσιακού συμβουλίου» και στα άρθρα 83-84 περιέχει διατάξεις για τις μετατάξεις δικαστικών υπαλλήλων που διενεργούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου.
    7. Επειδή περαιτέρω ο ν. 4093/2012 ορίζει στο άρθρο πρώτο ότι: « ... Ζ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1. ΜΕΤΑΤΑΞΗ-ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ. 1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄ όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. ...... 3. Η μετάταξη ή μεταφορά κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσης του. … 4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Μέχρι 31.12.2012 αίτημα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να υποβάλλεται οποτεδήποτε. Το αίτημα πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένο ως προς τις ανάγκες του φορέα σε προσωπικό, τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά κλάδους και ειδικότητες και τους λόγους για τους οποίους ανέκυψαν οι σχετικές ανάγκες. Το ανωτέρω συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών σχετικά με τις υφιστάμενες ανάγκες σε προσωπικό των αιτούντων φορέων, καθώς και με τους φορείς από τους οποίους, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών, υπάρχει δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού. Ακολούθως ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία καθορίζονται τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων που απαιτούνται για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της για την υποβολή δηλώσεων των υπαλλήλων των φορέων προέλευσης που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή να μεταφερθούν. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία η αρμόδια μονάδα προσωπικού κάθε φορέα προέλευσης καταρτίζει πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για μετάταξη ή μεταφορά, ανεξαρτήτως εάν έχουν υποβάλλει σχετική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θέσεών τους κατά την επόμενη υποπαράγραφο. Ο πίνακας κοινοποιείται εντός της ίδιας προθεσμίας στο υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα προέλευσης, εφόσον υπάρχει τέτοιο συμβούλιο. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διατυπώνει απλή γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση σε αυτό των ως άνω στοιχείων, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες για τη μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Οι πίνακες που κατήρτισαν οι οργανικές μονάδες προσωπικού των φορέων προέλευσης μαζί με τις δηλώσεις των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων των φορέων προέλευσης που έχουν τέτοια συμβούλια, διαβιβάζονται εντός δύο (2) ημερών από τις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού των φορέων προέλευσης στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο γνωμοδοτεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προέλευσης και τη σειρά προτεραιότητας τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προέλευσης και υποδοχής. Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ή καταργούνται θέσεις σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου. ... 8. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2. ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ. 1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. .... Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως ... β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. ... 3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. .... ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.4. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΕΩΝ. 1.1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ... 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2. του παρόντος». Με την ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ. 559/8.1.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης «Ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων διαδικασίας και κριτηρίων κινητικότητας υπαλλήλων κατά το άρθρο πρώτο παρ. Ζ΄ (υποπαρ. Ζ.1. και Ζ.2.) του ν. 4093/2012», που εκδόθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων της υποπαραγράφου Ζ.1 (περίπτωση 8) και της υποπαραγράφου Ζ.2 (περίπτωση 5) της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ρυθμίζονται, θέματα μεταξύ άλλων σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής, τις αρμοδιότητες των οργάνων και την μετάταξη ή μεταφορά μονίμων υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο της κινητικότητας (μετατάξεως-μεταφοράς) του εν λόγω προσωπικού που θεσπίσθηκε με την παράγραφο Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
    8. Επειδή με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012, σύμφωνα και με την οικεία εισηγητική έκθεση, αναμορφώνονται και διευρύνονται οι νομοθετικές ρυθμίσεις της λεγομένης «κινητικότητας» των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα που είχαν εισαχθεί με το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Περαιτέρω με την υποπαράγραφο Ζ.1. της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 θεσπίζεται το μέτρο της υποχρεωτικής μετακινήσεως (μετατάξεως, μεταφοράς) προσωπικού με μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς να θίγονται οι πάγιες ρυθμίσεις της εκούσιας μετατάξεως των υπαλλήλων. Συναφώς ορίζεται ότι η μετάταξη ή μεταφορά, κατά την περίπτωση αυτή, δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή την σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει την νομική φύση των σχέσεων αυτών. Η εν λόγω υποχρεωτική μετακίνηση διενεργείται με τα κριτήρια και την διαδικασία που προβλέπονται στην προαναφερόμενη περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1. αλλά και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α΄ της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ. 559/8.1.2013 υπουργικής αποφάσεως. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των τελευταίων αυτών νομοθετημάτων, η εν λόγω «κινητικότητα» διενεργείται με γνώμονα τις υφιστάμενες κάθε φορά υπηρεσιακές ανάγκες, η εκτίμηση των οποίων γίνεται με την μεσολάβηση, μεταξύ άλλων, του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παράγραφος 3 του ν. 4024/2011, στο οποίο προεδρεύει Πρόεδρος Τμήματος ή Αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού. Το συμβούλιο αυτό γνωμοδοτεί για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προελεύσεως με την σειρά προτεραιότητάς τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προελεύσεως και υποδοχής. Κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας το συμβούλιο λαμβάνει υπ' όψιν, μεταξύ άλλων, τον οριστικό πίνακα βαθμολογίας, κατάταξης και διάθεσης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, ο οποίος έχει συνταχθεί με την προβλεπόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012 και της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ 559/8.1.2013 υπουργικής αποφάσεως διαδικασία. Ακολουθεί η απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης περί της μετατάξεως ή μεταφοράς υπαλλήλου. Στις υποπαραγράφους Ζ.2. και Ζ.4. της ιδίας παραγράφου Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίζονται οι περιπτώσεις, αντιστοίχως, μετατάξεως α) μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται και β) προσωπικού κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ΔΕ ορισμένων ρητώς αναφερόμενων στον νόμο ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που βρίσκεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεων. Ως φορείς υποδοχείς του μετατασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων Ζ.1., Ζ.2. και Ζ.4. ορίζονται οι υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου και δεύτερου βαθμού. Τέλος το εν λόγω σύστημα «μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού» στις εν γένει «υπηρεσίες του Δημοσίου», εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και εν όψει του προαναφερθέντος σκοπού του, έχει πεδίο εφαρμογής και στις γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, με την έννοια ότι αυτές περιλαμβάνονται στους φορείς υποδοχείς του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται με βάση τις σχετικές διατάξεις. Κατά συνέπεια αβασίμως προβάλλεται ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις εν όψει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχουν πεδίο εφαρμογής επί μετατάξεως ή μεταφοράς προσωπικού στις γραμματείες των δικαστηρίων.
    9. Επειδή κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2812/2000) και του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988), που παρατέθηκαν στην 5η και 6η σκέψη, οι γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών οργανώνονται και στελεχώνονται από δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων που περιβάλλονται από εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, μεταξύ των οποίων η μονιμότητα (ΣτΕ 1540/2013 Ολομέλεια, 195/2013 Ολομέλεια, 1482/2002, 108-116/1997 Ολομέλεια). Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων δεν αποκλείεται κατόπιν ειδικής νομοθετικής προβλέψεως η πρόσληψη στις εν λόγω γραμματείες και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις προϋποθέσεις α) ότι δεν αναιρείται ο συνταγματικός κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως των εν λόγω γραμματειών με μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, β) ότι στους υπαλλήλους αυτούς ανατίθενται καθήκοντα τεχνικής ή ειδικής επιστημονικής φύσεως που δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεως εργασίας τους και γ) ότι παραφυλλάσσονται υπέρ των μονίμων δικαστικών υπαλλήλων τα συνδεόμενα αρρήκτως με την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου καθήκοντα (π.χ. συμμετοχή στην συγκρότηση των δικαστηρίων και στις συνεδριάσεις τους, σύνταξη πρακτικών, συμμετοχή στα δικαστικά συμβούλια κ.λπ.), (πρβλ. ΣτΕ 1715-1722, 1770, 1809/1983 Ολομέλεια, 4356/1976 Ολομέλεια, βλ. και 1540/2013 Ολομέλεια). Επομένως αβασίμως προβάλλονται τα αντίθετα με την κρινόμενη αίτηση. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Γ. Τσιμέκας, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη άποψη: Το Σύνταγμα εντάσσει τις ρυθμίσεις του υπηρεσιακού καθεστώτος των δικαστικών υπαλλήλων στο Τμήμα Ε΄ υπό τον τίτλο «Δικαστική Εξουσία» και συγκεκριμένα στο άρθρο 92, όχι δε στο Τμήμα ΣΤ΄ υπό τον τίτλο «Διοίκηση». Ορίζεται δε ρητώς (άρθρο 92 παρ. 1) ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι μόνιμοι και ότι η διενέργεια των σοβαρότερων υπηρεσιακών μεταβολών (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις) γίνεται μετά από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους (παρ. 3). Οι συγκεκριμένες εγγυήσεις αποβλέπουν αφ' ενός μεν στην προστασία των δικαστικών υπαλλήλων αφ' ετέρου δε στην πλήρη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων (βλ. Ολομ. ΣτΕ 3773/2011, 2909/1986). Και ενώ στο άρθρο 103 παρ. 3 του Συντάγματος προβλέπεται η δυνατότητα ιδρύσεως θέσεων ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού και η πλήρωσή τους με προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται από το Σύνταγμα στον νομοθέτη όσον αφορά την πλήρωση των κενών θέσεων στις γραμματείες όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών (βλ. ΣτΕ 1751/1997, 4930/1996, 2295/1990, βλ. και άρθρο 18 του ν. 2812/2000). Για τον λόγο αυτό και με σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 και της υποπαρ. Ζ.1. της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των «κρατικών υπαλλήλων» και επομένως οι προσβαλλόμενες πράξεις καθ' ό μέρος προβλέπουν την μετάταξη υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια του Πειραιώς με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων είναι εξ αυτού του λόγου παράνομες και ακυρωτέες. ’λλως και υπό την εκδοχή ότι ο νομοθέτης ήθελε εν προκειμένω να εντάξει στους «κρατικούς υπαλλήλους» και τους δικαστικούς υπαλλήλους η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και άρα μη εφαρμοστέα εν προκειμένω. Μειοψήφησε επίσης και η Σύμβουλος Ο. Ζύγουρα καθώς και η Πάρεδρος Κασ. Μαρίνου, οι οποίες υποστήριξαν τα εξής: με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ρητώς ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι, αποτελούντες, κατά το Σύνταγμα, ιδιαίτερη κατηγορία υπαλλήλων του κράτους, είναι μόνιμοι. Επομένως, εν όψει της αδιαστίκτου διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, που αποτελεί ειδική διάταξη εν σχέσει προς τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή, προκειμένου περί δικαστικών υπαλλήλων- η δημιουργία θέσεων προσωπικού προσλαμβανομένου για ωρισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή η πλήρωση θέσεων ειδικού επιστημονικού ή τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού με προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 103 του Συντάγματος. Διάφορο δε είναι το ζήτημα, αν, προκειμένου περί βοηθητικών της ομαλής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών καθηκόντων, ειδικού τεχνικού ή επιστημονικού αντικειμένου, αυτά δύνανται να ανατίθενται σε τρίτα προς τη δικαστική λειτουργία φυσικά ή νομικά πρόσωπα με βάση συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, συναπτόμενες κατά τις οικείες διατάξεις. Υπό τα δεδομένα αυτά, και κατά την ειδική αυτή μειοψηφούσα γνώμη, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως παρίσταται βάσιμος και θα έπρεπε να γίνη δεκτός.
    10. Επειδή περαιτέρω σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και τον σκοπό των σχετικών εγγυήσεων, για την στελέχωση των γραμματειών των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας με υπαλλήλους στο πλαίσιο της μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού που προβλέπουν οι προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως και για οποιαδήποτε εν γένει μετακίνηση υπαλλήλου στα δικαστήρια, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου, στο οποίο ανήκει, μεταξύ άλλων, η κρίση αν ο υπάλληλος διαθέτει τα προσόντα για να ανταποκριθεί επιτυχώς στα συγκεκριμένα καθήκοντα (ΣτΕ 1/2014 σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, βλ. και 2909/1986 Ολομέλεια).
    11. Επειδή στην κρινόμενη υπόθεση η επίδικη μετακίνηση υπαλλήλων στα εν λόγω δικαστήρια του Πειραιώς διενεργήθηκε χωρίς την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου. Εν όψει των προαναφερθέντων, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν «μετατάσσονται» υπάλληλοι στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια του Πειραιώς, να αναπεμφθεί δε η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να ακολουθηθεί η συνταγματικώς επιβεβλημένη διαδικασία και να υποβληθούν οι υπό «μετακίνηση» («μετάταξη» κ.λπ.) υπάλληλοι στην κρίση του αρμοδίου υπηρεσιακού (δικαστικού) συμβουλίου, σύμφωνα με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 4250/2014 (φ. 74/26.3.2014), που ορίζουν ότι: «1. Για τη μετάταξη υπαλλήλων που τελούν ή τέλεσαν σε διαθεσιμότητα στις γραμματείες των Δικαστικών Υπηρεσιών, τα αρμόδια Δικαστικά - Υπηρεσιακά Συμβούλια του άρθρου 21 του ν. 2812/2000 εγκρίνουν τον πίνακα επιλογής του οικείου Τριμελούς Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή του Τριμελούς Συμβουλίου της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο καταρτίζει ενιαίο για όλους τους φορείς πίνακα διάθεσης, πριν από την έκδοση απόφασης μετάταξης του οργάνου διοίκησης στη Δικαστική Υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται οι υπάλληλοι. Τα ως άνω Συμβούλια επιλαμβάνονται για κάθε θέμα που αφορά την υπηρεσιακή τους κατάσταση, καθώς και για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επ’ αυτών, κατά τα ισχύοντα για όλους τους Δικαστικούς Υπαλλήλους. 2. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου έχει εφαρμογή και για όλους όσους έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στις Δικαστικές Υπηρεσίες της χώρας, με κάθε τρόπο, προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 4024/2011».
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Γ΄ 601/14.6.2013), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή, ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετατάχθηκαν στα (πολιτικά-ποινικά) δικαστήρια του Πειραιώς, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων και αναπέμπει την υπόθεση στην Διοίκηση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
    Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
    Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 31η Ιανουαρίου, 27η Φεβρουαρίου και 31η Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014.
     Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

ΟλΣτΕ 3178/2014: ΜΕΤΑΤΑΞΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Το σύστημα «μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού» στις «υπηρεσίες του Δημοσίου», εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχει πεδίο εφαρμογής και στις γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, με την έννοια ότι αυτές περιλαμβάνονται στους φορείς υποδοχείς του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται με βάση τις σχετικές διατάξεις. Οι γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών οργανώνονται και στελεχώνονται από δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων που περιβάλλονται από εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, μεταξύ των οποίων η μονιμότητα. Δεν αποκλείεται κατόπιν ειδικής νομοθετικής προβλέψεως η πρόσληψη στις εν λόγω γραμματείες και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις προϋποθέσεις α) ότι δεν αναιρείται ο συνταγματικός κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως των εν λόγω γραμματειών με μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, β) ότι στους υπαλλήλους αυτούς ανατίθενται καθήκοντα τεχνικής ή ειδικής επιστημονικής φύσεως που δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεως εργασίας τους και γ) ότι παραφυλλάσσονται υπέρ των μονίμων δικαστικών υπαλλήλων τα συνδεόμενα αρρήκτως με την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου καθήκοντα (π.χ. συμμετοχή στην συγκρότηση των δικαστηρίων και στις συνεδριάσεις τους, σύνταξη πρακτικών, συμμετοχή στα δικαστικά συμβούλια κ.λπ.). Αντίθετη μειοψηφία. Για την στελέχωση των γραμματειών των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας με υπαλλήλους στο πλαίσιο της μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού που προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως και για οποιαδήποτε εν γένει μετακίνηση υπαλλήλου στα δικαστήρια, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου, στο οποίο ανήκει, μεταξύ άλλων, η κρίση αν ο υπάλληλος διαθέτει τα προσόντα για να ανταποκριθεί επιτυχώς στα συγκεκριμένα καθήκοντα. Στην κρινόμενη υπόθεση η επίδικη μετακίνηση υπαλλήλων στα εν λόγω δικαστήρια του Πειραιώς διενεργήθηκε χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης. Αναπέμπεται η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να ακολουθηθεί η συνταγματικώς επιβεβλημένη διαδικασία και να υποβληθούν οι υπό «μετακίνηση» («μετάταξη» κ.λπ.) υπάλληλοι στην κρίση του αρμοδίου υπηρεσιακού (δικαστικού) συμβουλίου. 


Αριθμός 3178/2014 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου και Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 

    Για να δικάσει την από 2 Αυγούστου 2013 αίτηση:
του Σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Πειραιά», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής (Σκουζέ 3-5), το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Παναγιώτη Δέγλερη (Α.Μ. 2845 Δ.Σ. Πειραιώς), που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος του Σωματείου,
    κατά του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους : α. Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και β. Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
    Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της από 6 Σεπτεμβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
    Με την αίτηση αυτή το αιτούν Σωματείο επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Φ.Ε.Κ. Γ' 601/14.6.2013) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
    Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
    Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μακρή.
    Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
    Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1304655, 3638095/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
    2. Επειδή με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Γ΄ 601/14.6.2013), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2 και Ζ.1 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (φ. 222/12.11.2012), ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετατάχθηκαν στα (πολιτικά-ποινικά) δικαστήρια του Πειραιώς με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων.
    3. Επειδή η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της μείζονος σπουδαιότητάς της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 2 εδάφιο α΄ του π.δ. 18/1989 (φ. 8), κατόπιν της από 6.9.2013 πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου.
    4. Επειδή με την 1/18.2.2013 απόφαση-ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Β΄ 386/21.2.2013), η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων της περιπτώσεως 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ 559/8.1.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Β΄ 7) και κατόπιν της 1/18.2.2013 γνωμοδοτήσεως του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παράγραφος 3 του ν. 4024/2011 (φ. 226), κλήθηκαν « ... οι Διευθύνσεις Διοικητικού/Προσωπικού των φορέων, υπάλληλοι των οποίων - κατηγορίας ΙΔΑΧ ΔΕ, των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού - Οικονομικού, Διοικητικών γραμματέων και παρεμφερών ειδικοτήτων - τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, λόγω κατάργησης θέσεων, δυνάμει της διατάξεως της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Ζ.4 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ... , εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [όπως] συντάξουν με ευθύνη τους πίνακες συνδρομής κριτηρίων των ως άνω υπαλλήλων, προκειμένου να διατεθούν και τοποθετηθούν στους φορείς υποδοχής της παρούσας Ανακοίνωσης, σε θέσεις προσωπικού Ειδικοτήτων ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ' αριθμ. ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ.559/8.1.2013 - απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης .... » (παράγραφος 1), κλήθηκαν δε, περαιτέρω, «οι ως άνω υπάλληλοι, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως υποβάλουν, στη Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού της υπηρεσίας στην οποία κατείχαν οργανική θέση, Αίτηση-Δήλωση προτίμησης θέσεων, καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα οποία τυχόν δεν περιλαμβάνονται στα προσωπικά τους μητρώα» (παράγραφος 2). Στην ίδια απόφαση-ανακοίνωση διαλαμβάνεται επίσης ότι: «οι φορείς που υπέβαλαν αίτημα για την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών τους και ο αριθμός των υπαλλήλων που θα διατεθεί σε κάθε φορέα, αναφέρονται ανά διοικητική μονάδα και έδρα, στο συνημμένο πίνακα, μετά την αξιολόγηση του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 και την υπ' αριθμ. 1/18.2.2013 γνωμοδότησή του» (παράγραφος 3), στον εν λόγω δε πίνακα (βλ. σελίδα 8534 του σχετικού φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως) περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια του Πειραιώς (Πρωτοδικείο και Εφετείο, Εισαγγελία Πρωτοδικών και Εισαγγελία Εφετών, Ειρηνοδικείο και Πταισματοδικείο, καθώς και το Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας). Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, με την οποία μετατάχθηκαν σε δικαστήρια (στα οποία περιλαμβάνονται δικαστήρια του Πειραιώς και ειδικότερα του Ειρηνοδικείου, του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και της Εισαγγελίας Εφετών) ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από συγκεκριμένους εν γένει δημόσιους φορείς σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με την ίδια εργασιακή σχέση. Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι: «οι ανωτέρω συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την Υπηρεσία των υπαλλήλων που τις κατέχουν. Η μετάταξη γίνεται με παράλληλη δέσμευση κενών οργανικών θέσεων τακτικού προσωπικού, οι οποίες δεν πληρούνται για όσο χρόνο υφίστανται οι προσωποπαγείς θέσεις. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν κενές θέσεις προς δέσμευση, η μεταφορά των υπαλλήλων γίνεται με δέσμευση ισάριθμων θέσεων που θα κενώνονται. Οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι κατατάσσονται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που οι υπάλληλοι κατείχαν την ημέρα της δημοσίευσης του ν. 4093/2012».
    4. Επειδή το αιτούν σωματείο επικαλείται με την κρινόμενη αίτηση, το από 5.12.2013 υπόμνημα και το κατατεθέν μετά την συζήτηση από 12.12.2013 υπόμνημά του, το προσκομισθέν καταστατικό του (που εγκρίθηκε με την 980/19.11.1945 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τροποποιήθηκε με την 98/28.4.1975 απόφαση του ιδίου Πρωτοδικείου), σύμφωνα με το οποίο έχει σκοπό την προαγωγή και υπεράσπιση των «επαγγελματικών, οικονομικών, ηθικών και κοινωνικών συμφερόντων» των μελών του, δικαστικών υπαλλήλων στα δικαστήρια του Πειραιώς (άρθρο 2), προβάλλει δε ότι η επίδικη μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα δικαστήρια αυτά «παράγει δυσμενέστατες συνέπειες και μάλιστα άμεσα σε βάρος των ήδη υπηρετούντων» στα δικαστήρια του Πειραιώς δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι είναι μέλη του. Εν όψει των προαναφερθέντων, με έννομο συμφέρον το αιτούν σωματείο επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως κατά το μνησθέν μέρος, ισχυριζόμενο ότι η πληττόμενη μεταφορά υπαλλήλων με την κατά τα προεκτεθέντα παράλληλη δέσμευση οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων έχει επιπτώσεις στην αποτελεσματική λειτουργία των δικαστηρίων του Πειραιώς και κατά συνέπεια επηρεάζει δυσμενώς και τις συνθήκες εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων που είναι μέλη του (βλ. ΣτΕ 3355/2013 Ολομέλεια).
    5. Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 92 (όπως ισχύει μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής) ότι: «1. Οι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι μόνιμοι. Μπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει. 2. Νόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά. 3. Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους, τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει. 4. ... ».
    6. Επειδή ο κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (φ. 35) ορίζει στο άρθρο 3 ότι: «1. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων της γραμματείας ορίζεται με νόμο. 2. Η κατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων της γραμματείας στα δικαστήρια και στις εισαγγελίες γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή τους κίνηση, των μεν δικαστικών λειτουργών με προεδρικό διάταγμα, των δε υπαλλήλων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ... (η παράγραφος 2 όπως ισχύει μετά το άρθρο 6 παράγραφος 8 του ν. 2408/1996, φ. 104)», στο άρθρο 7 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 του ν. 1868/1989, φ. 230) ότι: «1. Για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου απαιτείται η παρουσία του γραμματέα του, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας και ο νόμιμος αναπληρωτής του, καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10 παρ. 6. 2. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας ειρηνοδικείου, το δικαστήριο συγκροτείται και χωρίς αυτόν και τα πρακτικά τηρούνται από τον ειρηνοδίκη. 3. ... » και στο άρθρο 10 ότι: «1. Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία λειτουργεί γραμματεία. 2. Της γραμματείας του δικαστηρίου προΐσταται ο δικαστής ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που το διευθύνει και της γραμματείας της εισαγγελίας ο εισαγγελέας που τη διευθύνει. 3. Ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, του δικαστικού συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Συντάσσει με ευθύνη δική του, και του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, τα πρακτικά, τις εκθέσεις, τις πράξεις και τα άλλα έγγραφα που απαιτεί ο νόμος για την πιστοποίηση των δικαστικών ενεργειών. Εκδίδει τα απόγραφα και αντίγραφα, τα πιστοποιητικά και αποσπάσματα, τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και φυλάει το αρχείο και τα άλλα αντικείμενα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Διαχειρίζεται την πίστωση για την γραφική ύλη και παραλαμβάνει οτιδήποτε πρέπει να παρακατατεθεί στο δικαστήριο. Οφείλει να σημειώνει τα εισπρακτέα τέλη του εκδιδόμενου απογράφου ή κατατιθέμενου εγγράφου. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για τη χορήγηση απογράφου, αντιγράφου, πιστοποιητικού και άλλων εγγράφων, αποφαίνεται ο προϊστάμενος της γραμματείας. 4. Αν δεν υπάρχει γραμματέας ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνει στη διεύθυνση των υπηρεσιών της γραμματείας ο επόμενός του ιεραρχικά, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της γραμματείας και στα λοιπά καθήκοντά του ο υπάλληλος που ορίζεται από το γραμματέα που διευθύνει τη γραμματεία. 5. Αν η αναπλήρωση του γραμματέα δεν είναι δυνατή από υπάλληλο του ίδιου δικαστηρίου ή της ίδιας εισαγγελίας, αναπληρώνεται, ύστερα από παραγγελία του προϊσταμένου της γραμματείας, από γραμματέα ... 6. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν υπάρχει γραμματέας και είναι αδύνατη η αναπλήρωσή του από άλλο δικαστικό υπάλληλο, ο προϊστάμενος της γραμματείας αναθέτει προσωρινά την εκτέλεση των καθηκόντων του γραμματέα σ' οποιοδήποτε ημεδαπό κρίνει κατάλληλο. .... Η ανάθεση των προσωρινών αυτών καθηκόντων, γίνεται με πράξη που κοινοποιείται στο διοριζόμενο ο οποίος οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως σ' αυτόν που τον διόρισε και, αφού δώσει τον όρκο της υπηρεσίας, να αναλάβει τα καθήκοντά του .... ». Εξ άλλου ο κώδικας δικαστικών υπαλλήλων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2812/2000 (φ. 67) ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι δικαστικοί υπάλληλοι. 2. Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω, Λέρου (η παράγραφος 2 όπως ισχύει μετά το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ν. 3472/2006, φ. 135)», στο άρθρο 8 ότι: «1. Ο προγραμματισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων στις γραμματείες και υπηρεσίες των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ... . 2. Η πλήρωση των θέσεων δικαστικών υπαλλήλων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για τους υπαλλήλους των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. 3. ..... », στο άρθρο 9 ότι: «1. Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία, με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος, αφορά την πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση, την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος», στο άρθρο 11 ότι: «1. Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του από το διοριζόμενο. 2. Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία». Επίσης ο κώδικας δικαστικών υπαλλήλων προβλέπει στις διατάξεις των άρθρων 16-18 τους τομείς, τις κατηγορίες και τους κλάδους-ειδικότητες των θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων, στις διατάξεις του άρθρου 20 την βαθμολογική κλίμακα των θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων και ορίζει ειδικότερα στην παράγραφο 3 ότι: «Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι, σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά». Επί πλέον ο ίδιος κώδικας στο άρθρο 21 περιέχει διατάξεις για τα δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια, ορίζοντας ειδικότερα στην παράγραφο 2 ότι: «Τα παραπάνω συμβούλια αποφασίζουν για την προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων, την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Επίσης αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, υπηρεσιακού συμβουλίου» και στα άρθρα 83-84 περιέχει διατάξεις για τις μετατάξεις δικαστικών υπαλλήλων που διενεργούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου.
    7. Επειδή περαιτέρω ο ν. 4093/2012 ορίζει στο άρθρο πρώτο ότι: « ... Ζ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1. ΜΕΤΑΤΑΞΗ-ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ. 1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄ όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. ...... 3. Η μετάταξη ή μεταφορά κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσης του. … 4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Μέχρι 31.12.2012 αίτημα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να υποβάλλεται οποτεδήποτε. Το αίτημα πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένο ως προς τις ανάγκες του φορέα σε προσωπικό, τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά κλάδους και ειδικότητες και τους λόγους για τους οποίους ανέκυψαν οι σχετικές ανάγκες. Το ανωτέρω συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών σχετικά με τις υφιστάμενες ανάγκες σε προσωπικό των αιτούντων φορέων, καθώς και με τους φορείς από τους οποίους, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών, υπάρχει δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού. Ακολούθως ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία καθορίζονται τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων που απαιτούνται για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της για την υποβολή δηλώσεων των υπαλλήλων των φορέων προέλευσης που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή να μεταφερθούν. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία η αρμόδια μονάδα προσωπικού κάθε φορέα προέλευσης καταρτίζει πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για μετάταξη ή μεταφορά, ανεξαρτήτως εάν έχουν υποβάλλει σχετική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θέσεών τους κατά την επόμενη υποπαράγραφο. Ο πίνακας κοινοποιείται εντός της ίδιας προθεσμίας στο υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα προέλευσης, εφόσον υπάρχει τέτοιο συμβούλιο. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διατυπώνει απλή γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση σε αυτό των ως άνω στοιχείων, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες για τη μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Οι πίνακες που κατήρτισαν οι οργανικές μονάδες προσωπικού των φορέων προέλευσης μαζί με τις δηλώσεις των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων των φορέων προέλευσης που έχουν τέτοια συμβούλια, διαβιβάζονται εντός δύο (2) ημερών από τις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού των φορέων προέλευσης στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο γνωμοδοτεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προέλευσης και τη σειρά προτεραιότητας τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προέλευσης και υποδοχής. Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ή καταργούνται θέσεις σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου. ... 8. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2. ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ. 1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. .... Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως ... β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. ... 3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. .... ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.4. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΕΩΝ. 1.1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ... 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2. του παρόντος». Με την ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ. 559/8.1.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης «Ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων διαδικασίας και κριτηρίων κινητικότητας υπαλλήλων κατά το άρθρο πρώτο παρ. Ζ΄ (υποπαρ. Ζ.1. και Ζ.2.) του ν. 4093/2012», που εκδόθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων της υποπαραγράφου Ζ.1 (περίπτωση 8) και της υποπαραγράφου Ζ.2 (περίπτωση 5) της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ρυθμίζονται, θέματα μεταξύ άλλων σχετικά με την διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής, τις αρμοδιότητες των οργάνων και την μετάταξη ή μεταφορά μονίμων υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο της κινητικότητας (μετατάξεως-μεταφοράς) του εν λόγω προσωπικού που θεσπίσθηκε με την παράγραφο Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
    8. Επειδή με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012, σύμφωνα και με την οικεία εισηγητική έκθεση, αναμορφώνονται και διευρύνονται οι νομοθετικές ρυθμίσεις της λεγομένης «κινητικότητας» των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα που είχαν εισαχθεί με το άρθρο 5 του ν. 4024/2011. Περαιτέρω με την υποπαράγραφο Ζ.1. της παραγράφου Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 θεσπίζεται το μέτρο της υποχρεωτικής μετακινήσεως (μετατάξεως, μεταφοράς) προσωπικού με μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς να θίγονται οι πάγιες ρυθμίσεις της εκούσιας μετατάξεως των υπαλλήλων. Συναφώς ορίζεται ότι η μετάταξη ή μεταφορά, κατά την περίπτωση αυτή, δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή την σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει την νομική φύση των σχέσεων αυτών. Η εν λόγω υποχρεωτική μετακίνηση διενεργείται με τα κριτήρια και την διαδικασία που προβλέπονται στην προαναφερόμενη περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1. αλλά και ειδικότερα στο Κεφάλαιο Α΄ της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ. 559/8.1.2013 υπουργικής αποφάσεως. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των τελευταίων αυτών νομοθετημάτων, η εν λόγω «κινητικότητα» διενεργείται με γνώμονα τις υφιστάμενες κάθε φορά υπηρεσιακές ανάγκες, η εκτίμηση των οποίων γίνεται με την μεσολάβηση, μεταξύ άλλων, του τριμελούς συμβουλίου του άρθρου 5 παράγραφος 3 του ν. 4024/2011, στο οποίο προεδρεύει Πρόεδρος Τμήματος ή Αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού. Το συμβούλιο αυτό γνωμοδοτεί για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προελεύσεως με την σειρά προτεραιότητάς τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προελεύσεως και υποδοχής. Κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας το συμβούλιο λαμβάνει υπ' όψιν, μεταξύ άλλων, τον οριστικό πίνακα βαθμολογίας, κατάταξης και διάθεσης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, ο οποίος έχει συνταχθεί με την προβλεπόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4093/2012 και της ΔΙΔΑΔ-ΔΙΠΙΔ/οικ 559/8.1.2013 υπουργικής αποφάσεως διαδικασία. Ακολουθεί η απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης περί της μετατάξεως ή μεταφοράς υπαλλήλου. Στις υποπαραγράφους Ζ.2. και Ζ.4. της ιδίας παραγράφου Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίζονται οι περιπτώσεις, αντιστοίχως, μετατάξεως α) μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οργανικές θέσεις των οποίων καταργούνται και β) προσωπικού κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ΔΕ ορισμένων ρητώς αναφερόμενων στον νόμο ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που βρίσκεται σε διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεων. Ως φορείς υποδοχείς του μετατασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων Ζ.1., Ζ.2. και Ζ.4. ορίζονται οι υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου και δεύτερου βαθμού. Τέλος το εν λόγω σύστημα «μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού» στις εν γένει «υπηρεσίες του Δημοσίου», εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και εν όψει του προαναφερθέντος σκοπού του, έχει πεδίο εφαρμογής και στις γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, με την έννοια ότι αυτές περιλαμβάνονται στους φορείς υποδοχείς του προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται με βάση τις σχετικές διατάξεις. Κατά συνέπεια αβασίμως προβάλλεται ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις εν όψει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχουν πεδίο εφαρμογής επί μετατάξεως ή μεταφοράς προσωπικού στις γραμματείες των δικαστηρίων.
    9. Επειδή κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κώδικα δικαστικών υπαλλήλων (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2812/2000) και του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988), που παρατέθηκαν στην 5η και 6η σκέψη, οι γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών οργανώνονται και στελεχώνονται από δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων που περιβάλλονται από εγγυήσεις ως προς την εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, μεταξύ των οποίων η μονιμότητα (ΣτΕ 1540/2013 Ολομέλεια, 195/2013 Ολομέλεια, 1482/2002, 108-116/1997 Ολομέλεια). Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων δεν αποκλείεται κατόπιν ειδικής νομοθετικής προβλέψεως η πρόσληψη στις εν λόγω γραμματείες και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις προϋποθέσεις α) ότι δεν αναιρείται ο συνταγματικός κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως των εν λόγω γραμματειών με μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους, β) ότι στους υπαλλήλους αυτούς ανατίθενται καθήκοντα τεχνικής ή ειδικής επιστημονικής φύσεως που δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεως εργασίας τους και γ) ότι παραφυλλάσσονται υπέρ των μονίμων δικαστικών υπαλλήλων τα συνδεόμενα αρρήκτως με την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου καθήκοντα (π.χ. συμμετοχή στην συγκρότηση των δικαστηρίων και στις συνεδριάσεις τους, σύνταξη πρακτικών, συμμετοχή στα δικαστικά συμβούλια κ.λπ.), (πρβλ. ΣτΕ 1715-1722, 1770, 1809/1983 Ολομέλεια, 4356/1976 Ολομέλεια, βλ. και 1540/2013 Ολομέλεια). Επομένως αβασίμως προβάλλονται τα αντίθετα με την κρινόμενη αίτηση. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Γ. Τσιμέκας, οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη άποψη: Το Σύνταγμα εντάσσει τις ρυθμίσεις του υπηρεσιακού καθεστώτος των δικαστικών υπαλλήλων στο Τμήμα Ε΄ υπό τον τίτλο «Δικαστική Εξουσία» και συγκεκριμένα στο άρθρο 92, όχι δε στο Τμήμα ΣΤ΄ υπό τον τίτλο «Διοίκηση». Ορίζεται δε ρητώς (άρθρο 92 παρ. 1) ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι μόνιμοι και ότι η διενέργεια των σοβαρότερων υπηρεσιακών μεταβολών (προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις) γίνεται μετά από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους (παρ. 3). Οι συγκεκριμένες εγγυήσεις αποβλέπουν αφ' ενός μεν στην προστασία των δικαστικών υπαλλήλων αφ' ετέρου δε στην πλήρη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων (βλ. Ολομ. ΣτΕ 3773/2011, 2909/1986). Και ενώ στο άρθρο 103 παρ. 3 του Συντάγματος προβλέπεται η δυνατότητα ιδρύσεως θέσεων ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού και η πλήρωσή τους με προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται από το Σύνταγμα στον νομοθέτη όσον αφορά την πλήρωση των κενών θέσεων στις γραμματείες όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών (βλ. ΣτΕ 1751/1997, 4930/1996, 2295/1990, βλ. και άρθρο 18 του ν. 2812/2000). Για τον λόγο αυτό και με σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 και της υποπαρ. Ζ.1. της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των «κρατικών υπαλλήλων» και επομένως οι προσβαλλόμενες πράξεις καθ' ό μέρος προβλέπουν την μετάταξη υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια του Πειραιώς με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων είναι εξ αυτού του λόγου παράνομες και ακυρωτέες. ’λλως και υπό την εκδοχή ότι ο νομοθέτης ήθελε εν προκειμένω να εντάξει στους «κρατικούς υπαλλήλους» και τους δικαστικούς υπαλλήλους η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και άρα μη εφαρμοστέα εν προκειμένω. Μειοψήφησε επίσης και η Σύμβουλος Ο. Ζύγουρα καθώς και η Πάρεδρος Κασ. Μαρίνου, οι οποίες υποστήριξαν τα εξής: με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ρητώς ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι, αποτελούντες, κατά το Σύνταγμα, ιδιαίτερη κατηγορία υπαλλήλων του κράτους, είναι μόνιμοι. Επομένως, εν όψει της αδιαστίκτου διατυπώσεως της διατάξεως αυτής, που αποτελεί ειδική διάταξη εν σχέσει προς τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή, προκειμένου περί δικαστικών υπαλλήλων- η δημιουργία θέσεων προσωπικού προσλαμβανομένου για ωρισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή η πλήρωση θέσεων ειδικού επιστημονικού ή τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού με προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 103 του Συντάγματος. Διάφορο δε είναι το ζήτημα, αν, προκειμένου περί βοηθητικών της ομαλής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών καθηκόντων, ειδικού τεχνικού ή επιστημονικού αντικειμένου, αυτά δύνανται να ανατίθενται σε τρίτα προς τη δικαστική λειτουργία φυσικά ή νομικά πρόσωπα με βάση συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, συναπτόμενες κατά τις οικείες διατάξεις. Υπό τα δεδομένα αυτά, και κατά την ειδική αυτή μειοψηφούσα γνώμη, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως παρίσταται βάσιμος και θα έπρεπε να γίνη δεκτός.
    10. Επειδή περαιτέρω σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και τον σκοπό των σχετικών εγγυήσεων, για την στελέχωση των γραμματειών των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας με υπαλλήλους στο πλαίσιο της μετατάξεως - μεταφοράς προσωπικού που προβλέπουν οι προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012, όπως και για οποιαδήποτε εν γένει μετακίνηση υπαλλήλου στα δικαστήρια, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου, στο οποίο ανήκει, μεταξύ άλλων, η κρίση αν ο υπάλληλος διαθέτει τα προσόντα για να ανταποκριθεί επιτυχώς στα συγκεκριμένα καθήκοντα (ΣτΕ 1/2014 σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, βλ. και 2909/1986 Ολομέλεια).
    11. Επειδή στην κρινόμενη υπόθεση η επίδικη μετακίνηση υπαλλήλων στα εν λόγω δικαστήρια του Πειραιώς διενεργήθηκε χωρίς την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου, κατά το άρθρο 92 του Συντάγματος, υπηρεσιακού συμβουλίου. Εν όψει των προαναφερθέντων, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν «μετατάσσονται» υπάλληλοι στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια του Πειραιώς, να αναπεμφθεί δε η υπόθεση στην Διοίκηση προκειμένου να ακολουθηθεί η συνταγματικώς επιβεβλημένη διαδικασία και να υποβληθούν οι υπό «μετακίνηση» («μετάταξη» κ.λπ.) υπάλληλοι στην κρίση του αρμοδίου υπηρεσιακού (δικαστικού) συμβουλίου, σύμφωνα με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 4250/2014 (φ. 74/26.3.2014), που ορίζουν ότι: «1. Για τη μετάταξη υπαλλήλων που τελούν ή τέλεσαν σε διαθεσιμότητα στις γραμματείες των Δικαστικών Υπηρεσιών, τα αρμόδια Δικαστικά - Υπηρεσιακά Συμβούλια του άρθρου 21 του ν. 2812/2000 εγκρίνουν τον πίνακα επιλογής του οικείου Τριμελούς Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή του Τριμελούς Συμβουλίου της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο καταρτίζει ενιαίο για όλους τους φορείς πίνακα διάθεσης, πριν από την έκδοση απόφασης μετάταξης του οργάνου διοίκησης στη Δικαστική Υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται οι υπάλληλοι. Τα ως άνω Συμβούλια επιλαμβάνονται για κάθε θέμα που αφορά την υπηρεσιακή τους κατάσταση, καθώς και για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επ’ αυτών, κατά τα ισχύοντα για όλους τους Δικαστικούς Υπαλλήλους. 2. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου έχει εφαρμογή και για όλους όσους έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στις Δικαστικές Υπηρεσίες της χώρας, με κάθε τρόπο, προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 4024/2011».
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την ΔΙΠΙΔ/Β.1.1/17/οικ.15302/28.5.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (φ. Γ΄ 601/14.6.2013), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή, ορισμένοι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μετατάχθηκαν στα (πολιτικά-ποινικά) δικαστήρια του Πειραιώς, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων και αναπέμπει την υπόθεση στην Διοίκηση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
    Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
    Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 31η Ιανουαρίου, 27η Φεβρουαρίου και 31η Μαρτίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014.
     Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας
 
 
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.