Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

ΑΠ Β1 (Πολ) 140/2014: 176 ΕΥΡΩ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Κρίθηκε ότι δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, το οποίο είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. 



Αριθμός 140/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Β1' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
    Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Νέας Ιωνίας", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κουτρούλη
    Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α., έως και 81) Π. Φ., όλων (εκ της εργασίας των) κατοίκων ... . Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 11η, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 16ος, 20ος, 22ος, 23η, 24η, 25ος, 26ος, 27η, 28η, 29ος, 30ος, 31η, 32η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 39η, 40ος, 41η, 43ος, 44ος, 46ος, 49ος, 50η, 51ος, 54ος, 55ος, 56ος, 57ος, 58ος, 61ος, 62ος, 63η, 64ος, 65ος, 67ος, 70ος, 71η, 73η, 74ος, 75η, 77η, 78η, 80ος και 81ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Καψόπουλο, οι 6ος, 17ος, 47ος και 60η παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
    Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
    Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που δεν συναίνεσε στο αίτημα του αντιδίκου.
    Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2759/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2009 αίτησή του.
    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 3-5-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.
    Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Αν όμως, ο απολιπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση, προσδιορίστηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 17-5-2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή, παρέστησαν οι διάδικοι, πλην των αναιρεσίβλητων, με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 10, 18, 19, 21, 38, 42, 45, 48, 52, 53, 59, 66, 68, 69, 72, 76, 79, οι οποίοι δεν είχαν κλητευθεί, η δε συζήτηση αναβλήθηκε για τις 7-2-2012, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή. Στην τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι ίδιοι ως άνω αναιρεσίβλητοι. Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί αν οι τελευταίοι, είχαν κλητευθεί νομίμως και προσηκόντως στην προηγούμενη δικάσιμο (7-2-2012) κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ` αριθ. 5899Γ/24-11-2011, 5945Γ/2-12-2011, 6066Γ/16-1-2012, 5959Γ/5-12-2011, 5901Γ/24-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 3750Γ/1-12-2011, 3701Γ/24-11-2011, 3698Γ/24-11-2011, 3703Γ/24-11-2011, 3702/ 24-11-2011, 3749Γ/1-12-2011, 3744Γ/30-11-2011, 3763Γ/2-12-2011, 3675Γ/18-11-2011, 3657Γ/16-11-2011, 3672Γ/18-11-2011, 3658/16-11-2011, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής στις 7-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε όλους τους πάνω απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, πλην του 19ου, Ε. Ρ.. Σ' αυτόν η επίδοση, έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την με αρ. 6066/2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας, ..., στις 16-1-2012, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη, αφού μέχρι τη δικάσιμο για την οποία είχε κλητευθεί δεν είχαν παρέλθει 60 ημέρες, όπως απαιτεί ο νόμος. Για τον αναιρεσίβλητο αυτόν, που δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια δε, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς, παριστάμενους και τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, που κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως.
    2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής της ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
    Συνεπώς ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού διότι έκτοτε καθίσταται αυτή τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς εκ του ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραιτήσεως απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ. β' ΚΠολΔ, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 104 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου (ΟλΑΠ 17/ 2013). Ενόψει αυτών, παραδεκτά ασκείται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσης ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος υπ' αρ. 2759/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, μετά την έγκριση από το τελευταίο της σιωπηράς από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο παραίτησης, από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, με την αρ. 15/7-2-2012 απόφαση της αρμόδιας, κατά νόμο, Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου. 3. Κατά το άρθρο 560 αρ. 3 περίπτωση β' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα για την υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας καθ' ύλην του ιδίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι όταν τούτο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, υπαγόμενης στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά το άρθρο 18 εδ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (ΟλΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 410/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, εσφαλμένα δεν δέχτηκε αυτεπαγγέλτως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και δεν παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.
    4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού η δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2738/1999, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. ... 5. ... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, Ο.Τ.Α. και ν.π.δ.δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/ 1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του. Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του. Ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις. Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπ' αρ. 2759/2009, του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, μετά την απόρριψη τη έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ενσωματώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003 και δικαιούται όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους των ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου. Το δικαίωμά τους δε αυτό καθίσταται εμφανέστερο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή (των 176 ευρώ) έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσδώσει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων. Και ότι η μη χορήγηση της ως άνω μισθολογικής παροχής και στους αναιρεσιβλήτους συνιστά αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση αυτών έναντι άλλων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 περ. β' του Συντάγματος) για την αποκατάσταση των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί και σε εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση". Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011 του Β1 Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2 Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως. Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως. Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/ 2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικούμενων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις. Σημειώνεται ότι για το ίδιο ζήτημα το τμήμα τούτο, με την υπ' αρ. 1318/2013 απόφασή του παρέπεμψε το σχετικό λόγο αναίρεσης, στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, όπου και εκκρεμεί. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει ο πρώτος, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο τούτο, ως προς την έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για παραβίαση των κανόνων δικαίου των άρθρων 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 56 ν.δ. 496/ 1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/ 1995 "Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που προβλέπουν την παραγραφή των σε βάρος τους απαιτήσεων των υπαλλήλων τους.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Ε. Ρ..
    Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, για τον, ως άνω, αναιρεσίβλητο.
    Απορρίπτει, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης.
    Παραπέμπει, κατά τα λοιπά, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ως άνω αιτήσεως με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αρ. 2759/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
    Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
    Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και
    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2014.
    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

ΑΠ Β1 (Πολ) 140/2014: 176 ΕΥΡΩ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Κρίθηκε ότι δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, το οποίο είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. 



Αριθμός 140/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Β1' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
    Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Δήμος Νέας Ιωνίας", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κουτρούλη
    Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α., έως και 81) Π. Φ., όλων (εκ της εργασίας των) κατοίκων ... . Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 11η, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 16ος, 20ος, 22ος, 23η, 24η, 25ος, 26ος, 27η, 28η, 29ος, 30ος, 31η, 32η, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 39η, 40ος, 41η, 43ος, 44ος, 46ος, 49ος, 50η, 51ος, 54ος, 55ος, 56ος, 57ος, 58ος, 61ος, 62ος, 63η, 64ος, 65ος, 67ος, 70ος, 71η, 73η, 74ος, 75η, 77η, 78η, 80ος και 81ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Καψόπουλο, οι 6ος, 17ος, 47ος και 60η παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
    Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
    Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που δεν συναίνεσε στο αίτημα του αντιδίκου.
    Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2759/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2009 αίτησή του.
    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 3-5-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.
    Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Αν όμως, ο απολιπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση, προσδιορίστηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 17-5-2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή, παρέστησαν οι διάδικοι, πλην των αναιρεσίβλητων, με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 10, 18, 19, 21, 38, 42, 45, 48, 52, 53, 59, 66, 68, 69, 72, 76, 79, οι οποίοι δεν είχαν κλητευθεί, η δε συζήτηση αναβλήθηκε για τις 7-2-2012, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή. Στην τελευταία δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι ίδιοι ως άνω αναιρεσίβλητοι. Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί αν οι τελευταίοι, είχαν κλητευθεί νομίμως και προσηκόντως στην προηγούμενη δικάσιμο (7-2-2012) κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ` αριθ. 5899Γ/24-11-2011, 5945Γ/2-12-2011, 6066Γ/16-1-2012, 5959Γ/5-12-2011, 5901Γ/24-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 3750Γ/1-12-2011, 3701Γ/24-11-2011, 3698Γ/24-11-2011, 3703Γ/24-11-2011, 3702/ 24-11-2011, 3749Γ/1-12-2011, 3744Γ/30-11-2011, 3763Γ/2-12-2011, 3675Γ/18-11-2011, 3657Γ/16-11-2011, 3672Γ/18-11-2011, 3658/16-11-2011, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής στις 7-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε όλους τους πάνω απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, πλην του 19ου, Ε. Ρ.. Σ' αυτόν η επίδοση, έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την με αρ. 6066/2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας, ..., στις 16-1-2012, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη, αφού μέχρι τη δικάσιμο για την οποία είχε κλητευθεί δεν είχαν παρέλθει 60 ημέρες, όπως απαιτεί ο νόμος. Για τον αναιρεσίβλητο αυτόν, που δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια δε, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς, παριστάμενους και τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, που κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως.
    2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής της ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
    Συνεπώς ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού διότι έκτοτε καθίσταται αυτή τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς εκ του ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραιτήσεως απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ. β' ΚΠολΔ, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 104 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου (ΟλΑΠ 17/ 2013). Ενόψει αυτών, παραδεκτά ασκείται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσης ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος υπ' αρ. 2759/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, μετά την έγκριση από το τελευταίο της σιωπηράς από τον πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο παραίτησης, από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, με την αρ. 15/7-2-2012 απόφαση της αρμόδιας, κατά νόμο, Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου. 3. Κατά το άρθρο 560 αρ. 3 περίπτωση β' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα για την υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας καθ' ύλην του ιδίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι όταν τούτο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, υπαγόμενης στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά το άρθρο 18 εδ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (ΟλΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 410/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, εσφαλμένα δεν δέχτηκε αυτεπαγγέλτως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και δεν παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.
    4. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού η δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2738/1999, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. ... 5. ... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, Ο.Τ.Α. και ν.π.δ.δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/ 1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του. Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του. Ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις. Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπ' αρ. 2759/2009, του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, μετά την απόρριψη τη έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ενσωματώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003 και δικαιούται όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους των ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου. Το δικαίωμά τους δε αυτό καθίσταται εμφανέστερο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή (των 176 ευρώ) έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσδώσει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων. Και ότι η μη χορήγηση της ως άνω μισθολογικής παροχής και στους αναιρεσιβλήτους συνιστά αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση αυτών έναντι άλλων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 περ. β' του Συντάγματος) για την αποκατάσταση των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί και σε εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση". Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011 του Β1 Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2 Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως. Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως. Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/ 2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ. Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικούμενων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις. Σημειώνεται ότι για το ίδιο ζήτημα το τμήμα τούτο, με την υπ' αρ. 1318/2013 απόφασή του παρέπεμψε το σχετικό λόγο αναίρεσης, στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, όπου και εκκρεμεί. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων. Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει ο πρώτος, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο τούτο, ως προς την έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για παραβίαση των κανόνων δικαίου των άρθρων 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 56 ν.δ. 496/ 1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/ 1995 "Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που προβλέπουν την παραγραφή των σε βάρος τους απαιτήσεων των υπαλλήλων τους.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Ε. Ρ..
    Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, για τον, ως άνω, αναιρεσίβλητο.
    Απορρίπτει, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης.
    Παραπέμπει, κατά τα λοιπά, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της ως άνω αιτήσεως με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της υπ' αρ. 2759/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
    Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, μετά την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
    Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και
    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2014.
    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.